Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φιλονικέω- φιλονικῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φιλονικέω- φιλονικῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φιλονικέω- φιλονικῶ»
 
φιλονικῶ = αγαπώ τη νίκη, μαλώνω
 
Ενεστώτας
Οριστική
φιλονικῶ, φιλονικεῖς, φιλονικεῖ, φιλονικοῦμεν, φιλονικεῖτε, φιλονικοῦσι(ν)
Υποτακτική
φιλονικῶ, φιλονικῇς, φιλονικῇ, φιλονικῶμεν, φιλονικῆτε, φιλονικῶσι(ν)
Ευκτική
φιλονικοῖμι, φιλονικοῖς, φιλονικοῖ (ή φιλονικοίην, φιλονικοίης, φιλονικοίη), φιλονικοῖμεν, φιλονικοῖτε, φιλονικοῖεν
Προστακτική
---, φιλονίκει, φιλονικείτω, ---, φιλονικεῖτε, φιλονικούντων ή φιλονικείτωσαν
Απαρέμφατο
φιλονικεῖν
Μετοχή
φιλονικῶν, φιλονικοῦσα, φιλονικοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐφιλονίκουν, ἐφιλονίκεις, ἐφιλονίκει, ἐφιλονικοῦμεν, ἐφιλονικεῖτε, ἐφιλονίκουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
φιλονικήσω, φιλονικήσεις, φιλονικήσει, φιλονικήσομεν, φιλονικήσετε, φιλονικήσουσι(ν)
Ευκτική
φιλονικήσοιμι, φιλονικήσοις, φιλονικήσοι, φιλονικήσοιμεν, φιλονικήσοιτε, φιλονικήσοιεν
Απαρέμφατο
φιλονικήσειν
Μετοχή
φιλονικήσων, φιλονικήσουσα, φιλονικῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐφιλονίκησα, ἐφιλονίκησας, ἐφιλονίκησε(ν), ἐφιλονικήσαμεν, ἐφιλονικήσατε, ἐφιλονίκησαν
Υποτακτική
φιλονικήσω, φιλονικήσῃς, φιλονικήσῃ, φιλονικήσωμεν, φιλονικήσητε, φιλονικήσωσι(ν)
Ευκτική
φιλονικήσαιμι, φιλονικήσαις ή φιλονικήσειας, φιλονικήσαι ή φιλονικήσειε(ν), φιλονικήσαιμεν, φιλονικήσαιτε, φιλονικήσαιεν ή φιλονικήσειαν
Προστακτική
---, φιλονίκησον, φιλονικησάτω, ---, φιλονικήσατε, φιλονικησάντων (ή φιλονικησάτωσαν)
Απαρέμφατο
φιλονικῆσαι
Μετοχή
φιλονικήσας, φιλονικήσασα, φιλονικῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πεφιλονίκημαι, πεφιλονίκησαι, πεφιλονίκηται, πεφιλονικήμεθα, πεφιλονίκησθε, πεφιλονίκηνται
 
Υποτακτική
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον ὦ
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον ᾖς
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον ᾖ
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα ὦμεν
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα ἦτε
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα ὦσι(ν)
 
Ευκτική
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον εἴην
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον εἴης
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον εἴη
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα εἴημεν/ εἶμεν
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα εἴητε/ εἶτε
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα εἴησαν/ εἶεν
 
Προστακτική
---, πεφιλονίκησο, πεφιλονικήσθω, ---, πεφιλονίκησθε, πεφιλονικήσθων ή πεφιλονικήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
πεφιλονικῆσθαι
 
Μετοχή
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐπεφιλονικήμην, ἐπεφιλονίκησο, ἐπεφιλονίκητο, ἐπεφιλονικήμεθα, ἐπεφιλονίκησθε, ἐπεφιλονίκηντο 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου