Η κρίση του 1985 και το διάλειμμα λιτότητας έως το 1987
Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ανατέθηκε στον καθηγητή Κωνσταντίνο Σημίτη. Στη διαμόρφωση και παρακολούθηση του προγράμματος σταθεροποίησης, που θα εφαρμοσθεί στη συνέχεια, σημαντικό ρόλο θα παίξει ο καθηγητής Γιάννης Σπράος και ο Νίκος Γκαργκάνας της Τράπεζας της Ελλάδος. Δύο ήταν οι αιχμές της πολιτικής εκείνης. Η άμεση βελτίωση της ανταγωνιστικότητας με την υποτίμηση της δραχμής και η περικοπή της συνολικής ζήτησης. Οι πιστώσεις περιορίστηκαν, οι φόροι αυξήθηκαν, έγινε προσπάθεια συμπίεσης των κρατικών δαπανών και οι πραγματικοί μισθοί περικόπηκαν δραστικά –περίπου κατά 13.4% μέσα σε δύο χρόνια, αν και δεν σήκωσαν τα ίδια βάρη όλοι οι μισθωτοί.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το πρόγραμμα σταθεροποίησης ήταν μονόπλευρο και εν μέρει αδικαιολόγητα αντιαναπτυξιακό. Για να μειωθούν οι δαπάνες περικόπηκαν δραστικά οι δημόσιες επενδύσεις. Αλλά το κύριο πρόβλημα της πολιτικής εκείνης ήταν ότι άφησε τις πηγές που διόγκωναν τα δημοσιονομικά ελλείμματα ανέπαφες. Η ενσωματωμένη στο σύστημα ελλειμματικότητα έμεινε αλώβητη. Τέλος, εγκαταλείφθηκε κάθε προσπάθεια προγραμματισμού. Το τέλος του «πενταετούς» συνέπεσε σχεδόν με την εξαγγελία της λιτότητας.
Η αναγκαία, μολονότι κόλουρη, εκείνη πολιτική ανετράπη στη συνέχεια ολοσχερώς καθώς η δημόσια οικονομία υποτάχθηκε πλήρως στις ανάγκες της αναπαραγωγής της εξουσίας. Η διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που ακολούθησε την παραίτηση του Κωνσταντίνου Σημίτη είναι εντυπωσιακή. Το 1989 τα ελλείμματα (καθαρός δανεισμός της Γενικής Κυβέρνησης) έφθασαν το 14.4% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας τα όρια συναγερμού του 1984-85, προσθέτοντας νέα χρέη, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και πιέζοντας το εξωτερικό ισοζύγιο. Για μερικά χρόνια ακόμη, εξαιτίας του εκλογικού συστήματος και της πολιτικής αστάθειας, η κατάσταση θα παραμείνει σχεδόν εκτός ελέγχου.
Αναδρομικά, η τάση της δεκαετίας του 1980 ήταν ο στασιμοπληθωρισμός, συνοδευόμενος από μεγάλα τρέχοντα ελλείμματα και φθίνουσα ανταγωνιστικότητα. Ο μακροοικονομικός απολογισμός ως προς την Ελλάδα ήταν ένας απ’ τους χειρότερους στην Κοινοτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας. Επίσης, αντιτίθετο έντονα με τα επιτεύγματα της δεκαετίας του 1960, ακόμη και αυτής του 1970. Το πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν αυξήθηκε κατά τη δεκαετία 1981-1990 με ένα ετήσιο ποσοστό 1.4% έναντι 4.7% την προηγούμενη περίοδο (1971-1980). Στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες η ανάπτυξη έφτασε κατά μέσον όρο τα 2.3 % στη δεκαετία του 1980. Σε αναπτυξιακούς όρους, η ελληνική οικονομία άρχισε να υπολείπεται των οικονομιών άλλων κρατών-μελών. Η Ελλάδα έχανε έδαφος ακόμη και συγκριτικά με τα νέα μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Οι τελευταίες είδαν όντως τα εισοδήματά τους να αυξάνονται πιο ραγδαία από άλλα κράτη-μέλη κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, ενώ η Ελλάδα έμενε πίσω. Έτσι, οι ιβηρικές χώρες ήταν ικανές να «προλάβουν» τα πιο πλούσια κράτη-μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι οικονομίες τους πολιτικές διέφεραν επίσης. Η Ισπανία και η Πορτογαλία εφάρμοσαν διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες προκάλεσαν επενδύσεις και μια μετατόπιση προς μια εξαγωγικά προσανατολισμένη παραγωγή που αξιοποιούσε τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Αυτό, με τη σειρά του, υποβοήθησε το άνοιγμα των οικονομιών τους όταν εισήλθαν στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
Το ζήτημα είναι ότι οι οικονομικές πολιτικές στην Ελλάδα αναίρεσαν διάφορα πιθανά αποτελέσματα της ένταξης. Ενάντια σ’ αυτό, άλλοι επιμένουν στην επίδραση της «πρόωρης» φιλελευθεροποίησης εφαρμοζόμενης από την ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και τη σημασία του αρχικού αναπτυξιακού χάσματος για την οικονομική απόδοση του ασθενέστερου, σ’ αυτή την περίπτωση, της Ελλάδας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν είχαν καμία πιθανότητα να αντέξουν το ξέσπασμα των ανταγωνιστικών πιέσεων μετά την προσχώρηση. Συνάγεται απ’ αυτό το πρότυπο ανάλυσης, ότι τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τους πόρους της Κοινότητας αναιρέθηκαν σε μεγάλο βαθμό από «τις αντισταθμιστικές μεταβιβάσεις αξίας εκτός της οικονομίας, κυρίως μέσω εμπορικών ροών» (T. Giannitsis, The Economy of Greece in the Perspective of the Single Market). Η ένταξη per se προκάλεσε «σοβαρά κόστη σε όρους αποβιομηχανοποίησης, στάσιμα ποσοστά ανάπτυξης, έξοδο των μεγάλων εταιριών και υψηλή διείσδυση εισαγωγών».
Κανένα απ’ τα παραπάνω συμπτώματα φτωχής απόδοσης δεν μπορεί πραγματικά να αμφισβητηθεί. Κατά τη δεκαετία του 1980 ο αριθμός των μεγάλων εταιρειών μειώθηκε (μια καθαρά δυσμενής διαρθρωτική τάση), το ποσοστό των εισαγωγών στην εγχώρια πραγματική κατανάλωση αυξήθηκε από 25.8% (1978-80) σε 43.1% (1989) και τα ποσοστά ανάπτυξης υποχώρησαν δραματικά. Αλλά, ακόμη κι αν δεχθούμε την άποψη που δίνει έμφαση στην «πρόωρη» φιλελευθεροποίηση και στο αρχικό αναπτυξιακό χάσμα, παραμένουν ακόμη πολλά που πρέπει ν’ αποδοθούν στην πολιτική αποτυχία: οι επίσημα ενθαρρυνόμενες αυξήσεις των πραγματικών μισθών μείωσαν την ανταγωνιστικότητα την περίοδο που ήταν επειγόντως αναγκαία, τα ανερχόμενα ελλείμματα του προϋπολογισμού πυροδότησαν τον πληθωρισμό, αντιφατικοί έλεγχοι αγορών και εκτεταμένη εθνικοποίηση προκάλεσαν σπατάλες πόρων (όπως δείχνει καθαρά η ιστορία των προβληματικών επιχειρήσεων) αποθαρρύνοντας έτσι την προσαρμογή, ενώ, τέλος, το ανερχόμενο βάρος του χρέους κατέστη μία μόνιμη πηγή αβεβαιότητας και φτωχών επενδύσεων.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου