Διαβάστε επίσης: Το πρώτο μέρος, το δεύτερο μέρος, το τρίτο μέρος.
ΑΓΟΡΕΥΣΙΣ ΚΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
Προέδρου της Κυβερνήσεως
Συνεδρίασις της 13 Αυγούστου 1917.
Δεν θέλω να είπω προς υμάς, ότι διετήρουν πολλάς ελπίδας ότι ηδύνατο έστω και την τελευταίαν στιγμήν ο τότε Βασιλεύς να συνετισθή. Αλλά δεν ηδυνάμην ν’ αποκλείσω και την ελπίδα αυτήν, σκεπτόμενος ότι οι περί αυτόν τον εβεβαίουν ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων εξερριζώθη, ετάφη, δεν έχει δύναμιν, και δια τούτο ίσως ενέμενε μέχρι της στιγμής εκείνης εις την πολιτικήν την οποίαν ηκολούθει, ότε όμως ετελούντο γεγονότα εμφανώς καταδεικνύοντα ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων αντεπροσώπευε μίαν μεγάλην και κολοσσιαίαν ακόμη εν τω τόπω δύναμιν, δεν ήτο απίθανον ότι την στιγμήν εκείνην θα εσυνετίζετο, αν όχι εξ άλλων λόγων, αλλά τουλάχιστον εξ ανασκοπήσεως προς το συμφέρον το Δυναστικόν. Και φαίνεται, αν αι πληροφορίαι μου εκ καλών, αν όχι επισήμων πηγών, είναι ακριβείς, φαίνεται ότι υπήρξαν στιγμαί κατά τας οποίας τοιαύτη τις ιδέα επεκράτησεν, ή τουλάχιστον συνεζητήθη, διήλθε δια του πνεύματος του Βασιλέως. Εκείνο το οποίον, ούτως ενεργών, ήθελα να επιτύχω ήτο η ταχίστη ανασύνδεσις του Κράτους και η ενοποίησις αυτού, όπως ο εξωτερικός αγών διεξαχθή υπό Κράτους ενιαίου. Εγνώριζα πολύ καλά ότι θα έλθη η σειρά του εσωτερικού αγώνος, αλλ’ ηδυνάμην κάλλιστα ν’ αναβάλω τον εσωτερικόν αγώνα, εφ’ όσον ηδυνάμην να επιτύχω την ανασύνδεσιν της εθνικής ενότητος και ριφθώμεν εις τον εξωτερικόν αγώνα πάντες ηνωμένοι. Ότι δε διήλθε δια του πνεύματος του Βασιλέως η ιδέα ότι ηδύνατο να προσχωρήση εις τοιαύτην πολιτικήν το συνάγω εκ του ότι ο φίλος μου βουλευτής Αττικοβοιωτίας κ. Διαμαντίδης μου ετηλεγράφει, δύο ή τρεις ημέρας μετά την εις Κρήτην άφιξίν μου, δια τινος των Πρεσβειών κρυπτογραφικώς, ότι ο κ. Σκουμπουρδής, υπασπιστής του τότε και νυν Βασιλέως, μετέβη και τον επεσκέφθη και του είπεν, όχι ότι είναι εντεταλμένος του Βασιλέως, αλλ’ ότι εθεώρει αναγκαίον να μάθη και παρεκάλει τον κ. Διαμαντίδην να του προμηθεύση την πληροφορίαν αυτήν, τι θα εσκεπτόμην εγώ εις περίστασιν καθ’ ην ο Βασιλεύς θα απεφάσιζε να συγκροτήση νέαν Κυβέρνησιν, όπως εξέλθη η Ελλάς της ουδετερότητος παρά το πλευρόν της Αντάντ, θα ηξίουν – ηρώτα ο κ. Σκουμπουρδής - να έχω την προεδρείαν της Κυβερνήσεως, διότι έλεγεν ότι θα εγίνετο Κυβέρνησις Οικουμενική, ή θα ηρκούμην όπως εις την Κυβέρνησιν αυτήν μετάσχουν φίλοι μού τινες. Και απήντησα εις τον κ. Διαμαντίδην, όπως ανακοινώση εις τον κ. Σκουμπουρδήν ότι, αν ο Βασιλεύς ήθελε να ακολουθήση την πολιτικήν την εγκριθείσαν δια της ψήφου της 31 Μαΐου και των επανειλημμένων ψηφοφοριών της αληθούς Βουλής, όχι του ομοιώματος Βουλής, εγώ όχι μόνον δεν θα ηξίουν να προεδρεύσω της συγκροτηθησομένης επί τω σκοπώ τούτω Κυβερνήσεως, αλλά και θα έκρινα σκόπιμον να μη αντιπροσωπευθώ δι’ άλλων φίλων μου εις την Κυβέρνησιν αυτήν, διότι ενόμιζα ότι θα ηδυνάμην να παράσχω μεγαλειτέρας υπηρεσίας, αν έμενα εκτός της εξουσίας, ως αρχηγός της Αντιπολιτεύσεως, αλλ’ αρχηγός παρέχων αμέριστον την υποστήριξίν μου προς την οπωσδήποτε συγκροτηθησομένην Κυβέρνησιν δια την εφαρμογήν της Εθνικής πολιτικής. (Χειροκροτήματα).
Ατυχώς τοιαύτη σκέψις, αν διήλθε σοβαρώς δια του πνεύματος του Βασιλέως, υπήρξε παροδική όλως και επανήλθομεν πάλιν, ή ενεμείναμεν μάλλον, εις τας σκέψεις τας σταθεράς της Γερμανικής πολιτικής, την οποίαν εφήρμοζον. Η Κυβέρνησις του κ. Καλογεροπούλου δεν είχε πλέον θέσιν, διότι δεν ημπορούσε το παιγνίδι να παίζεται επί πλειότερον χρόνον προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως, και τότε επήλθεν η νέα κυβερνητική μεταβολή δια να ανέλθουν εις την εξουσίαν – επιτρέψατέ μου την φράσιν, την είπα και άλλοτε -- τα πολιτικά καθάρματα, τα οποία κατήσχυναν τον πολιτικόν βίον της Ελλάδος και τα οποία εδημιούργησαν τας σκηνάς της 18ης και 19ης Νοεμβρίου. (Χειροκροτήματα).
Δεν θα κάμω κανένα λόγον περί των γεγονότων της 18ης και 19ης Νοεμβρίου, Κύριοι Βουλευταί. Θέλω μόνον να είπω ότι, αφ’ ης εγνώσθησαν εν Θεσσαλονίκη τα γεγονότα της 19ης Νοεμβρίου, εις την κατεύθυνσιν της Επαναστάσεως επήλθε μεταβολή ουσιώδης. Μέχρις εκείνης της ημέρας ήμεθα διατεθειμένοι να ανεχθώμεν και περαιτέρω ως βασιλέα εκείνον, ο οποίος κατέλιπε τον θρόνον του δια να γίνη αρχηγός ενός κόμματος, αναβάλλοντες την λύσιν των εσωτερικών ζητημάτων δια την μεταπολεμικήν περίοδον.
Από των γεγονότων της 19ης Νοεμβρίου ήτο αδύνατον πλέον να ανεχθώμεν, όπως παραταθή η αναγνώρισις εκ μέρους ημών ως βασιλέως εκείνου, ο οποίος δεν κατήλθε μόνον του θρόνου δια να γίνη αρχηγός κόμματος, αλλά και ηνέχθη, εγκαθιστών Κυβέρνησιν εκ πολιτικών καθαρμάτων, να περιαγάγη την Ελλάδα εις την καταισχύνην των γεγονότων της 19ης Νοεμβρίου. (Χειροκροτήματα εκ της αιθούσης και των ακροατηρίων και ζητωκραυγαί).
Και επειδή, Κύριοι, εις την πολιτικήν μου έγνων πάντοτε, και εις τας εσωτερικάς μου σχέσεις τας προς το Στέμμα και εις τας προς τον λαόν και τας προς τους φίλους μου, ως αρχηγού κόμματος, αλλά και εις τας εξωτερικάς μου σχέσεις, να είμαι ειλικρινής, είχα δε δώσει διαβεβαιώσεις επανειλημμένας πρότερον προς τας ξένας Κυβερνήσεις ότι το κίνημα δεν έχει χαρακτήρα αντιδυναστικόν, έσπευσα, πλην μιας επισήμου διαμαρτυρίας, η οποία εγένετο εκ μέρους της Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης προς πάσας τας Δυνάμεις και δια της οποίας απεκηρύττομεν όχι τους κυβερνήτας, αλλά τους κυβερνώντας, les gouvernants, εν Αθήναις. έσπευσα δι’ ιδιαιτέρου τηλεγραφήματος προς τους Υπουργούς των Εξωτερικών να γνωρίσω ότι κάθε δεσμός μεταξύ ημών και του Βασιλέως Κωνσταντίνου εκόπη, ότι δε ήτο αδύνατον εις ημάς να αναγνωρίσωμεν περαιτέρω τον Βασιλέα Κωνσταντίνον ως Βασιλέα των Ελλήνων, αφ’ ης ούτος εξέπεσεν από αρχηγόν του Κράτους εις αρχηγόν κόμματος, επαναστατούντα μετά των λοιπών εξουσιών δια να συντρίψη και εξοντώση το αντίπαλον κόμμα.
Ολίγον βραδύτερον, καταστάσης δυνατής της κινητοποιήσεως, συνεκροτήθη η στρατιωτική δύναμις της Νέας Ελλάδος, περί της οποίας είπον ότι απετέλεσε στρατόν, ωραιότερον του οποίου δεν είχεν ίδει ποτέ η Ελλάς. (Χειροκροτήματα). Λέγων ταύτα, Κύριοι, ποτέ δεν είχα φαντασθή ότι εις την ψυχήν Έλληνος ηδύνατο να γεννηθή αίσθημα πικρίας και λύπης. Ενόμιζα ότι όλοι οι Έλληνες, οιωνδήποτε πολιτικών φρονημάτων, θα ήσαν υπερήφανοι, μανθάνοντες ότι το Έθνος και μετά τον διχασμόν και μετά την δηλητηρίασιν της Γερμανικής προπαγάνδας, κατώρθωσε να συγκροτήση στρατόν 60.000 ανδρών, του οποίου, επαναλαμβάνω, ωραιότερον δεν είχεν ίδει ποτέ η Ελλάς. Και όμως εις εκ των Σωτήρων, ο βουλευτής εξ Αττικής, από του βήματος τούτου χθες, με πνεύμα μικροπολιτικού ηθέλησε να χρησιμοποιήση την βεβαίωσίν μου εκείνην δια να φέρη, εάν ήτο δυνατόν, νέαν διάστασιν μεταξύ των στρατών της Παλαιάς και της Νέας Ελλάδος, οίτινες αποτελούν σήμερον τον ένα στρατόν της μιας Ελλάδος. Βεβαίως, εφ’ όσον ο στρατός της Παλαιάς Ελλάδος είχε προς στιγμήν λησμονήσει τον εθνικόν αυτού χαρακτήρα, δια να υποβιβασθή εις δυναστικόν στρατόν, η διαίρεσις μεταξύ των δύο στρατών ήτο αναπόδραστος. Αλλά και τότε δεν επρόκειτο περί δύο στρατών, στρατολογουμένων εκ διαφόρων περιφερειών, αφού ο στρατός της Νέας Ελλάδος περιελάμβανε μεγάλην αναλογίαν εθελοντών εκ της Παλαιάς. Δεν επρόκειτο επομένως περί διαιρέσεως τοπικής, αλλά περί διαιρέσεως αντιλήψεων των δύο τμημάτων του Εθνικού στρατού, και ταύτης παροδικώς. Διότι κανείς δεν εσκέφθη ποτέ να αρνηθή ή να υποτιμήση τα κλέη του και τας δάφνας τας οποίας ο στρατός της Παλαιάς Ελλάδος έδρεψεν εις τα πεδία των μαχών κατά τους ενδόξους πολέμους μας του 1912 και 1913.
Ακριβώς δε διότι είμαι πεπεισμένος ότι ευθύς ως αφαιρεθή η κακοποιός επίδρασις, η οποία εξησκείτο άνωθεν επί του στρατού, ακριβώς διότι πιστεύω ότι το στρατευόμενον Έθνος, η στρατευομένη Ελλάς δύναται και πάλιν να μετάσχη του πολέμου παρά το πλευρόν των Μεγάλων Στρατιωτικών Εθνών μετά πλήρους πεποιθήσεως επί του στρατού της, δι’ αυτό και επαναστάτης εγενόμην, οργανώσας νέον στρατόν και ήδη ζητών την ανασυγκρότησιν και πάλιν του άλλου στρατού του παλαιμάχου, με την πεποίθησιν ότι, ευθύς ως ελευθερωθή από τας κακοποιούς επιδράσεις, θα διαπράξη ούτος πάλιν. όπως κατά τους προσφάτους πολέμους, έργα γενναία και μεγάλα, θα γράψη σελίδας νέας δόξης και θα επιτελέση έργα, δια των οποίων θα δυνηθώμεν, παρ’ όλας τας καταστροφάς, να περισώσωμεν ό,τι είναι δυνατόν ακόμη να περισωθή και να καταστήσωμεν και πάλιν την Ελλάδα άξιον μέλος της οικογενείας των Ευρωπαϊκών Κρατών.
(Παρατεταμένα χειροκροτήματα εκ της αιθούσης και των θεωρείων),
Συνεκροτήσαμεν λοιπόν τον στρατόν μας και επεζητήσαμεν και επετύχομεν την επέκτασιν ημών εις τας λοιπάς νήσους. Αλλά παρά την επέμβασιν των Δυνάμεων και παρά την απόλυσιν των φίλων ημών, οι οποίοι είχον καταδιωχθή, οι οποίοι ήσαν έγκλειστοι εις τας φυλακάς ως συνωμόται κατά του καθεστώτος, εγνωρίζομεν καθ’ ημέραν ότι καθ’ όλην την Ελλάδα οι φίλοι ημών υφίσταντο μαρτύρια αληθούς διωγμού. Δεν ήτο δε δυνατόν να υποθέση τις ότι ήτο επιτετραμμένον εις ημάς, συναισθανομένους ήδη ότι είχομεν προς το μέρος ημών την δύναμιν, όχι απλώς την ηθικήν αλλά και την υλικήν, την στρατιωτικήν, δεν ήτο δυνατόν να ανεχθή κανείς από ημάς την ιδέαν του ν’ αφήσωμεν καθ’ όλην την Ελλάδα τους φίλους ημών έρμαιον εις τους διωγμούς του εγκαθιδρυθέντος δεσποτισμού, έρμαιον εις την δράσιν της Κυβερνήσεως εκείνης των πολιτικών καθαρμάτων, και να μη ζητήσωμεν να σπεύσωμεν εις βοήθειαν αυτών. Εβλέπομεν, άλλως τε, ότι η έλλειψις της εθνικής ενότητος, με όλην την δράσιν την θαυμαστήν του στρατού της Αμύνης, δεν μας επέτρεπε να υπερασπίσωμεν δυστυχώς καθ’ όλην την γραμμήν και καθ’ όλην την έκτασιν των εθνικών ημών διεκδικήσεων τα εθνικά συμφέροντα. Εζητήσαμεν λοιπόν παρά των Δυνάμεων να αρθή, ή δυνατόν, η ουδετέρα ζώνη και επιτραπή εις ημάς όπως, τιθέμενοι αντιμέτωποι προς τον εν τη Παλαιά Ελλάδι κρατικόν οργανισμόν, τερματίσωμεν τον διχασμόν του Κράτους, ανασυγκροτούντες εγκαίρως την εθνικήν ενότητα. Εζητήσαμεν κατά δεύτερον λόγον, εάν δεν ήθελαν τούτο να πράξουν, να επιτρέψουν τουλάχιστον εις ημάς να την άρωμεν προσωρινώς, όπως κριθή το ζήτημα της Θεσσαλίας. Διότι αφ’ ενός μεν δεν ηθέλαμεν να αφήσωμεν εις την εν Αθήναις Κυβέρνησιν την διάθεσιν των σιτηρών της Θεσσαλίας, αφ’ ετέρου δε εγνωρίζαμεν ότι η προέλασις ημών εις την Θεσσαλίαν και η άφιξις μέχρι της Οίτης θα έκαμνε το καθεστώς εδώ της Κυβερνήσεως των καθαρμάτων, όπως είπα, να εκπέση έτι περισσότερον, και η κατάπτωσις αύτη θα επέφερε άνευ πολλών κλονισμών την επέκτασιν της εξουσίας ημών εις την άλλην Ελλάδα.
Αι Δυνάμεις ούτε το εν εδέχθησαν, ούτε το άλλο. Ούτε την άρσιν δηλαδή της ουδετέρας ζώνης ούτε την επέκτασιν της εξουσίας ημών εις Θεσσαλίαν. Ανέλαβον μόνον να μεταβούν ούτοι εις Θεσσαλίαν. Αλλ’ εκ της αιτήσεως ημών, υποθέτω, λαβούσαι αφορμήν ανεθεώρησαν τας περί του Ελληνικού ζητήματος αποφάσεις των, και γνωρίζουσαι πλέον ότι η Νέα Ελλάς, η μετ’ αυτών συναγωνιζομένη, αυτή η οργανώσασα κράτος εν Θεσσαλονίκη, δεν ήτο δυνατόν να ανεχθή πλέον τον Βασιλέα Κωνσταντίνον, έφθασαν εις τας αποφάσεις εις τας οποίας έφθασαν, όπως, επεμβαίνουσαι επί τη βάσει των συνθηκών και της εγγυήσεως της δοθείσης υπ’ αυτών εις το Κράτος το Ελληνικόν ως συνταγματικόν, ζητήσουν την απομάκρυνσιν του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Και ούτως επήλθεν η κάθοδος ημών εις Αθήνας, η ένωσις της όλης Ελλάδος και η ανάληψις της εξουσίας υπό της Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης.
Κάποιος εκ των ρητόρων παρεπονέθη από του βήματος τούτου δια την επέμβασιν των Δυνάμεων και αφήκε να πιστευθή ότι, αν δεν υπήρχεν η παρέμβασις αύτη, το κράτος των Αθηνών θα ήτο ικανόν να αντιστή κατά του κράτους της Θεσσαλονίκης, έστω και αν ήρετο η ουδετέρα ζώνη και οι δύο οργανισμοί ετίθεντο αντιμέτωποι. Την εποχήν, καθ’ ην έγινεν η κάθοδος ημών, το κράτος της Θεσσαλονίκης είχε στρατόν 60 χιλιάδων ανδρών, ωργανωμένον καλώς εις τρεις μεραρχίας και μίαν τετάρτην, την των Κυκλάδων και Ιονίων νήσων, ετοίμην προς άμεσον οργάνωσιν, ανδρών ετοίμων να αντιμετωπίσωσι πάσαν θυσίαν δια να επιτύχωσι τους σκοπούς τους υψηλούς τους οποίους επεδίωκον, ενώ το κράτος των Αθηνών κατά την εποχήν εκείνην δεν διέθετε δύναμιν ουδέ πόρρωθεν ανάλογον. Είχε κατορθώση το κράτος των Αθηνών να διαλύση τον στρατόν δια των ιδίων σφαλμάτων. Αλλ’ είχε κατορθώση προ πάντων να εμπνεύση εις το πλείστον των τότε στρατιωτών την ιδέαν ότι καμμία δυστυχία δεν είναι μεγαλειτέρα δι’ ένα πολίτην παρά την θυσίαν του εγώ του χάριν των γενικωτέρων συμφερόντων της πατρίδος. Όστις δε θέλει να κρίνη τα πράγματα απροκαλύπτως θα ίδη ότι η κατανίκησις του καθεστώτος του Αθηναϊκού, με την Κυβέρνησιν των καθαρμάτων, ήτο έργον απλού στρατιωτικού περιπάτου δια το Κυβερνητικόν καθεστώς της Θεσσαλονίκης.
Είπα ταύτα διότι δεν θέλω να πιστευθή ενταύθα ουδ’ επί στιγμήν ότι, εάν έλειπεν η βαθεία αυτή συναίσθησις, θα ηδυνάμην να ευρίσκωμαι εις τας Αθήνας· χειραγωγηθείς από ξένην δύναμιν οσονδήποτε φιλικήν, οσονδήποτε προστάτιδα, οσονδήποτε εγγυήτριαν. Αλλ’ ήλθομεν εις τας Αθήνας, η επανάστασις εθριάμβευσεν, ηναγκάσθησαν να αναγνωρίσωσι τούτο και οι αντίπαλοι ημών, αλλά μας λέγουν: Διατί εφέρατε την Βουλήν της 31 Μαΐου; Μας δέχονται ως Κυβερνήτας, μας αναγνωρίζουν, μας ανέχονται, αν θέλετε, αλλά μας λέγουν, διατί εφέρατε την Βουλήν της 31 Μαΐου, διατί δεν κυβερνάτε χωρίς καμμίαν Βουλήν, και απορούν, διατί, αφού η Κυβέρνησις των πολιτικών καθαρμάτων ηνείχετο να κυβερνά χωρίς Βουλήν, δεν δεχόμεθα και ημείς να κυβερνώμεν ομοίως. Δεν ηδυνάμην, Κύριοι, να δεχθώ όπως κυβερνήσω την Χώραν άνευ λαϊκής αντιπροσωπείας, δεν ηδυνάμην συγχρόνως να σκεφθώ όπως διεξαγάγω εν τω παρόντι αμέσως εκλογάς, ουδείς, άλλως τε, εσκέφθη να υποστηρίξη καν το δυνατόν της εν τω παρόντι χρόνω αμέσου διεξαγωγής εκλογών. Εν τοιαύτη περιπτώσει η κλήσις της Βουλής της 31 Μαΐου ήτο η μόνη ενδεδειγμένη και επιβεβλημένη λύσις του Κυβερνητικού ζητήματος της Ελλάδος. Εάν η παρούσα Κυβέρνησις ευρίσκεται καλώς σήμερον εις τα εδώλιά της, και η παρούσα Βουλή, εξ ης η Κυβέρνησις απορρέει, καλώς ευρίσκεται εις τα εδώλιά της. Και υπομιμνήσκω ότι ουδ’ επί στιγμήν έπαυσε το κόμμα των Φιλελευθέρων μη αναγνωρίζον το πραξικόπημα το Βασιλικόν της διαλύσεως της Βουλής της 31 Μαΐου. Δεν κατήλθομεν εις τας εκλογάς της 6 Δεκεμβρίου, και κρίνοντες βραδύτερον επιβεβλημένην πράξιν την συμμετοχήν εις τας επαναληπτικάς εκλογάς, ρητώς εδηλούμεν εις τους εκλογείς μας, ότι δεν εννοούμεν δια της συμμετοχής μας εις τας εκλογάς ν’ αναλάβωμεν την υποχρέωσιν να μεταβώμεν εις το ομοίωμα αυτό της Βουλής, την οποίαν δεν ανεγνωρίζομεν.
Ήτο λοιπόν απαραγνώριστον το δικαίωμα ημών να θεωρήσωμεν την πράξιν την Βασιλικήν της διαλύσεως της Βουλής της 31 Μαΐου ως πράξιν έκθεσμον, ως πράξιν αντισυνταγματικήν, ως πράξιν δια της οποίας ο Βασιλεύς, θέτων κατά μέρος την λαϊκήν κυριαρχίαν, ηννόει να συγκεντρώση εις εαυτόν όλην την δύναμιν, δια να γίνη βασιλεύς ελέω Θεού. Η κλήσις της Βουλής της 31 Μαΐου δεν θα κριθή, όπως κρίνονται αι υποθέσεις εις τα δικαστήρια. Δεν θα κριθή δικαστικώς. Η κλήσις της Βουλής της 31ης Μαΐου θα κριθή ως πράξις πολιτική. Η Βουλή εκλήθη, διότι τα δύο καθεστώτα, όταν απεφάσισαν την ανασύνδεσιν του Κράτους εις εν, ρητώς, συνεφώνησαν ότι η ανασύνδεσις θα γίνη υπ’ αυτούς τους όρους.
Αλλ’ έχω καθήκον, Κύριοι, να πληροφορήσω την Βουλήν, ότι, και εάν εφρόνουν δυνατήν την άμεσον διεξαγωγήν εκλογών, θα επέμενα μη στέργων να αναλάβω άνευ τούτου την αρχήν, θα επέμενα όπως συγκληθή η Βουλή της 31ης Μαΐου, δια να συνεχίση τα έργα αυτής, δια να συνεχίση, θα έλεγα, και την συνεδρίασιν της 5ης Οκτωβρίου 1915. (Χειροκροτήματα). Θα επέμενα εις την σύγκλησιν αυτής όπως εργασθή επί τινα τουλάχιστον χρόνον, δια να έχωμεν εις την πολιτικήν ιστορίαν της Ελλάδος εν προηγούμενον εμφανές, το οποίον να χρησιμεύη και εις το μέλλον ως δίδαγμα. (Χειροκροτήματα).
Κύριοι, όσοι εξ υμών επεσκέφθητε το μέγαρον του Ουενστμίνστερ, όπου συνεδριάζουν αι δύο Αγγλικαί Βουλαί, θα ενθυμείσθε ότι άμα διέλθετε την μεγάλην είσοδον προς τα αριστερά, υπάρχει μία πλαξ, επί της οποίας είναι κεχαραγμένα με έκτυπα γράμματα και εμφανή ταύτα περίπου, δεν ενθυμούμαι τας λέξεις ακριβώς, αλλ’ αυτή είναι η έννοιά των: «Εδώ απεκεφαλίσθη Κάρολος ο Βασιλεύς της Αγγλίας, διότι επεβούλευσε και ενοσφίσθη τας ελευθερίας του Αγγλικού λαού». (Εύγε! εύγε! χειροκροτήματα παρατεταμένα). Οσάκις ο Βασιλεύς της Αγγλίας μεταβαίνη εις το μέγαρον του Ουενστμίνστερ, δια να κηρύξη την έναρξιν και την λήξιν των Βουλών, διέρχεται ακριβώς δια του μέρους, όπου είναι η πλαξ αυτή, και παρέρχεται προ αυτής βλέπων τα επ’ αυτής γράμματα. Και τούτο γίνεται έκτοτε επί δύο και ήμισυν αιώνας, διότι οι λαοί ακριβώς οι άξιοι ελευθερίας, οίος είναι ο Αγγλικός λαός, δεν εννοούν να λησμονούν τα διδάγματα τα εκ της ιστορίας των και χρησιμοποιούν αυτά δια τας μελλούσας γενεάς. Εγώ δε προτίθεμαι να προτείνω εις την συγκληθησομένην Εθνοσυνέλευσιν, όπως επί πλακός, η οποία θα ετίθετο ίσως εκεί (δεικνύει) απέναντι του Προεδρείου, ή όπου αλλού ήθελε κρίνει σκόπιμον αρμοδία επιτροπή, ούτως ώστε να είναι έναντι του ερχομένου ενταύθα Βασιλέως, όταν έρχεται να κηρύξη την έναρξιν της Βουλής, γραφώσι περίπου ταύτα: «ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος διαλύσας εκ δευτέρου την Βουλήν του 1915, δια να επιβάλη προσωπικήν πολιτικήν, αυτός μεν εξέπεσε του Θρόνου, η δε διαλυθείσα Βουλή, συγκληθείσα και πάλιν, εσυνέχισε τας συνταγματικάς εργασίας της».
Κύριοι, οι ασπασθέντες την Γερμανικήν πολιτικήν εν Ελλάδι επεδίωξαν να πείσουν τον λαόν ότι η διαφωνία αυτών προς την πολιτικήν του κόμματος των Φιλελευθέρων συνίστατο εις τούτο, ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων εζήτει να εφαρμόση πολιτικήν ριζοσπαστικήν, επιδιώκουσαν μεν την πραγματοποίησιν των εθνικών πόθων, αλλά συνεπαγομένην και κινδύνους. Εκείνοι δε εζήτουν τάχα να εφαρμόσουν συντηρητικήν πολιτικήν, δια της οποίας εγκατελείπετο μεν επί του παρόντος η πραγματοποίησις των εθνικών πόθων, αλλά ησφαλίζοντο τα κεκτημένα και απεφεύγετο ο πόλεμος.
Όχι, Κύριοι, δεν ήτο τούτο το οποίον εχώριζε την μίαν πολιτικήν από την άλλην. Πόσον ολίγον ριζοσπαστική υπήρξεν η πολιτική της Κυβερνήσεως των Φιλελευθέρων απέδειξα ήδη εν αρχή του λόγου μου, πόσον δε ολίγον συντηρητική υπήρξεν η ακολουθηθείσα Γερμανική πολιτική απέδειξαν αυτά τα πράγματα. Δια της πολιτικής αυτής τίποτε δεν συνετηρήθη. Ούτε τα κεκτημένα εν Ανατολική Μακεδονία και Βορεία Ηπείρω εσώσαμεν, ούτε την ισορροπίαν της Βαλκανικής, η οποία ανετράπη επί βλάβη ημών υπέρ του κληρονομικού ημών αντιπάλου, ούτε τας φρικαλεότητας του πολέμου απεφύγαμεν.
Η εφαρμοσθείσα Γερμανική πολιτική, αποσκοπούσα απλώς εις εξυπηρέτησιν των Γερμανικών συμφερόντων, ηνέχθη και την απώλειαν της Α. Μακεδονίας και της Β. Ηπείρου. Αλλά δεν κατώρθωσε τουλάχιστον ν’ αποτρέψη από την Χώραν τας συμφοράς του πολέμου. Η πολιτική εκείνη, εγνώριζεν ότι, επιτρέπουσα την αποβίβασιν των Αγγλογάλλων εν Θεσσαλονίκη, μη σπεύδουσα δε συγχρόνως εις βοήθειαν των Σέρβων, θα μετέφερε το θέατρον του πολέμου εντός του εδάφους του Μακεδονικού, και το ηνέχθη χωρίς καν να προσπαθήση ν’ αποτρέψη τούτο, διότι η προσπάθεια θα έβλαπτε τα Γερμανικά συμφέροντα.
Εάν η πολιτική αυτή δεν εφηρμόζετο, ηκολουθείτο δε η πολιτική ημών, όχι μόνον ουδέποτε θα εισέβαλλον οι εχθροί εις το έδαφός μας και αν δεν ενικώμεν τους Βουλγάρους, αλλά και θα κατείχομεν ακόμη και την Αν. Μακεδονίαν και την Β. Ήπειρον και υπό την υπόθεσιν νίκης των Κεντρικών Αυτοκρατοριών η Ελλάς εις το Συνέδριον της Ειρήνης θα προσήρχετο με αλύμαντον το εθνικόν της έδαφος, ηυξημένον μάλιστα αυτό δια της Κύπρου, παραστατουμένη από πέντε και ήδη εξ Δυνάμεις Μεγάλας.
Η αντίθετος πολιτική, Κύριοι, δεν έχει το δικαίωμα να ονομάζεται συντηρητική πολιτική, υπήρξε δε απλώς πολιτική εγκαταλείψεως και απεμπολήσεως κάθε πολιτικού συμφέροντος και κάθε εθνικού ιδεώδους.
Θα ηδύνατο να ονομασθή επί τέλους συντηρητική πολιτική εάν, καίπερ προδίδουσα την συμμαχικήν συνθήκην προς την Σερβίαν, εφρόντιζε, τηρούσα ευμενεστάτην πάντως απέναντί της ουδετερότητα, να εξασφαλίση τουλάχιστον όσα πολλάκις υπέδειξα, το αλύμαντον δηλαδή του εθνικού εδάφους, την μη υπερεξόγκωσιν της Βουλγαρίας, την ανταλλαγήν των πληθυσμών, την διάσωσιν του Μικρασιατικού, Θρακικού και Μακεδονικού Ελληνισμού, την φειδώ του εμπορικού μας στόλου και την επί δεκαετίαν μετά τον πόλεμον εγγύησιν της ακεραιότητός μας. Και ταύτα πάντα, Κύριοι, ουδείς δύναται να υποστηρίξη ότι δεν ήσαν κατορθωτά, αφού η Ελλάς είχεν εν αρχή εις χείρας της μίαν γενικήν επιστράτευσιν, την οποίαν ηδύνατο να χρησιμοποιήση τουλάχιστον δια της επιτυχίας αυτής. Εγώ, Κύριοι, και αν τοιαύτη ηκολουθείτο πολιτική, θα ήμην δριμύς κατήγορος αυτής, διότι θα με εξήγειρεν η ιδέα ότι ατιμάσθη η Ελλάς αθετήσασα τας υποχρεώσεις της, και διότι δια την Ελλάδα θα εδημιουργείτο θέσις πάντως υποδεής απέναντι της Βουλγαρίας. Αλλά θα ανεγνώριζα πάντως ότι έχω ενώπιόν μου συντηρητικήν πολιτικήν. Αλλ’ επαναλαμβάνω, Κύριοι, εν προκειμένω, αυτή η λεγομένη συντηρητική πολιτική, τι συνετήρησε και τι, τουναντίον, δεν απεμπόλησεν; Η δεκάμηνος επιστράτευσις, η εισβολή των Βουλγάρων εις την Αν. Μακεδονίαν, η λεηλασία της Ελληνικής Μακεδονίας, η αιχμαλωσία ενός Σώματος στρατού, ταύτα πάντα δεν ισοδυναμούν με ένα ατυχή πόλεμον; Η εξόντωσις του Μικρασιατικού Ελληνισμού, και του Ελληνισμού της Αν. Μακεδονίας, δεν ισοδυναμούν καθ’ εαυτάς με άλλον ένα ατυχή πόλεμον; Η δε ταπείνωσις κάθε γενναίου φρονήματος, η έμπνευσις φόβου και δειλίας, η εμβολή της ιδέας ότι όχι μόνον νέα αύξησις του Κράτους ήτο άχρηστος και επικίνδυνος, αλλ’ ότι και η εκ των Βαλκανικών ήδη πολέμων προελθούσα ήτο επιζημία και δεν μας έμελεν αν την εχάναμεν, αρκεί το έργον του μισητού αντιπάλου ν’ απεδεικνύετο μη βιώσιμον, δεν ισοδυναμούν και αυτά με ένα άλλον ατυχή πόλεμον; Ήτο λοιπόν συντηρητική και μη πολεμική πολιτική εκείνη η οποία ηκολουθείτο υπό των Σωτήρων, η οποία έφερε τας συμφοράς τριών ατυχών πολέμων και η οποία αφίνει εκκρεμή ακόμη τον τελευταίον, τον προς την μεγεθυνθείσαν Βουλγαρίαν, κατά τον οποίον η Ελλάς επρόκειτο να συντριβή οριστικώς;
Δεν μετήλθον λοιπόν, και πάλιν λέγω, συντηρητικήν πολιτικήν, μετήλθον πολιτικήν Γερμανικήν, συγκομίζοντες μόνον την περιφρόνησιν και εκείνων τους οποίους εξυπηρέτουν. Έχασαν δε την Ανατολικήν Μακεδονίαν και την Βορείαν Ήπειρον, δεν εδέχθησαν την Κύπρον, έμειναν άνευ φίλων, άνευ συμμάχων, έξω του αυριανού Συνεδρίου της Ειρήνης, όπου θα συμπαραστούν όλοι οι λαοί της Βαλκανικής, όπου η Σερβία θα ηδύνατο, επικαλουμένη την αθέτησιν της προς αυτήν συνθήκης ημών ως ένα εκ των λόγων της καταστροφής της, να τύχη δια τούτο ανταλλαγμάτων εις βάρος ημών. Και συνεκόμισαν δια της λεγομένης συντηρητικής πολιτικής των ερείπια στρατιωτικά, ερείπια ηθικά, ερείπια πολιτικά, δια να υποκύψωμεν αύριον ασφαλέστερον εις το πλήγμα, το οποίον οριστικώς θα μας καταφέρη η υπερεξογκωθείσα Βουλγαρία.
Αυτά ήσαν τα αποτελέσματα, Κύριοι, της πολιτικής των Σωτήρων. Και τα αποτελέσματα αυτά δεν ηδύνατο να ανεχθή το κόμμα των Φιλελευθέρων και ο ηγέτης αυτού. Και αυτά μας κατέστησαν επαναστάτας· και αυτά μας ήγαγον εις δημιουργίαν δευτέρου Κράτους και εις την συγκρότησιν νέου Εθνικού στρατού. Και δι’ αυτών επετύχομεν την κατάλυσιν του δεσποτισμού, και την αποκατάστασιν του ελευθέρου ημών πολιτεύματος, και την επιβολήν της πολιτικής, την οποίαν ο λαός ενέκρινεν επανειλημμένως, όχι μόνον απ’ ευθείας δια της ετυμηγορίας του της 31ης Μαΐου, αλλά και δια των ψηφοφοριών των νομίμων αυτού αντιπροσώπων.
Αλλά θα ερωτήση τις: Μήπως άραγε είναι ακόμη δυνατή η εφαρμογή της πολιτικής ταύτης υφ’ ους αρχικώς ενεφανίζετο όρους;
Δεν τυφλώττω, Κύριοι, προς την εικόνα, η οποία παρίσταται ενώπιόν μου.
Ότι εφοβούμην, καταλείπων την αρχήν τον Σεπτέμβριον του 1915, ατυχώς συνετελέσθη. Η Ελλάς του 1917 δεν ομοιάζει ουδέ πόρρωθεν προς την Ελλάδα του 1915, την οποίαν τους παρεδώσαμεν τότε. Οι ασκήσαντες την Γερμανικήν πολιτικήν δύνανται να καυχώνται δι’ επιτυχίας αληθώς καταπληκτικάς, τας οποίας έσχον. Βλέπω την σύμμαχον ημών Σερβίαν κατεστραμμένην σήμερον, έστω και αν η καταστροφή είναι προσωρινή, ως είμαι βέβαιος, δια να επακολουθήση αυτήν η αποκατάστασις της πλήρους της εθνικής ενότητος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Βλέπω την Βουλγαρίαν υπερεξωγκωμένην, ετοίμην να επιπέση καθ’ ημών αύριον δια να μας συντρίψη και μας υποτάξη. Βλέπω την εσωτερικήν φαυλοκρατίαν αναστάσαν εκ νεκρών με νέαν ορμήν και νέον σθένος. Βλέπω τα οικονομικά ερείπια, βλέπω τον Βασιλικόν στρατόν της Ελλάδος σχεδόν εν διαλύσει. Η Ελλάς του 1917 ούτε εδαφικώς, ούτε ψυχικώς, ούτε οικονομικώς, ούτε στρατιωτικώς, ούτε πολιτικώς ομοιάζει την Ελλάδα του 1915. Και όμως μεθ’ όλους τούτους τους μειονεκτικούς όρους η αισιοδοξία μου δεν με απολείπει. (Χειροκροτήματα).
Έθνος, το οποίον διήλθε δια τόσων δοκιμασιών επί τρεις όλας χιλιετηρίδας χωρίς να εξαφανισθή, Έθνος το οποίον εσημείωσε και χθες ακόμη τους θριάμβους του 1912 και 1913, Έθνος το οποίον, και προδοθέν υπό των αρχόντων του, κατώρθωσε να ανεύρη εν εαυτώ αρκούσαν ηθικήν δύναμιν δια να δημιουργήση νέον κράτος, και να συγκροτήση νέον στρατόν, και να γράψη, ως πολλάκις είπα, τινάς των λαμπροτέρων σελίδων της στρατιωτικής μας ιστορίας, τοιούτο Έθνος είμαι ασαλεύτως πεπεισμένος ότι εγκρύπτει ακόμη εν εαυτώ αρκετήν ζωτικότητα όπως και κατά την υστάτην ταύτην στιγμήν επιτύχη την σωτηρίαν του. (Χειροκροτήματα).
Κύριοι! Το Έθνος γνωρίζει, ότι ουδέποτε υπεσχέθην εις αυτό ανέφικτα πράγματα.
Το Έθνος γνωρίζει, ότι ουδέποτε υπήρξα κατώτερος των προς αυτό επαγγελιών μου.
Μετέχοντες του παγκοσμίου πολέμου, παρά το πλευρόν των δημοκρατικών εθνών, τα οποία συνήγειραν εις κοινόν αγώνα, εις μίαν αληθώς ιεράν συμμαχίαν, αι κοσμοαυτοκρατορικαί αξιώσεις της Γερμανίας, της οποίας πελάται είναι οι δύο κληρονομικοί μας εχθροί, δεν θα ανακτήσωμεν μόνον τα απολεσθέντα εθνικά μας εδάφη, δεν θα αποκαταστήσωμεν μόνον την εθνικήν μας τιμήν, δεν θα προστατεύσωμεν τελεσφόρως τα εθνικά μας συμφέροντα εις το Συνέδριον της Ειρήνης και δεν θα ασφαλίσωμεν μόνον το εθνικόν μας μέλλον, αλλά και θα αποτελέσωμεν άξιον μέλος της οικογενείας των ελευθέρων εθνών, την οποίαν θα οργανώση το Συνέδριον τούτο, και θα παραδώσωμεν εις τα τέκνα μας Ελλάδα οποίαν την ωνειρεύθησαν αι παρελθούσαι γενεαί, των οποίων δεν ημπορούμεν να δειχθώμεν ανάξιοι κληρονόμοι, και οποίαν την προδιεγράψαμεν ημείς αυτοί δια των προσφάτων θριάμβων του 1912 και 1913.
(Ραγδαία χειροκροτήματα και ζητωκραυγαί εκ της αιθούσης και των θεωρείων).


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου