Επιστολές του Ιωάννη Καποδίστρια | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Επιστολές του Ιωάννη Καποδίστρια

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Επιστολές του Ιωάννη Καποδίστρια
 
Προς το Πανελλήνιον.
Πόρω, 1 Ιουνίου 1828.
 
     Αν ήμην εις Αίγιναν εν τω λαμβάνειν την χθεσινήν επιστολήν σας, ήθελα σας παρακαλέσει να δεχθείτε την απόκρισίν μου από ζώσης φωνής. Αλλά σήμερον, διά του παρόντος ιδιαιτέρου γράμματος εκπληρώ το άχαρι χρέος. Λάβετε οπίσω το αρχόγραφόν σας, διότι επίσημος απόκρισις, βαλλομένη εις τα αρχεία, κακώς ήθελε μαρτυρήσει περί υμών, μαρτυρούσα ότι οι βουληφόροι οι λογιζόμενοι κοινωνοί της ευθύνης της κυβερνήσεως, αποκοινωνούσι, και λοιπόν αναγκάζεται η κυβέρνησις να είπη εν καιρώ και τόπω προς τον λαόν διά τι μόνη ανέλαβε την ευθύνην, εκ του πλαγίου απορρίπτοντες το προβούλευμα χωρίς να δώσετε τους λόγους δι’ ους φρονείτε τα εναντία, και κατασιωπώντες το πώς θεωρείτε τους λόγους των αποφάσεων της κυβερνήσεως, λαμβάνετε, Κύριοι, θέσιν τινά πάντη αδόκιμον. Παραθετούντες την αιτιολογίαν μου, τουτέστι την αληθινήν κατάστασιν των πόρων, παθητικήν τε και ενεργητικήν, ζητείτε να πληρώσει ευθύς το ταμείον τετραμηνίαν καθυστερούσαν, και παραφαίνεσθε αγνοούντες ό,τι ευκόλως να μάθετε δύνασθε παρά των συνέδρων σας της τε οικονομικής επιτροπής και του γενικού βιαρχείου. Αν ηρωτάτε όμως αυτούς, ή αν αυτοί, το καθήκον ακριβέστατα εκπληρούντες, σας παρεδείκνυον και τας εν τω ταμείω ποσότητας και τας εκ των δημοσίων προσόδων προσδοκωμένας, αν το βιαρχείον σας εφανέρωνε τα καθ’ εκάστην ημέραν χρειαζούμενα εις οψωνιασμόν του τε στρατού και του στόλου, ηθέλετε γνωρίσει ότι δι’ αχρηματίαν η κυβέρνησις αναβάλλει και την μισθοδοσίαν όλου του στρατιωτικού, το οποίον λαμβάνει μόνον τον άρτον και την μερίδα.  
     Πληρώνοντες καθυστερούντα εις τους υπαλλήλους, πώς να μη πληρώσωμεν το στράτευμα; Λέγετε ότι οι πολιτικοί πρακτήρες, ελπίζοντες τον μισθόν, έκαμαν χρέη, και ότι ενός μόνου μηνός το μισθάριον δεν εξαρκεί εις τας χρείας των όχι όμως επί ελπίδι συνήθως τα χρέη γίνονται, αλλά επ’ ασφαλεία τινί· η δε κυβέρνησις, καλέσασα τους δημοσίους πρακτήρας εις κοινωνίαν έργου, ουδέν καθυπεσχέθη εις αυτούς, αλλά μάλιστα και προς όλους πανδήμως εξείπεν εκουσιασμόν και κόπον υπέρ της κοινής σωτηρίας. Διαβάσατε, παρακαλώ, και πάλιν το διάγγελμα δι’ ου την σύστασιν της τραπέζης επρόβαλα και θέλετε ιδεί ότι αντί να υποσχεθώ χρήματα, ευκαιρίαν επρόσφερα εις όλους τους πολίτας, μηδεμιάς τάξεως εξαιρουμένης, προς φιλοπατρίας ανάδειξιν. Μήπως οι υπάλληλοι εύρισκον την ασφάλειαν εκ των πόρων του δημοσίου; Δεν θέλω να χρονίσω επί τούτου, αλλά το αφήνω εις την μελέτην σας. 
     Ουδεμίαν άρα έχοντες ασφάλειαν, έκαμαν χρέη, διά να ζήσωσιν αλλ’ εκ ποίου έργου, εκ ποίας υπηρεσίας, εκ ποίων πόρων ήθελαν ζήσει, εάν έμεναν τα πράγματα εις ην υπήρχον κατάστασιν τον Δεκέμβριον του παρελθόντος έτους; Εκοίνωσα μεν εις τε τους δημοσίους υπουργήτορας και εις τον λαόν τας παρά των συμμάχων αυλών παρεγγυωμένας ελπίδας, ούσας ουδέ κενάς, αλλ’ ήδη και ερχομένας εις πράξιν. Δεν δυνάμεθα όμως εισέτι να διαχειρίσωμεν τα χαρισθέντα ευεργετήματα, διότι συναλλαγματικαί επί το Λονδίνον δεν εξαργυρούνται εν Ελλάδι άνευ υπερόγκων ζημιών, όθεν ουδέ πρακτήν ενόμισα την πληρωμήν της τριμηνίας προ του Αυγούστου. Πολλάκις μού είπαν εις το αυτίον ότι παραπολύ εξώδευα εις έργα δημόσια και γεωπονικά εγώ δε απεκρίθην και αποκρίνομαι ότι τα χρήματα εκείνα τα έχω παρά της φιλανθρωπίας των ξένων, χάριν τόσου αθώου πλήθους θνήσκοντος υπό πείνης, και άλλως δεν δύναμαι να τα μεταχειρισθώ όσον δε περί του αριθμού των υποπρακτήρων, ουδέποτε εφρόνησα να απαγορεύσω εις τας ειδικάς επιτροπάς, το να λάβωσιν εις υπηρεσίαν τους μάλιστα αναγκαιοτάτους, και ούτως αποφαίνομαι, διότι δεν έχομεν προς το παρόν να εξοικονομήσωμεν νέους τινάς προσμένοντας δικαιωματικώς από του δημοσίου να ζήσωσιν, αλλά να επαρκέσωμεν μετά περισσοτέρου κόπου εις την εύτακτον διεκπεραίωσιν των υποθέσεων. Διατί ο πολίτης να μη εργασθεί ώρας τινάς περισσότερον την ημέραν; Δεν είναι πολλοί οίτινες, ανέστιοι και του επιουσίου άρτου άποροι, φθίνουσιν εν τη αθλιότητι; Ας μη παρανοώμεν, Κύριοι, ούτε περί της αληθινής ημών καταστάσεως, ούτε περί του ποία τινά χρέη πρέπει να εκπληρώσωμεν, ίνα μη εις δαιμόνιον τέλος εμβάλωμεν όχι μόνον την ύπαρξιν, αλλά τολμώ ειπείν, και την τιμήν του Ελληνικού.  
     Κατακαμπτόμενος υπό των συμφορών των πιεζουσών τον δυστυχή τούτον λαόν, παρηγορίας εξ υμών ήλπιζα, τας οποίας μού αρνείσθε. Την νέαν ταύτην δοκιμασίαν έτοιμος είμαι να υποφέρω, μη χάνων την ελπίδα του να καταφέρω υμάς να γνωρίσετε ποτέ το καθαρόν και ευθύ της εμής προαιρέσεως. Και είθε να πεισθείτε εντός ολίγου ότι όχι εκ του όγκου των μισθωμάτων λαός από ερειπίων ανεγειρόμενος δύναται να κρίνει το αξίωμα των δημοσίων υπουργημάτων! Ενταύθα παύομαι, παρακαλών και πάλιν να γνωρίσετε εκ του υποκειμένου τρόπου μου οπόσου ποιούμαι τας μεθ’ υμών ευπαρρησιάστους και φιλόφρονας κοινωνίας.  
 
Τω Στρατάρχη κ. Υψηλάντη. 
Πόρω, 15 Ιουνίου 1828. 
 
Αναβαλών την αναχώρησίν μου έως ου λάβω τα κατάστιχα του στρατού σας διά να του στείλω και εξοικονόμησίν τινα χρηματικήν λόγω μισθού, πόσην λύπην και αγανάκτησιν έπαθον εκ των ακατασκευάστων εγγράφων α ο ταμίας σας Κ. Λέων έφερεν, υμείς κρίνατε. 
     Πρώτον βλέπω την ως έγγιστα έμφασιν της ποσότητος, ούσαν 600,000 γροσίων, αλλά παρ’ ουδενός υπογεγραμμένην. Βλέπω ένα κατάλογον αξιωματικών υπογεγραμμένον μεν παρ’ υμών, αλλ’ άνευ ημερομηνίας. Δεν ευρίσκω έλεγχον των χιλιαρχιών ή των άλλων σωμάτων, ούτε απαρίθμησιν, ούτε σημείωσιν του πότε έκαστοι εμβήκαν εις την υπηρεσίαν, ούτε λογαριασμόν των χρημάτων όσα έλαβον. Τοιαύτη λοιπόν τερατώδης διαμπή, μη χωρούσα εις τα αρχεία της κυβερνήσεως, σας αποπέμπεται διά του αυτού Κ. Λέοντος. 
     Και κατέναντι του εχθρού αν ευρίσκετο ο στρατός, οι γραμματείς και ταμίαι εκάστου σώματος, οι εν τοις καταλόγοις των αξιωματικών ευρισκόμενοι προς μισθοληψίαν, έπρεπε να εκπληρώσωσι τα χρέη των, ετοιμάζοντες έκαστος τους ιδίους απολογισμούς. Νυν δε το στράτευμα τρεις μήνας αργόν αυλίζεται, και οι αξιωματικοί του και οι γραμματείς του οι πολυάριθμοι τι έκαμαν; διά τι δεν ητοίμασαν τους λογαριασμούς των;  Πάντων δε μάλιστα μ’ έκρουσεν η παραφαινομένη εις το στράτευμά σας αξίωσις του λαβείν τόσην ποσότητα ουδενός υπευθύνου όντος. Μάθετε, Κύριε στρατάρχα, ότι ο εις τον στρατόν διδόμενος παρά της κυβερνήσεως μισθός, παρά των προστατών της Ελλάδος προχορηγείται, επί συνθήκη όμως να δαπανάται το χορήγημα προς όφελος της υπηρεσίας, και όχι προς όφελος ολίγων αχορτάστων ανθρώπων. Μάθετε δε και ότι ο Κυβερνήτης υπεύθυνος είναι διά την χρήσιν των χορηγημάτων, παρά τε τοις χορηγούσιν άναξι και παρά τη Ελλάδι υπέρ ης χορηγούνται. 
     Και λοιπόν μάθετε ότι το στράτευμα τότε θέλει λάβει μισθόν όταν οι ονομαστικοί κατάλογοι εκάστου σώματος υπογραφώσι, α΄. παρά των σωματαρχών, β΄. παρά των εν τω στρατοπέδω βιαρχικών, και γ΄. παρ’ υμών. Οι δε κατάλογοι ούτοι πρέπει να εμφανίζωσι νομοτρόπως και αποδεικτικώς την εποχήν του καταλοχισμού εκάστου στρατιώτου και αξιωματικού, όθεν προκύπτει το μισθοληπτικόν δικαίωμα. 
     Η επί της γενικής βιαρχίας επιτροπή θέλει λάβει τα αναγκαία χρήματα διά να στείλει εις το στρατόπεδον τους μισθούς των στρατιωτών και αξιωματικών από της ημέρας της διοργανώσεως και εισποιήσεως αυτών προς ταύτην την νέαν στρατείαν, και πάντα τα της μισθοδοσίας εκ διατάγματος θέλουσι κανονισθή λεπτομερέστατα. 
     Εγώ δε θλίβομαι διά τούτο μάλλον, ότι ο στρατιώτης, αυτός πάσχων εκ της τοσαύτης αταξίας, αθλιευόμενος, φρονεί ότι καταμελείται υπό της κυβερνήσεώς του. Οφείλω λοιπόν να σας προμηνύσω, ίνα το απαγγείλετε προς τε τους αξιωματικούς του στρατηγείου σας και προς τους ταξιάρχους, ότι αν διά χρονισμούς και αταξίας εγγράφων παραταθεί περισσότερον του στρατιώτου η στέρησις, η κυβέρνησις, φανερώσασα διά προκηρύξεως εις τους στρατιώτας τα αίτια των χρονισμών, θέλει τους πληρώσει τον μισθόν απ’ ευθείας διά των επιτρόπων της, αφήνουσα αμίσθους και αξιωματικούς και υπαλλήλους τους αθετήσοντας το καθήκον. 
 
Τω Κ. Π. Βούα, Διευθυντή του εν Πόρω προσωρινού ορφανοσχολείου. 
Πόρω, 25 Ιουλίου 1828. 
     Επιθεωρήσας το σχολείον σας, ασμενέστατα σας εκφράζω την ευχαρίστησίν μου.  Μέγιστα δε διαφέρει, σημειώσατε, το να επιδίδωσι τα αυτόθι παιδία όχι μόνον κατά την άλλην μάθησιν, αλλά και κατά την ηθικήν του χαρακτήρος μόρφωσιν, και επ’ αμφοτέροις ελπίζω ότι θέλετε πληρώσει τελέως την προσδοκίαν μου. 
     Ίνα δε εις τούτο φθάσητε, θέλω να μοι στέλλετε κατ’ ευθείαν τας εκθέσεις σας πάσαν δεκαπενθημερίαν. Στέλλοντές μοι λοιπόν τον κατάλογον των μαθητών, να παρασημειούτε τους δίδοντας επικυδεστέρας ελπίδας εις τε την ηθικήν και γραμματικήν παίδευσιν, και τους άλλους όσοι, αφυείς όντες διά τον νουν και το ήθος προς την εν τω σχολείω τούτω εκπαίδευσιν, χρήζουσι λοιπόν ετέρας επιμελείας, ταχθησόμενοι εις εργαστήρια ή εις τα πλοία του στόλου. Είπατέ μοι και πόσους άλλους μαθητάς δύνασθε να δεχθήτε εις το μοναστήριον αυτό τούτο όπου το σχολείον καθέστηκε, και ποίας βελτιώσεις εμπορούμεν να εισάξωμεν εις την υπάρχουσαν αυτού διοίκησιν, αν, λόγου χάριν, κατορθούται και οικονομικωτέρα, ή αν αυξήσεως μάλλον χρήζει η δαπάνη. 
     Η κυβέρνησις επιθυμεί, καλώς να τρέφωνται και καθαρίως να κρατώνται οι μαθηταί. Και από της 15 θέλετε λαμβάνει 300 γρόσια κατά μήνα αντιμισθίαν προσωρινήν (*), την οποίαν θέλει σας πληρώσει ο Διοικητής Πόρου εγχειρίζων υμίν το παρόν, και θέλει φροντίσει και τα της περιποιήσεως των μαθητών κατά τα ωρισμένα μέτρα. 
 
(*) Αλλ’ ο διδάσκαλος ούτος παραίτησεν επί τινα καιρόν το ήμισυ του μισθού του. 
 
Τω Κ. Στρατάρχη Υψηλάντη. 
Αιγίνη, 27 Ιουλίου 1828. 
     Ελάβομεν τας επιστολάς σας και της εκστρατείας το σχέδιον. Ο δε Κ. Μεταξάς, εις των βιαρχών, μας έδωκεν από στόματος όλας όσας επεριμένομεν παρ’ αυτού πληροφορίας, και εις δυο ή τρεις ημέρας σας στέλλομεν τας διευθύνσεις ας περιμένετε ίνα κινήσετε. Πρόκειται όμως κατεπείγον τινά καταπραχθεί προς διασπασμόν του επισιτισμού ον διά ξηράς ο τε Κιουταχής και ο Ιβραΐμης αγωνίζονται να συστήσωσι. 
     Καθ’ ας δηλαδή έχομεν και εκ Πελοποννήσου και αλλαχόθεν ειδήσεις, μεγάλαι ετοιμασίαι γίνονται ίνα διακομισθώσιν εις Ναύπακτον τροφαί δαψιλείς επί ημιόνων, αριθμουμένων ως 3,000. Επειδή δε μας υποδεικνύουσιν ότι, καταλαμβανομένων των Τριζωνίων παρά των υμετέρων ανδρείων στρατιωτών, η τοιαύτη κοινωνία ή κόπτεται, ή δυσκολωτάτη γίνεται, διά τούτο σας παρεγγυώμεν να ετοιμάσετε αμέσως την εκστρατείαν, μίαν χιλιαρχίαν εις τούτο αποκληρούντες, τουτέστι 1,000 άνδρας, καλώς μεμετρημένους, καλώς εκλελεγμένους, και καλώς ηγεμονευομένους. 
     Όντος δε τούτου πρώτου κινήματος του στρατού σας, ηγαπώμεν να μάθωμεν ότι εις την πρώτην χιλιαρχίαν επανεδόθη, τελέως εμπιστεύοντες εις τον ζήλον και την φιλοπατρίαν του χιλιάρχου Τζαβέλα, και θέλοντες να του το είπητε. Και το κίνημα δε και η των Τριζωνίων κατάληψις συναφθήσονται με το όλον σχέδιον των επιχειρήσεών σας, το οποίον πάντοτε προς την θέσιν και τους σκοπούς του Ιβραΐμη θέλει προσβλέπει.  Περί αυτού δε μέχρι τούδε γνωρίζομεν ότι, αφ’ ου υπεσχέθη προς τους ναυάρχους των συμμάχων Δυνάμεων να κενώσει την Πελοπόννησον άμα προσταχθείς παρά του πατρός του ή του Σουλτάνου, καταγίνεται εκ παντοίων τρόπων να προμηθεύσει τροφάς εις τον στρατόν του, μόλις έχοντα διά τρεις εβδομάδας. 
     Ενδέχεται δε η ακουομένη αποστολή των τροφών και να αποβλέπει εις το να βοηθηθεί ο Ιβραΐμης όχι να μείνει εις Πελοπόννησον, αλλά να περάσει εις το Ρουμελικόν. Διά τούτο, μέχρις ότου κατανοήσωμεν τα περί αυτόν σαφέστερον, ουδέ φρόνιμον είναι αι επιχειρήσεις του στρατού της ανατολικής Ελλάδος να απομακρυνθώσιν υπέρ το δέον από τας θέσεις όπου ενδέχεται να χρησιμεύσει ο στρατός περισσότερον. 
     Οι μετ’ ολίγον διαπεμφθησόμενοι χρηματικοί, ως προείπομεν, τα πάντα θέλουσι σας παραστήσει, διαγράφουσαι προς τον στρατόν επιβολάς πρακτάς και περινενοημένας κατά την υμετέραν γνώμην. Και ουδέν θέλει λείψει εις αυτόν των όσα χρειάζονται ίνα δειχθεί πάντη άξιος των προσδοκιών της κυβερνήσεως.  Το παρόν σας στέλλεται δι’ εκπέμπτου. 
 
Τω Στρατάρχη Κ. Υψηλάντη. 
Αιγίνη, 29 Ιουλίου 1828. 
     Η κυβέρνησις διεθεώρησε το στρατευτικόν σχέδιον όπερ ομού μετά των επικαιρίων αξιωματικών του στρατού τη επροτείνατε διά του πονήματός σας της 19 του τρέχοντος. Πολύ δε χαλεπώς φέρει την άγνοιάν σας περί τε των κινημάτων του Ιβραϊμείου στρατού, και των του Κιουταχή, δι’ ων αυτός ζητεί να επιβοηθήσει τον ομοστράτηγον. 
     Αλλά τη ώρα ταύτη γνωρίζετε εξ όσων προχθές σας εγράψαμεν ότι ο μεν Ιβραΐμης περί τας Πάτρας έχει το στρατόπεδον, ο δε Κιουταχής, εις Ναύπακτον ων, καταγίνεται να διαβιβάσει προς αυτόν μεγάλας τροφών προμηθείας. Και καθώς σας παρεδείξαμεν, δυο τινά εκ τούτων εικάζονται· ή ότι ο Ιβραΐμης κατά νουν έχει να επισιτίσει τον στρατόν του εκ του Ρουμελικού, ή ότι σκοπεί αυτός εκεί να περάσει με το εκλεκτότερον του πεζικού και ιππικού και πυροβολικού του. Λέγομεν δε το εκλεκτότερον, επειδή εβεβαιώθημεν ότι τας φρουράς των Μεσσηνιακών τειχών συνέστησεν από τε εντοπίων Τούρκων και των ανικάνων προς στρατείαν Αιγυπτίων. Είτε το εν υπάρχει λοιπόν είτε το άλλο, η κυβέρνησις δεν κρίνει εύλογον να επικυρώσει πάντα τα διατιθέμενα εν τω υμετέρω σχεδίω, διά τους εξής λόγους. 
     Της βάσεως των επιχειρήσεων εκτεινομένης, ως εσχεδιάσθη, επί δεκαπέντε ωρών τόπον, ούτω κειμένου του στρατεύματος, και άμα οφείλοντος να κρατεί τας κοινωνίας μετά των φυλαττόντων τα στενά του ισθμού, το μεν δεξιόν αυτού κέρας, αργόν και υπερμεμακρυσμένον καθίσταται, το δε αριστερόν, ασθενέστερον παρά να εμποδίζει τας μεταξύ Ναυπάκτου και Άρτης συμμίξεις. Ούτω δε διαμεμερισμένων των δυνάμεων, ο Ιβραΐμης ευκόλως σμίγει μετά του Σερασκιέρου, και τροφάς λαμβάνει, ή και αθρόως επιφέρεται κατά του κέντρου της βάσεως των ημετέρων επιχειρήσεων, όπου διά την φύσιν της χώρας και το μικρόν των δυνάμεών μας αδυνατούμεν να του αντισταθώμεν, και το νίκημα να διαφιλονεικήσωμεν. 
     Διά τούτο φρονούμεν ότι το μόνον οπού μας μένει να κάμωμεν προς το παρόν είναι, να παρασκευασθώμεν να επιτηρώμεν εγγύτερον τα κινήματα του εχθρού, και να τον εμποδίσωμεν, ει δυνατόν, να πληρώσει τους σκοπούς του, ή καν να του αφαιρέσωμεν τας ροπάς του νικηφορείν και σήμερον καθ' ημών. Εις τούτο εδραίοι πρέπει να μένωμεν, μέχρις ότου καταβεβαιωθώμεν ότι διά θαλάσσης απολείπει την Πελοπόννησον.
     Σας είπομεν ότι οι ναύαρχοι των συμμάχων Δυνάμεων ελπίζουσιν ακόμη να κατορθώσωσι τούτο διά των πραγματειών. Αλλά μέχρι της κατορθώσεως η κυβέρνησις οφείλει να ευθύνει την πορείαν των στρατευμάτων της προς το εμποδίζειν μόνον ή καν κακουργείν τας κοινωνίας ας ο Ιβραΐμης σπουδάζει να καταστήσει μεταξύ του στρατεύματός του και του Ρουμελικού. Τούτο δε και γίνεται κατά το μέτρον των ημετέρων μέσων, αν, εκτός των Τριζωνίων, εν ισχυρόν μέρος του στρατού σας καταλάβει τα στενά του ισθμού, με το επίλοιπον δε της δυνάμεως κυριεύσετε ερυμνήν τινα θέσιν, εκλέγοντες μεταξύ Μεγάρων και Σαλώνων, ή και αυτά τα Σάλωνα, αν δυνηθήτε. 
     Ταύτην δε όμως την διάπραξιν υποτάσσομεν εις δυο απαραβάτους όρους· πρώτον δηλαδή πρέπει ο αληθινός αριθμός των υφ’ υμάς στρατευομένων να αρκεί, και δεύτερον να ταχθώσιν ούτως, ώστε όχι μόνον να δύνανται να κρατηθώσιν εις τας ειρημένας θέσεις, αλλά και να βοηθώσιν αλλήλους εν χρεία. Αλλά διά να εκπληρωθώσιν οι δυο όροι, πρέπει και το στράτευμα να επιθεωρηθεί, όχι μόνον ως προς τας οικονομικάς χρείας, αλλά και ως προς τας προκειμένας επιστρατεύσεις. Έπειτα χρειάζονται και άλλαι φροντίδες, ως κατασκοπαί και προερευνήσεις περί των εφεδρευουσών δυνάμεων του εχθρού, συντελεστικαί εις ευόδωσιν των επιχειρουμένων· και ημείς σας προσφέρομεν τους τρόπους διά τας προεπιμελείας ταύτας. 
     Το παρόν σας επιφέρει ο Κ. συνταγματάρχης Ρίχτερος, εκ του ταξιαρχικού του Μεγαλειοτάτου αυτοκράτορος της Ρωσσίας, συνοδευόμενος υπό του αδελφού μου Αυγουστίνου. Αυτός και παρευρεθήσεται εις την επιθεώρησιν του στρατού, και μεθ’ υμών θέλει διακρίνει τον δέοντα αριθμόν των στρατευσομένων προς εκτέλεσιν του προειρημένου σχεδίου, και μετά την επιθεώρησιν θέλει συνεξετάσει μεθ’ υμών αν όλον ή μέρος μόνον του σχεδίου δύναται ευθύς να εκτελεσθεί, και αφ’ ου την γνώμην του ακούσετε, να μας γράψετε ποίαν απόφασιν τέλος λαμβάνετε. 
     Και άνευ δισταγμού σας βεβαιούμεν ότι η κυβέρνησις ουδέν των επ' αυτή θέλει σας υστερήσει, ίνα μόνον αι εκβάσεις αντάξιαι φανώσι των υπέρ του στρατού μεγάλων του έθνους δαπανημάτων.  Περιττόν δε να σας παραδείξωμεν ότι τα ενταύθα υποτυπούμενα θέλουσι λάβει μετέπειτα κατά το παρείκον των περιστάσεων πλατυτέραν ανάπτυξιν, σκοπόν έχουσαν την ένωσιν του στρατού της ανατολικής Ελλάδος με τον της δυτικής.  Το παρόν δύνασθε να γνωστοποιήσετε και εις τους επικαιρίους των αξιωματικών. Αν ο συνταγματάρχης Ρίχτερος θελήσει να μείνει εις την στρατοπεδείαν σας, ή να κάμει και προκατάσκεψίν τινα, να του δώσετε εκλεκτήν παραπομπήν. 
     Ο συνταγματάρχης Ρίχτερος έρχεται εις τον στρατόν σας, επιθυμών να τον ίδει· επιθυμώ δε τούτο καγώ, διότι, ως σας είπα, δεν δύναμαι να αναλάβω τόσας ευθύνας, χωρίς να έχω τουλάχιστον μάρτυρας να μαρτυρήσωσιν εν καιρώ περί των πορρωτέρω εμού γινομένων. Δεν αγνοείτε ότι τώρα από των βοηθημάτων της Ρωσσίας και της Γαλλίας ζώμεν, και ότι χρεωστώ λόγον εις τας δυο αυλάς περί της χρήσεως αυτών. Δικαιότατον άρα ευρήσετε το να ίδει ο Κ. Ρίχτερος τους ανθρώπους ους τρέφομεν και πληρώνομεν. Αυτός δε καίτοι νέος, και πολέμων εκοινώνησε και γνωρίζει τα τοιαύτα, και ο αδελφός μου Αυγουστίνος τον συνοδεύει μάλλον ως διερμηνεύς, και αν ο Κ. Ρίχτερος ευχαριστηθεί να μείνει εις το στρατηγείον σας ή να περιοδεύσει που, αυτός επιστρέφει, και δι’ αυτού να μοι δηλοποιήσετε τι απεφασίσατε, κατά τα εντελλόμενα υμίν αξιωματικώς. 
     Κατά τας ειδήσεις ας λαμβάνω σήμερον παρά του αντιναυάρχου Σαχτούρη, οι μεν στασιάζοντες Αλβανοί επέρασαν εις Ναύπακτον, ο δε Ιβραΐμης μένει εις Πάτρας, είτε διά να επισιτισθεί ευκολώτερον από του Ρουμελικού, είτε και διά να μεταβεί εκείσε. Περί τούτου περισσότερον δεν διατρίβω, αλλ’ ούτε περί των καθηγήσεων ας λαμβάνετε.
     Δεν δύναμαι όμως να μη επισπάσω την προσοχήν σας εις τούτο, ότι δηλαδή κράτιστα συμφέροντα προσδεδεμένα υπάρχουσιν εις την διοργάνωσιν του στρατεύματός σας και εις τα παρ’ αυτού επιχειρηθησόμενα. Πολλοί των ανωτέρων αξιωματικών παρόντων υμών μοι εζήτησαν το να εξωσθώσιν από τας τάξεις οι τόσοι άχρηστοι χωρικοί οίτινες τας παραγεμίζουσι, τους οποίους και ο Κ. Μεταξάς είδεν ιδίοις οφθαλμοίς, και ο Κ. Ρίχτερος θέλει ιδεί, διότι του έδωκα τους καταλόγους του γενικού βιαρχείου. 
     Μεγάλην λοιπόν ωφέλειαν θέλετε υπουργήσει και εις την πολιτείαν, και εις τον στρατόν, και εις υμάς αυτούς, αν ελαφρωθήτε από τους αχρήστους τούτους πριν εμβήτε εις τον δρόμον, διότι και αν υμείς δεν τους αποπέμψετε, αυτοί θέλουσι σας αφήσει όταν έλθει η ώρα του τουφεκίου.  Αρχοσήμως λαμβάνετε διαφόρους αναφοράς σταλείσας μοι ιδιαιτέρως παρά τινων αξιωματικών σας· άλλο τούτο σκανδαλώδες ατάκτημα, παύσεως δεόμενον αναγκαίως. Μοι φαίνεται ότι η χιλιαρχία του Στράτου δεν θέλει τον αρχηγόν της. Επεθύμουν όμως να διορθώσετε το πράγμα ώστε να μη αναγκασθεί επί του παρόντος η κυβέρνησις να έλθει εις πικροτέραν τινά απόφασιν. 
 
Τοις Κυρίοις Γαρνώτω, λοχαγώ του μηχανικού, και Στ. Βουλγάρει, λοχαγώ του ταξιαρχικού.
Αιγίνη, 2 Αυγούστου 1828. 
 
     Μετά μεγάλης ευδοκήσεως και ευγνωμοσύνης λαμβάνω, Κύριοι, την έκθεσίν σας της 5 (Ν.)  Και επαινώ τελείως όσα και επεβάλετε και προτίθεσθε προς εκπλήρωσιν των παρά της κυβερνήσεως δεδομένων υμίν εντολών. 
     Εκ των προσωρινών επανορθώσεων ας προτείνετε εις ημάς, η επανόρθωσις της εκκλησίας πρέπει να είναι η πρώτη. Κατόπιν έρχεται το οίκημα της κοινότητος, και τέλος το μέρος της οικοδομής της χρησιμευσούσης εις ειρκτήν και στρατώνα. Εγκρίνεται επίσης και η δαπάνη η αναγκαία εις καθαρισμόν των αγυιών, εις σύνεργα και εργάτας, και προσκαλείσθε να βάλετε αμέσως να αρχίσωσι τα έργα. 
     Η κυβέρνησις σας επιδίδει 20,000 γρόσια, στελλόμενα παρά της επί των οικονομικών επιτροπής προς τον έκτακτον επίτροπον Κ. Βλαχόπουλον, όστις διατάττεται να καταστήσει διαχειριστάς αυτών την δημογεροντίαν ή καμμίαν ειδικήν επιτροπήν, και αυταί να τελώσι τας πληρωμάς μόνον κατ’ αίτησιν και έγκρισίν σας. 
     Και ελπίζω μεν ότι η ποσότης αύτη αρκεί εις τε τας προειρημένας επισκευάς και εις καθαρισμόν των επικαιροτάτων αγυιών. Αν όμως είναι δυνατόν να γίνωσι και οικονομίαι, θέλομεν τας μεταχειρισθεί, προϊόντες, εις άλλα έργα.  Δίδομεν δε την διαχείρισιν της ποσότητος εις δημοτικήν αρχήν, διότι η κυβέρνησις δανείζει μόνον τα χρήματα εις την πόλιν, αποδοθησόμενα εις το πάνδημον ταμείον όταν η πόλις αποκτήσει εισοδήματα. 
 
Τω Κ. Β. Βούα, Διευθυντή του ορφανοσχολείου εις Πόρον. 
Αιγίνη, 2 Αυγούστου 1828. 
     Ο προσωρινός Διοικητής Πόρου θέλει στείλει εις το σχολείον σας οκτώ παιδία, των οποίων έπεται ο κατάλογος, ελευθερωθέντα παρά του ρωσσικού ναυάρχου από κορβέτας Αιγυπτιακής, κατακομιζούσης αυτά εις Αλεξάνδρειαν, τα οποία επιθυμώ να τοποθετήσετε ούτως, ώστε να δύνασθε να τα επιτηρήτε και μερικώτερον, ως προς τα ήθη δηλαδή, διά την δυστυχίαν ην εδυστύχησαν να πέσωσι και επί πολύ μείνωσιν εις χείρας των Τούρκων. Και βεβαιωθέντες μεν ότι ουδέν κινδυνεύει το σχολείον ως προς τούτο, να τα θεωρήσετε ως παιδία αυτού· ει δε το εναντίον, να μοι στείλετε δήλωσιν, ίνα ίδω τι να κάμω. Διά του πρώτου σας απολογισμού να μοι ενδείξετε και όσα πράγματα ιματισμού ή άλλα χρειάζεσθε τυχόν είτε διά τους υπάρχοντας μαθητάς είτε διά τους νέους. 
 
Τω Κ. Ναυάρχω Δερινιή. 
Αιγίνη, 3 Αυγούστου 1828. 
 
     Το από της 4 του μηνός τούτου γράμμα δι’ ου η υμετέρα Εξοχότης μ’ ετίμησεν, έλαβον.  Είχεν ήδη και η κυβέρνησις τας ειδήσεις περί των κινημάτων του Ιβραΐμη· το δε ότι και επανέστρεψεν αυτός εις το στρατόπεδόν του μετά μεγάλης χαράς μανθάνει παρά της υμετέρας Εξοχότητος. 
     Αν τα από Σύρου εις ημάς αγγελλόμενα έχωνται ακριβείας, αποτελεί άρα η ημετέρα Εξοχότης ταύτη τη ώρα μετά των συνναυάρχων το φιλάνθρωπον έργον το εν τη κατά Ζάκυνθον κοινολογία της 13 Ιουλίου συνδεδογμένον· διότι μας λέγουσιν ότι ο Κ. ναύαρχος Κοδριγγτών απηντήθη μεταξύ Κρήτης και Κυθήρων, συμπαραπέμπων φορτηγά από Αλεξανδρείας στελλόμενα. 
     Αν λοιπόν ούτως έχει, η Πελοπόννησος ελευθερούται από των Αιγυπτίων, και αφανίζεται πλέον παν διαζήτημα και πάσα σπουδή προς αποκοπήν των τε από του Ρουμελικού διά ξηράς ερχομένων επισιτισμών εις τον Ιβραΐμην και των από της Πελοποννήσου προνομευμάτων αυτού. 
     Αλλ’ εάν άλλως έχει το πράγμα, τότε το ζήτημα ανοικτόν μένει, και πρόκειται να γνωρίσωμεν μέχρι πόσου οι πόροι της ελληνικής κυβερνήσεως δύνανται να συντελέσωσιν εις γοργήν και αισίαν λύσιν αυτού. 
     Φρονεί δε η ημετέρα Εξοχότης ότι η κυβέρνησις, επισυστρέφουσα τους Ρουμελιώτας τους τε υπό τον στρατηγόν Τσωρτς και τους υπό τον στρατάρχην Υψηλάντην εις Πελοπόννησον, δύναται να κόψει του Ιβραΐμη τας από του τόπου σιταρκίας, και να τον καταναγκάσει να δεχθεί τα προβαλλόμενα αυτώ παρά των συμμαχικών ναυάρχων. Και τούτο μοι είπατε, κύριε Ναύαρχε, όταν έλαβον την τιμήν της εντεύξεώς σας εις Πόρον. 
     Η κυβέρνησις λοιπόν χρέος της ενόμισε, προσέξασα εις την γνώμην σας, να την διαβασανίσει περιεσκεμμένως εις συμβούλιον πολιτικών τε και στρατιωτικών γνωριζόντων και την φύσιν των τόπων και την φύσιν των στρατευμάτων των ταχθησομένων εις υπεράσπισιν αυτών. Αλλά πάντες ομοθυμαδόν ωμολόγησαν ότι τα ελληνικά στρατεύματα, ιππικού και πυροβολικού απεστερημένα, αδύνατα είναι εις απόκρουσιν του ιβραϊμείου στρατού, επερχομένου προς καταπάτησιν του τόπου και αρπαγήν των εκ του θερισμού γεννημάτων. 
     Τότε εσκέφθημεν περί του δευτέρου ζητήματος, του αποφανθέντος εν επιστολή δι’ ης μ’ ετίμησεν ο Κ. ναύαρχος Κοδριγγτών, και καταντώντος εις τούτο· επειδή αδύνατον είναι το αφαιρέσαι τα θερίσματα από τον εχθρόν διά της σπάθης, ας τα φθείρωμεν αποζημιούντες τους κεκτημένους διά τροφών ή χρημάτων. 
     Αλλά το συμβούλιον μια φωνή εμαρτύρατο ότι η κυβέρνησις παρόμοιον πράγμα ποιούσα, ήθελε παρορμήσει τον εχθρόν εις ολοσχερεστέραν καταφθοράν της Πελοποννήσου. Και όντως, αν υποθέσωμεν ότι τα ελληνικά στρατεύματα καίουσι τα γεννήματα, ο εχθρός θέλει εκδικηθεί καίων και αυτός τα δένδρα και αποκαταστρέφων τα κατοικήματα και κάμνων ενί λόγω τας τε περί το στρατόπεδον αυτού και τας έτι περαιτέρω επαρχίας ό,τι έκαμε το παρελθόν έτος και την Καλαμάταν και όλους τους κάμπους της Μεσσηνίας, ό,τι έκαμε και την Τριπολιτσάν κατά τον Φεβρουάριον, τουτέστιν έρημον δυσπαράκλητον. 
     Και διά τούτο εις το υπόμνημα της 3 Μαΐου όπερ απέτεινα προς τε την υμετέραν εξοχότητα και τους συνναυάρχους αιτούμενος βοηθείας, δεν ετόλμησα να είπω ότι η Ελλάς λαβούσα ταύτας ηδύνατο διά των εαυτής δυνάμεων να καταναγκάσει τον εχθρόν εις κένωσιν της Πελοποννήσου, διότι είχα διδαχθεί τα δέοντα εξ όλων τούτων των εξηγήσεων. Περιώδευσα έπειτα και την Πελοπόννησον, και εκ του πλησίον εθεώρησα το στρατιωτικόν του τε στρατηγού Τσωρτς και του στρατάρχου Υψηλάντου, και πολλάς ομιλίας συνωμίλησα μετά των ανωτέρων αξιωματικών αμφοτέρων των στρατοπέδων, και πάντα όσα ούτω συνέλεξα ιστορήματα δεν μοι επιτρέπουσι να έχω άλλην γνώμην παρ’ ην απέφηνε το συμβούλιον κατά τον Μάιον μήνα. 
     Οι Έλληνες και επολέμησαν ευδοκίμως και διαπολεμήσουσιν ως αρματωλοί άτακτοι, αλλά να εξώσωσι τον Ιβραΐμην εκ της Πελοποννήσου άνευ πυροβολικού και ιππικού, πάλιν το λέγω ότι ουδέποτε δυνηθήσονται. Και τόσον ενδότατα και στερρότατα πέποιθα περί τούτου, ώστε ανενδοιάστως και από του Ιουνίου μηνός επρέσβευσα προς τας συμμάχους αυλάς, εμφανίζων κάλλιστα, ως ελπίζω, τι η Ελλάς δύναται και τι όχι. Μένει δε εις την δικαιότητα και υπερέχουσαν σύνεσιν των ανάκτων ν’ αποφασίσωσι ποίας τινάς βοηθείας να δώσωσιν εις τούτον τον τόπον, όπως αι ευεργετικαί της Λονδινείου συνθήκης επίνοιαι καταπραχθώσι. 
     Συγγνώμην ζητώ παρά της ημετέρας Εξοχότητος διατιθέμενος λόγον τόσον μακρόν περί υποθέσεως ήτις ταύτη ίσως τη ώρα και αισιώτατα τελειούται. Αλλ’ επειδή προς τα μέγιστα της Ελλάδος συμφέροντα τον σύνδεσμον έχει, οφειλόμενον έκρινα το να μη αφήσω εις την διάνοιαν της υμετέρας Εξοχότητος ουδέ την ελαχίστην αμφιβολίαν ως προς το σύστημα του οποίου αντέχεται η κυβέρνησις. 
     Αντέχεται δε του συστήματος τούτου προς ουδένα άλλον σκοπόν, ειμή επιθυμούσα να καταστήσει τάχιον την Ελλάδα οίαν να δικαιώσει δι’ έργων την μεγαλόψυχον και ευμενεστάτην μέλησιν δι’ ης κοσμούσιν αυτήν ό τε μεγαλειότατος της Γαλλίας βασιλεύς και οι σεβαστοί αυτού σύμμαχοι.
 
Τω ιππότη Κ. Εϋνάρδω εις Παρισίους. 
Ναυπλίω, 21 Ιουνίου 1830. 
     Απεκρίθην ήδη, αγαπητέ μου Εϋνάρδε, προς τα γράμματά σου των 24 και 25 Μαΐου, και σε ευχαρίστησα διά την βοήθειαν των 340,000 φράγκων την οποίαν η Ελλάς έλαβε παρά της καρτερικής σου μερίμνης. Θεός θέλει σοι ανταποδώσει το αγαθόν. 
     Σήμερον παραδίδομαι εις την χρηστότητα του Κ. ναυάρχου Δερινιή, δηλώσαντός μοι ότι εκπέμπει ταχυδρόμον δι’ ου δύναμαι να γράψω. Συνιστώ δε το παρόν μου εις τον Κ. Λιτάρδην.  Σοι προέγραψα τους λόγους δι’ ους εύχομαι ειλικρινέστατα και θερμότατα όπως αι σύμμαχοι Αυλαί επιταχύνωσι την εκλογήν του νέου ηγεμόνος, και φανερώσωσι και εις την Ελλάδα τας διαθέσεις αυτών.  Επειδή αναγκαίως θέλει μεσολαβήσει καιρός μεταξύ της εκλογής του ηγεμόνος, της συγκαταθέσεώς του, και της εις την Ελλάδα ελεύσεως, μεγάλως συμφέρει να μένει ήσυχος ο τόπος κατά τον καιρόν τούτον, ίνα και αι Δυνάμεις δυνηθώσι να εκτελέσωσι τας αποφάσεις των, αν η Πόρτα δεν επιφέρει δυσκολίας διά την παραίτησιν του πρίγκιπος Λεοπόλδου. 
     Το ευκολώτερον και αισιώτερον ήθελε βέβαια είναι εάν ο Πρίγκιψ δεν παραιτείτο. Αγνοώ ποίαν εντύπωσιν θέλουσι του αφήσει τα γράμματά μου του Μαΐου και Ιουνίου. Αν αλλοίοι τινές λόγοι τον παρεκίνησαν να παραιτηθεί, αυτά τότε δεν θέλουσιν ενεργήσει· ει δε μη, ίσως τον μεταπείσωσι να δεχθεί πάλιν. Όπως και αν έχει, εγώ σε παρακαλώ να επιμείνεις εις τας παραστάσεις και εξαιτήσεις ας έκαμες προς τους κυρίους πρεσβευτάς των Δυνάμεων. 
     Ενταύθα πειραζόμεθα υπό παντοειδών σκευωρημάτων. Και τας μεν προς τον πρίγκιπα Λεοπόλδον προσφωνήσεις γνωρίζεις· σήμερον δε καταγίνονται οι τον αριθμόν ελάχιστοι εκείνοι, οι δήθεν αντιπολιτευόμενοι, να στείλωσι νέαν προσφώνησιν προς το εν Λονδίνω συνέδριον υπέρ εκλογής ηγεμόνος.
     Περί του νέου τούτου σκευωρήματος πολλάς εκδηλώσεις έλαβον, και απεκρίθην πάντοτε τα αυτά, ότι δηλαδή το τοιούτον κίνημα δεν δύναται να ωφελήσει άνευ των εννόμων τύπων και του κύρους της κυβερνήσεως. Είπα δε και προς τους παρά τη ενεστώση κυβερνήσει πεπιστευμένους διπλωμάτας, ομιλήσαντάς μοι περί των σκευωριών τούτων, τα εξής: «Αφήσατε, κύριοι, τους ανθρώπους τούτους να κάμνωσι μόνοι ό,τι θέλουσιν· εξ ου συμβήσεται εν εκ των δυο. Αι σύμμαχοι αυλαί θέλουσι γνωρίσει τους ολιγίστους τούτους ως αληθινούς και νομίμους αντιπροσώπους του έθνους, ή όχι. Αν το πρώτον, εκ τούτων θέλω συστήσει την αντιβασιλείαν, και ελευθερωθείς από το υπέρογκόν μου φορτίον, έσομαι ευτυχής· αν το δεύτερον, οι δείλαιοι των κακών πατέρες θέλουσι γνωρισθεί οποίοι εισί, και η Ελλάς θέλει απαλλαχθεί τέλος από αυτούς».  Χθες φιλικώς συνδιαλεγόμενος περί τούτου μετά του Κ. ναυάρχου Δερινιή, τω απέδειξα τρανώτατα ότι δεν εφοβούμην τας σκευωρίας ταύτας ούτε τας εκβάσεις αυτών. «Αν θέλωσι, τω είπα, αι Δυνάμεις να δοκιμάσωσι και πάλιν τους δοκούντας φιλοπάτριδας τούτους, ας τους παραδώσωσιν ολίγας μόνον ημέρας την διεύθυνσιν των συμφερόντων του δυστυχούς τούτου έθνους, και εγώ αποχωρώ, και τα πράγματα θέλουσι χαρακτηρίσει πολύ κάλλιον εμού και τους ανθρώπους και τα έργα αυτών». Και συνεφώνησε μετ’ εμού ο ναύαρχος. Συ δε είναι καλόν να γνωρίζεις ταύτα πάντα. 
 
Τοις Εκτάκτοις Επιτρόποις και Προσωρινοίς Διοικηταίς. 
Ναυπλίω, 3 Ιουλίου 1830. 
     Δεν αγνοείτε, κύριοι, ότι η εν Άργει εθνική συνέλευσις δια του δεκάτου αυτής ψηφίσματος επεκύρωσε τα παρά της εν Τροιζήνι συνελεύσεως ορισθέντα προς απαγόρευσιν της πωλήσεως και έξω της Ελλάδος εξαγωγής των αρχαίων πραγμάτων. 
     Εξεύρετε προσέτι ότι η κυβέρνησις δια του υπ’ αρ. 49 διατάγματος έταξε προσωρινώς εις Αίγιναν τόπον όπου να συγκομίζωνται τα αρχαία, όσα τε αυτή αγοράση, και όσα οι γνώμονες πολίται γενναίως προσφέρωσι. Κατά το β΄ λοιπόν άρθρον του προδηλωθέντος διατάγματος ο μεν έφορος και διευθυντής της αρχαιοθήκης μας απέτεινεν έκθεσιν και προτάσεις περί του πώς δύναται βαθμηδόν να πλουτισθή το εθνικόν τούτο μουσείον από τα πολύτιμα της αρχαιότητος λείψανα όσα το αρχαιόσεμνον της Ελλάδος έδαφος περιέχει, ημείς δε αποδεχθέντες τας προτάσεις, σας μεταδίδομεν αυτάς, ίνα συντελέσητε προς εκτέλεσιν. 
     Και δη θέλετε κοινοποιήση περί την διοικουμένην υφ’ υμών επαρχίαν, τα ακόλουθα. 
α΄. Θέλετε προσκαλέση όλους όσοι έχουσιν αρχαία πράγματα οποιαδήποτε, ή γνωρίζουσιν ή υποθέτουσιν υφιστάμενα εις μέρος τι εις οικίαν οποιανδήποτε, να έλθωσι να σας το φανερώσωσιν όσον τάχιστα. 
β΄. Θέλετε δε διαβεβαιώση εκάστους τρανώτατα να μη ανησυχώσι περί της ιδιοκτησίας των, διότι η κυβέρνησις δεν θέλει την πειράξη, αλλά μόνον προς το κοινόν του έθνους συμφέρον αποσκοπεί.
γ΄. Όταν σας φανερώσωσί τι αρχαίον έργον, ή άγαλμα, ή ανάγλυφον, ή επιγραφήν, ή επίστημα (cippe), ή μνήμα, ή νόμισμα, θέλετε ζητεί σημείωσιν αυτού ακριβή, την οποίαν και επεξελέγξαντες κατά το δυνατόν, θέλετε στέλλει αμέσως προς τον διευθυντήν του εθνικού μουσείου εις Αίγιναν, άμα φροντίζοντες μήπως εν τω μεταξύ βλαφθή, ή πωληθή, ή κρυφθή, ή λάθρα εκπεμφθή έξω της Ελλάδος τι των πραγμάτων τούτων. 
δ΄. Θέλετε προσκαλέση τους αρχαιοκτήμονας να σας είπωσι τι θέλουσι να κάμωσιν. Αν τα πωλώσι, οφείλουσι να το απαγγείλωσι, και τότε γράφετε προς τον Διευθυντήν του μουσείου, αυτός δε αναφέρει προς την κυβέρνησιν, και η κυβέρνησις επομένη τω νόμω, δίδει την άδειαν κατά τον αγοραστήν και κατά το πράγμα. Αν θέλη να το αγοράση αυτή δια το εθνικόν μουσείον, προτιμάται, και η τιμή προσδιορίζεται από επιτροπήν ειδημόνων. Αλλ’ επί τούτοις οφείλετε να αναμνήσετε τους πολίτας ότι το μουσείον, προς δόξαν εθνικήν συνεστώς, δέχεται και τα δώρα και τας προσφοράς των γενναίων και φιλοπατρίδων Ελλήνων, και τα ονόματα των δωρητών και ευεργετών φυλάττει εις κατάλογον εσόμενον μάρτυρα παρά τοις μεταγενεστέροις. 
ε΄. Αν δε ο έχων το αρχαίον θέλη να το φυλάξη εις την οικίαν του, είναι κύριος, αρκεί μόνον να προσέχη μη βλαφθή τούτο ή συντριφθή. Αν όμως οικοδομή τις αρχαία ευρίσκεται εν τη γη αυτού, δεν δύναται να την ανατρέψη ή όλως να την εγγίση χωρίς προεξέτασιν και άδειαν της αρχής. Αποδειχθέντος δε ότι η αρχαία οικοδομή προξενεί βλάβην εις τον ιδιοκτήτορα, η κυβέρνησις θέλει τω δίδει δικαίαν τινά αποζημίωσιν δια την συντήρησιν της οικοδομής. 
ς΄. Ανασκαφαί δεν γίνονται εις γαίας ή ερείπια ανήκοντα εις το δημόσιον, άνευ αδείας της αρχής. Ο παραβαίνων χάνει τα ανευρεθέντα πράγματα, δημευόμενα, παραβάς δε και δεύτερον, πληρόνει και πρόστιμον ανάλογον προς την αξίαν αυτών. 
ζ΄. Θέλετε εκδηλώση προς όλους τους κατοίκους της επαρχίας ότι αι αυταί ποιναί της δημεύσεως και του προστίμου εν υποτροπή επίκεινται και εις τους πειρωμένους εξάγειν λάθρα και πωλείν έξω της Ελλάδος τα αρχαία. 
η΄. Τέλος αν κατά τας προσελθούσας υμίν πληροφορίας κρίνετε ωφέλιμον να γίνωσιν ανασκαφαί εις τόπους του δημοσίου ή των ιδιωτών, συναινούντων, θέλετε γράψη προς τον Διευθυντήν του Μουσείου, έχοντες εξουσίαν να υπόσχεσθε και μικράς τινας αμοιβάς προς τους εκμηνύοντας αρχαία πράγματα κεκρυμμένα, ή τόπους ανασκαφών επιδεκτικούς. 
 
Τω Στρατηγώ Κ. Σνεϊδέρω. 
Ναυπλίω, 16 Ιουλίου 1830. 
     Λυπούμαι ότι δεν μοι εσημειώσατε εις το υστερόγραφον του γράμματός σας της 15, πού είναι καλόν να διατάξω να ετοιμασθεί στρατών δια είκοσιν αξιωματικούς και 500 στρατιώτας. Δεν στοχάζομαι εις το Ναύπλιον ή εις το Άργος, διότι αυτόθι ούτε τόπος τοιούτος ευρίσκεται κενός, ούτε άλλος επιδεκτικός ετοιμασίας, και εχρειάζετο να οικοδομηθεί κτίριον εκ θεμελίων. Άλλως τε συνομιλήσας μερικωτέρως μετά του Κ. Βάρωνος Ρουάν περί του υστερογράφου του γράμματός σας της 6, τω είπα ανυποστόλως και απαραμειώτως την γνώμην μου περί της προσταγής ην ελάβετε, κύριε Στρατηγέ, ίνα δώσετε, αν σας ζητήσω, 4 — 500 στρατιώτας, ελευσομένους εις Ναύπλιον ή εις Άργος προς ηθικήν υποστήριξιν της Ελληνικής κυβερνήσεως. 
     Και αν ο Κ. Ρουάν σας μετέδωκε την συνομιλίαν μας, εμάθετε λοιπόν, κύριε Στρατηγέ, ότι τοιαύτην ζήτησιν εγώ δεν θέλω κάμει. Διότι, αν η Ελληνική κυβέρνησις καταντήσει να χρειάζεται ξένην φρουράν εις την καθέδραν της δια να υπακούεται παρά του λαού, δια τί, σας ερωτώ, να μη γνωρίσει πλέον τα καθ’ εαυτήν ότι έφθασαν εις τα έσχατα; Αλλ’ αν εξ εναντίας το έθνος τη δίδει καθ’ εκάστην νέα τεκμήρια πίστεως, αποδοκιμάζον και δι’ έργων και δια κηρυγμάτων τας κακομηχανίας ολίγων πολυπραγμόνων, τότε ο ενταύθα ερχομός της γαλλικής σπείρας δεν ήθελεν εμποιήσει έννοιαν εναντίαν εκείνης την οποίαν θηρεύομεν; 
     Οι πολυπράγμονες και ταραξίαι ήθελαν ειπεί μετά της εφημερίδος της Σμύρνης. «Δεν υπάρχει πλέον κυβέρνησις εις την Ελλάδα, το έθνος δεν θέλει τον άνθρωπον, και δια τούτο περιστοιχίζεται αυτός από ξένας βαγιονέτας.» Το δε στράτευμα και ο λαός ήθελαν τω ζητήσει λόγον περί της τοιαύτης δυσπιστίας, μη καταλαμβάνοντες πόθεν πηγάζει τοιούτο πολίτευμα ονειδιστικόν αυτών.  Δια πλειόνων δεν σας ενοχλώ περί τούτου, κύριε Στρατηγέ, διότι νομίζω κεκριμένον το πράγμα. Αλλ’ όμως ο πρίγκιψ Σούτσος διετάχθη να το αναφέρει προς τον Κ. Κόμητα Σεβαστιάνην. 
 
Τω ιππότη Κ. Εϋνάρδω εις τα λουτρά των Πυρηναίων. 
Ναυπλίω, 17 Ιουλίου 1830. 
     Μετά μακράν και αχθεινήν προσμονήν έλαβον τέλος, αγαπητέ μου Εϋνάρδε, τα γράμματά σου των 5, 12, 23 και 24 Ιουνίου ταυτοχρόνως με την από 1 Ιουνίου επιστολήν του υψηλοτάτου πρίγκιπος Λεοπόλδου. 
     Αδύνατον να εύρω εκφράσεις προς αξιόχρεων ομολογίαν της ευγνωμοσύνης της Ελλάδος δια τους ατρύτους σου αγώνας προς το λυτρώσαι αυτήν από της καταστροφής την οποίαν επέσειον αυτή και η χρηματική απορία και αι κακοπραγμοσύναι των εχθρών της.  Τα γράμματά μου της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) και της 21 Ιουνίου (3 Ιουλίου) ικανώς σοι ανέπτυξαν τα περί αμφοτέρων, ουδέ σοι στέλλω σήμερον τα ίσα εκείνων, ίνα μη υπερογκώσω τον φάκελλον.
     Τα βοηθήματα όσα εύρηκες, θέλουν μας ζήσει ειρηνικώς μέχρι τέλους του Οκτωβρίου. Διότι, αν τω όντι οι 500.000 φράγκων της Γαλλίας και οι άλλες 500.000 της Ρωσίας έλθωσιν, ως ασμένως με επελπίζεις, εντός του μηνός τούτου, θέλω πληρώσει μεν την τριμηνία του στρατού φθάνουσα τη 10 Αυγούστου, εις δε τα λοιπά έξοδα θέλω έχει τα εισοδήματα του τόπου. Αν δε και η Αγγλία μας δώσει 500.000 φράγκων, ίσως δι’ αυτών δυνηθώ εν τοσούτω να προβιβάσω ολίγο και την διοργάνωση των Ρουμελιωτών, εις ην ευτυχώς καταγίνεται ο στρατηγός Γεράρδος. Ελπιστέον δε ότι εν τούτοις και οι σύμμαχοι Δυνάμεις θέλουσιν εκλέξει τον νέο ηγεμόνα, και η μεγάλη του δανείου υπόθεση θέλει τελειώσει. Και θεώρει εις το εξής τα δύο ταύτα ως παντάπασιν απαραίτητα, και ων ουκ άνευ γενήσεται η επανόρθωση της Ελλάδας. 
     Ο πρίγκιπας Σούτσος μου έστειλε και αυτός την πρώτη του έκθεση φθάνουσα μέχρι τις 21 Ιουνίου, και σήμερα αποκρινόμενος, του πέμπω έγγραφά τινα τα οποία θέλει σε δείξει, την απάντησή μου δηλαδή προς τον πρίγκιπα Λεοπόλδο, το προς την Γερουσία διάγγελμα, και την αξιωματική διακοίνωση τούτων αυτών προς τους κυρίους πρέσβεις των σύμμαχων αυλών. Τω στέλλω δε ίσα και τινων εγγράφων περί του στρατηγού Τσώρτς. Εκ τούτων πάντων θέλεις ιδεί ότι χρησίμως μετεχειρίσθην τα δια των γραμμάτων σου αγγελλόμενα. Δεικνύω δε εις τον πρίγκιπα Σούτσο υπό ποία ερμηνεία επιθυμώ να παραστήσει προς τα τρία βουλεία τήν τε προς τον πρίγκιπα Λεοπόλδο απάντησή μου και τα παρεπόμενα έγγραφα. Θέλεις ιδεί και την χρήση ην έκαμα των παρ’ όλων των επαρχιών σταλείσων μοι αναφορών, και ελπίζω ότι και οι σύμμαχοι αυλαί θέλουσιν αρέσει την παρ’ εμού επευκόλυνση των διασκέψεών των περί εκλογής ηγεμόνος. 
     Εύχομαι εγκαρδιότατα και φιλοκερδέστατα υπέρ της υγείας της δεσποίνης Εϋνάρδου, και αγωνιώ να μάθω την εκ των λουτρών του λείαν αυτής ανάρρωση, όπως δυνηθείς, επιστρέψας εις Παρισίους, να αποτελειώσεις το έργο σου, διότι συ μόνος, μονώτατος, δύνασαι να διαπρεσβεύσεις υπέρ του δανείου, και μόνος δύνασαι να δώσεις εις τον νέο ηγεμόνα ερμηνείες ωφέλιμες περί των πραχθησομένων. Θέλω σοι γράφει ολίγα τινα μέχρι της επιστροφής σου, και τας οδηγίες ας θέλω δίδει εν τοσούτω προς τον πρίγκιπα Σούτσο, θέλω τον διατάξει να σε τας κοινοποιεί. 
     Γράφω δε προς αυτόν ότι δέχομαι μεν ευγνωμόνως τα εις την Ελλάδα υπηρετηθησόμενα παρ’ αυτού, δεν δύναμαι όμως να αποφασίσω εγώ να τον πιστώσω παρά τω βασιλεί της Γαλλίας σήμερα, επί θύραις ούσης της ανάδειξης του άνακτα της Ελλάδας. Τα προς οικονομία του εφρόντισας προς το παρόν, και ο Θεός έχει δια το μέλλον. 
     Έλαβον ήδη τον 3 αριθμό των πρόθυμων εκθέσεων του πρίγκιπος Σούτσου, και τω γράφω σήμερα κατ' ευθείαν, ευχαριστών και προτρέπων αυτόν να συνεχίζει τας τοιαύτας ειδήσεις, σπουδαιότατες ούσες εμοί. Μανθάνω ήδη ότι το 1.000.000 έφθασεν εις Μεθώνη. Έχομεν άρα βάλσαμο δια τας πληγές μας. 
 
Τω κ. Πρίγγιπι Σούτσω εις Παρισίους.
Ναυπλίω, 17 Ιουλίου 1830.
 
     Μετά μεγάλης σπουδής άμα και ευδοκίας ανέγνωσα, αγαπητέ πρίγκιπα, την πρώτη σας έκθεση· έλαβον δε και γράμματα του Κ. Εϋνάρδου από 24 Ιουνίου, συμπληρούντα όσες ειδήσεις μετ’ εύλογης αγωνίας επρόσμενα. Άλλο δε δεν με παρηγορεί δια την αυτόθεν αναχώρηση του Κ. Εϋνάρδου, παρά το μανθάνειν ότι είσθε ήδη καλώς παρεσκευασμένος προς το ωφελίμως συνεχίσει τας υπηρεσίες ως η Ελλάς έλαβε παρά του ακάματου και γενναιότατου εκείνου φίλου των τιμιότατων αυτής συμφερόντων. Αυτός μοι γράφει ότι ωικονόμησε προς το παρόν τας ανάγκες σας. 
    Ο μεγαλειότατος βασιλεύς της Γαλλίας σας κοσμεί δια της εύνοιάς του, και οι υπουργοί αυτού σας πιστεύουσιν. Ούτως εκκείμενος, ασπαστός είσθε και παρά τοις πρέσβεσι των άλλων Δυνάμεων. Πλήρης δε και ζήλου υπέρ της πατρίδας υμών, έχετε και ικανότητα προς το υπερμαχήσει αυτής. Έπεται άρα να δειχθείτε άξιος της προσδοκίας της πατρίδας, και να επιθρέψετε δια νέων υπηρετημάτων την ευγνωμοσύνη αυτής. Εφ’ ω καγώ χαίρω, και συγχαίρω υμίν. 
     Περιμένοντας καθ’ ώρα να μάθω την εκλογή του ηγεμόνος, όστις βέβαια θέλει σας αναθέσει την εν Παρισίοις πρεσβεία, δεν δύναμαι να σας δώσω σήμερα πιστωτικά γράμματα και χαρακτήρα διπλωματικού πράκτορα της ελληνικής κυβέρνησης. Αλλά και είσθε πραγματικώς, και το υπόλοιπο θέλουσι τελειώσει αι εκδουλεύσεις σας, και αυτή των πραγμάτων η δύναμη. Εν τοσούτω όμως παρήγγειλα τον Κ. Ρίζο να σας πέμψει έγγραφά τινα επί τα οποία ήθελα να καλέσετε την προσοχή του τε υπουργείου του χριστιανικότατου βασιλέως και των πρέσβεων της Αγγλίας και της Ρωσίας· προς ον σκοπό και εις τους κυρίους Προσέδρους των σύμμαχων Αυλών τα μετέδωκα. Ταύτα δε αναφέρονται εις την παραίτηση του πρίγκιπος Λεοπόλδου και εις όσα ηναγκάσθην να προνοήσω ίνα προφυλάξω την δυτική Ελλάδα, όσο μοι είναι δυνατόν, από τα δυστυχή αποτελέσματα των σκοπών και ενεργημάτων του στρατηγού Τσώρτς καί τινων ολίγιστων ραδιουργών ξένων τε και Ελλήνων, συμβοηθών φαινομένων αυτού. Και αρχίζω από τούτο πρώτον. 
     Έκ τινος καιρού πλέκεται εν Ελλάδι ποιά τις συσκευή και κακουργία κατά της καθεστώσης των πραγμάτων τάξεως· περί της οποίας δώσας σαφέστατες διαλήψεις πρός τε τον υψηλότατο Πρίγκιπα Λεοπόλδο και προς τον Κ. Εϋνάρδο, και υποθέτοντας και υμάς ειδήμονα αυτών, δεν τας συνοψίζω ενταύθα. 
     Διέταξα δε τον Κ. Ρίζο να σας γράψει τας περιστάσεις και τους λόγους καθ’ ους εξέδωκα την προς τους Διοικητάς εγκύκλιο της 21 Μαΐου (2 Ιουνίου), της οποίας βλέπετε σήμερα τ’ αποτελέσματα έκ τε της προς τον Πρίγκιπα Λεοπόλδο απάντησή μου και εκ των παραρτωμένων αυτή άλλων εγγράφων.
     Εδώ έχομεν μία φούκτα ανθρώπων κινούμενων ίνα συμποδίσωσι την εσωτερική ενέργεια της κυβέρνησης, και συκοφαντήσωσι το σύστημα όπερ αυτή παρεδέχθη ως προς τα περί Ελλάδος μεγάλα ζητήματα. Και ο στρατηγός Τσώρτς συμφρονήσας μετά της φατρίας ταύτης, μετά διεξοδικά και κρύφια διαβούλια απεφάσισε, φαίνεται, να αποδυθεί πρώτος εις τον αγώνα. 
     Εγώ τας επινοίες όλες των πτωχών και δύστηνων κεφαλών τούτων κρίνας πρώτον ως έδει, τας κατεφρόνησα. Επειδή όμως αι κακοβουλίες ενδέχεται από της χώρας του σκότους να μετέλθωσιν εις το φως, και έργα να γένωσι, χρέος έχω να προλάβω την αυτών ενέργεια, και ει αναγκαίο, και την αρχή να εκριζώσω. Εν τούτω εστήριξα την πολιτεία μου, και ταύτην πολιτευθήσομαι, πεποιθώς εις το ευθές μεν και καθαρό της εμής προαίρεσης, εις το έμπιστο δε του λαού. Καταλαμβάνετε λοιπόν ήδη δια τί προσέταξα τον εν τη Δυτική Ελλάδι έκτατο επίτροπο να προσκαλέσει τον στρατηγό Τσώρτς να παραιτήσει τας επιχειρήσεις του και να επιστρέψει, και δια τί μετέδωκα και εις τους ξένους Προσέδρους τα προς τον Κ. Ρίζο προσταχθέντα. 
     Επιθυμώ ειλικρινέστατα να αρκέσει τούτο, και να συνέλθωσι και άλλοι τινές, επιβλαβέστεροι ίσως και ενοχώτεροι του στρατηγού Τσώρτς, και να φερθώσι του λοιπού ευπρεπώς τε και καθηκόντως· αλλ’ αν το εναντίο συμβεί, δυσφορών μεν, θέλω όμως εκπληρώσει το έργο μου, και σπουδάσει να τους καταστήσω αδύνατους να εκταράξωσι τον τόπο. Ενταύθα θέλω σας επισημειώσει τι το οποίο ανέφερα μεν εις μία των προς τον πρίγκιπα Λεοπόλδο επιστολών μου, συμφέρει δε να παραστήσετε και εις το υπουργείο του χριστιανικότατου βασιλέως. Όλες αι προς αυτό ερχόμενες ειδήσεις καταβεβαιούσιν ότι ησυχία κρατεί εν Ελλάδι, και ότι πανταχού ο λαός, εις τον κάματο δεδομένος, ανηκουστεί προς τας άπιστες παραινέσεις ανθρώπων τους οποίους και γνωρίζει και κρίνει στοχαστικότατα. 
     Τούτο ικανώς απαντά προς όλες τας συκοφαντίες. Αλλά δεν είναι ολιγότερο και αι αναφορές τας οποίες όλες αι επαρχίες μοι έστειλαν άμα μαθούσες την προς τους Διοικητάς εγκύκλιό μου· περί τούτου και έρχομαι ήδη να σας λαλήσω. Σκοπός της εγκυκλίου μου ήτον να ματαιώσει τας των κακοχειραγωγών επινοίες. Εν ω αυτοί θέλουσι να δείξωσι την Ελλάδα αντιπνέουσα προς την ενεστώσα αυτής κυβέρνηση, η Ελλάς εφάνη είπερ ποτέ ηνωμένη μετά της κυβέρνησης, περιπλέον δε, και ευγνωμοσύνη ανθωμολόγησε προς τας σύμμαχους Δυνάμεις, και τον ηγεμόνα επεκάλεσε πάση ψυχή. 
     Οφείλουσα όμως να είπει ταύτα πάντα εύσχημα και καθηκόντως εαυτή, τα ητιολόγησεν ούτως· επειδή κατά τας κρίσεις των σύμμαχων Δυνάμεων δεν δύναμαι να απολαύσω το μέγιστο της αυτονομίας αγαθό άνευ μοναρχικής πολιτείας επιτετραμμένης εις ηγεμόνα εκλελεγμένο παρά των θεμελιωτών της νέας επικράτειας, αποδέχομαι πάση ψυχή τον ηγεμόνα τούτο, διότι αυτός μόνος εις το εξής δύναται να διαπράξει τα εις εμέ αποκληρωθέντα. Εν ω δε προέβαλα την αποστολή των αναφορών τούτων προς τον πρίγκιπα Λεοπόλδο, διεχύθη υπό των εφημερίδων η είδηση της αυτού παραίτησης, και έπειτα έλαβον και το γράμμα του το του Ιουνίου, και την έκθεσή σας, και τας επιστολές του Κ. Εϋνάρδου. Βλέπετε δε και την απόκρισή μου, και το προς την Γερουσία διάγγελμα, και την προς τους Προσέδρους των σύμμαχων Αυλών διακρίνωση. 
     Βέβαια την γνώμη μου δέχεσθε, και συμφρονείτε ότι μοι ήτον αδύνατο να πράξω τι περισσότερο προς το απαλλάξει την Ελλάδα από της βαρείας ευθύνης της εκ του γράμματος του Ιουνίου του πρίγκιπος Λεοπόλδου επιρριπτόμενης αυτή, καθ’ ο γράμμα αι διαπραγματείαι ηδύναντο να περιπλεχθώσι πάλιν, και η εκλογή του νέου ηγεμόνος να πάθη αναβολή. 
     Ο Πρίγκιπας Λεοπόλδος ελέγχει τας εμπεφυκυίες εις την οροθεσία του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου δυσχέρειες, και παραδηλοί ότι δεν θέλει να τον επιβάλωσιν εις την Ελλάδα. Η Ελλάς λοιπόν τον αποκρίνεται, των δυσχερειών ούτως εχουσών, αν αι ενεστώσες διαπραγματείαι δεν δύνανται να τας εξομαλίσωσιν, πρέπει άραγε δια τούτο να στερηθώ την αυτονομία μου; Αλλ’ επειδή η αυτονομία μοι εδόθη εφ’ ω να κυβερνηθώ υπό ηγεμόνος εκλελεγμένου παρά των σύμμαχων Αυλών, και εγώ ευγνωμόνως ταύτα εδέχθην, καλώ λοιπόν πάση ψυχή τον ηγεμόνα εις τους κόλπους της νέας πατρίδας του. Του τοιούτου φρονήματος η εκδήλωση προαπαντά, νομίζω, και κατευνάζει πάντα ενδεχόμενο δισταγμό και του νέου ηγεμόνος του ήδη μέλλοντος εκλεχθήναι. Εκ ταύτης δε της έννοιας διεχρωματίσθη και η σύνταξη όλων των εγγράφων όσα οι κύριοι Πρόσεδροι μέλλουσι να παραστήσωσιν εις τας όψεις των οικείων ανάκτων. 
     Και υμείς κατέχοντες ήδη την έννοια ταύτη, δύνασθε να δώσετε πρός τε τον Κ. πρίγκιπα Πολινιάκο και προς τους κυρίους πρέσβεις της Αγγλίας και της Ρωσίας τας δέουσες εξηγήσεις, όπως μηδόλως αμφιβάλλωσιν ότι πάση δυνάμει συντελέσω εις την ταχίστη πλήρωση των γενναίων προθέσεων των ανάκτων. Προς δε τον λόγο του Βρετανικού πρεσβευτού ότι καλό ήτον να επρόβαλεν η Ελλάς υποψήφιους εις τας σύμμαχους Δυνάμεις, αποκρίνομαι ότι προς τούτο έδει να προϋπάρχωσι δύο τινα· πρώτον να έχει η Ελληνική κυβέρνηση την τοιαύτη εξουσία, και δεύτερο, να έχει και την βεβαιότητα ότι θέλει εισακουσθεί. Αλλ’ εγώ ουδέτερο τούτων έχω. Ούτε το έθνος μοι έδωκε την τοιαύτη εξουσία, ούτε βέβαιος είμαι ότι η εκλογή θέλει γίνει εκ του κατάλογο ον θέλω προβάλει. Έπειτα εκ ποίων εννοιών δύναται η κυβέρνηση να οδηγηθεί εις τας προτάσεις της; Μόνο τούτο εδυνάμην να πράξω να λάβω ενδόσιμο εκ των αναφορών ας μοι έστειλαν αι επαρχίαι υπέρ του πρίγκιπος Λεοπόλδου, και να παραβοηθήσω δι’ αυτών τας περί εκλογής του νέου ηγεμόνος διαπραγματείας των σύμμαχων Αυλών. Περισσότερο δε ούτε πριν εδυνάμην ούτε σήμερον. 
     Σας παραγγέλλω όμως εγώ ανενδότως να επισπεύσετε όσον δύνασθε την εκλογή του ηγεμόνος, ήτις αναμφιβόλως γενήσεται κατ’ ευχή της Ελλάδος, διότι αι Δυνάμεις δεν δύνανται να θέλωσιν άλλο παρ’ ό,τι θέλει το έθνος. 
     Μοι μένει να σας ομιλήσω περί των βοηθημάτων. Μοι εγράψατε την καλή είδηση ην σας έδωκεν ο Κ. Ρ.*** ο δε Κ. Εϋνάρδος μοι λέγει ότι αφ’ ου μάθει το 1.000.000 επιβιβασθέν ως επί την Ελλάδα, τότε μόνον θέλει αναχωρήσει των Παρισίων. Ταύτα με θαρρύνουσι. Πλην επειδή πολλάκις βοηθήματα αποφασισμένα και φθάσαντα έτι και εις Ελλάδα, επί πλείστον εχρόνισαν να εγχειρισθώσιν εις την κυβέρνηση, σας παραγγέλλω να φροντίσετε συντόνως όπως το προκείμενο 1.000.000 δοθεί εις την κυβέρνηση, το βραδύτερο καν εντός του Αυγούστου, διότι ο χρονισμός δύναται να βλάψει μεγάλως. 
     Παρακαλέσατε δε και τον κύριο πρεσβευτή της Αγγλίας ίνα και αι 500.000 φράγκων αι παρά της Αυλής του υποσχεθείσαι καλώσι τάχιον εις την Ελλάδα και εγχειρισθώσιν εις την κυβέρνηση. 
 
Τω Στρατηγώ Κ. Σνεϊδέρω. 
Ναυπλίω, 21 Ιουλίου 1830. 
     Επειδή οι ραδιουργοί καταγίνονται να ταράξωσι την ησυχία των επαρχιών Αρκαδίας και Καρυταίνης, αν το νοσερό της υγείας μου και ο καιρός δεν με εμπόδιζον, ήθελα υπάγει εκείσε αυτοπροσώπως, ίνα ίδω τα τρέχοντα, και παύσω αμέσως, ει δυνατόν, την εναρχόμενη αταξία. 
     Και ούτως όμως θέλω ελθεί εις Μεθώνη δια του ατμοπλοίου, όπου θέλω καλέσει τινάς εκ των επαρχιών τούτων, και αφ’ ου φροντίσω να τους καταλάβω και να με καταλάβωσιν, ελπίζω ότι το πράγμα θέλει διορθωθεί· αναχωρώ λοιπόν εντεύθεν, εκτός απροσδοκήτων περιστάσεων, τη τετράδι το αργότερον. Και είναι μεν λυπηρά τα αίτια του ταξιδίου, αλλά παρηγορούμαι ελπίζων αγαθή έκβαση δια τούτο και μόνον ότι έσομαι εν τη υμετέρα συνέδρα. 
 
Τοις Διδασκάλοις του Εκκλησιαστικού Σχολείου. 
Ναυπλίω, 9 Νοεμβρίου 1830. 
     Υπερήσθημεν μαθόντες εκ της αναφοράς του Διοικητού Πόρου το άνοιγμα του εκκλησιαστικού σχολείου και την τελετήν την καθιερώσασαν τα αυτού εγκαίνια, εις ην παρευρέθησαν οί τε εκκλησιαστικοί καθηγηταί και οι εν Πόρω παρεπιδημούντες αξιωματικοί του Μεγαλειοτάτου των Ρωσιών αυτοκράτορος. Εκ Θεού λοιπόν αρχίσαντες το ιερόν τούτο φρόντισμα, ελπίζομεν ότι εισακουσθήσονται αι ευχαί μας, και ληψόμεθα τους καρπούς αξίους της τε υμετέρας φιλοπονίας και της μερίμνης της κυβερνήσεως και των ελπίδων του έθνους. 
 
Τω ιππότη Κ. Εϋνάρδω εις Φλωρεντίαν. 
Ναυπλίω, 10 Νοεμβρίου 1830. 
     Μυρίας επί μυρίαις ευχαριστίας έχεις παρ’ εμού, αγαπητέ μου Εϋνάρδε, δια τα γράμματά σου της 30 Σεπτεμβρίου και της 10 Οκτωβρίου· προς α κατ’ ευθείαν και αμέσως αποκρίνομαι δια του Κ. Δεριβωπιέρρου, λαβόντος άδειαν να υπάγει να πάρει την οικογένειάν του από Νεάπολιν.  Εδιάβασα και εμελέτησα όλας τας σημειώσεις σου, και άλλο δεν μοι μένει να επιθυμήσω ειμή το να καρποφορήσωσιν όσον τάχιστα ας ελπίζωμεν. Αλλ’ όπως και αν έχει, συ και πάλιν θέλεις αναφανεί μεγάλα υπηρετήσας την Ελλάδα. 
     Συναπτόμενα ευρίσκεις αντίγραφα των προς τον πρίγκιπα Σούτσον γραμμάτων μου, ουδ’ έχω να σοι είπω περισσότερα περί της ενεστώσης ημών καταστάσεως και περί των επιπιπτουσών εις ημάς αναγκών κατά τας αρχάς του νέου έτους. 
     Δια νέου θαύματος μόνον η Πρόνοια δύναται να σώσει τον τόπον τούτον από τους επικειμένους αυτώ κινδύνους εκ της μακράς περί του μέλλοντος αυτού κλήρου αβεβαιότητος. Συ δε, και εν Ιταλία ευρισκόμενος, βέβαιος είμαι ότι θέλεις καταβάλει πάσαν δυνατήν φροντίδα όπως αι σύμμαχοι Αυλαί μη μας αφήσωσι να χαθώμεν υπό της αθλιότητος. 
     Δια του τελευταίου μου γράμματος εκτεταμένως σοι εξήγησα την ιδέαν μου περί διαπράξεως δανείου παρά της Ελληνικής κυβερνήσεως, ασφαλιζομένου και δια των εισοδημάτων αυτής και δια της ευκολύνσεως των δανειστών προ(ς) το αγοράσαι εθνικάς γαίας. Σε παρακαλώ λοιπόν να φροντίσεις περί του σχεδίου μου, διότι συ μόνος δύνασαι να το φέρεις εις έκβασιν. Αφ’ ου δε ίδεις το δυνατόν αυτού, γράψον μοι, ίνα σοι στείλω άνθρωπον είτε εργασθησόμενον περί τούτου υπό την διεύθυνσίν σου, είτε συμπράξοντα μετά σου όπως το κρίνεις ωφελιμώτερον και καταλληλότερον. 
     Χαίρω ότι ηδυνήθης να παρέξεις εις τον πρίγκιπα Σούτσον τα ικανά ίνα ζήσει μετά της πολυπροσώπου οικογενείας του. Ζητείς δε διάταγμα της κυβερνήσεως απονέμον αυτώ 36.000 φράγκων κατ’ έτος. Αλλ’ εγώ, και αναγκαίαν πιστεύων την τοιαύτην απονομήν, και συμφρονών μετά σου ότι ουδείς άλλος ηδύνατο να υπηρετήσει κάλλιον την Ελλάδα εν Παρισίοις, δεν δύναμαι όμως να εκλέξω τον πρίγκιπα Σούτσον επί τοιαύταις συνθήκαις. Διότι, καθώς δεν υπάρχει Έλλην λαλών γαλλικά όστις να μη πιστεύει ότι είναι ικανός να διαπρεσβεύσει εν Παρισίοις, ούτως ουδ’ υπάρχει ουδείς όστις να μη μισεί από καρδίας τους Φαναριώτας. Όλοι άρα ήθελαν ενωθεί προς το βοήσαι μεγάλα κατά της κυβερνήσεως ως δαψιλευούσης τους πτωχούς του κοινού πόρους εις οίκον μηδέν πράξαντα εν τη Ελλάδι υπέρ της Ελλάδος. Άριστον είναι λοιπόν ότι ηδυνήθης να με απαλλάξεις από την μεγάλην ταύτην δυσχρηστίαν. Όθεν στέλλων μοι τους λογαριασμούς του, ενσημείωσον και την δαπάνην ταύτην, και επειδή το πράγμα εγένετο παρά σου, θέλει επικυρωθεί αγογγύστως τε και αμέμπτως. 
     Σοι προέγραψα ήδη ότι διέταξα να ληφθεί σημείωσις των όσα επλήρωσας δια την αγοράν του γαιάνθρακος. Αλλ’ επειδή ευρισκόμεθα επί του κεφαλαίου των πόρων και των απολογισμών, δεν δύνασαι άρα γε να μοι εύρεις άνθρωπόν τινα ικανόν, δεδοκιμασμένον εις τα έργα του αξιολόγου τούτου μέρους της διοικήσεως; Όσα έκαμα έως τούδε ίνα εισάξω τάξιν και έλεγχον εις το λογιστικόν, δεν επλήρωσαν την προσδοκίαν μου. Οι Έλληνες μόλις γνωρίζουσι την εμπορικήν βιβλιογραφίαν, και ουδέν περισσότερον. Ουδέ μοι αρέσκει η υπηρεσία αύτη όπως υπάγει, και υπερπεπεισμένος είμαι ενδομύχως ότι με απατώσι, και ότι η ενεστώσα διαχείρισις γεννά καταχρήσεις υπέρογκους ως προς την ένδειάν μας. 
     Ο άνθρωπος ον σε ζητώ πρέπει να ήναι διοικητικός τις, έχων πρακτικάς γνώσεις περί διοργανώσεως και υπηρεσίας της οικονομίας. Ούτε δογματικόν θέλω, ούτε οικονομολόγον, αλλ’ άνδρα εργατικόν, προς ον να λέγω, λάβε τα διδόμενα ταύτα, λάβε και τας ιδέας μου, και σκεφθείς δος μοι την γνώμην σου, και έπειτα σχεδίασον τον προκείμενον κανονισμόν, τον οποίον θέλεις εκτελέσει μετά των συμβοηθών των παρ’ εμού σοι δοθησομένων. Θέλει δ’ έχει μεγάλην χρείαν βοηθών επί τινα καιρόν, διότι όλα τα έγγραφα και αι επιστολαί, είναι Ελληνικαί· αλλά και πολλοί εκ των υποσυνεργών εξεύρουσιν ιταλικά και γαλλικά.
      Αν μοι εύρεις τον μαργαρίτην τούτον, δεν θέλω να μοι τον χαρίσεις, αλλά τω δίδω τον μισθόν ον συμφωνήσεις μετ’ αυτού. Τους πρώτους δε μήνας θέλω τον καταστήσει παρ’ αυτώ τω προσώπω του Κυβερνήτου, και θέλει εργάζεσθαι μετ’ αυτού. 
     Ιδού και άλλη παραγγελία. Εις τα κεντρικά μας σχολεία, στρατιωτικά τε και πολιτικά, χρειαζόμεθα ένα καλόν διδάσκαλον ιχνογραφίας αρχιτεκτονικής, οποίον ευκόλως, νομίζω, θέλομεν ευρεί εις Ιταλίαν. Φρόντισον λοιπόν. Η δε διάθεσις των μαθητών μας είναι αξιοθαύμαστος.  Και του λοιπού θέλω σε γράφει εις Ιταλίαν. 
 
Τω μοιράρχω Κ. Κανάρη
Ναυπλίω, 15 Νοεμβρίου 1830. 
     Ο της γαλλικής μοίρας ναύαρχος Κ. Δαλάνδος, μέλλων να στείλει εν βρίκιον εις την Κρήτην, φιλίως μας εξαγγέλλει ότι ο του βρικίου ηγεμών εντολήν έχει να εξετάσει αν τω όντι ο αριθμός των θελόντων μεταναστεύσαι εις Ελλάδα Κρητών είναι τόσον πολύς όσον τον παρεστήσατε δια των προς την Γραμματείαν των Ναυτικών εμφανίσεών σας εκδεδομένων τη . . . . 
    Συμφρονούμεν δε και ημείς μετά των κυρίων ναυάρχων ότι εν ταις αναφοραίς τας οποίας ελάβετε εκ διαφόρων της Κρήτης επαρχιών παραπολύ μεγαλύνεται ο αριθμός των οικογενειών όσαι αναγκάζονται να φύγωσι την πατρίδα των. 
     Αλλ’ όπως αν έχει, θέλομεν ίνα, όσον σας το συγχωρούσιν οι τρόποι σας, προσφέρετε εις τους δυστυχείς τούτους τα αναγκαία περάματα. Να γείνει όμως η εκείθεν αναχώρησίς των όσον ταχίστη, διότι η περί τα Κρητικά παράλια διατριβή σας δύναται να προξενήσει, κατά την γνώμην των κυρίων ναυάρχων, λογοτριβάς και περιπλεγμούς απαρέστους. 
     Και ημείς μεν δεν συμφρονούμεν εις τούτο, διότι, το μεν, ο σκοπός της υπηρεσίας σας προεδείχθη παρ’ αυτών των Προσέδρων των σύμμαχων Αυλών, το δε και αι συνθήκαι δίδουσιν εις τους Κρήτας δικαίωμα να μεταναστεύσωσιν εις την Ελληνικήν επικράτειαν. Αλλ’ όμως επιθυμούμεν να τελεσθεί ο σκοπός όσον ένεστι συντομώτατα, αποπλεόντων ευθύς των μεταναστών. 
     Προς τούτο μάλιστα πολλά επεκαλέσθημεν και την συναντίληψιν των κυρίων ναυάρχων, παρακαλούντες αυτούς να προστάξωσι τα πλοία των να λάβωσιν οικογενείας τινάς Κρητών, και ήδη η απόκρισίς των μας δίδει την ελπίδα της τοιαύτης συναντιλήψεως· το οποίον είναι καλόν να γνωρίζετε. 
     Οφείλομεν έτι να σας γνωστοποιήσωμεν ότι οι κύριοι ναύαρχοι έλαβον εκθέσεις εν αις παρίσταται η εκείσε αποστολή σας με χαρακτήρα αμφιλογούμενον, ότι δηλαδή διωρίσθητε να μοιράσετε πολεμεφόδια και να ενθαρρύνετε τους Κρήτας εις πόλεμον και αντίστασιν. Προβαίνοντες δε και περαιτέρω, διέδωκάν τινες ότι ο Κ. Ρενιέρης και το συμβούλιόν του, παραχρώμενοι το όνομα και την ροπήν της Ελληνικής κυβερνήσεως, ελπιδοτροφούσι τους Κρήτας ότι αι περί αυτών αποφάσεις των σύμμαχων Αυλών θέλουσι μεταβληθεί. 
     Και ημείς μεν απέσχομεν του αποκριθήναι προς τας κατηγορίας ταύτας, αιδούμενοι ημάς αυτούς, και το πρέπον φυλάττοντες. Θέλομεν όμως να διαμηνύσετε προς τον Κ. Ρενιέρην τα κατ’ αυτού συκοφαντούμενα, και να τον προτρέψετε, καθώς τον προετρέψαμεν και ημείς εν όσω τω εγράφομεν, να αναχωρήσει πλέον εκ της Κρήτης, και τότε θέλετε τον λάβει επί της κορβέτας.  Περαίνοντες την παρούσαν, σας παρεγγυώμεν και πάλιν να διαπράξετε τα επιτετραμμένα μετά του ζήλου του συνήθους υμίν. Και όσον τάχιον τελειώσετε, και όσον περισσοτέρους Κρήτας σώσετε, τόσω μάλλον θέλετε δικαιώσει την ημετέραν πίστιν εις τας υπηρεσίας και εις τον γενναίον υμών χαρακτήρα. 
 
Τω Κ. Βετάν εις Γενεύην.
Ναυπλίω, 20 Νοεμβρίου 1830. 
     Υπ’ όψιν έχω, αγαπητέ μου Βετάν, το, τε εράσμιον γράμμα σου της 25 Αυγούστου, και το του ιατρού Κ. Γόσσου από 19 Σεπτεμβρίου. Αλλά γνωρίζοντες το ενδεές των στιγμών μου, μη χαλεπαίνετε αν αποκρίνωμαι προς ένα μόνον. Άλλοτε θέλω γράψει προς τον Κ. Γόσσον· σήμερον δε μόνον πολλά πολλά προσαγόρευσον αυτόν παρ' εμού.  Το γράμμα σου (*) έστειλα προς τον Κ. Μουστοξείδην. Ελπίζω δε καγώ να μεταβώ μετ’ ολίγας ημέρας εις Αίγιναν, και τότε θέλω ενεργήσει παρ’ αυτώ ως επίτροπός σου, καθό πολίτης της Γενεύης. Η των αρχαίων μικρά ημών συλλογή γίνεται καθ’ εκάστην αξιολογωτέρα, και ήθελε γείνει πολύ περισσότερον, αν είχομεν να εξοδεύσωμεν όσα χρειάζονται εις ανασκαφάς. Αλλά δεν βιάζομαι, ελπίζων ότι οι περιηγηταί δεν μας αρπάζουσι πλέον τα αρχαία λαθραίως, ως άλλοτε. 
(*) Αίτησιν περιείχεν αυτό τινών αρχαίων πραγμάτων δια το εν Γενεύη μουσείον. 
     Η Αίγινα δεν είναι πλέον έδρα της κυβερνήσεως, αλλ’ ήδη περιλαμβάνει όλα τα προκατασκευαστικά ημών διδακτήρια. Εκτός του Ορφανοτροφείου, όπου παιδαγωγούνται πεντακόσιοι παίδες, ενυπάρχουσι δύο προσχολεία, το μεν, αλληλοδιδακτικόν, το δε, των ελληνικών λόγων, των στοιχείων της μαθηματικής, των ξένων γλωσσών, της ιχνογραφίας, και της μουσικής, ονομαζόμενον Εϋνάρδειον, διότι δαπάναις αυτού εκτίσθη και συνέστη. 
     Δουλεύει δε και τυπογραφείον Ελληνικόν μέγα και ευπρεπές εις εκτύπωσιν των αναγκαίων βιβλίων, γραμματικών δηλαδή και κειμένων των παραδιδομένων συγγραφέων, το οποίον επλήρωσα εις τον Κ. Διδότον καθ’ ικανόν μέρος εκ των χρημάτων α μοι έστειλε προλαβόντως η Γενευαία των φιλελλήνων συναυλία, και παρακαλώ να το είπεις προς τε τον Κ. Φάβρον και τον Κ. Μυνιέρον και όσους άλλους των συνέδρων αυτών γνωρίζεις. 
     Οι συρρεύσαντες εις Αίγιναν μαθηταί υπερβαίνουσι, μετά των του Ορφανοτροφείου, τους χιλίους πεντακοσίους, και η επίδοσις αυτών, γενναία. Τα αυτά τρέχουσι και εις τας επαρχίας, ων εκάστη έχει εν ή δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία, και άρα μαθηταί οι όλοι συμποσούνται οκτακισχίλιοι. Όλα δε τα σχολεία ταύτα θέλουσι ρυθμισθεί όσον ούπω κατά την μέθοδον του Κ. Σαραζίνου υπό διδασκάλων ορμωμένων εκ του Αιγιναίου προσχολείου. 
     Και το εν Ναυπλίω δε στρατιωτικόν σχολείον μας δίδει καλλίστας ελπίδας, ως εδείχθη εκ της δημοσίου εξετάσεως και αριστεύσεως των μαθητών εν τω έτει τούτω. 
     Και φροντιστήριον εκκλησιαστικόν συνέστη εν τω του Πόρου μοναστηρίω προ ολίγου, χρήζον τούτο και συντονωτέρας και αμεσωτέρας επιστασίας, γενησομένης δήπουθεν παρ’ εμού αυτού.  Τέλος, ευεργετούντος πάλιν του Κ. Εϋνάρδου, κατεσκευάσθη και πρότυπον αγροκήπιον εις Τίρυνθα, διευθυνόμενον παρά του Κ. Παλαιολόγου, μαθητού του Κ. Δομβάλου, όστις έχει υπ’ αυτόν εξήκοντα σπουδαστάς και τους παρασκευάζει εις την αγρονομικήν υπηρεσίαν. 
     Το Ναύπλιον ανακαθαίρεται από τα συντρίμματα, και καθ’ εκάστην μάλλον μετασχηματίζεται εις όντως πόλιν. Αι δε καλύβαι τας οποίας είχα κατασκευάσει έξω προ δύο ετών, εκλείπουσι, και αντ’ αυτών εγείρονται οίκοι μεγάλοι και ευπρεπείς, συστήσοντες το προάστειον, την Πρόνοιαν.  Ετελείωσε σχεδόν και η διαγραφή μεγάλης οδού φερούσης από Ναυπλίου εις Άργος εν ώρα μια και τετάρτω. Και το Άργος, έχον ήδη ικανάς ευκατασκευάστους οικίας, φαίνεται είμορφα από Ναύπλιον. 
     Αι συχναί μου περιοδείαι μ’ επληροφόρησαν ότι παντού γίνεται κάτι καλόν. Οι κάτοικοι απολαύουσιν εντελούς ησυχίας, και εργαζόμενοι βελτιούσι τα κατ’ αυτούς. Ταύτα δε υλικώς βελτιώσαντες μέχρι τινός, αφεύκτως θέλουσι καταντήσει και εις την ηθικήν βελτίωσιν, εις την οποίαν και ήδη συντελούσι, και προϊόντος του χρόνου περισσότερον συντελέσουσι τ’ αλληλοδιδακτικά σχολεία. 
     Ο ούτω θεωρών την Ελλάδα, ενδομύχως πείθεται ότι καθ’ εκάστην μεγάλως προβαίνει προς την κοινωνικήν και πολιτικήν επανόρθωσιν. Αλλ’ όμως υπάρχουσι ξένοι τινές, έτι δε και Έλληνες, οίτινες άλλως θεωρούσι τα πράγματα, και την Ελλάδα νομίζουσι δεδουλωμένην, ως μήπω κληθείσαν παρά της κυβερνήσεως εις συνταγματικήν συμμέθεξιν της διοικήσεως των κοινών. 
     Και ας θεωρεί μεν περί τούτου και κρίνει έκαστος όπως βούλεται· αλλ’ εγώ ούτε γνώμην ούτε πολιτείαν δύναμαι ν’ αλλάξω. Επιθυμών θερμώς την ύψωσιν της Ελλάδος εις έθνος ελεύθερον και αυτόνομον, οφείλω μεν να σπουδάσω όπως τάχιον φθάσει εις τούτο, πλην δεν δύναμαι και να αμβλυωπήσω προς τα νοσήματα αυτής όσα έπαθεν εκ δουλείας τεσσάρων αιώνων και εξ αναρχίας επταετούς. 
     Τούτων των νοσημάτων απαλλαχθείσα δια της ιδίας εαυτής συντονίας, τουτέστι δια της εργασίας, θέλει κάμει και συνταγματικούς νόμους, των οποίων και τα στοιχεία είναι ήδη προπαρεσκευασμένα, και σήμερον ενεργούνται καθ’ έκαστον μέρος της διοικήσεως, βαθμηδόν αναπτυσσομένης προς σύστασιν του μέλλοντος συνταγματικού διακόσμου. Η Γερουσία δια την νομοθεσίαν, οι Διοικηταί και οι Γραμματείς δια την διοίκησιν, και τα δικαστήρια, υπάρχουσιν επιτηδεύματα εν οις μορφούνται, κατά την γνώμην μου, βουληφορικοί και διοικητικοί άνδρες ως εν σχολείοις. Πολίτας δε θέλουσι μας δώσει τα διδασκαλεία, η γεωργία, η εμπορία, η ναυτιλία, και η άλλη βιομηχανία. 
     Ταύτα διεξήλθον, αγαπητέ μοι Βετάν, βλέπων ότι πολλοί, μη αρκούμενοι εις το φρονείν εναντία, θέλουσι και να ενστάξωσι τα φρονήματά των εις το κοινόν. Εγώ την παμψηφίαν δεν θηρεύω, αλλά μόνον τας ψήφους των ευσυνειδήτως και απροσπαθώς προς τα συστήματα, αγαπώντων το καλόν της Ελλάδος· δια τούτο και σοι έδωκα κεφαλαιώδη επιδρομήν των κατά την Ελλάδα, και τας απαραβάτους αρχάς σοι ανέπτυξα της κυβερνήσεως αυτής. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου