Σευῆρου βασιλεύοντος ὁ κόσμος εὐτυχεῖ μακάριοι Νικομήδεις Κωνσταντίνος
Καβάφης [Σκλάβος και δούλος] Σκλάβος και
δούλος, χωρίς καμιά χαρά, σκυμμένος στο ίδιο
έργον για σαράντα χρόνια επάνω στο τραπέζι
τα νομίσματ’ αραδιάζει τα νέα που ο δήμος
της Νίκαιας βγάζει. Τα πιάνει κ’ ένα,
ένα τα μετρά⸱ και με τα θολά απ’
το γήρας μάτια του με προσοχή αν είναι η επιγραφή
σωστή εξετάζει. Αν ξανακάμει
λάθος, είπανε, θα βασανισθεί, και τρέμουνε τα
χέρια του. «Σευήρου
βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί». Κ. Π. Καβάφης,
Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini,
Εκδόσεις Ίκαρος Ο Κωνσταντίνος
Καβάφης προσεγγίζει στο άτιτλο αυτό ποίημα τη θεματική του γήρατος από μια
διαφορετική οπτική, καθώς δεν εστιάζει, όπως συνήθως, στην απώλεια της νεότητας
και του νεανικού κάλλους ή στην ανία των γηρατειών και στην αναπόληση χαμένων
ευκαιριών ή απολαύσεων, αλλά στη δυσκολία επιβίωσης του ατόμου που είναι
αναγκασμένο να εργάζεται παρά το προχωρημένο της ηλικίας του. Τα γηρατειά,
μάλιστα, δεν εξετάζονται ως μια κατάσταση φθοράς που αφορά αποκλειστικά το ίδιο
το άτομο, αλλά ως προς το πώς αντιμετωπίζεται το ηλικιωμένο άτομο από τους άλλους.
Προσδίδεται, έτσι, στη θεματική του γήρατος μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση. Σκλάβος και
δούλος, χωρίς καμιά χαρά, σκυμμένος στο ίδιο
έργον για σαράντα χρόνια επάνω στο τραπέζι
τα νομίσματ’ αραδιάζει τα νέα που ο δήμος
της Νίκαιας βγάζει. Η συνεχής εργασία
του κρατικού δούλου (servus publicus) που λειτουργεί ως το κεντρικό πρόσωπο του
ποιήματος, παρουσιάζεται στον πρώτο στίχο με σχήμα πλεονασμού λόγω της συνωνυμίας
των λέξεων («σκλάβος και δούλος») και με έναν εμπρόθετο τρόπου που δηλώνει
στέρηση («χωρίς καμιά χαρά»), για να διαφανεί εμφατικά η δυστυχία που βιώνει το
άτομο. Επί σαράντα χρόνια περιορισμένος μπροστά από ένα τραπέζι κάνει «το ίδιο
έργο», την ίδια ακριβώς κουραστική και επαναλαμβανόμενη εργασία, χωρίς καν να
έχει την προοπτική πως θα κερδίσει την ελευθερία του ή έστω την παραμυθία πως
έχει μια ευχάριστη ιδιωτική ζωή ως αντίβαρο για τον επίμοχθο εργασιακό του βίο.
Ο ηλικιωμένος υπάλληλος
έχει ως αρμοδιότητα τον προσεκτικό έλεγχο των νέων νομισμάτων που κόβει ο δήμος
της Νίκαιας. Η ιστορική αυτή πόλη βρίσκεται κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά στη
βορειοδυτική Τουρκία και αποτελούσε την εποχή εκείνη (193 – 211 μ.Χ.) τμήμα της
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τα πιάνει κ’ ένα,
ένα τα μετρά⸱ και με τα θολά απ’
το γήρας μάτια του με προσοχή αν είναι η
επιγραφή σωστή εξετάζει. Ο ηλικιωμένος
υπάλληλος, παρά το γεγονός ότι δεν βλέπει πια καλά λόγω της ηλικίας του, είναι
υποχρεωμένος να μετράει ένα προς ένα τα νέα νομίσματα και συνάμα να ελέγχει αν
η επιγραφή, η αφιερωμένη στον αυτοκράτορα, είναι σωστή. Η εργασία του, ως εκ
τούτου, είναι όχι μόνο κουραστική, αλλά και μεγάλης ευθύνης, διότι όποιο πιθανό
λάθος στα νέα νομίσματα βαραίνει τον ηλικιωμένο υπάλληλο και όχι τους χειρώνακτες
τεχνίτες, εφόσον τα νομίσματα κυκλοφορούν μετά τη δική του έγκριση. Την περίοδο
κατά την οποία εκτυλίσσεται το περιστατικό του ποιήματος τα νομίσματα κόβονταν
με μια χειροκίνητη διαδικασία σφυρηλάτησης που δεν επέτρεπε απόλυτη ακρίβεια
στο τελικό αποτέλεσμα. Αν ξανακάμει
λάθος, είπανε, θα βασανισθεί, και τρέμουνε τα
χέρια του. «Σευήρου
βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί». Ο ηλικιωμένος
αισθάνεται βαθιά φοβισμένος («τρέμουνε τα χέρια του»), διότι τον απείλησαν πως
αν ξανακάνει λάθος στη δουλειά του θα τον βασανίσουν, και γνωρίζει καλά πως δεν
πρόκειται για μια κενή απειλή. Διαφαίνεται, έτσι, πως παρά το γεγονός ότι έχει
διατηρήσει τη θέση αυτή για τέσσερις δεκαετίες -κάτι που υποδηλώνει πως τον θεωρούν
τίμιο και τον εμπιστεύονται- δεν έχουν εντούτοις τον στοιχειώδη σεβασμό για την
ηλικία του και τα προβλήματα που την ακολουθούν. Αν και ηλικιωμένος, αν και
έχει υπηρετήσει το κράτος με συνέπεια για δεκαετίες, θα τιμωρηθεί σκληρά, αν
κάνει λάθος. Αντιμετωπίζεται, δηλαδή, ο ηλικιωμένος δούλος με την ίδια
αυστηρότητα που θα αντιμετωπιζόταν οποιοσδήποτε άλλος, σαν να μην έχει καμία
απολύτως σημασία η μακρόχρονη θητεία του και η πολυετής συνέπειά του. Η επίγνωση,
επομένως, πως παρά τα χρόνια που έχει αφιερώσει στην εργασία του δεν έχει το δικαίωμα
να αναμένει κάποια πιο ευνοϊκή μεταχείριση επιτείνει το αίσθημα δυστυχίας του.
Σαράντα χρόνια μετά συνεχίζει να υπόκειται στον ίδιο αυστηρό έλεγχο όπως όλοι,
σαν να μην του έχει διασφαλίσει η αφοσίωσή του ούτε το ελάχιστο προνόμιο. «Σευήρου
βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί». Η ειρωνεία που
προκύπτει ανάμεσα στην επαινετική για τον αυτοκράτορα Σευήρο επιγραφή και την
πραγματικότητα που βιώνει ο ηλικιωμένος ήρωας είναι εμφανής και καυστική. Ο
ποιητής φροντίζει να τονίσει και να τεκμηριώσει τη δυστυχία του ήρωα, προκειμένου
να είναι ξεκάθαρο πως η δήλωση ότι «ο κόσμος ευτυχεί» είναι περισσότερο μια
προπαγανδιστική διατύπωση παρά μια απτή πραγματικότητα. Ο κρατικός δούλος
αντιμετωπίζεται με σκληρότητα, χωρίς κανένα σεβασμό για την προχωρημένη ηλικία
του και χωρίς καμία κατανόηση για τη μειωμένη δυνατότητά του να αντεπεξέλθει
στα καθήκοντά του. Η τραγικότητα έγκειται στο ότι ο άνθρωπος αυτός αναγκάζεται
να επιτελέσει ένα έργο που απαιτεί ακρίβεια, την ώρα που το σώμα του τον
προδίδει. Η ειρωνεία είναι έντονη: η προσπάθειά του να είναι ακριβής, παρά τη
φυσική του φθορά, δείχνει έναν άνθρωπο που παλεύει να διασφαλίσει την επιβίωσή
του και να ανταποκριθεί στο αίσθημα του καθήκοντος, ενώ το περιβάλλον του τον
καταδικάζει για κάτι που είναι αναπόφευκτο και απολύτως ανθρώπινο. Ιστορικό πλαίσιο Η επιγραφή του
νομίσματος επιτρέπει τη χρονική τοποθέτηση του περιστατικού στην περίοδο 193-211
μ.Χ., κατά την οποία αυτοκράτορας ήταν ο Σεπτίμιος Σευήρος. Για τον Σευήρο ο Karl Hoeberγράφει τα εξής: Ιδρυτής της αφρικανικής δυναστείας των
Ρωμαίων αυτοκρατόρων, γεννημένος στο LeptisMagna της Αφρικής, στις 11 Απριλίου 146· απεβίωσε στο York της Αγγλίας, στις 4 Φεβρουαρίου 211. Ο Σεβήρος
προερχόταν από μια οικογένεια που είχε λάβει τη ρωμαϊκή υπηκοότητα. Κατά τη
σταδιοδρομία του ως αξιωματούχος στη Ρώμη και στις επαρχίες, είχε τύχει της
εύνοιας του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου. Κατά τη βασιλεία του Κόμμοδου
διορίστηκε λεγάτος της τέταρτης λεγεώνας στον Ευφράτη, γεγονός που του έδωσε
την ευκαιρία να εξοικειωθεί με τις υποθέσεις της Ανατολής. Νυμφεύτηκε την
Ιουλία Δόμνα, μέλος ιερατικής οικογένειας της Έμεσας, η οποία ήταν η μητέρα του
Καρακάλλα και του Γέτα. Όταν ο αυτοκράτορας Πέρτιναξ δολοφονήθηκε από
στασιαστές στρατιώτες στη Ρώμη, ο Σεβήρος, ο οποίος ήταν τότε κυβερνήτης της
Άνω Παννονίας, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας στο Carnuntum από τις λεγεώνες του Δούναβη. Το γεγονός ότι οι ηγέτες
των στρατευμάτων στο ανατολικό και δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ήταν αμέσως
έτοιμοι να τον ακολουθήσουν αποτελεί ένδειξη ότι ο ίδιος ο Σεβήρος είχε
συμμετάσχει στη συνωμοσία κατά του νεκρού αυτοκράτορα. Ο Σεβήρος είχε σαφές πολιτικό όραμα,
ωστόσο δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τα συμφέροντα της Ρώμης και της Ιταλίας.
έτρεφε μέσα του το φοινικικό μίσος για το ρωμαϊκό πνεύμα και ένστικτο και
ευνοούσε τους επαρχιώτες με κάθε τρόπο. Ήταν εκδικητικός και σκληρός απέναντι
στους αντιπάλους του και επηρεαζόταν από μια τυφλή δεισιδαιμονική πίστη στο
πεπρωμένο του, όπως αυτό ήταν γραμμένο στα άστρα. Με σιδερένια θέληση εργάστηκε
για να αναδιοργανώσει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά το πρότυπο του ανατολικού
δεσποτισμού. Τα στρατεύματα στην Ανατολή είχαν ανακηρύξει αυτοκράτορα τον ικανό
κυβερνήτη της Συρίας, Πεσκένιο Νίγηρα· οι λεγεώνες στη Βρετανία τον κυβερνήτη
Κλαύδιο Αλβίνο. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες στην Ιταλία και οι
συγκλητικοί τάχθηκαν στο πλευρό του Σεβήρου· ο Ιουλιανός, ο έπαρχος της
Πραιτωριανής Φρουράς, εκτελέστηκε. Ο Σεβήρος στήριξε την εξουσία του κυρίως
στις λεγεώνες των βαρβαρικών στρατευμάτων· τις απαθανάτισε στα νομίσματα, τους
παραχώρησε, εκτός από μεγάλα χρηματικά δώρα και το δικαίωμα γάμου, πληθώρα
προνομίων στη στρατιωτική και πολιτική υπηρεσία, έτσι ώστε σταδιακά οι λαοί που
ζούσαν στα σύνορα μπόρεσαν να αναγκάσουν τη Ρώμη να υποταχθεί στη θέλησή τους.
Η Πραιτωριανή Φρουρά μετατράπηκε σε σώμα εκλεκτών ανδρών από τις επαρχίες· στα
πρώτα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα, διοικητής τους ήταν ο δαιμόνιος Γάιος
Φούλβιος Πλαυτιανός, ο οποίος άσκησε μεγάλη επιρροή στον Σεβήρο. Αφού
προετοίμασε προσεκτικά την αποφασιστική αναμέτρηση και αφού εξασφάλισε τον
αντίπαλό του στη Βρετανία με την απονομή του τίτλου του Καίσαρα, ο Σεβήρος
ξεκίνησε εκστρατεία κατά του επικίνδυνου αντιπάλου του, Νίγηρα. Νίκησε τον
υφιστάμενο του Νίγηρα, Ασκέλλιο Αιμίλιο, στην Κύζικο και τον ίδιο τον Νίγηρα
στην Ισσό. Στη συνέχεια προέλασε στη Μεσοποταμία, ίδρυσε τη νέα επαρχία της
Οσροηνής και τη νέα λεγεώνα που ονομάστηκε Παρθική. Χώρισε αρκετές παλαιές
επαρχίες σε μικρότερες διοικητικές περιφέρειες. Κατόπιν, ενώ βρισκόταν στην Αντιόχεια,
κήρυξε τον πόλεμο κατά του Αλβίνου και επέστρεψε στην Ευρώπη με αναγκαστικές
πορείες. Το 197 δόθηκε η αποφασιστική μάχη με τον Αλβίνο κοντά στο Λούγδουνο
της Γαλατίας. Ο Αλβίνος είχε υπό τις διαταγές του τις λεγεώνες της Βρετανίας,
της Γαλατίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας, ωστόσο παρά τις βαριές απώλειες,
ο Σεβήρος ήταν ο νικητής. Ο Αλβίνος σκοτώθηκε, οι οπαδοί του εξολοθρεύθηκαν
ολοκληρωτικά σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και η περιουσία τους δημεύτηκε
υπέρ του αυτοκράτορα. Οι απλοί στρατιώτες έλαβαν το δικαίωμα να εισέρχονται στη
Σύγκλητο και στην τάξη των ιππέων. Για τη μεγαλύτερη ασφάλεια της
αυτοκρατορικής εξουσίας, η Παρθική λεγεώνα στρατοπέδευσε στο Όρος Alba κοντά στη Ρώμη. Ο Σεβήρος πήγε στην Ασία για δεύτερη φορά,
διέσχισε τις χώρες στον Ευφράτη και τον Τίγρη, ενίσχυσε τη ρωμαϊκή κυριαρχία
και έδωσε στους ντόπιους ίσα δικαιώματα με τους Ιταλούς. Στη συνέχεια πήγε στην
Αίγυπτο, όπου παραχώρησε στην πόλη της Αλεξάνδρειας το προνόμιο της
αυτοδιοίκησης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σεβήρου ξέσπασε ο πέμπτος
διωγμός των Χριστιανών. Απαγόρευσε τον προσηλυτισμό στον Ιουδαϊσμό και τον
Χριστιανισμό. Ο διωγμός μαινόταν ιδιαίτερα στη Συρία και την Αφρική. Το 203, οι
αγίες Περπέτουα και Φελισιτάτα και οι σύντροφοί τους μαρτύρησαν στην Καρχηδόνα. Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη Ρώμη για τον
εορτασμό του δέκατου έτους της βασιλείας του, ανήγειρε την αψίδα του θριάμβου
που σώζεται μέχρι σήμερα και ενίσχυσε τον έλεγχό του στις ορδές των μισθοφόρων
του με συνεχείς χρηματικές παροχές και την απόδοση προνομίων εις βάρος της
στρατιωτικής πειθαρχίας. Η Σύγκλητος αντικαταστάθηκε από το Consistoriumprincipis (Συμβούλιο του Ηγεμόνα), ένα από τα μέλη του οποίου ήταν
ο διάσημος νομικός Παπινιανός. Αν και υπέφερε για χρόνια από ρευματική ποδάγρα,
ο Σεβήρος μετέβη στη Βρετανία, όπου είχαν ξεσπάσει ταραχές, προκειμένου να
απασχολήσει τους γιους του, οι οποίοι βρίσκονταν σε θανάσιμη έχθρα μεταξύ τους.
Αποκατέστησε το Τείχος του Αδριανού και ενίσχυσε εκ νέου τη ρωμαϊκή ισχύ στη
Βρετανία. KARL HOEBER Βιβλιογραφία: SCHILLER, Ιστορία της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εποχής, I (Gotha, 1883)· REVILLE, Η θρησκεία στη Ρώμη υπό τους Σεβήρους (Παρίσι, 1886)· NEUMANN, Το ρωμαϊκό κράτος και η καθολική εκκλησία, I (Λειψία, 1890)· DECAVALIERI, Το πάθος των Αγίων Περπέτουας και Φελισιτάτας (Ρώμη,
1896)· VONDOMASZEWSKI, Ιστορία των
Ρωμαίων αυτοκρατόρων (Λειψία, 1909)· DURUY, Ιστορία της
Ρώμης, μτφρ. RIPLEY
(Βοστώνη, 1894).
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου