Σευῆρου βασιλεύοντος ὁ κόσμος εὐτυχεῖ μακάριοι Νικομήδεις
σκυμμένος στο ίδιο έργον για σαράντα χρόνια
επάνω στο τραπέζι τα νομίσματ’ αραδιάζει
τα νέα που ο δήμος της Νίκαιας βγάζει.
Τα πιάνει κ’ ένα, ένα τα μετρά⸱
και με τα θολά απ’ το γήρας μάτια του με προσοχή
αν είναι η επιγραφή σωστή εξετάζει.
Αν ξανακάμει λάθος, είπανε, θα βασανισθεί,
και τρέμουνε τα χέρια του.
«Σευήρου βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί».
σκυμμένος στο ίδιο έργον για σαράντα χρόνια
επάνω στο τραπέζι τα νομίσματ’ αραδιάζει
τα νέα που ο δήμος της Νίκαιας βγάζει.
Ο ηλικιωμένος υπάλληλος έχει ως αρμοδιότητα τον προσεκτικό έλεγχο των νέων νομισμάτων που κόβει ο δήμος της Νίκαιας. Η ιστορική αυτή πόλη βρίσκεται κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά στη βορειοδυτική Τουρκία και αποτελούσε την εποχή εκείνη (193 – 211 μ.Χ.) τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
και με τα θολά απ’ το γήρας μάτια του με προσοχή
αν είναι η επιγραφή σωστή εξετάζει.
και τρέμουνε τα χέρια του.
«Σευήρου βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί».
Η επίγνωση, επομένως, πως παρά τα χρόνια που έχει αφιερώσει στην εργασία του δεν έχει το δικαίωμα να αναμένει κάποια πιο ευνοϊκή μεταχείριση επιτείνει το αίσθημα δυστυχίας του. Σαράντα χρόνια μετά συνεχίζει να υπόκειται στον ίδιο αυστηρό έλεγχο όπως όλοι, σαν να μην του έχει διασφαλίσει η αφοσίωσή του ούτε το ελάχιστο προνόμιο.
Ο κρατικός δούλος αντιμετωπίζεται με σκληρότητα, χωρίς κανένα σεβασμό για την προχωρημένη ηλικία του και χωρίς καμία κατανόηση για τη μειωμένη δυνατότητά του να αντεπεξέλθει στα καθήκοντά του. Η τραγικότητα έγκειται στο ότι ο άνθρωπος αυτός αναγκάζεται να επιτελέσει ένα έργο που απαιτεί ακρίβεια, την ώρα που το σώμα του τον προδίδει. Η ειρωνεία είναι έντονη: η προσπάθειά του να είναι ακριβής, παρά τη φυσική του φθορά, δείχνει έναν άνθρωπο που παλεύει να διασφαλίσει την επιβίωσή του και να ανταποκριθεί στο αίσθημα του καθήκοντος, ενώ το περιβάλλον του τον καταδικάζει για κάτι που είναι αναπόφευκτο και απολύτως ανθρώπινο.
Η επιγραφή του νομίσματος επιτρέπει τη χρονική τοποθέτηση του περιστατικού στην περίοδο 193-211 μ.Χ., κατά την οποία αυτοκράτορας ήταν ο Σεπτίμιος Σευήρος. Για τον Σευήρο ο Karl Hoeber γράφει τα εξής:
Ο Σεβήρος στήριξε την εξουσία του κυρίως στις λεγεώνες των βαρβαρικών στρατευμάτων· τις απαθανάτισε στα νομίσματα, τους παραχώρησε, εκτός από μεγάλα χρηματικά δώρα και το δικαίωμα γάμου, πληθώρα προνομίων στη στρατιωτική και πολιτική υπηρεσία, έτσι ώστε σταδιακά οι λαοί που ζούσαν στα σύνορα μπόρεσαν να αναγκάσουν τη Ρώμη να υποταχθεί στη θέλησή τους. Η Πραιτωριανή Φρουρά μετατράπηκε σε σώμα εκλεκτών ανδρών από τις επαρχίες· στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα, διοικητής τους ήταν ο δαιμόνιος Γάιος Φούλβιος Πλαυτιανός, ο οποίος άσκησε μεγάλη επιρροή στον Σεβήρο. Αφού προετοίμασε προσεκτικά την αποφασιστική αναμέτρηση και αφού εξασφάλισε τον αντίπαλό του στη Βρετανία με την απονομή του τίτλου του Καίσαρα, ο Σεβήρος ξεκίνησε εκστρατεία κατά του επικίνδυνου αντιπάλου του, Νίγηρα. Νίκησε τον υφιστάμενο του Νίγηρα, Ασκέλλιο Αιμίλιο, στην Κύζικο και τον ίδιο τον Νίγηρα στην Ισσό. Στη συνέχεια προέλασε στη Μεσοποταμία, ίδρυσε τη νέα επαρχία της Οσροηνής και τη νέα λεγεώνα που ονομάστηκε Παρθική. Χώρισε αρκετές παλαιές επαρχίες σε μικρότερες διοικητικές περιφέρειες.
Κατόπιν, ενώ βρισκόταν στην Αντιόχεια, κήρυξε τον πόλεμο κατά του Αλβίνου και επέστρεψε στην Ευρώπη με αναγκαστικές πορείες. Το 197 δόθηκε η αποφασιστική μάχη με τον Αλβίνο κοντά στο Λούγδουνο της Γαλατίας. Ο Αλβίνος είχε υπό τις διαταγές του τις λεγεώνες της Βρετανίας, της Γαλατίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας, ωστόσο παρά τις βαριές απώλειες, ο Σεβήρος ήταν ο νικητής. Ο Αλβίνος σκοτώθηκε, οι οπαδοί του εξολοθρεύθηκαν ολοκληρωτικά σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και η περιουσία τους δημεύτηκε υπέρ του αυτοκράτορα. Οι απλοί στρατιώτες έλαβαν το δικαίωμα να εισέρχονται στη Σύγκλητο και στην τάξη των ιππέων. Για τη μεγαλύτερη ασφάλεια της αυτοκρατορικής εξουσίας, η Παρθική λεγεώνα στρατοπέδευσε στο Όρος Alba κοντά στη Ρώμη.
Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη Ρώμη για τον εορτασμό του δέκατου έτους της βασιλείας του, ανήγειρε την αψίδα του θριάμβου που σώζεται μέχρι σήμερα και ενίσχυσε τον έλεγχό του στις ορδές των μισθοφόρων του με συνεχείς χρηματικές παροχές και την απόδοση προνομίων εις βάρος της στρατιωτικής πειθαρχίας. Η Σύγκλητος αντικαταστάθηκε από το Consistorium principis (Συμβούλιο του Ηγεμόνα), ένα από τα μέλη του οποίου ήταν ο διάσημος νομικός Παπινιανός. Αν και υπέφερε για χρόνια από ρευματική ποδάγρα, ο Σεβήρος μετέβη στη Βρετανία, όπου είχαν ξεσπάσει ταραχές, προκειμένου να απασχολήσει τους γιους του, οι οποίοι βρίσκονταν σε θανάσιμη έχθρα μεταξύ τους. Αποκατέστησε το Τείχος του Αδριανού και ενίσχυσε εκ νέου τη ρωμαϊκή ισχύ στη Βρετανία.

