Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δράττομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δράττομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Aaron Spong

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δράττομαι»
 
(δράττομαι: πιάνω με το χέρι, αρπάζω)
- Το -α- του ρήματος είναι βραχύ.
 
Ενεστώτας
Οριστική
δράττομαι, δράττῃ ή δράττει, δράττεται, δραττόμεθα, δράττεσθε, δράττονται
Υποτακτική
δράττωμαι, δράττῃ, δράττηται, δραττώμεθα, δράττησθε, δράττωνται
Ευκτική
δραττοίμην, δράττοιο, δράττοιτο, δραττοίμεθα, δράττοισθε, δράττοιντο
Προστακτική
---, δράττου, δραττέσθω, ---, δράττεσθε, δραττέσθων ή δραττέσθωσαν
Απαρέμφατο
δράττεσθαι
Μετοχή
δραττόμενος
δραττομένη
δραττόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδραττόμην, ἐδράττου, ἐδράττετο, ἐδραττόμεθα, ἐδράττεσθε, ἐδράττοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
δράξομαι, δράξῃ ή δράξει, δράξεται, δραξόμεθα, δράξεσθε, δράξονται
Ευκτική
δραξοίμην, δράξοιο, δράξοιτο, δραξοίμεθα, δράξοισθε, δράξοιντο
Απαρέμφατο
δράξεσθαι
Μετοχή
δραξόμενος
δραξομένη
δραξόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐδραξάμην, ἐδράξω, ἐδράξατο, ἐδραξάμεθα, ἐδράξασθε, ἐδράξαντο
Υποτακτική
δράξωμαι, δράξῃ, δράξηται, δραξώμεθα, δράξησθε, δράξωνται
Ευκτική
δραξαίμην, δράξαιο, δράξαιτο, δραξαίμεθα, δράξαισθε, δράξαιντο
Προστακτική
---, δράξαι, δραξάσθω, ---, δράξασθε, δραξάσθων
Απαρέμφατο
δράξασθαι
Μετοχή
δραξάμενος
δραξαμένη
δραξάμενον
 
Παρακείμενος
Οριστική
δέδραγμαι, δέδραξαι, δέδρακται, δεδράγμεθα, δέδραχθε, δεδραγμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
δεδραγμένος- δεδραγμένη- δεδραγμένον ὦ
δεδραγμένος- δεδραγμένη- δεδραγμένον ᾖς
δεδραγμένος- δεδραγμένη- δεδραγμένον ᾖ
δεδραγμένοι- δεδραγμέναι- δεδραγμένα ὦμεν
δεδραγμένοι- δεδραγμέναι- δεδραγμένα ἦτε
δεδραγμένοι- δεδραγμέναι- δεδραγμένα ὦσι
 
Ευκτική
δεδραγμένος- δεδραγμένη- δεδραγμένον εἴην
δεδραγμένος- δεδραγμένη- δεδραγμένον εἴης
δεδραγμένος- δεδραγμένη- δεδραγμένον εἴη
δεδραγμένοι- δεδραγμέναι- δεδραγμένα εἴημεν (εἶμεν)
δεδραγμένοι- δεδραγμέναι- δεδραγμένα εἴητε (εἶτε)
δεδραγμένοι- δεδραγμέναι- δεδραγμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, δέδραξο, δεδράχθω, --- δέδραχθε, δεδράχθων ή δεδράχθωσαν
 
Απαρέμφατο
δεδράχθαι
Μετοχή
δεδραγμένος,
δεδραγμένη,
δεδραγμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου