Ομιλία του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 25 Αυγούστου 1920 | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Ομιλία του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 25 Αυγούστου 1920

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ομιλία του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 25 Αυγούστου 1920
 
Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός).
     Κύριοι βουλευταί, Ανέρχομαι το βήμα βαθύτατα συγκεκινημένος δια τους συμπαθείς και τόσον κολακευτικούς λόγους, τους οποίους μοι απηύθυνεν εκ μέρους της Εθνικής Αντιπροσωπείας ο κ. Πρόεδρος της Βουλής και δια τους οποίους εκφράζω την βαθείαν ευγνωμοσύνην μου προς αυτόν και προς την Βουλήν.  
     Λαμβάνω ήδη την τιμήν να καταθέσω εις την Βουλήν νομοσχέδιον κυρώσεως τεσσάρων συνθηκών, αίτινες υπεγράφησαν εν Σέβραις τη 20 Ιουλίου (10 Αυγούστου) ε.ε.  
     Η πρώτη των συνθηκών αυτών είνε η συνθήκη ειρήνης μετά της Τουρκίας, δι’ ης τα όρια της Ελλάδος μετατίθενται από του Νέστου εις τον Εύξεινον Πόντον και την Προποντίδα, και από των νήσων του Αιγαίου Πελάγους, εις την πρωτεύουσαν της αρχαίας Λυδίας, τας Σάρδεις. (Ενθουσιώδεις ζητωκραυγαί υπέρ του κ. Βενιζέλου και της Μεγάλης Ελλάδος).  
     Η δευτέρα είνε συνθήκη δι’ ης αι Σύμμαχοι Μεγάλαι Δυνάμεις μεταβιβάζουν εις την Ελλάδα την κυριαρχίαν της Δυτικής Θράκης, ήτις, δια της συνθήκης του Νεϊγύ είχε παραχωρηθή υπό της Βουλγαρίας εις αυτάς.  
     Η τρίτη είνε συνθήκη μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας, δι’ ης ρυθμίζεται το ζήτημα των Δωδεκανήσων. Καίτοι το ζήτημα τούτο είχεν ήδη οριστικώς ρυθμισθή δια της συμφωνίας της 20 Ιουλίου 1919, ανεφύησαν την τελευταίαν στιγμήν δυσχέρειαι, αίτινες εν τούτοις εξωμαλύνθησαν, ευτυχώς εκδηλωθείσης ειλικρινούς εκατέρωθεν επιθυμίας όπως οι σχέσεις των δύο Κρατών συνεχισθούν επί της αυτής γραμμής ην είχε χαράξει η συμφωνία του 1919, και ήτις έτεινεν εις την σύσφιγξιν των ευτυχώς εγκαινιασθεισών έκτοτε σχέσεων φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης.  
     Η τετάρτη είνε συνθήκη, δι’ ης αι προστατευτικαί διατάξεις υπέρ των εθνικών μειονοψηφιών λαμβάνουν διεθνή κύρωσιν. 
 Όμοιαι συνθήκαι επεβλήθησαν υπό των Μεγάλων Δυνάμεων εις όλα τα Κράτη τα προελθόντα εκ της διαλύσεως της Αυστροουγγρικής Μοναρχίας και τα αυξηθέντα εδαφικώς συνεπεία του πολέμου.  
     Δεν προτίθεμαι, κύριοι, μετά τον θαυμάσιον λόγον του κ. Προέδρου της Βουλής να εξάρω τας εθνικάς επιτυχίας, αίτινες καθιερούνται δια των τριών εκ των συνθηκών τούτων. Το έργον τούτο, όπερ αποτελεί την επίστεψιν της πολιτικής, ήτις ήγαγεν εις την συγκρότησιν της Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, ανήκει εις την Ιστορίαν, θέλει δε κριθή προσεχώς υπό του Ελληνικού Λαού, ενώπιον του οποίου θα εμφανίσωμεν τον απολογισμόν του έργου, όπερ η εμπιστοσύνη αυτού μας επέτρεψε να πραγματοποιήσωμεν.  
 
Αι κατατεθείσαι συνθήκαι
     Άλλοτε εσκόπουν να ζητήσω την επικύρωσιν των συνθηκών τούτων υπό της παρούσης Βουλής. Αλλ’ η τόσον βραχεία διάρκεια του παρόντος τμήματος των εργασιών αυτής — μόλις δεκαήμερος — ώστε έφθασα εις το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε λόγος, τοιαύτης επιβολής συνθήκαι, να διέλθουν του ελέγχου της Βουλής μετά τοιαύτης σπουδής. Εφ’ όσον δε και εξετελέσθησαν αι διατάξεις των συνθηκών τούτων όσον αφορά τα πρώην Βουλγαρικά και Τουρκικά εδάφη, όσα περιέρχονται ημίν, η ανάγκη της κυρώσεως απέβαινεν ολιγώτερον επείγουσα. Είμαι δε βέβαιος ότι η εκ των προσεχών εκλογών μέλλουσα να προέλθη νέα Βουλή θα δυνηθή να κυρώση τας συνθήκας ταύτας πριν ακόμη συμπληρωθώσιν υπό των λοιπών συμβαλλομένων όλαι αι αναγκαίαι διατυπώσεις όπως αρχίση η εκτέλεσις των συνθηκών τούτων.  
     Το τμήμα τούτο των εργασιών θα διαρκέση, ως είπον, δεκαήμερον περίπου, κατά το οποίον θα ψηφισθούν νομοσχέδιά τινα, σχετιζόμενα με τας επικειμένας εκλογάς και ολίγιστά τινα άλλα, φύσεως εξαιρετικώς κατεπειγούσης. Επίσης θα γείνη και ο καθορισμός των διατάξεων του Συντάγματος, ων θα ζητηθή η αναθεώρησις.  
     Άμα τη λήξει του δεκαημέρου, η παρούσα Βουλή, συμφώνως προς τας ανέκαθεν δηλώσεις μου, θα διαλυθή, ο Στρατιωτικός Νόμος θα αρθή, η λογοκρισία θα καταργηθή και ο Ελληνικός Λαός θα κληθή να εκδώση την ετυμηγορίαν του, επί των γενομένων, δια των εκλογών, αίτινες θα ενεργηθώσι εντός του προσεχούς Οκτωβρίου.  
     Περί της ετυμηγορίας ταύτης του Ελληνικού Λαού είμαι απολύτως ήσυχος και απολύτως ασφαλής. Αι Εθνικαί επιτυχίαι, ουδ’ υπό των χειρίστων εχθρών αμφισβητούνται πλέον. Αλλά παραδόξως απειλούμαι ότι θα καταψηφισθώ υπό του Ελληνικού Λαού, παρά τας λαμπράς επιτυχίας, διότι ο Ελληνικός Λαός δεν δύναται, ουδέ μετά τας επιτυχίας ταύτας, να συγχωρήση την αφαίρεσιν των ελευθεριών του. Ο αφαιρέσας δε τας ελευθερίας του Ελληνικού Λαού φαίνεται ότι είμαι εγώ, ο οποίος δια τούτο αποκαλούμαι υπό των αντιδραστικών τύραννος.  
     Η κατηγορία αύτη διατυπούται τόσον συστηματικώς, από μακρού ήδη χρόνου, ώστε να μη είνε όλως περιττόν ίσως να απαντήσω εις αυτήν από τούδε.  
 
Κατηγορούμαι ως τύραννος
     Κατηγορούμαι ως τύραννος, διότι εφήρμοσα τον Στρατιωτικόν Νόμον και την προληπτικήν λογοκρισίαν του Τύπου. Και όμως και αυτά τα δημοκρατικώτερα των Εθνών, ανεγνώρισαν την εν περιπτώσει πολέμου ανάγκην περιορισμού των προσωπικών ελευθεριών, αυτή δε η δημοκρατική Ρώμη, κατά την αρίστην αυτής εποχήν, εισήγαγε τον θεσμόν του Δικτάτορος, εν περιπτώσει πολέμου. Και πάντα δε τα νεώτερα Έθνη και τα μάλλον δημοκρατικά, εφαρμόζουν εν περιπτώσει πολέμου τους αυτούς περιορισμούς των προσωπικών ελευθεριών.  
     Όταν το Κράτος αποστέλλει εις τα σύνορα την άλκιμον αυτού νεότητα, δια να θυσιάση την ζωήν της, δικαιούται και υποχρεούται να ζητήση από τους μένοντας εις το εσωτερικόν πολίτας τους αναγκαίους περιορισμούς των προσωπικών των ελευθεριών, ίνα μη η θυσία του αίματος των εις το μέτωπον μαχομένων κινδυνεύση να αποβή ματαία. (Μπράβο-μπράβο χειροκροτήματα)   Άλλως τε, το πολίτευμα ημών, προβλέπει την εφαρμογήν του Στρατιωτικού Νόμου και της προληπτικής λογοκρισίας, εν περιπτώσει εξωτερικού πολέμου ή γενικής επιστρατεύσεως. Εν προκειμένω δε και εν πολέμω διατελούμεν και υπό γενικήν επιστράτευσιν ευρισκόμεθα, συντρέχουν, δηλαδή αμφότεραι αι προϋποθέσεις, ων μία και μόνη ήτο αρκετή δια την εφαρμογήν του Στρατιωτικού Νόμου. Ούτε βέβαια αι διηνεκείς στρατιωτικαί στάσεις και συνωμοσίες, ήσαν φύσεως τοιαύτης, ώστε να καταστήσουν περιττήν την εφαρμογήν του Στρατιωτικού Νόμου.   Όσον αφορά δε τον τρόπον, καθ’ ον ησκήθησαν τα περιοριστικά ταύτα μέτρα, αρκεί να σημειωθή ότι ουδεμία θανατική εκτέλεσις εγένετο κατά πολιτικών προσώπων, και ότι εν γένει ουδεμία θανατική εκτέλεσις εφηρμόσθη άλλη, παρά κατά των ενόχων στρατιωτικών στάσεων.  
     Αλλά με κατηγορούν ως τύραννον και διότι με θεωρούν επιβάτην της Αρχής. Βραχεία ιστορική αναδρομή θα αποσπάση και κατά τούτο την προσωπίδα από τους κωμικούς της αμύνης των λαϊκών ελευθεριών.  
     Ο πόλεμος του 1914 με εύρεν υπεύθυνον αρχηγόν της Εκτελεστικής Εξουσίας, με την αναμφισβήτητον εμπιστοσύνην του Ελληνικού Λαού. Ότε εγεννήθη το ζήτημα της συμμετοχής μας εις την επιχείρησιν κατά των Δαρδανελλίων, συνεκροτήθησαν δε τότε δύο Συμβούλια του Στέμματος, οι μεν άλλοι πολιτικοί αρχηγοί ενέκριναν την πολιτικήν μου, ο δε μόνος διαφωνών προς αυτήν Θεοτόκης συνέστησεν επί παρουσία μου προς τον Βασιλέα να εγκρίνη την πολιτικήν μου, διότι αύτη είχεν αναμφισβητήτως υπέρ αυτής την πλειονοψηφίαν του Ελληνικού Λαού.  
 
Μικρά ανασκόπησις του παρελθόντος
Και όμως, ο επίορκος Βασιλεύς, παρά την γνώμην όλων των πολιτικών ηγετών, βεβαιωμένον έχων παρ’ αυτών των πολιτικών μου αντιπάλων ότι ενεργεί εναντίον της γνώμης του Ελληνικού λαού... με αναγκάζει τότε εις παραίτησιν. Εγώ υποκύπτω μετά τοσαύτης νομιμοφροσύνης, ώστε, παραμείνας υπό παραίτησιν, τέσσαρας ημέρας εις την αρχήν, απηγόρευσα αυστηρώς και απολύτως και προέλαβα αποτελεσματικώς πάσαν λαϊκήν υπέρ εμού εκδήλωσιν. Επειδή οι μικροί μου αντίπαλοι εκινδύνευον να με φέρουν και εις προσωπικωτέραν σύγκρουσιν προς το Στέμμα, απήλθον της Ελλάδος και δεν μετέσχον καν προσωπικώς του εκλογικού αγώνος.  Και όμως ο Λαός δίδει εις το κόμμα των Φιλελευθέρων πάλιν ισχυράν πλειονοψηφίαν δια των εκλογών της 31 Μαΐου 1915. Επανέρχομαι τον Αύγουστον ιδίου έτους εις την αρχήν με το εγκριθέν υπό του Στέμματος πρόγραμμα ότι θα μείνωμεν εν τη ουδετερότητι, αλλά θα εξέλθωμεν αυτής όπως σπεύσωμεν εις βοήθειαν των Συμμάχων μας Σέρβων, εν περιπτώσει οι Βούλγαροι επετίθεντο κατ’ αυτών. 
     Ότε ο έκπτωτος Βασιλεύς συνεφώνει επί της πολιτικής ταύτης, είχεν ήδη, ως απεδείχθη ακολούθως εκ των ανευρεθέντων τηλεγραφημάτων δηλώσει εις τον τότε Βασιλέα της Βουλγαρίας ότι εν ουδεμία περιπτώσει θα έσπευδεν εις βοήθειαν των Σέρβων, προσβαλλομένων υπό των Βουλγάρων και μονονουχί ώθει τους τελευταίους εις τοιαύτην επίθεσιν δια να εξυπηρετηθούν τα Γερμανικά συμφέροντα. 
     Ότε εγένετο η Βουλγαρική επιστράτευσις προς επίθεσιν κατά της Σερβίας, απεκαλύφθη η διπλοπροσωπία του εκπτώτου Βασιλέως, αρνουμένου να εκτελέση τας συμμαχικάς υποχρεώσεις και διακηρύττοντος επί τη παρατηρήσει μου ότι την φοράν ταύτην ώφειλε να υποκύψη προ της λαϊκής ετυμηγορίας, ότι εις τα μεγάλα εθνικά ζητήματα, ων υπεύθυνος απέναντι του Θεού, δεν οφείλει να υποκύπτη εις την λαϊκήν θέλησιν, αλλ’ οφείλει να επιβάλλη τας προσωπικάς του αντιλήψεις. 
     Από της στιγμής εκείνης ο πρώην Βασιλεύς δεν ηδύνατο να παραμείνη επί του Θρόνου παρά μόνον αν η Γερμανική νίκη τω παρείχε την δύναμιν να καταλύση και το ελεύθερον ημών πολίτευμα και να εγκαθιδρύση την Μοναρχίαν. Εις εμέ εν τούτοις δεν επετρέπετο τότε να αναλάβω τον αγώνα κατά του επιόρκου Βασιλέως υπέρ του καταπατουμένου πολιτεύματος και της εφαρμογής της εθνικής μας πολιτικής. 
     Εάν τοιούτον ανελάμβανον αγώνα, η διαίρεσις του Ελληνικού στρατού θα παρείχεν εις την επιστρατευμένην Βουλγαρίαν την ευκαιρίαν να συντρίψη τον αλληλομαχούντα στρατόν μας. Ηνέχθην επομένως και την νέαν συνταγματικήν Κυβέρνησιν και προσήλθον εις την Βουλήν προς συνεργασίαν μετ’ αυτής. Αλλ’ ο Μοναρχισμός δεν ηρκείτο εις την ψήφον ανοχής ην παρείχομεν εις την Βασιλικήν του Κυβέρνησιν. Ήθελε και να ταπεινώση την εθνικήν αντιπροσωπείαν και εις την πρώτην ύβριν κατ’ αυτής του υπουργού των Στρατιωτικών ενεπνεύσθη ν’ αμείψη τούτον δι’ ανωτέρων αυλικών αξιωμάτων. Υπεδείχθη τότε ως διέξοδος εκ της δημιουργηθείσης δυσχερείας η συγκρότησις των αναγκαίων ολίγων εκείνων συνεδριάσεων της Βουλής και κηρυχθή η λήξις αυτής, οπότε επί μακρούς μήνας δεν θα ήτο συνταγματικώς επιβεβλημένη η παρουσία της Βουλής.  Αλλά ουδέ τούτο έγεινε δεκτόν. Επεδιώκετο να εκμηδενισθή η πλειονοψηφία της Βουλής και προς τούτο απεφασίσθη η σατανική χρησιμοποίησις της επιστρατεύσεως, καθ’ ην εις μεν τους ανήκοντας εις τα αντίπαλα κόμματα στρατιώτας θα εδίδετο άδεια όπως μεταβώσι και ψηφοφορήσωσιν, οι δε Φιλελεύθεροι στρατιώται θα ενεκλείοντο εις τους στρατώνας. 
     Εφρόντισα να καταστήσω γνωστόν ότι δεν είμαι διατεθειμένος να συμπράξω εις τοιαύτην πολιτικήν κωμωδίαν, και ότι αν εγίνοντο υπό τοιούτους όρους εκλογαί δεν θα μετείχον αυτών. Εις πάντα εχεφρονούντα η περίπτωσις αύτη θα έκαμνε την αναγκαίαν εντύπωσιν, ως η πρώτη πράξις της εν ανάγκη προσφυγής εις τα έσχατα μέτρα προς άμυναν υπέρ των λαϊκών ελευθεριών. Αλλ’ ο Μοναρχισμός είχεν εκμανή και η ιδέα ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν θα παρίστατο εις την Βουλήν, εθεωρήθη μάλιστα ως ευτυχής περιπέτεια. Και εν τούτοις το κόμμα των Φιλελευθέρων υπομένει και αναμένει επί μήνας ακόμη μακρούς αφού απεφάσισεν εν τω μεταξύ να λαμβάνη μέρος εις επαναληπτικάς εκλογάς δια να αποδείξη την προς αυτό λαϊκήν εμπιστοσύνην, εδήλωσεν, ότι οι εκλεγησόμενοι δεν θα παρεκάθηντο εις την έκθεσμον Βουλήν της 6 Δεκεμβρίου. Τρεις τοιαύται εκλογαί, της Μιτυλήνης, της Χίου και της Καβάλλας, απετέλεσαν τρεις εκλογικούς θριάμβους δια τους Φιλελευθέρους, έως ότου μετά την παράδοσιν του Ρούπελ επέρχεται η Ευρωπαϊκή επέμβασις και επιβάλλεται η μετ’ αποστράτευσιν διεξαγωγή νέων εκλογών. 
     Οι Φιλελεύθεροι ετοιμάζονται αμέσως δια την εκλογικήν πάλην. Αλλ’ ο Μοναρχισμός βλέπει το έδαφος κλονούμενον υπό τους πόδας του και γνωρίζων ότι δεν θα επετύγχανε κανένα βουλευτήν εις όλην την Νέαν Ελλάδα, εγνώριζε και πόσαι περιφέρειαι της Παλαιάς Ελλάδος ήσαν απόρθητοι ακροπόλεις του Φιλελευθέρου κόμματος, ώστε να εξασφαλίζουν υπέρ αυτού την πλειονοψηφίαν εν τη νέα Βουλή. Και τότε ο Μοναρχισμός προέβη εις νέον έγκλημα κατά της Ελλάδος. Εζήτησε την βοήθειαν παρά των Βουλγάρων όπως δια της εισβολής τούτων εις την Μακεδονίαν ματαιώσουν τουλάχιστον τας εκεί εκλογάς. Και η εισβολή εγένετο και εις την Δυτικήν και εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν. Αποτέλεσμα δε της εισβολής ταύτης υπήρξεν η αιχμαλωσία ενός Σώματος στρατού Ελληνικού και ο θάνατος 40.000 Ελλήνων της Ανατολικής Μακεδονίας. 
     Μετά την νέαν ταύτην τροπήν των πραγμάτων αι εκλογαί εγκατελείφθησαν και αφού πλέον ο κίνδυνος της Βουλγαρικής εισβολής εις Μακεδονίαν, όστις συνεκράτει ημάς από της προσφυγής εις τα άκρα, επραγματοποιήθη, απεφασίσαμεν ότι ουδέν άλλο μέσον υπελείπετο εις ημάς παρά το κίνημα της Θεσσαλονίκης. 
     Την 14 Αυγούστου εκοινοποιήθη από του εξώστου της οικίας μου τελεσίγραφον προς τον εκμανέντα μοναρχισμόν, προαγγέλλον την επικειμένην έκρηξιν της επαναστάσεως και ορθότερον ειπείν της αντεπαναστάσεως, διότι επαναστάτης είχεν ήδη κηρυχθή ο Μονάρχης, δια της καταπατήσεως του πολιτεύματος. Προ της παρελεύσεως μηνός το κίνημα εξερρήγνυτο. Εν Κρήτη συνεκροτείτο προσωρινή Κυβέρνησις, εγκαθιδρυθείσα ολίγον ύστερον εν Θεσσαλονίκη και προ της παρελεύσεως εξαμήνου ο στρατός της Εθνικής Αμύνης είχε δύναμιν 60.000 ανδρών. 
     Τότε αι Σύμμαχοι ημών Δυνάμεις επέβαλον την παραίτησιν του επιόρκου Βασιλέως, η Κυβέρνησις της Θεσσαλονίκης εγκαθίστατο εις Αθήνας, το διάταγμα δι’ ου η Βουλή της 31 Μαΐου διελύθη εκηρύττετο άκυρον και η Βουλή αύτη συνεκαλείτο ίνα συνέχιση τον δι’ ανόμου επεμβάσεως διακοπέντα βίον της. 
     Όστις έχει υπ’ όψιν την βραχείαν ταύτην υπόμνησιν της προσφάτου ιστορίας, θ’ αναγνωρίση ότι ο καταπατήσας τας πολιτικάς ελευθερίας του Ελληνικού Λαού ήτο ο έκπτωτος Βασιλεύς, ο αρνηθείς να υποκύψη εις την λαϊκήν ετυμηγορίαν, δια να επιβάλη την προσωπικήν του πολιτικήν, ότι ο πολιτικός αρχηγός ο περιβεβλημένος με την εμπιστοσύνην του Λαού, όστις εξηγέρθη όχι απλώς όπως αμυνθή του καταπατουμένου πολιτεύματος, αλλ’ ιδίως όπως σώση το Έθνος από της καταστροφής, εις ην το ωδήγει η προσωπική πολιτική του Στέμματος. 
 
Το ζήτημα της εξουσίας 
     Διότι, εάν από του συνταγματικού ζητήματος, από του ζητήματος δηλαδή τις ημύνετο υπέρ του πολιτεύματος, ο ανεύθυνος άρχων ή ο υπεύθυνος αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας, έλθωμεν εις την εξέτασιν της ουσίας, το ζήτημα ετίθετο ούτως. Ο πρώην Βασιλεύς, καταπατών το πολίτευμα και αθετών την συνθήκην συμμαχίας με την Σερβίαν, επέβαλε την εφαρμογήν προσωπικής πολιτικής, η οποία, υπό την πρόφασιν της ουδετερότητος, αλλά υπό την πραγματικότητα της Γερμανοφιλίας, εξώθει το Έθνος εις τον όλεθρον. Διότι εν μεν τη περιπτώσει, ως εγώ επίστευον, καθ’ ην η νίκη θα έστεφε τον αγώνα της Συνεννοήσεως, αύτη παρείχεν εις την Βουλγαρίαν την ευκαιρίαν, άμα θα ήρχιζε να γίνεται σαφής η επικράτησις της Συνεννοήσεως, να συνάψη προς αυτήν συνθήκην ειρήνης, δι’ ης θα παρητείτο πάσης αξιώσεως επί Σερβικών εδαφών, θα εζήτει δε μόνον να αποζημιωθή εις βάρος της Τουρκίας εν Θράκη και θα εζήτει προσθέτως από τους Συμμάχους ν’ αποσύρουν τον στρατόν των από το Μακεδονικόν μέτωπον, αφήσουν δε αυτήν ελευθέραν να κανονίση τους λογαριασμούς της μετά της Ελλάδος, ότε η Βουλγαρία με την τότε κατάστασιν του στρατού μας θα κατήρχετο ελευθέρως μέχρι Θεσσαλίας. Εάν δε αντιθέτως η νίκη έστεφε τον αγώνα της Γερμανίας, θα εδημιουργείτο εν τοις Βαλκανίοις τόσον ισχυρά Βουλγαρία, ώστε και αν εν τω αμέσω παρόντι ηυλαβείτο αύτη την εδαφικήν μας ακεραιότητα χάριν του Γερμανού Αυτοκράτορος, θα επωφελείτο της πρώτης ευκαιρίας, μετά ολίγα έτη, όπως επιπέση καθ’ ημών, εστερημένων φίλων και συμμάχων, δια να μας αφαιρέση την Μακεδονίαν και φθάση μέχρι Θεσσαλίας, λαμβάνουσα θέσιν επικυριάρχου απέναντι του ούτως υπολειφθησομένου Ελληνικού Κρατιδίου. 
     Η πολιτική της οποίας ηγήθην, ανεξαρτήτως της συνταγματικής της όψεως, απέπλυνε το στίγμα της αθετήσεως των μετά της Σερβίας συμβάσεων, και έσωσε την Ελλάδα από το χείλος της αβύσσου, της έδωκε την νίκην κατά των δύο κληρονομικών της εχθρών, ωδήγησεν αυτήν εις τας εκπληκτικάς εθνικάς επιτυχίας, ας καθιέρωσαν αι κατατεθείσαι σήμερον συνθήκαι, και κατέστησε δυνατόν να ακουσθή το εγκώμιον, όπερ έπλεξεν υπέρ της Ελλάδος ο Άγγλος Πρωθυπουργός από του βήματος της Βουλής των Κοινοτήτων. (Οι βουλευταί και οι υπουργοί εγείρονται. Επίσης εγείρονται όλοι οι εν τοις θεωρείοις και ζητωκραυγάζουν και χειροκροτούν επί πολύ ενθουσιωδώς υπέρ της Αγγλίας και του κ. Πρωθυπουργού της). 
     Αλλ’ η εξέγερσις κατέλυσε και τον Βασιλικόν τύραννον και ησφάλισε δια το μέλλον τας ελευθερίας του Ελληνικού Λαού, διότι μετά το πάθημα του Κωνσταντίνου δυσκόλως θα διανοηθή του λοιπού Βασιλεύς των Ελλήνων να επιβουλευθή το ελεύθερον πολίτευμα δια να επιβάλη τας προσωπικάς του αντιλήψεις, κατά του υπευθύνου αντιπροσώπου της λαϊκής κυριαρχίας, στηριζομένου εις την ετυμηγορίαν του Ελληνικού Λαού. 
     Θα εδικαιούμην, κύριοι βουλευταί, να αναμένω την υπό του Ελληνικού Λαού επιδοκιμασίαν και έγκρισιν των γενομένων και αν χωρίς ν’ απολαύω τωόντι της εμπιστοσύνης αυτού κατώρθωσα να τον σώσω από της καταστροφής και να τον οδηγήσω εις τας εκπληκτικάς εθνικάς επιτυχίας, ας ούτος συνεκόμισε. 
     Μόνον ότι θα ηδύναντο τότε να παρεξηγούνται και να κατακρίνωνται τα κινήσαντά με ελατήρια, άτινα ηδύναντο να αποδίδωνται εις φιλαρχίαν ή υπέρμετρον εγωϊσμόν και φιλοδοξίαν.  Αλλ’ εν προκειμένω είχα διαρκώς την συναίσθησιν ότι ενεργώ όχι μόνον προς σωτηρίαν του Έθνους, αλλά και ως εντολοδόχος της πλειονοψηφίας αυτού και εν τούτοις οι αντίπαλοί μου έφθασαν να ισχυρισθούν ότι το ελατήριον της πολιτικής μου υπήρξεν η φιλαρχία, αφού κατέχων και στερεώς κατέχων την αρχήν απέρριψα ως άθυρμα την εξουσίαν και τον Φεβρουάριον και τον Σεπτέμβριον του 1915 μόνον και μόνον διότι δεν ηννόουν να παραμείνω εις την αρχήν επί θυσία της πολιτικής μου, κατηγορήθην και ως φίλαρχος. 
     Αλλ’ υπήρξαν άλλοι, οίτινες απέδωκαν την πολιτικήν μου εις υπέρμετρον φιλοδοξίαν και εγωϊσμόν, όστις με ώθει εις νέα κινδυνεύματα, μόνον και μόνον διότι, πιστεύων εις την επιτυχίαν της πολιτικής μου, επερίμενα να συγκομίσω εντεύθεν παρά τας ωφελείας του Έθνους και την έξαρσιν της ιδίας μου προσωπικότητος. Τοιαύτη άλλως τε φιλοδοξία δεν θα είχε το επίμεμπτον.  Και όμως η μοίρά μου ήτο τραγική. Διότι, ενώ προέβλεπα ασφαλώς την νίκην της Συνεννοήσεως, δεν ηδυνήθην όμως να πραγματοποιήσω την είσοδον της Ελλάδος εις τον πόλεμον, ότε έπρεπε και ότε επίστευα ότι θα ησφάλιζα μεγάλας υπέρ αυτής επιτυχίας. Αλλ’ εις τον πόλεμον εισήγαγα την Ελλάδα και βραδέως και διηρημένην και ενώ ήλπιζα ακόμη να σώσω αυτήν από της καταστροφής, ουδεμίαν ασφάλειαν, ουδέ καν πιθανότητα είχον, ότι θα δυνηθώ να πραγματοποιήσω υπέρ αυτής ουσιώδη εδαφικά πλεονεκτήματα. 
     Και τωόντι τα πλεονεκτήματα ταύτα δεν καθίσταντο απίθανα απλώς ως εκ της περί Δωδεκανήσων συνθήκης του Λονδίνου και της περί Σμύρνης συμφωνίας του Αγίου Ιωάννου της Μωριένης, αλλά και κυρίως εκ του ότι, αν η Βουλγαρία και η Τουρκία, αφ’ ης κατεφάνη ότι η πλάστιγξ έκλινεν οριστικώς υπέρ της Αντάντ, κατώρθουν να συνομολογήσουν ειρήνην προς τους Συμμάχους δύο ή τρεις μήνας ενωρίτερον, προτού δηλαδή τεθώσιν οριστικώς εκποδών υπό στρατιωτικήν έποψιν, ουδείς θα διενοείτο να αξιώση παρ’ αυτών παραχωρήσεις εν Θράκη ή Μικρά Ασία. 
 
Μία εκ των απείρων υπηρεσιών του Ελ. Βενιζέλου προς την Χώραν 
     Εάν δε τούτο συνέβαινε —και τούτο ήτο, όπερ εκ των προτέρων ηδύνατό τις να υπολογίζη ως πιθανώτερον μέλλον να συμβή ενώ δια της δράσεώς μου θα έσωζα την Ελλάδα από της απειληθείσης καταστροφής και θα ησφάλιζα τουλάχιστον τα δια της συνθήκης του Βουκουρεστίου κτηθέντα, ήτο φυσικόν ότι ο Λαός, αποβλέπων εις τα αποτελέσματα, και βλέπων ότι απέναντι των απαιτηθεισών θυσιών ουδέν ελάβομεν νέον αντάλλαγμα, δυσκόλως θα ηυνόει την ασκηθείσαν πολιτικήν και δυσκόλως θα εδικαιολόγει τας γενομένας θυσίας.  Αυτήν την υπηρεσίαν προσέφερεν εις την Χώραν ο κατηγορούμενος ως τύραννος. Απέβλεψεν αποκλειστικώς εις το συμφέρον αυτής και ηδιαφόρησεν απολύτως δια την ιδίαν αυτού προσωπικότητα, ευτυχής εάν θυσιάζων ταύτην ηδύνατο να σώση το Έθνος από την απειληθείσαν καταστροφήν. 
     Αλλ’ εκατηγορήθην, κύριοι, ως ανευλαβής προς τας ελευθερίας του Ελληνικού Λαού και διότι ληξάσης της 4ετούς διαρκείας της παρούσης περιόδου της Βουλής της 31 Μαΐου 1919, δεν προεκήρυξα αμέσως εκλογάς, αλλά παρέτεινα τον βίον της Βουλής επί δεκαπέντε έτι μήνας. Ας εξετάσωμεν λοιπόν και την κατηγορίαν αυτήν. 
     Και η απάντησίς μου η καταρρίπτουσα την κατηγορίαν ταύτην είνε ότι πάντες ανεξαιρέτως οι Σύμμαχοι ημών παρέτειναν την διάρκειαν των Βουλών αυτών και μετά την λήξιν των νομίμων αυτών περιόδων και επί χρόνον μακρότερον πολλάκις ή ημείς, η μεν Αγγλία επί τρία έτη, η δε Γαλλία επί 18 μήνας και η Ιταλία επί δεκατρείς, μόνον και μόνον δια να μη ενεργήσωσιν εκλογάς διαρκούντος έτι του πολέμου. Εις την ηρωϊκήν ημών Σύμμαχον Σερβίαν η βουλευτική περίοδος είχε λήξει κατά Ιούνιον του 1914, η Βουλή είχε διαλυθή και νέαι εκλογαί είχον προκηρυχθή, ότε, εκραγέντος του πολέμου, ηκυρώθη το Διάταγμα της διαλύσεως και η κανονικώς εκπνεύσασα Βουλή συνεκλήθη και πάλιν και η Βουλή η εκλεχθείσα το 1910 συμπληρώνει ήδη δεκαετή περίοδον, αντί της κανονικής τετραετούς και ακόμη δεν προεκηρύχθησαν αι εκλογαί νέας Βουλής δια το νέον Βασίλειον Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. 
     Και σημειωτέον ότι, αν εις πάντα τα Σύμμαχα Κράτη ανεβλήθη επί μακρόν η ενέργεια νέων εκλογών, η αναβολή των εκλογών τούτων παρ’ ημίν απέβαινεν ακόμη επιτακτικωτέρα.
     Ενθυμηθήτε ότι την 31 Μαΐου, ότε έληγεν η κανονική περίοδος της Βουλής, ευρισκόμην εν Παρισίοις, παλαίων δια την αναγνώρισιν των εθνικών μας διεκδικήσεων.  Οι αντίπαλοί μου ηξίουν ότι έπρεπε να εγκαταλείψω εκθέτους εκεί τας εθνικάς διεκδικήσεις, δια να έλθω εδώ προς διεξαγωγήν των εκλογών. Και αν επέμενον εις την άμεσον τότε διεξαγωγήν αυτών, τούτο έπραττον προφανώς, διότι το αποτέλεσμα αυτών θα ήτο αποδοκιμασία της πολιτικής μου και άνοδος αυτών εις την αρχήν.
     Αλλά δεν ηννόουν τάχα οι οπαδοί της αντιδράσεως ποία θα ήτο η τύχη των εθνικών ζητημάτων, εάν μετά την υπέρ αυτών τυχόν ετυμηγορίαν του Ελληνικού Λαού προσήρχοντο αυτοί εις την Συνδιάσκεψιν, δια να υποστηρίξουν τας εθνικάς διεκδικήσεις; (Γέλωτες και ειρωνείαι εις βάρος της Αντιπολιτεύσεως).  Είνε αδύνατον να αποδεχθώ ότι δεν είχον πλήρη συνείδησιν της αποτυχίας, ήτις θα επέστεφε τας ενεργείας αυτών εν τη Συνδιασκέψει και ως δικαιούμαι να κατηγορήσω αυτούς, εν τη συναισθήσει ότι ουδέ το παράπαν τους αδικώ, ότι τούτο επεδίωκον δια της προώρου διεξαγωγής των εκλογών και τούτο ήλπιζον να ματαιώσουν δηλαδή τα αποτελέσματα της πολιτικής μου, δια να κερδοσκοπήσουν κομματικώς, παριστώντες την ιδίαν αυτών αποτυχίαν ως αποτυχίαν της ιδικής μου πολιτικής. 
 
Η εσωτερική διοίκησις 
     Υπάρχουν οι ελπίζοντες ότι ο Ελληνικός Λαός θα αποσύρη την εμπιστοσύνην του από το Κόμμα των Φιλελευθέρων, ένεκα της χαλαρώσεως της εσωτερικής διοικήσεως.
     Ως είπον και άλλοτε, η χαλάρωσις πόρρω απέχει από του να είνε οία διεκτραγωδείται και οία πράγματι εσημειώθη εις πολλά των μετασχόντων του παγκοσμίου πολέμου Κρατών. Αλλά μετά την έκλυσιν, ην επέφερεν εις την διοίκησιν η τριακοντάμηνος αρχή των Βασιλικών Κυβερνήσεων, ότε την εξουσίαν ήσκουν εταιρικώς και εν αδελφική συνεργασία ο Δεσποτισμός εκ των άνω και η Αναρχία εκ των κάτω, και της ολεθρίας επιρροής, ην ασκεί επί πάσης διοικήσεως ο εμφύλιος πόλεμος, και η εκμετάλλευσις αυτού υπό των απανταχού επιτηδείων, και την επίτασιν των συνεπειών τούτων εκ του παγκοσμίου πολέμου, μάλλον δύναταί τις να εκπλήττεται όχι δια την επελθούσαν χαλάρωσιν εν τη διοικήσει, αλλά διότι η χαλάρωσις αύτη δεν υπήρξε βαθυτέρα. 
     Και την υπάρχουσαν όμως διοικητικήν χαλάρωσιν είνε αδύνατον να ανεχθώμεν ως κατάστασιν παγίαν. Εάν το Κόμμα των Φιλελευθέρων με το περιωρισμένον τότε σχετικώς κύρος του αρχηγού του κατώρθωσεν από του Οκτωβρίου 1910 μέχρι του Μαρτίου 1915 να δώση υποδειγματικήν διοίκησιν εις τον Ελληνικόν Λαόν, ουδείς δύναται να αμφιβάλη ότι το Κόμμα τούτο, με το επηυξημένον σήμερον κύρος του ηγέτου του και την ανανέωσιν της ογκώδους προς αυτόν λαϊκής εμπιστοσύνης, ην ασφαλώς θα ενδείξουν αι νέαι εκλογαί, θα δυνηθή να επαναφέρη την διοικητικήν μηχανήν επί της τροχιάς, αφ’ ης ήρχισεν εκτρεπομένη από του Μαρτίου 1915.  Έρχομαι ήδη να εξετάσω ποία έσται η εξουσία της συγκληθησομένης Βουλής. Υπάρχουν οι από χρηστού συνειδότος υποστηρίζοντες και μεταξύ των Φιλελευθέρων και μεταξύ των αντιπολιτευομένων ότι η νέα Βουλή πρέπει να είνε Συντακτική, δια να δυνηθή ενδεχομένως να μεταβάλη και αυτήν την μορφή του πολιτεύματος. Το αυτό υποστηρίζουν και οι αντιδραστικοί, με την ανοσίαν ελπίδα, ότι συνέλευσις Συντακτική θα διηυκόλυνε περισσότερον την πραγματοποίησιν του πόθου των, προς ανατροπήν του Καθεστώτος και επαναφοράν του Εκπτώτου Βασιλέως. (Φωναί εκ της Βουλής και των θεωρείων: Ποτέ, ποτέ. Ζήτω ο Βενιζέλος. Ζήτω το Έθνος, και χειροκροτήματα παρατεταμένα). 
 
Το ζήτημα του Πολιτεύματος και ο χαρακτήρ της νέας Βουλής 
     Αλλά καθ’ ην στιγμήν, με τας εκπληκτικάς Εθνικάς μας επιτυχίας, τόσα έχομεν κολοσσιαία προβλήματα να λύσωμεν, δεν δύναμαι να αναλάβω την ευθύνην όπως ανοίξω ατέρμονας συζητήσεις και επί της μορφής του Πολιτεύματος και επί πάντων των άρθρων του Συντάγματος.  Άλλως τε, χωρίς να παραγνωρίζω ότι η πολιτεία του πρώην Βασιλέως εκλόνισεν ουσιωδώς τα θεμέλια του Βασιλικού θεσμού εν Ελλάδι, πιστεύω ότι το Πολίτευμα της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, οίον το ημέτερον, ανταποκρίνεται ακόμη προς τα Εθνικά συμφέροντα. Το Πολίτευμα άρα, καλώς έχει και ουδεμία ανάγκη αναθεωρήσεως αυτού υφίσταται. 
     Κυρίως αναγκαίον είνε να εξουσιοδοτηθή ρητώς υπό του λαού η συγκληθησομένη Βουλή να κυρώση την παρά το Σύνταγμα γενομένην αναστολήν της δικαστικής ισοβιότητος και την παράτασιν της περιόδου της παρούσης Βουλής, πέραν της τετραετούς Συνταγματικής προθεσμίας.  Αλλ’ αφού άπαξ θα κληθή ο λαός να χορηγήση εις την συγκληθησομένην Βουλήν εξουσίαν ευρυτέραν της συνήθους, σκόπιμον εκρίθη να επιδιωχθή και η αναθεώρησις άλλων τινών άρθρων του Συντάγματος, όχι κυρίως επί σκοπώ μεταρρυθμίσεως αυτών, αλλά μάλλον επί σκοπώ ακριβεστέρου καθορισμού της εννοίας αυτών, ώστε να μη είνε δυνατή εις το μέλλον κακόπιστος παρερμηνεία, οία ετολμήθη εις το παρελθόν. Αλλά μη νομίση τις ότι διότι η παρούσα Κυβέρνησις δεν αναλαμβάνει την ευθύνην να ανοίξη τους ασκούς του Αιόλου δια της συγκλήσεως Συντακτικής Συνελεύσεως, ο Ελληνικός Λαός δύναται να εμποδισθή όπως εκδηλώση αρτίως την γνώμην του.
    Εάν, όπως είμαι ακραδάντως πεπεισμένος, ο Ελληνικός Λαός δια των επικειμένων εκλογών εγκρίνη την πολιτικήν μου, τούτο θα απεδείκνυεν ότι αποστέργει τας μεταβολάς και ανατροπάς ας επιδιώκει η Αντίδρασις. Εάν ο λαός έδιδε την πλειονοψηφίαν εις την Αντιπολίτευσιν —δεν λέγω εις την Αντίδρασιν, διότι η διαφορά είνε κολοσσιαία— τούτο θα εσήμαινεν ότι δεν μοι παρέχει πλέον την εμπιστοσύνην, ουδέν πλέον θα ενεδείκνυε τοιαύτη ψήφος.
     Εάν ηδύνατό τις να φαντασθή ότι ο λαός θα έδιδε την πλειονοψηφίαν εις την Αντίδρασιν, (Φωναί εκ της Βουλής και των θεωρείων: Ποτέ, ποτέ. Ζήτω ο Βενιζέλος. Ζήτω η Μεγάλη Ελλάς. Και χειροκροτήματα παρατεταμένα) η Αντίδρασις τότε, καθισταμένη Κυβέρνησις της Χώρας, θα ηδύνατο υπ’ ευθύνην αυτής να εισηγηθή την συγκρότησιν Συντακτικής Συνελεύσεως. 
     Εάν δε και νομίζη ότι δύναται να γείνη αντικείμενον ψηφοφορίας η επάνοδος εις τον Θρόνον ενός Βασιλέως, όστις ετόλμησε να διακηρύξη ότι δεν υποχρεούται να υποκύψη εις την λαϊκήν θέλησιν, όστις απέβη κατ’ ουσίαν αρχηγός ενός κόμματος, του Μοναρχικού, όστις εξωτερικώς μεν θα έφερε το διαζύγιον μεταξύ της μείζονος Ελλάδος και των νικητών του πολέμου, εσωτερικώς δε θα διέσπα πάλιν τον ενιαίον σήμερον εθνικόν στρατόν (ενθουσιώδεις ζητωκραυγαί εκ της Βουλής και των θεωρείων υπέρ του εθνικού στρατού) εις στρατόν της Εθνικής Αμύνης αφ’ ενός και εις στρατόν Βασιλικόν αφ’ ετέρου, όστις θα αντιμετώπιζε την εχθρότητα ενός μεγάλου πολιτικού κόμματος, ούτινος απέβη θανάσιμος εχθρός, και ο οποίος δεν αποστέργει να προσφεύγη και εις την πολιτικήν δολοφονίαν (Φωναί εκ των θεωρείων. Κάτω ο δολοφόνος, Ζήτω ο σωτήρ του Έθνους) δια να διευκολύνη την επιστροφήν του εις τον Θρόνον, και εάν οι αποτελούντες την Αντίδρασιν αισθάνωνται τους ώμους των αρκετά ισχυρούς όπως αναλάβουν τοιαύτας ευθύνας, ας τολμήσουν τότε να αναλάβουν αυτάς. (Νέαι ενθουσιώδεις και παρατεταμέναι ζητωκραυγαί και ζωηρά χειροκροτήματα υπέρ του κ. Βενιζέλου και της Μεγάλης Ελλάδος).
     Αυτοί θα αποτελούν τότε την Κυβέρνησιν και αυτοί θα υπέχουν τας ευθύνας των συνεπειών τοιαύτης παράφρονος πολιτικής. Αλλ’ ο Λαός, ενώπιον του οποίου θα τεθή τότε σαφώς το πρόβλημα, είμαι απολύτως βέβαιος ότι θα κατίδη ταχύτατα εις ποίαν άβυσσον καταστροφής δύναται να οδηγήση την Χώραν τοιαύτη απόπειρα και θα δώση την προσήκουσαν απάντησιν εις τους εισηγητάς αυτής. (Ζητωκραυγαί και χειροκροτήματα εκ της αιθούσης και των θεωρείων).    Αλλ’ η Αντίδρασις προσποιείται ότι δεν πιστεύει εις την ελευθέραν διεξαγωγήν των επικειμένων εκλογών και δεν παύει αξιούσα την παραίτησιν της παρούσης Κυβερνήσεως και την συγκρότησιν υπηρεσιακής τοιαύτης προς διεξαγωγήν των εκλογών. Ουδέποτε θρασυτέρα αξίωσις διετυπώθη από χρεωκοπήσαν πολιτικόν σύστημα, το οποίον από τριετίας βυσσοδομεί απαύστως ανατροπάς. Δεν έλειπε παρά να χαλαρώσωμεν την Κυβερνητικήν επιβολήν δια να ευκολύνωμεν το ανατρεπτικόν έργον της Αντιδράσεως. Ένας εκ των φίλων μου μοι έλεγε χθες ότι δεν είνε απίθανον να φθάση η Αντίδρασις να διατυπώση και την αξίωσιν όπως αυτοκτονήσω δια να διευκολύνω το έργον της, αφού αναγνωρίζει ίσως ήδη ότι η δολοφονία ούτε εύκολος είνε, ούτε απηλλαγμένη των φοβερών κινδύνων των αντιποίνων. Το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν έχει ανάγκην να δώση εγγυήσεις ότι οι διεξαχθησόμεναι εκλογαί θα είνε απολύτως ελεύθεραι. Πλήρης εγγύησις είνε η διαβεβαίωσις αυτού ότι θα ασφαλίση απολύτως ελευθέρας εκλογάς το παρελθόν κατά την διεξαγωγήν των εκλογών του Νοεμβρίου 1910 και Μαρτίου 1912 και η προσωπικότης του ηγέτου του κόμματος, όστις δεν ανήλθε βέβαια εις ην ανήλθε πολιτικήν περιωπήν δια να ατιμάση εαυτόν, ανεχόμενος υπό το όνομά του και υπ’ ευθύνην του να διαπραχθή η μεγαλειτέρα πολιτική ατιμία, η νόθευσις δηλαδή των εκλογών. Αλλά δεν είνε μόνη ανάγκη της αμύνης του Καθεστώτος και της επιβολής της τάξεως ήτις επιβάλλει την παραμονήν της παρούσης Κυβερνήσεως εις την αρχήν και κατά την διεξαγωγήν των εκλογών. 
 
Η ανάγκη της παραμονής της Κυβερνήσεως
     Είνε και η ανάγκη των εξωτερικών ζητημάτων. Όχι μόνον το Βορειοηπειρωτικόν ζήτημα δεν ερρυθμίσθη εισέτι τελειωτικώς, αλλ’ ουδέ η υπογραφή απλώς της συνθήκης ειρήνης μετά της Τουρκίας αποτελεί οριστικήν τερμάτωσιν του μετ’ αυτής πολέμου. Αν η εν Κωνσταντινουπόλει Κυβέρνησις δειχθή ανίκανος να εκτελέση την ην υπέγραψε συνθήκην, επιβάλλουσα το κύρος της εν Ανατολή, ρητώς ήδη εδηλώθη προ του Ανωτάτου Συμβουλίου, δια της τελευταίας απαντήσεώς του προς την Τουρκικήν Αντιπροσωπείαν, ότι οι Σύμμαχοι επιφυλάσσονται να λάβουν τα μέτρα άτινα ήθελον κρίνει ενδεικνυόμενα εκ των περιστάσεων και πρώτον εκ των μέτρων τούτων είνε η απομάκρυνσις της Τουρκίας εκ Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά το μέτρον τούτο δεν θα είνε το μόνον. Και επειδή ο Ελληνικός στρατός έστι το κυριώτερον όργανον της επιβολής των νέων συμμαχικών αποφάσεων, είνε προφανές πόσον μεγάλα και πόσον ογκώδη και ποίας σημασίας δια το εθνικόν μας μέλλον θα είνε τα προβλήματα, άτινα θα τεθούν προ της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Την αντιμετώπισιν και την λύσιν των προβλημάτων τούτων, άτινα δύνανται ν’ αναφυώσι διαρκουσών των εκλογών, δεν δυνάμεθα να εμπιστευθώμεν εις υπηρεσιακήν Κυβέρνησιν, μόνον και μόνον δια να ανταποκριθώμεν εις τους πόθους των επιδιωκόντων ανατροπάς. 
     Εξήντλησα, κύριοι, όσα είχον να είπω. Αλλά δεν θέλω να κατέλθω του βήματος πριν διακηρύξω την βαθείαν μου πίστιν εις το μέλλον του Ελληνικού Λαού. Ουδέποτε εκολάκευσα τον Λαόν, ουδέ παραγνωρίζω τα εθνικά μας ελαττώματα. Αλλ’ αι αρεταί, αι θεμελιώδεις αρεταί του Ελληνικού Λαού, είνε τοιαύται, ώστε ουδέποτε πολιτικός ανήρ ηδύνατο να ευχηθή όπως ηγήται καλλιτέρου Λαού. Όταν συν τω χρόνω -και τούτο δεν θέλει βραδύνει πολύ- η ηγέτις λεγομένη τάξις αποβή παρ’ ημίν αξία του Λαού τούτου, είμαι βέβαιος ότι η Ελλάς, υπό τους όρους οίτινες επλάσθησαν δι’ αυτήν δια των κατατεθεισών σήμερον συνθηκών, θα βαδίση εις οδόν ακμής, την οποίαν ολίγοι διαβλέπουν καν σήμερον, και θα γείνη εν τη Εγγύς Ανατολή δημιουργός πολιτισμού, όστις προσεγγίζων τα Ευρωπαϊκά και Ασιατικά στοιχεία, και εξασφαλίζων την ειλικρινή αυτών συνεργασίαν, θα προσφέρη εις την Ανθρωπότητα υπηρεσίας μηδαμώς κατωτέρας εκείνων, ας προσέφερεν ο αρχαίος Κλασικός, ο Μακεδονικός και ο Μεσαιωνικός Ελληνισμός.
(Οι βουλευταί όρθιοι και τα πλήθη των θεωρείων χειροκροτούν επί μακρόν και ζητωκραυγάζουν ενθουσιωδώς υπέρ του Βενιζέλου). 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου