Ομιλία του Ε. Βενιζέλου για τους Βαλκανικούς και τον Α΄ Παγκόσμιο (1ο μέρος)
Προέδρου της Κυβερνήσεως
Συνεδρίασις της 13 Αυγούστου 1917.
Αιτιολογία των δύο πολέμων.
Οι αντίπαλοι ημών, δια να κατορθώσουν να επιτύχουν την αλλοτρίωσιν της Κοινής Γνώμης από του ηγέτου του κόμματος των Φιλελευθέρων, επωφεληθέντες των πολεμικών γεγονότων των τριών τελευταίων ετών, εζήτησαν να παραστήσουν τον Αρχηγόν του κόμματος των Φιλελευθέρων εις τον Ελληνικόν λαόν, ως ένα άνθρωπον, ο οποίος ημπορεί να έχη μεν χαρίσματα άλλα, αλλ’ έχει το δυστύχημα δια τον Ελληνικόν λαόν να είναι πολεμοχαρής, να αρέσκεται εις τα αίματα και να είναι εις φαντασιόπληκτος, πιστεύων ευκόλως ότι ημπορεί δι’ ολίγων να κατορθώση μεγάλα.
Έλαβα, Κύριοι Βουλευταί, αφορμήν άλλοτε, ότε με κατηγόρουν ότι ο πόλεμος
κατά της Βουλγαρίας έγινε παρά την θέλησίν μου, να κάμω την ομολογίαν ότι όχι
μόνον εκείνος ο πόλεμος έγινε παρά τας ευχάς μου, όχι δε βέβαια παρά τας
προσδοκίας μου, ουδέ παρά τας ετοιμασίας μου, αλλά και ο πρώτος πόλεμος, ο κατά
της Τουρκίας. Και έλαβα τότε αφορμήν να εκθέσω εις την Βουλήν πού είχα φθάση
δια να κατορθώσω να διευθετήσω το μάλλον φλέγον ζήτημα εξ εκείνων, τα οποία μας
εχώριζαν από την Τουρκίαν, το Κρητικόν. Είχα φθάσει να προτείνω εις την Πύλην,
αντί των ονομαστικών επικυριαρχικών δικαιωμάτων της, και την πληρωμήν μικρού
φόρου υποτελείας, ίνα αναγνωρίση εις τους Κρήτας βουλευτάς το δικαίωμα να
συνεδρεύουν εν τω Βουλευτηρίω τούτω.
Εζήτουν ν’ αποφύγω τότε τον πόλεμον, όχι διότι δεν ενόμιζα ότι τα Έθνη είναι υποχρεωμένα να κατέλθουν εις πόλεμον όταν πρόκειται περί Εθνικής αποκαταστάσεως, αλλά διότι εθεώρουν ότι η Ελλάς δεν ήτο ακόμη τότε επαρκώς παρεσκευασμένη κατά το διετές μόλις διάστημα της αναγεννήσεώς της, δια να αντιμετωπίση μετά πλήρους πεποιθήσεως και ασφαλείας τας περιπτώσεις τας πολεμικάς.
Αλλ’ ο πόλεμος έγινε, διότι αφ’ ενός μεν δεν έγινε δυνατόν να ρυθμισθή το ζήτημα το Κρητικόν, αφ’ ετέρου δε τα άλλα Βαλκανικά Κράτη είχον αποφασίσει να πολεμήσουν κατά της Τουρκίας, και εις ημάς δεν ήτο επιτετραμμένον να μείνωμεν εις τοιαύτας περιστάσεις απαθείς θεαταί.
Αλλά και ο δεύτερος πόλεμος εγένετο παρά τας ευχάς μου, Κύριοι Βουλευταί. Προσεπάθησα ειλικρινέστατα να τον αποφύγω, και κατηγορήθην δα, και εις την Βουλήν αυτήν πολλάκις, ότι ηθέλησα να τον αποφύγω, και μου είπον: «εις σε δεν ανήκει τιμή δια τας επιτυχίας του δευτέρου πολέμου, είσαι ξένος προς αυτόν», αδιάφορον αν τον προητοίμασα και διπλωματικώς και στρατιωτικώς, ώστε, αφού κατέστη αναπότρεπτος, ν’ αποβή καθ’ όλας τας πιθανότητας ευτυχής, όπως και απέβη πράγματι.
Ο κατά της Βουλγαρίας πόλεμος.
Εις ημάς θα είναι ανάγκη να εξηγηθώ, όπως και εις τον Ελληνικόν λαόν, διατί εγώ τόσον ειλικρινώς προσεπάθουν ν’ αποφύγω τον δεύτερον πόλεμον, τον προς την Βουλγαρίαν. Επεζητείτο να παρασταθή τότε ότι εγώ μόνος απέστεργα τον πόλεμον διότι εφοβούμην την έκβασιν αυτού, ενώ τάχα τον πόλεμον εκείνον επέσπευδεν ο Βασιλεύς και το Επιτελείον, δια να συναχθή το συμπέρασμα ότι όλη η τιμή δια τας επιτυχίας του πολέμου εκείνου ανήκεν εις τον Βασιλέα και ουδεμία εις τον πολιτικόν ηγέτην. Και είμαι υποχρεωμένος να διακηρύξω ότι ουδεμία ποτέ επήλθε κατά την εποχήν εκείνην διαφωνία μεταξύ Στέμματος και στρατιωτικών κύκλων αφ’ ενός και Κυβερνήσεως αφ’ ετέρου όσον αφορά την απέναντι της Βουλγαρίας πολιτικήν.
Και ο λόγος, δια τον οποίον δεν επήλθεν ουδεμία διαφωνία, ήτο διότι και οι στρατιωτικοί κύκλοι δεν ήσαν καθόλου ήσυχοι δια την πιθανήν έκβασιν του πολέμου εκείνου. Ότε εν Θεσσαλονίκη, καλέσας τον εν Βελιγραδίω Πρεσβευτήν της Ελλάδος και τον εν Αθήναις Πρεσβευτήν της Σερβίας, κατώρθωσα να υπογραφή η συμμαχική συνθήκη μετά της Σερβίας, ενθυμούμαι, ότι απευθυνόμενος προς το Επιτελείον έλεγον : «Και τώρα, μετά την υπογραφήν της συμμαχικής συνθήκης με την Σερβίαν, τι νομίζετε; Ποίαι είναι αι πιθανότητες της νίκης, εάν φθάσωμεν εις πόλεμον;» Και μοι έλεγε το Επιτελείον, ότι δυνάμεθα να αποβλέπωμεν εις την νίκην με ελπίδας 60 %. Εννοείτε τώρα πώς ένας υπεύθυνος Κυβερνήτης μιας χώρας δεν ώφειλε να σπεύδη εις πόλεμον, του οποίου αι πιθανότητες της νίκης και μετά την υπογραφήν της συμμαχίας με την Σερβίαν είχον τόσον στενόν περιθώριον. Αλλ’ υπήρχε και άλλος λόγος, πολύ σπουδαιότερος, ένεκα του οποίου προσεπάθουν να αποφύγω τον νέον πόλεμον. Υπήρχεν ο λόγος, ότι καλώς εγνώριζα ότι τα εν τη Βαλκανική ζητήματα έθιγον κύρια συμφέροντα μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.
Δεν ήτο μυστικόν, ότι αντιμέτωπος της συμμάχου ημών, της Σερβίας, συμμάχου προς την οποίαν εθεωρήσαμεν ότι μας επεβάλλετο να συνάψωμεν και συμμαχίαν ευρυτέρας εκτάσεως, ήτο μία μεγάλη Δύναμις, η Αυστροουγγαρία. Εάν δεν εγνωρίζομεν τότε τα βραδύτερον αποκαλυφθέντα εν τω Ιταλικώ Κοινοβουλίω, περί προτάσεως της Αυστρίας προς την Ιταλίαν, όπως επιτρέψη αύτη την επίθεσιν της πρώτης κατά της Σερβίας, χωρίς να θεωρηθή ότι διαταράσσονται οι όροι της μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας συμμαχίας, το διησθανόμεθα όμως.
Ήδη, διαρκούντος του πρώτου Βαλκανικού πολέμου, η ανησυχία ημών ήτο διηνεκής, μήπως εις τον πόλεμον τούτον ίδωμεν αιφνιδίως προβάλλουσαν την Αυστροουγγαρίαν, αντιμέτωπον, αν όχι όλων των Βαλκανικών Κρατών, αλλά του ενός τουλάχιστον των Συμμάχων, της Σερβίας. Εννοείτε, επομένως, πόσον επιβλητικόν ήτο εις τον ηγέτην, τον υπευθύνως ιθύνοντα τας τύχας της Χώρας κατά την εποχήν εκείνην, να προσπαθή να αποφύγη εκ παντός τρόπου ένα πόλεμον, ο οποίος ήτο ενδεδειγμένον, ο οποίος ήτο βέβαιον σχεδόν, όπως απεδείχθη δυστυχώς εκ των υστέρων, ότι αργά ή γρήγορα θα έφερε γενικωτέραν επέμβασιν Ευρωπαϊκήν.
Επίστευα λοιπόν, ότι ηδυνάμεθα να αρκεσθώμεν εις εκείνα, τα οποία εθεώρουν απαραιτήτως αναγκαία, δια να φθάσωμεν εις ειρηνικήν διευθέτησιν μετά της Βουλγαρίας, ότι ηδυνάμεθα εν τω παρόντι να αρκεσθώμεν εις ταύτα, επιτυγχάνοντες μίαν ουσιωδεστάτην μεγέθυνσιν της Ελλάδος και αποβλέποντες εις τούτο, ότι η ιδέα της συμπήξεως μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας θα ηδύνατο να αποδειχθή κατορθωτή, οπότε θα ηδυνάμεθα ν’ αδιαφορήσωμεν αν η έκτασις του εδάφους μας ήτο κατά 8 ή 10 χιλιάδας τετραγωνικά χιλιόμετρα μεγαλειτέρα ή μικροτέρα, εφόσον θα κατωρθούτο δια της συμπήξεως της Ομοσπονδίας να δημιουργηθή εκ των Βαλκανικών Κρατών μία μεγάλη δύναμις, η οποία να δύναται να προστατεύη τα συμφέροντα αυτών, ή – όπερ ατυχώς πιθανώτερον – η Βουλγαρική βουλιμία θα απεδεικνύετο ακόρεστος, επιδιώκουσα μέχρι τέλους να καθέξη την όλως υπερέχουσαν θέσιν, εις την οποίαν αείποτε απέβλεπε, εν τοις Βαλκανίοις, οπότε ο πόλεμος θα επεβάλλετο μετά 3-4-5-6, δεν δύναμαι ακριβώς να ορίσω πόσα, έτη, οπότε Ελλάς και Σερβία, μεγεθυνθείσαι δια του κατά της Τουρκίας πολέμου πολύ περισσότερον παρά η Βουλγαρία, θα είχον διαθέσιμον στρατιωτικήν δύναμιν πολύ ανωτέραν, εν αναλογία προς την της Βουλγαρίας, παρ’ εκείνην την οποίαν ήσαν εις θέσιν να παρατάξωσι κατά τον πόλεμον του 1913. Αύται ήσαν αι σκέψεις, αι οποίαι ώθουν την Κυβέρνησιν εκείνην όπως ειλικρινώς προσπαθή κατά πάντα τρόπον να αποφύγη τον δεύτερον πόλεμον.
Τα προ της
συνθήκης του Βουκουρεστίου.
Αλλά νομίζω εύθετον, παρουσιαζομένης της ευκαιρίας ταύτης. να εκθέσω προς την Βουλήν και άλλο τι γεγονός, μη γνωστόν, εκ του οποίου θα κριθή ακριβέστερον ο πολεμοχαρής ή μη πολεμοχαρής χαρακτήρ του ηγέτου του κόμματος των Φιλελευθέρων. Είχομεν ήδη νικήση την Βουλγαρίαν και ο Βασιλεύς αυτής απηυθύνθη προς τον μακαρίτην Κάρολον της Ρουμανίας ζητών ανακωχήν και την μεσολάβησιν αυτού πλησίον των άλλων συμμάχων, όπως επιτευχθή η ανακωχή αύτη δια ν’ αρχίσουν αμέσως αι διαπραγματεύσεις της ειρήνης. Ο βασιλεύς Κάρολος απηυθύνθη προς τον βασιλέα Κωνσταντίνον συνιστών την συνομολόγησιν ανακωχής, ο δε Βασιλεύς μου ανεκοίνωσεν εκ Χατζή-Μπεϊλίκ το τηλεγράφημα τούτο, ζητών την γνώμην της Κυβερνήσεως ως προς την δοτέαν εις αυτό απάντησιν, αλλά προσθέτων ότι λόγοι στρατιωτικοί επιβάλλουν να μη διακοπώσιν αι εχθροπραξίαι, αλλά να συνεχισθούν διαρκουσών των διαπραγματεύσεων της ειρήνης. Απήντησα, ότι η αντίληψις η εμή είναι εντελώς διάφορος· ότι καθ’ ην στιγμήν ο βασιλεύς της Ρουμανίας παρεμβαίνει συνιστών την σύναψιν ανακωχής δια την έναρξιν των διαπραγματεύσεων της ειρήνης, θα ήτο κατ’ εξοχήν αντιπολιτικόν εάν απεκρούομεν την μεσολάβησιν ταύτην, και δεν επετυγχάνομεν εκείνο το οποίον ωφείλομεν προ παντός να επιδιώκωμεν όπως επιτύχωμεν, δηλαδή την ευμενή στάσιν της Ρουμανίας κατά τας διαπραγματεύσεις της ειρήνης απέναντι των Ελληνικών συμφερόντων. Προσέθετον δε ότι η απάντησις, κατ’ εμέ, έπρεπε να είναι αύτη περίπου: Καίπερ γνωρίζων την Βουλγαρικήν κακοπιστίαν και μη δυνάμενος παντάπασι να πιστεύσω ότι ευρίσκομαι απέναντι πραγματικής αιτήσεως ειρήνης και αναγνωρίσεως της ήττης, θεωρώ ότι μοι επιβάλλεται να δεχθώ την μεσολάβησιν της Υμετέρας Μεγαλειότητος, πεποιθώς ότι εν τω προσώπω Αυτής τα Ελληνικά συμφέροντα θα εύρωσι δίκαιον παραστάτην κατά τας διαπραγματεύσεις της ειρήνης.
Αλλά προσέθετον ακόμη, ότι δεν εννοώ εις τι θα ηδύνατο να χρησιμεύσωσι περαιτέρω θυσίαι αίματος και περαιτέρω διακινδυνεύσεις, αφού η μεν άφιξις μέχρι της Σόφιας ήτο χαλεπώτατον έργον, αι δε ιδικαί μας εδαφικαί διεκδικήσεις εκαλύπτοντο δια των μέχρι τότε νικών, αίτινες και υπερέβαλλον μάλιστα αυτάς. Προσέθετον όμως ότι είμαι υποχρεωμένος να υποκύψω, εάν, αφού ταύτα εκθέσω εις την κρίσιν του Βασιλέως Αρχιστρατήγου, εύρισκον αυτόν επιμένοντα, ότι στρατιωτικοί λόγοι επέβαλλον την εξακολούθησιν των εχθροπραξιών.
Η γνώμη μου η πολιτική δεν υπερίσχυσεν· επεκράτησαν αι στρατιωτικαί αντιλήψεις. Και ότε διήλθον δια του Χατζή-Μπεϊλίκ, μεταβαίνων εις Βουκουρέστιον, εζήτησα και πάλιν να μεταπείσω τους στρατιωτικούς αρχηγούς, λέγων: δεν βλέπω τίνα λόγον έχουν αι περαιτέρω εχθροπραξίαι, δεν πρέπει δε να λησμονήσετε και την δυσχερή θέσιν, εις την οποίαν θα ευρίσκωμαι εν Βουκουρεστίω, άμα φθάνων εκεί, δεν κατορθώσω να αποδεχθώ ενδεχομένην σύστασιν του βασιλέως Καρόλου περί της ανακωχής. Η απάντησις ήτο εκ νέου κατηγορηματική, ότι εν ουδεμία περιπτώσει τα στρατιωτικά συμφέροντα της Ελλάδος επιτρέπουσι την σύναψιν ανακωχής. Έπρεπε και πάλιν να υποκύψω εις την στρατιωτικήν ταύτην αντίληψιν.
Έφθασα εις Βουκουρέστιον. Από Χατζή-Μπεϊλίκ μέχρι Βουκουρεστίου εκάμαμεν, νομίζω, 36 ώρας και εκεί μόνον κατώρθωσα να αρθώσιν αι στρατιωτικαί αντιλήψεις και προσαρμοσθώσι προς τας πολιτικάς αντιλήψεις, αι οποίαι εκ των πραγμάτων απεδεικνύοντο ότι ήσαν απολύτως επιβεβλημέναι, όχι μόνον από πολιτικής και διπλωματικής, αλλά και από στρατιωτικής καθαρώς απόψεως.
Αι πολιτικαί αντιλήψεις περί του μέλλοντος.
Εφθάσαμεν εις τας διαπραγματεύσεις της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Έχετε δημοσιευμένα όχι εκ των βίβλων, αλλά εκ των εφημερίδων τα τότε διαμειφθέντα εν σχέσει προς το Δεδεαγάτς, την Μάκρην και το Πόρτο-Λάγο, με βλέπετε δε από της πρώτης στιγμής λέγοντα έως πού δύνανται να φθάσωσιν αι διεκδικήσεις μας, έως πού ηδύναντο να υποστηριχθώσιν αι αξιώσεις μας. Αλλ’ ίσως οι κατηγορούντες με ως πολεμοχαρή, δύνανται να με κατηγορήσουν διατί επέμεινα δια την Καβάλλαν εις το Βουκουρέστιον, διατί δεν έκαμνα αυτήν την υποχώρησιν προς την Βουλγαρίαν. Δεν ήτο δυνατόν να υποχωρήσω εις το σημείον τούτο, όχι διότι δεν θα ήμην δικαιολογημένος απέναντι της κοινής γνώμης, αλλά διότι δεν ηδυνάμην να γνωρίζω, εάν, θυσιάζων την Καβάλλαν, θα ηδυνάμην να επιτύχω την ειρήνην εις τα Βαλκάνια. Εάν εγνώριζα τούτο, δεν διστάζω και τώρα να είπω ότι θα την εθυσίαζα. Αλλ’ εγνώριζον ότι τίποτε άλλο δεν θα επετύγχανον, θυσιάζων την Καβάλλαν, παρά μόνον να εξάψω την Βουλγαρικήν βουλιμίαν, η οποία θα ήτο ισχυροτέρα, όπως ασφαλέστερον επιτεθή καθ’ ημών, όταν θα επήρχετο ο χρόνος, κατά τον οποίον θα ενόμιζεν ότι ηδύνατο να μας επιτεθή. Εάν λοιπόν επέμεινα εις το ζήτημα της Καβάλλας όπως επέμεινα, το έπραξα διότι ουδεμία θυσία της Καβάλλας ηδύνατο να χρησιμεύση προς αποτροπήν νέων πολέμων και νέων κινδύνων.
Ενθυμείσθε, Κύριοι, ποίος υπήρξεν ο Βασιλικός λόγος, με τον οποίον ήνοιξεν η Βουλή του 1913, η συγκληθείσα μετά τους δύο Βαλκανικούς πολέμους. Επέμεινα και έθεσα εις την πρώτην παράγραφον του Β. λόγου, ότι η Ελλάς θεωρεί ότι επραγματοποίησε σχεδόν καθολοκληρίαν το εθνικόν της πρόγραμμα. Έθηκα τούτο εις τα χείλη του Βασιλέως, καίτοι έχων δια τον Ελληνισμόν ακόμη ευρυτάτας βλέψεις, διότι πεποιθότως εφρόνουν ότι συμφέρον ημών εθνικόν επέβαλλε να εξασφαλίσωμεν, όσον από ημάς εξηρτάτο, μακράν περίοδον ειρήνης. Θα ηυχόμην να ανεβάλλετο η λύσις των λοιπών εθνικών ζητημάτων επί ολόκληρον γενεάν. Επί ολόκληρον γενεάν θα είχε να ασχοληθή η Ελλάς εις την εντατικήν ανάπτυξιν του διπλασιασθέντος Κράτους και, αναπτυσσομένη κατά τοιούτον τρόπον, θα ηδύνατο είτε να ελπίση εις διαβίωσιν του εν Τουρκία Ελληνισμού υπό καθεστώς ανεκτόν, είτε να είνε βεβαία ότι, επιστάσης της ώρας της καταρρεύσεως του Τουρκικού κράτους, θα προέβαλλεν εις το μέσον Ελλάς ισχυρά, δυναμένη να λύση αυτοδυνάμως τα λοιπά αυτής εθνικά ζητήματα.
(Χειροκροτήματα και επευφημίαι).
Ενθυμηθήτε ακόμη, Κύριοι, την διαλλακτικότητά μου εις τας διαπραγματεύσεις της Συνθήκης των Αθηνών. Ενθυμηθήτε ποία κεφάλαια κατηγορίας διετυπώθησαν εναντίον μου από του βήματος τούτου, διότι εδείχθην εις τόσον σημείον διαλλακτικός. Ενθυμηθήτε ακόμη την διαλλακτικότητά μου εις το ζήτημα το Βορειοηπειρωτικόν, εις το ζήτημα της Σάσωνος, δια την οποίαν με ενεκάλουν, μονονού σκεπτόμενοι και εις ειδικόν να με παραπέμψουν δικαστήριον, διότι εθυσίαζα τα επί της Σάσωνος ιδανικά μας δικαιώματα δια να επιτύχω την ειρήνην, την ησυχίαν και την ασφάλειαν του Κράτους.
Φιλειρηνικότης και μικροψυχία.
Αλλά, Κύριοι, οι πολιτικοί αντίπαλοι ημών είμαι βέβαιος ότι δεν μας εννοούν. Δεν εννοούν πώς δύναται να συμβιβάζεται αυτό το πνεύμα το φιλειρηνικόν, αυτό το πνεύμα το διαλλακτικόν, μετά της σταθεράς αποφάσεως να μη θυσιασθή ποτέ κανέν ζωτικόν συμφέρον, του οποίου η προστασία και η υπεράσπισις είναι δυνατή. (Χειροκροτήματα ραγδαία). Οι αντίπαλοι ημών συγχύζουσι την έννοιαν της φιλειρηνικότητος προς την έννοιαν του ψοφοδεούς, του μικροψύχου. Εάν έδειξα όλην την διαλλακτικότητα εις τας κρισίμους αυτάς περιστάσεις, δεν εδίστασα, όταν ενεφανίσθησαν οι διωγμοί του Ελληνικού στοιχείου εν Τουρκία, δεν εδίστασα να απευθύνω από του βήματος τούτου τελεσίγραφον προς την Τουρκίαν, δια να υποδείξω ότι, εάν δεν έπαυον οι διωγμοί, τούτο θα προεκάλει πόλεμον προς αυτήν· διότι επίστευα τότε, ότι η Ελλάς, οία ήτο στρατιωτικώς και με το κύρος το Ευρωπαϊκόν, το οποίον είχεν, ήτο εις θέσιν τότε να ομιλήση προς την Τουρκίαν με την γλώσσαν με την οποίαν ωμίλησα και με την οποίαν ποτέ δεν θα εσκέπτοντο του παρελθόντος οι άνθρωποι ότι θα ήτο η Ελλάς εις θέσιν να ομιλήση. (Ενθουσιώδη χειροκροτήματα).
Και δεν είναι ανάγκη, βεβαίως, να είπω εις την Βουλήν, ότι αν ωμίλησα τότε με την σταθεράν εκείνην γλώσσαν, δεν το έπραξα εν στιγμή παραφοράς ή εν τη ρύμη του λόγου μου από του βήματος, αλλά μετά σκέψιν ώριμον και κατόπιν μελέτης του στρατιωτικού ζητήματος· διότι τότε οι στρατιωτικοί κύκλοι, οι οποίοι βραδύτερον ενεφάνισαν όλους τους κινδύνους καθ’ οιασδήποτε κινήσεως της Ελλάδος, οι στρατιωτικοί κύκλοι ήσαν σύμφωνοι ότι ηδυνάμεθα να προκαλέσωμεν τον πόλεμον προς την Τουρκίαν, εφ’ όσον είχομεν δια των πολεμικών ημών πλοίων την υπεροπλίαν και έπρεπε να προλάβωμεν ημείς να μη κατορθώση να αποκτήση αυτήν η Τουρκία. Η σταθερά εκείνη γλώσσα έφερε τα αποτελέσματά της. Δεν επέτυχε μόνον να ανεχθή η Τουρκία τα αντίποινα, των οποίων εκάμαμεν χρήσιν εν Ελλάδι, δια να καλύψωμεν μέρος των ζημιών αι οποίαι επήλθον εις τας περιουσίας του πληθυσμού του Μικρασιατικού, αλλά περιωρίσθη το κακόν τότε και ο Μέγας Βεζύρης εζήτησε να συναντηθώμεν δια να αποπειραθώμεν διευθέτησίν τινα του ζητήματος, την οποίαν είμεθα διατεθειμένοι να δεχθώμεν, παρέχοντες πάσαν ικανοποίησιν εις την ευθιξίαν του Τουρκικού κράτους, αλλά σώζοντες τον πυρήνα και τον καρπόν των αληθώς Εθνικών συμφερόντων.
Μετά την έκρηξιν του Ευρωπαϊκού πολέμου.
Δυστυχώς επήλθε τότε ο Ευρωπαϊκός πόλεμος, όστις δεν άφησε να γίνη η συνέντευξις εκείνη· διότι μας κατέλαβεν εις το μέσον του ταξειδίου. Εκεί εν Μονάχω ευρισκόμενος έλαβα την είδησιν του τελεσιγράφου του Αυστριακού και της εκρήξεως του πολέμου μεταξύ Αυστρίας και Σερβίας· εκεί έλαβα και την ερώτησιν εκ μέρους του κ. Πάσιτς περί της στάσεως την οποίαν θα ετήρει η Ελλάς απέναντι του Ευρωπαϊκού πολέμου. Εκ της απαντήσεως, η οποία είναι δημοσιευμένη εις την Λευκήν Βίβλον, και εξ όλων των εγγράφων, τα οποία έκτοτε έχουσι δημοσιευθή, είσθε εις θέσιν να κρίνετε πόσον η πολιτική ημών υπήρξε σταθερά απ’ αρχής μέχρι τέλους εν προκειμένω. Εδηλώσαμεν από της πρώτης στιγμής εις την Σερβίαν ότι, όσον αφορά τον πόλεμον προς την Αυστρίαν, έχομεν ανάγκην ευρυτέρων πληροφοριών και κατόπιν τούτων θα κρίνωμεν περί της απαντήσεως η οποία θα δοθή, όσον αφορά δε ενδεχομένην επίθεσιν της Βουλγαρίας κατά της Σερβίας, ημείς θα ευρισκόμεθα παρά το πλευρόν της συμμάχου κρατούντες τον κοινόν αντίπαλον εις στάσιν ευλαβείας.
Δεν νομίζω ότι κατ’ αυτήν την στιγμήν πρέπει να ομιλήσω περί της απαντήσεως ταύτης και των επικρίσεων και των δικολαβικών επιχειρημάτων, τα οποία οι αντίπαλοι ημών εζήτησαν να πορισθώσιν εξ αυτής. Θα έλθη η στιγμή, καθ’ ην θα κρίνω τα της Σερβικής Συμμαχίας, και εκεί νομίζω ότι θα ομιλήσω μάλλον προσηκόντως περί του θέματος. Έχω μόνον να είπω την στιγμήν ταύτην εις την Βουλήν, ότι κατά την ρύθμισιν της θέσεως ημών απέναντι του εκραγέντος Ευρωπαϊκού πολέμου ήτο πολύ φυσικόν οι υπέχοντες τότε την ευθύνην της αρχής να αισθάνωνται επί των ώμων αυτών εαρυτάτας τας ευθύνας.
Εβλέπομεν το έργον ημών, το έργον των δύο νικηφόρων πολέμων μας, τιθέμενον και πάλιν υπό συζήτησιν. Ησθανόμεθα καλώς όλους τους κινδύνους, τους οποίους θα αντιμετωπίζομεν. Και τους κινδύνους τούτους διέβλεπα, εγώ τουλάχιστον, όχι τόσον εις την περίπτωσιν του να εμπλακώμεν εις πόλεμον κατά της Βουλγαρίας, επιτιθεμένης τότε κατά της Σερβίας, όσον εις ενδεχομένην συνεννόησιν Βουλγαρίας και Τουρκίας, όπως, επωφελούμεναι ακριβώς της Ευρωπαϊκής συρράξεως, επιπέσουν κατά της Ελλάδος, πλούσια ήδη εχούσης εδάφη, τα οποία ηδύναντο, νικώσαι αύται, να διανεμηθώσι μεταξύ αυτών. Διανομή της Ελληνικής Μακεδονίας και των Νήσων ήτο πραγματικώς λεία, η οποία ηδύνατο να ικανοποιήση και τας μάλλον παραβόλους αξιώσεις και του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Κράτους.
Και δεν είναι εντροπή να είπω, Κύριοι, ότι διήλθον πολλάς νύκτας κατά τας οποίας ο ύπνος επήλθε βραδύτατα, διότι διαρκής ήτο η ανησυχία του πώς θα αντιμετωπίσωμεν την δυσχέρειαν, η οποία επήλθε καθ’ ημών μετά τον Ευρωπαϊκόν πόλεμον, δυσχέρειαν συνισταμένην εις τούτο : Ότι ο μεν επίσημος σύμμαχος ημών, η Σερβία, απησχολημένη εις τον μεγάλον Ευρωπαϊκόν πόλεμον, ουσιαστικώς δεν ήτο εις θέσιν να επικουρήση ημάς σοβαρώς εις ενδεχομένην Τουρκοβουλγαρικήν καθ’ ημών επίθεσιν, έτερον δε Κράτος, το οποίον υπείχεν, αν όχι τυπικάς, αλλ’ ηθικάς υποχρεώσεις να ενδιαφέρεται δια την Συνθήκην του Βουκουρεστίου, ήτο απησχολημένον και εκείνο εκ του Ευρωπαϊκού πολέμου και δεν ήτο δυνατόν να ελπίσωμεν ότι, εν περιπτώσει ανάγκης, θα εθεώρει ότι θίγονται ζωτικά συμφέροντά του δια να μη επιτρέψη την καθ’ ημών επίθεσιν Βουλγαρίας και Τουρκίας.
Η δήλωσις της Ελλάδος προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως.
Ενθυμείσθε, Κύριοι, ότι, αρχομένου του πολέμου, η Γερμανία είχε πωλήσει εις την Τουρκίαν – δήθεν πωλήσει, είχε αντικαταστήσει δια της Τουρκικής την σημαίαν των πολεμικών πλοίων της «Γκέμπεν» και «Μπρεσλάου», τα οποία κατώρθωσαν να εισέλθουν εις τα στενά των Δαρδανελλίων. Οπωσδήποτε η Τουρκία διέθετε και την δύναμιν αυτήν εις ενδεχόμενον καθ’ ημών ναυτικόν πόλεμον, εφ’ όσον δε η κατάσχεσις του «Σουλτάν-Σελήμ», πλοίου του οποίου επρόκειτο να γίνη η παράδοσις κατά Νοέμβριον, δεν είχεν ακόμη ενεργηθή εκ μέρους της Αγγλίας, η ισορροπία των δυνάμεων, τας οποίας είχομεν κατορθώσει να ασφαλίσωμεν δια της αποκτήσεως των δύο Αμερικανικών πλοίων, ανετρέπετο εντελώς καθ’ ημών και μετά δύο ή τρεις μήνας θα ευρισκόμεθα ενώπιον Τουρκίας, η οποία ναυτικώς θα ήτο πολύ ισχυροτέρα ημών.
Τότε, Κύριοι, περί την 10ην Αυγούστου, νομίζω, ηξίωσα και επέτυχα την εξουσιοδότησιν, όπως δηλώσω, ότι η Ελλάς, όχι απλώς μνήμων των όσων ώφειλεν εις τας Εγγυητρίας Μεγάλας Δυνάμεις, αλλά και ακριβή έχουσα, Κύριοι, επίγνωσιν των ζωτικών αυτής Εθνικών συμφερόντων, εννοεί ότι η θέσις αυτής είναι παρά το πλευρόν των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως και ότι, ενώ εν τω πολέμω τω διεξαγομένω μετοχή αυτής στρατιωτική δεν θα ήτο δυνατή, αφού ούτε προς βοήθειαν της Σερβίας ήτο δυνατή ένεκα του κινδύνου εκ της Βουλγαρίας, ούτε πολύ ολιγώτερον δι’ αποστολής στρατού εις Γαλλίαν, εν τούτοις θεωρεί καθήκον αυτής η Ελλάς να δηλώση προς την Συνεννόησιν, ότι, εάν η Τουρκία εξέλθη εις πόλεμον κατ’ αυτής, η Ελλάς θέτει εις την διάθεσιν των Δυνάμεων ολόκληρον την στρατιωτικήν αυτής και ναυτικήν δύναμιν εις πόλεμον κατά της Τουρκίας, υπό την προϋπόθεσιν πάντοτε της εξασφαλίσεως ημών από του Βουλγαρικού κινδύνου. Κατεκρίθην, Κύριοι, ότι άνευ ανάγκης έκαμα τοιαύτας δηλώσεις, αι οποίαι με εδέσμευον απέναντι των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως· κατεκρίθην ακόμη και διότι έκαμα αυτάς τας δηλώσεις, χωρίς καν να παζαρεύσω πρότερον με τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως ποιαι θα ήταν αι αμοιβαί, τας οποίας θα ελαμβάνομεν εν περιπτώσει καθ’ την θα μετείχομεν μετ’ αυτών του πολέμου κατά της Τουρκίας.
Γ. ΠΩΠ. Νέα δηλαδή ακόμη αθέτησις αναληφθείσης υποχρεώσεως από μέρους της Ελλάδος;
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως. Ταύτα θα εκθέσω ανακοινών το επεισόδιον Καρ. Η δε επιστολή μου προς τον Βασιλέα της 25 Αυγούστου, η οποία ανεκοινώθη εις την Βουλήν, εκθέτει πάντα ταύτα.
Γ. ΠΩΠ. Την διατύπωσιν, ούτω γενομένην, πρώτην φοράν την ακούομεν.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αλλά, Κύριοι, ποίος σώφρων Κυβερνήτης της Χώρας θα εδίσταζε την στιγμήν εκείνην να προβή εις τας δηλώσεις ταύτας απέναντι των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως; Και πρέπει να σας είπω, Κύριοι, ίσως, ότι η δήλωσις αύτη εγένετο προ της μάχης του Μάρνη, ή μάλλον εγένετο καθ’ ον χρόνον διεξήγετο η μάχη η οποία κατόπιν έλαβε το όνομα τούτο, όταν οι Γερμανοί είχον φθάσει εις Κομπιένην. Επέμενα δε τότε να κάμω την δήλωσιν αυτήν και να μη αναμείνω το αποτέλεσμα της μάχης εκείνης, διότι, είπα, ακριβώς ήθελον να επιτύχω να μη υποτεθή, εάν η μάχη αυτή απέβαινε κατά των Γερμανών, ότι επήγα εις βοήθειαν των νικητών, αλλά ηθέλησα να δείξω ποίον είναι το βαθύ αίσθημα της Χώρας και των κυβερνώντων αυτήν, (Χειροκροτήματα και ζητωκραυγαί), ποίον είναι το βαθύ αίσθημα αυτής και των Κυβερνητών αυτής περί της αλληλεγγύης, περί της συμπτώσεως των συμφερόντων των Ελληνικών προς τα ανατολικά ή κυρίως τα Αιγαιοπελαγιτικά συμφέροντα των δύο Δυτικών Δυνάμεων. Και πώς ήτο δυνατόν να επικριθή, Κύριοι, ενέργεια τοιαύτη δια τον σκεπτόμενον ότι της Τουρκίας μετεχούσης του πολέμου η Ελλάς δεν ήτο δυνατόν να μείνη ουδετέρα, αφού με την Τουρκίαν είχεν ένα εκκρεμή πόλεμον, τον πόλεμον δια τας Νήσους, τον οποίον συμφέρον είχε να διεξαγάγη μετά τόσον ισχυρών συμμάχων, και αφού, εάν ημείς δεν μετείχομεν του πολέμου, εις τον οποίον μετείχεν η Τουρκία, εάν μεν η Τουρκία ενίκα, αποτέλεσμα της νίκης της θα ήτο η εντελής καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού και η αφαίρεσις των Νήσων των παρά την Μικρασιατικήν παραλίαν κειμένων από της Ελλάδος, εάν δε η Τουρκία ηττάτο, το αποτέλεσμα θα ήτο ότι η ρύθμισις του Μικρασιατικού ζητήματος θα εγίνετο ασχέτως προς πάσαν επίδρασιν του Κράτους του Ελληνικού; Θα ήτο λοιπόν μωρός ο Κυβερνήτης εκείνος, ο οποίος δεν θα έκαμνε ό,τι έκαμα εγώ κατά την στιγμήν εκείνην. Και εάν υπήρξε διαφωνία και αμφισβήτησις κατά την εποχήν εκείνην, και αν η διαφωνία αύτη εξέλιπε δια το κύρος και την δύναμιν, την οποίαν ακόμη κατά την εποχήν εκείνην ανεγνώριζε το Στέμμα ότι είχα παρά τω λαώ, ώστε να μη ετόλμα να εκδηλώση διαφωνίαν, η αντίθετος γνώμη ηδύνατο να γεννηθή μόνον δι’ εκείνους, οι οποίοι από της πρώτης στιγμής του πολέμου, αν όχι και πρότερον, είχον τάξει εαυτούς ουσιαστικώς προς εκείνον τον συνδυασμόν των Δυνάμεων, προς τον οποίον δεν είχε τίποτε κοινόν ο Ελληνισμός. Προς τον συνδυασμόν, εις τον οποίον ευρίσκοντο όλοι οι εχθροί του Ελληνισμού, αντιμέτωποι του άλλου συνδυασμού, προς τον οποίον όλα τα συμφέροντά μας μας ώθουν. Αλλά, κάμνων την δήλωσιν εκείνην προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως, δεν απέβλεπον μόνον πώς θα αντιμετωπίσω τον Τουρκικόν κίνδυνον, αλλά και αυτόν τον Βουλγαρικόν.
Η Βουλγαρία από της πρώτης στιγμής του πολέμου εφάνη ότι, εφ’ όσον δεν θα διέπραττεν, ως κατά το 1913, νέα κολοσσιαία σφάλματα, δεν ηδύνατο ή να εξέλθη ηυξημένη εκ του πολέμου είτε εν μετοχή μετά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών και νίκη αυτών, οπότε θα υπερεξωγκούτο εις Βουλγαρίαν κολοσσιαίαν, ως την βλέπομεν επί του χάρτου τον οποίον έχει σήμερον χαράξει αυτή, είτε εξερχομένη υπέρ της Αντάντ και πλουσιοπαρόχως αμειβομένη παρ’ αυτής εις βάρος της Σερβίας και της Τουρκίας, είτε και μένουσα ουδετέρα, οπότε θα εξησφάλιζεν επιτυχίας προς το Σερβικόν μέρος, διότι η Σερβία έδιδεν ανέκαθεν την αριστεράν όχθην του Βαρδάρ, και επιτυχίας κατά της Τουρκίας εν περιπτώσει νίκης της Τριπλής Συνεννοήσεως. Έβλεπα λοιπόν ότι ασχέτως προς πάντα κίνδυνον άμεσον κατά του έργου, το οποίον επετύχομεν εκ των δύο πολέμων, ασχέτως, λέγω, προς πάντα άμεσον κίνδυνον, είχον υπ’ όψει ότι το πέρας του Ευρωπαϊκού πολέμου θα εσημείου μίαν αύξησιν του κυριωτάτου ανταπαιτητού ημών εις την Βαλκανικήν Χερσόνησον, της Βουλγαρίας. Δεν θα απέστεργον, βεβαίως, αύξησίν τινα εύλογον, αύξησιν τοιαύτην, ήτις να μη ταράττη ουσιωδώς την ισοσταθμούσαν πλάστιγγα της ισορροπίας των Βαλκανικών Κρατών, οία διεμορφώθησαν ταύτα δια της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Αλλά είχον καθήκον να μη ανεχθώ όπως τα πράγματα ούτω κυβερνηθώσιν, ώστε εις το τέλος του πολέμου να ανατραπή ριζικώς η ισορροπία της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, δια της υπερογκώσεως της Βουλγαρίας, ενώ θα παρέμενεν η Ελλάς τοιαύτη οία ήτο και προ του πολέμου. Το επετεύχθη δια της δηλώσεως. Επεζήτουν, Κύριοι, στενήν επαφήν προς τας Δυνάμεις εκείνας, προς τας οποίας μας έφερον και αι παραδόσεις και τα ζωτικά Ελληνικά συμφέροντα, επεζήτουν στενήν επαφήν, και το αποτέλεσμα της στενής επαφής ποίον υπήρξε;
Υπήρξε τούτο: Ότι, πριν ή ακόμη η Τουρκία εξέλθη της ουδετερότητος, δια να λάβη μέρος εις τον πόλεμον προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως, η Αγγλική Κυβέρνησις μοι εδήλου ότι ο Αγγλικός στόλος δεν θα επιτρέψη εις τον Τουρκικόν να εξέλθη των Δαρδανελλίων και εάν επρόκειτο ειδικώς να επιτεθή κατά της Ελλάδος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα και φρενιτιώδεις ζητωκραυγαί). Οι σήμερον ψυχρώς κρίνοντες τα πράγματα, μετά την τροπήν την οποίαν έλαβον, θα αποδίδουν μικράν σημασίαν εις την επιτυχίαν αυτήν.
Και τι σημαίνει; θα λέγουν. Μήπως εκινδυνεύσαμεν από τους Τούρκους διαρκούντος του πολέμου; Αλλά μεταφερθήτε εις την εποχήν η οποία μας απασχολεί, ίνα ιδήτε ποία πολιτική επιτυχία ήτο η επιτευχθείσα δια της δηλώσεως της Αγγλικής Κυβερνήσεως, ήτις μας επέτρεψε να κοιμώμεθα ήσυχοι και να μη φοβούμεθα εκ της Τουρκικής κατά θάλασσαν υπεροπλίας, ούτε μετά την άφιξιν του «Σουλτάν-Σελήμ», αφού η Αγγλία εδήλου ότι δεν θα επιτρέψη έξοδον του Τουρκικού στόλου εκ των Δαρδανελλίων. Αλλά δια της πολιτικής μου αυτής, δια της δηλώσεώς μου αυτής προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως επέτυχα ολίγον βραδύτερον και μίαν άλλην πολύτιμον υπέρ της Ελλάδος επιτυχίαν, την οποίαν ανάξιοι διάδοχοι ημών εθυσίασαν ύστερον. Επέτυχα, Κύριοι, τη συναινέσει των Τριών Προστατίδων Δυνάμεων της Συνεννοήσεως και της Ιταλίας ακόμη, την ανακατάληψιν της Β. Ηπείρου δια του Ελληνικού στρατού, με την συμφωνίαν ότι ο Ελληνικός στρατός θα μετέβαινεν εις Β. Ήπειρον υφ’ ους όρους θα μετέβαινον και οι Ιταλοί εις Αυλώνα, δια να λυθή οριστικώς το ζήτημα της Ηπείρου και της Αλβανίας εν τω Συνεδρίω της Ειρήνης.
(Χειροκροτήματα και επευφημίαι). Οι διάδοχοί μας ηθέλησαν και την επιτυχίαν αυτήν να εκμεταλλευθώσιν, όταν, κληθέντες εις την αρχήν κατά Σεπτέμβριον του 1915, ηδυνήθησαν δια των εκλογών του 1915 να εισαγάγωσιν εις την αίθουσαν ταύτην τους βουλευτάς της Βορείου Ηπείρου. Και εδήλου ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως της εποχής εκείνης, ότι το Βορειοηπειρωτικόν ζήτημα είναι λελυμένον και η Ιταλία αναγνωρίζει την λύσιν αυτήν υπέρ της Ελλάδος. Και έλεγε ταύτα, ίνα αναγκασθή μετά 18 ώρας, προσκαλούμενος από τον πρεσβευτήν της Ιταλίας, να δηλώση ότι το ζήτημα μένει εκκρεμές. Και έλεγε ταύτα, ίνα εξακολουθήση την πολιτικήν της ουδετερότητος κατά τον ενασκηθέντα τρόπον, ο οποίος έφερε την προσωρινήν, ας ελπίσωμεν, απώλειαν της Β. Ηπείρου. Αλλά δεν επετύχομεν μόνον ταύτα δια της δηλώσεώς μου κατ’ Αύγουστον του 1914 προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως. Χωρίς να έχω ουδεμίαν ρητήν δήλωσιν και χωρίς να έχω ουδένα καν υπαινιγμόν περί τούτου, δια της πολιτικής διαισθήσεως εννόουν, ήμην βέβαιος, ήμην πεπεισμένος ότι με την πολιτικήν, την οποίαν ηκολούθουν, θα είχα εις το τέλος του πολέμου και εν άλλο τμήμα του Ελληνισμού πολυτιμότατον, την Κύπρον, η οποία θα ηδύνατο να ισοσταθμίση εν πολλώ ή μικρώ μέτρω την αύξησιν την οποίαν έβλεπα ερχομένην, την αύξησιν της Βουλγαρίας. Ότι δε αι προβλέψεις μου και αι πεποιθήσεις μου δεν ήσαν πεπλανημέναι, απεδείχθη ολίγον βραδύτερον, ότε μας προσεφέρθη η Κύπρος και την απέκρουσαν οι Κυβερνοσωτήρες της εποχής εκείνης.
(Χειροκροτήματα ραγδαία). Πολλοί Βουλευταί. Αίσχος, Αίσχος!
Το αλλοπρόσαλλον του εκπτώτου. – Το επεισόδιον του ναυάρχου Καρ.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αλλ’ ενώ, Κύριοι, είχον επιτύχει την εξουσιοδότησιν του Στέμματος ίνα προβώ εις την δήλωσιν ταύτην, ο τότε Βασιλεύς, μόλις τον είχον αφήσει εγώ και μετέβη πλησίον του ο κ. Στρέιτ ή ο στρατηγός Δούσμανης, εξέχασε το τι είπομεν, ήλλαξε γνώμην και, ενώ έπρεπε τουλάχιστον να ενθυμήται το πράγμα εκ του ότι μετά 5 ή 6 ημέρας ελάμβανε δια του ενταύθα πρεσβευτού της Αγγλίας τηλεγράφημα του Βασιλέως της Αγγλίας απ’ ευθείας προς αυτόν απευθυνόμενον, και εκδηλούν τα αισθήματα του Βασιλέως της Αγγλίας και τας ευχαριστίας αυτού, διότι εις την περίστασιν αυτήν δεν εδίστασεν η Ελλάς να ταχθή με το μέρος εις ο ευρίσκετο η Αγγλία, ο τότε Βασιλεύς ελησμόνησε, φαίνεται, τα συμφωνηθέντα, εφ’ όσον ταύτα ήσαν αντίθετα προς τας ενδομύχους σκέψεις αυτού, και ότε συνεπεία της δηλώσεως ημών εκείνης το Αγγλικόν Ναυαρχείον ανέθηκεν εις τον Ναύαρχον Καρ να ζητήση να συνεννοηθή μετά του Επιτελείου μας, όπως μελετηθή και εκπονηθή σχέδιον ενδεχομένης επιθέσεως και καταλήψεως της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, ήκουεν ο Ναύαρχος Καρ από τον Βασιλέα: «Διατί όλα αυτά; Εγώ δεν έχω σκοπόν να κάμω πόλεμον κατά της Τουρκίας!» Προσέθετεν όμως προς τον ναύαρχον Καρ, ο τότε Βασιλεύς: «Ξέρεις βέβαια ότι ο κ. Βενιζέλος μού έχει ομιλήσει δι’ αυτά τα πράγματα, και επιμένει, αλλ’ εις ένα πράγμα εγώ είμαι σύμφωνος: αν η Τουρκία μας κάμη πόλεμον και θελήσετε σεις να μας βοηθήσετε, εγώ θα δεχθώ την βοήθειάν σας». Δεν είναι υπερβολή, Κύριοι, αυτό το οποίον λέγω προκύπτει εξ αυτής της επιστολής, την οποίαν ηναγκάσθην να απευθύνω προς τον τότε Βασιλέα. Ο δε ναύαρχος Καρ ηναγκάσθη να ερωτήση τον Βασιλέα εάν του επέτρεπε να ανακοινώση ταύτα ως απάντησίν του και ο Βασιλεύς απήντησε: «Σας εξουσιοδοτώ να τα ανακοινώσετε εις απάντησιν προς την Κυβέρνησίν σας, αλλά πρέπει να έχετε υπ’ όψιν σας – το ενεθυμείτο ακόμη τότε ότι ήτο Συνταγματικός άρχων, η εποχή των Σωτήρων δεν είχε φθάσει ακόμη - ότι πρέπει να περάσετε να ιδήτε τον Πρωθυπουργόν δια να εγκρίνη το τηλεγράφημά σας, διότι δεν ημπορεί να σταλή άνευ της εγκρίσεώς του η απάντησις αύτη». Εις τον Ναύαρχον Καρ εδήλωσα τότε, ότι η απάντησις αύτη δεν δύναται να σταλή διότι δεν την εγκρίνω, απηύθυνα δε τότε προς τον Βασιλέα την επιστολήν την οποίαν έχετε υπ’ όψιν σας, και της οποίας παρακαλώ να μου επιτρέψετε να σας αναγνώσω μερικάς περικοπάς, διότι καταντά αληθώς απίστευτον ό,τι είπεν ο Βασιλεύς: «Έρχομαι μαζί σας, αλλά μόνον αν η Τουρκία μού κάμη πόλεμον και θέλετε να μας βοηθήσετε, οπότε σας κάμνω αυτήν την τιμήν να δεχθώ την βοήθειάν σας!»
ΖΑΜΑΝΟΣ. Ήτο για δέσιμο.
Η επιστολή του κ. Βενιζέλου προς τον έκπτωτον.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ιδού τι έλεγον προς τον Βασιλέα τότε: (Αναγινώσκει την γνωστήν ήδη επιστολήν).
«Μετά τας κατ’ εξουσιοδότησιν της Υμ. Μεγαλειότητος γενομένας εκ μέρους μου δηλώσεις προς τους αντιπροσώπους της Τριπλής Συνεννοήσεως και τα ανταλλαγέντα μεταξύ του Βασιλέως της Αγγλίας και της Υμ. Μεγαλειότητος τηλεγραφήματα δεν νομίζω ότι η σημερινή απάντησις Υμών εις το νέον διάβημα της Αγγλικής Κυβερνήσεως (Ναυαρχείου) ηδύνατο να είναι ότι η Ελλάς αρνείται να πολεμήση κατά της Τουρκίας, εφ’ όσον πρώτη η Τουρκία δεν επιτεθή κατ’ αυτής.
Όπως είχον την τιμήν να είπω εις την Υμ. Μεγαλειότητα, δεν είναι δυνατόν βεβαίως να αχθώμεν εις επιθετικόν πόλεμον κατά της Τουρκίας, εφ' όσον δεν έχομεν εξησφαλισμένην την σύμπραξιν της Βουλγαρίας ή την απόλυτον τουλάχιστον ουδετερότητα. Αλλά του να δηλώμεν ότι εν ουδεμιά περιπτώσει, ουδέ και της προϋποθέσεως ταύτης υπαρχούσης, είμεθα διατεθειμένοι να πολεμήσωμεν την Τουρκίαν, πριν ή αύτη μας επιτεθή, τούτο αντίκειται προφανώς εις τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του Έθνους.
Διότι δεν πρέπει να πλανώμεθα. Τουρκία διεξάγει προ πολλού καθ’ ημών πόλεμον ακήρυκτον». Και εξακολουθώ εκθέτων όλους τους λόγους, οι οποίοι έπρεπε να μας πείθουν ότι έχομεν εκκρεμή πόλεμον προς την Τουρκίαν, και συνεχίζω: (Αναγινώσκει). Και εφ’ όσον παρουσιάζεται η άποψις διεξαγωγής πολέμου κατά της Τουρκίας μετά πολλών και ισχυρών συμμάχων θα απορρίψωμεν την ευκαιρίαν ταύτην δια να ευρεθώμεν εις την ανάγκην να διεξαγάγωμεν τον πόλεμον τούτον μόνοι άνευ συμμάχων και άνευ φίλων;
Και κατωτέρω: «Αρνούμενοι κατ’ αρχήν και υφ’ οιασδήποτε προϋποθέσεις την σύμπραξίν μας εις πόλεμον κατά της Τουρκίας, δεν αποφεύγομεν τον πόλεμον, αλλ’ αναβάλλομεν απλώς αυτόν. Και δεν τον αναβάλλομεν καν επί πολύ. Η Τουρκία είναι προφανές ότι δεν θα θελήση ν’ αποστρατευθή πριν λύση και τους μεθ’ ημών λογαριασμούς της».
Και περαιτέρω εξηγώ τι θα συνέβαινε: «Ποία προτιμητέα οδός είναι απολύτως προφανές. Αλλ’ εκείνο όπερ νομίζω συγχύζει τα πράγματα και γεννά εν τω πνεύματι της Υμ. Μεγαλειότητος και του κ. Στρέιτ τάσεις αντιθέτους προς τας υπ’ εμού υποστηριζομένας είναι η επιθυμία του να μη δυσαρεστήσωμεν την Γερμανίαν, αναλαμβάνοντες πόλεμον κατά της Τουρκίας εν συμπράξει μετά εχθρικών προς αυτήν Δυνάμεων».
Αυτό ήτο. Το πράγμα το ησθανόμην, καίτοι δεν είχα ακόμη εις χείρας μου τας αποδείξεις. Αν βεβαίως ήτο εις γνώσιν μου τότε το τηλεγράφημα, το σταλέν προς τον Γερμανόν Αυτοκράτορα υπό του Βασιλέως δια του Υπουργείου των Εξωτερικών, φυσικά θα ήξευρα ότι ελέγετο δι’ αυτού καθαρά, ότι εν ουδεμία περιπτώσει θα έκαμνε πόλεμον ο τότε Βασιλεύς κατά των Συμμάχων του Αυτοκράτορος, εκτός αν του επιτεθούν αυτοί. Αλλ’ ενώ του τηλεγραφήματος του Αυτοκράτορος της Γερμανίας είχα λάβει γνώσιν, και μετ’ εμού συνεφωνήθη ποία έπρεπε να δοθή απάντησις, και η απάντησις αύτη θα ήτο ότι θα εμένομεν ουδέτεροι, θα ελέγομεν μάλιστα «επί του παρόντος», διότι δεν ήτο δυνατόν να αναλάβωμεν υποχρέωσιν και δια το μέλλον, το τηλεγράφημα εν τούτοις διετυπώθη υπό του τότε υπουργού των Εξωτερικών, και απεστάλη χωρίς να λάβω γνώσιν αυτού, διότι, εννοείτε, ποία θα ήτο η τύχη του τηλεγραφήματος αυτού αν επερνούσε από τα χέρια μου κατά την εποχήν εκείνην.
Ως είπεν ο κ. Ρέπουλης, η ενέργεια του τότε υπουργού των Εξωτερικών ήτο καθαρά κατάχρησις της προς αυτόν εμπιστοσύνης μου. Αλλ’ η κατάχρησις αύτη δεν ήτο ούτε η πρώτη ούτε η μόνη. Αλλά εκ της αυτής επιστολής προς τον Βασιλέα μανθάνετε μίαν άλλην πληροφορίαν, ότι ο τότε Πρεσβευτής της Γερμανίας εν Αθήναις δεν απέκρυπτε προς ημάς ότι (αναγινώσκει) η Γερμανία, εν αρμονία σήμερον προς τας σκέψεις της Αυστρίας, προτίθεται, αν η επικράτησις αυτής εν τω πολέμω είναι πλήρης, να δημιουργήση μεγάλην Βουλγαρίαν εκτεινομένην μέχρι της Αδριατικής, ίνα χρησιμοποιήση αυτήν κατά του Σλαυϊσμού, μετά την πρόσφατον Γερμανικήν ανακάλυψιν ότι οι Βούλγαροι δεν είναι Σλαύοι αλλά Τάρταροι».
Και προσέθετον ακόμη προς τον Βασιλέα: (Αναγινώσκει). Διατί λοιπόν θα δειχθώμεν τόσον ευλαβείς προς την Δύναμιν, ήτις αποβλέπει εις την εκ παντός τρόπου ενίσχυσιν των δύο κυριωτάτων εχθρών του Ελληνισμού – Βουλγάρων και Τούρκων και διατί θ’ αδιαφορήσωμεν προς τας Δυνάμεις εκείνας, αίτινες, αφού εδημιούργησαν και εις πάσαν περίστασιν επροστάτευσαν την Ελλάδα, είναι και σήμερον διατεθειμέναι, εάν προσβληθώμεν υπό της Τουρκίας, να ευρεθούν εις το πλευρόν μας;»
Και προσέθετον εν τέλει της επιστολής, ότι υπό τοιούτους όρους αναγκάζομαι να υποβάλω την παραίτησίν μου. Εννοείται, ότι η παραίτησίς μου δεν εγένετο δεκτή, ότι το τηλεγράφημα αυτό δεν εστάλη, και ότι ο Ναύαρχος Καρ παρεπέμφθη εις το Επιτελείον δια να κανονίση τα της μελέτης και επιχειρήσεως.
Ολίγον βραδύτερον απεχώρει ο κ. Στρέιτ του Υπουργείου, όχι δια το τηλεγράφημα του τότε Βασιλέως προς τον Κάιζερ, του οποίου δεν είχα γνώσιν, ως είπον, αλλά δι’ άλλας κακοπιστίας, τας οποίας μετήλθε κατά της Κυβερνήσεως της οποίας απετέλει μέρος, εισηγούμενος και προφορικώς και δι’ υπομνημάτων, των οποίων δεν είχα γνώσιν, προς τον Βασιλέα γνώμας πολιτικής αντιθέτου της Κυβερνήσεως, της οποίας είχε την τιμήν να είναι μέλος.
Γ. ΠΩΠ. Πως δεν τον εβγάλατε και από τον θρόνον εγγύς:
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αυτό το δικαίωμα θα μας το δώση μόνον το νέον Σύνταγμα. Ούτε ήτο δυνατόν να διατυπώσω εγώ τότε τοιαύτην αξίωσιν προς τον τότε Βασιλέα Κωνσταντίνον, μετά τους δύο πολέμους.
(Γ. ΠΩΠ. Δι’ αυτό και εγώ σπεύδω να κάμω το νέον Σύνταγμα).
Αι παραχωρήσεις
εις την Μικράν Ασίαν.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αυτά, Κύριοι, ήσαν τα αποτελέσματα της πολιτικής μου, δια της οποίας, άμα τη ενάρξει σχεδόν του πολέμου, σαφώς έτασσον την Ελλάδα προς το μέρος των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως υπό ωρισμένας προϋποθέσεις.
Αλλά δεν ήσαν ταύτα μόνον, Κύριοι. Βραδύτερον ολίγον είχα κατορθώσει να εκμαιεύσω την αναγνώρισιν των δικαιωμάτων του Ελληνισμού επί της Δυτικής Μικράς Ασίας. Και δεν θα είπω, Κύριοι, υπερβολήν, εάν σας βεβαιώσω ότι η ημέρα καθ’ ην έλαβα την ανακοίνωσιν του Σερ Έδουαρδ Γκρέυ, ομιλούντος περί εδαφικών παραχωρήσεων σπουδαιοτάτων εις τας ακτάς της Μικράς Ασίας, η ημέρα εκείνη ήτο δι’ εμέ ημέρα χαράς ουχί μικροτέρα της ημέρας της υπογραφής της Συνθήκης του Βουκουρεστίου.
Διότι, αν την Συνθήκην αυτήν προεξώφλουν αι διαπραγματεύσεις, το τελευταίον τούτο επήρχετο την στιγμήν εκείνην όλως απροσδοκήτως και δι’ εμέ ακόμη. Και όσοι εγνώριζον ποία ήτο η Ελλάς, όχι στρατιωτικώς μόνον, αλλά ποία ήτο κυρίως ψυχικώς εν τη αντιλήψει αυτών των Κυβερνητών της, όταν προ 3-4 μόλις ετών είχον έλθη εδώ ίνα αναλάβω την Κυβέρνησιν της Χώρας, όσοι εγνώριζον ταύτα, έβλεπον ποίον ήτο το καταπληκτικόν άλμα το οποίον είχε συντελεσθή εις το βραχύ αυτό διάστημα του χρόνου, ώστε να φθάση η μικρά ακόμη Ελλάς, η τόσον περιφρονημένη προ μικρού ακόμη Ελλάς, να καταλάβη θέσιν Δυνάμεως ισοτίμου προς τας Μεγάλας Δυνάμεις εν τη ρυθμίσει της τύχης της Τουρκίας, η οποία απετέλεσε το μήλον της έριδος επί αιώνας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. (Χειροκροτήματα και ζητωκραυγαί).
Αλλ’ όταν, Κύριοι, έλαβα τας υποσχέσεις εκείνας περί των Μικρασιατικών ανταλλαγμάτων, και όταν τοιαύτη υπήρξεν η αντίληψίς μου περί της αξίας αυτών, τι βλέπετε εκ της όλης ιστορίας της εποχής αυτής; Μήπως είδετε τον πολεμοχαρή και τον φαντασιόπληκτον Βενιζέλον αναλαμβάνοντα την πανοπλίαν του Άρεως, εξερχόμενον εις πόλεμον, δια να κατακτήση τους λειμώνας αυτούς, τους οποίους του έδειξεν ο Σερ Εδουαρδ Γκρέυ; Όχι.
Βλέπετε μετά πόσης περισκέψεως κρίνονται τα πράγματα. Επιδιώκεται όπως πλασθώσιν οι όροι της εκτελέσεως των υπισχνουμένων παραχωρήσεων.
Επιδιώκεται η σύμπραξις της Ρουμανίας και, ταύτης μη επιτυγχανομένης, επιδιώκεται η σύμπραξις της Βουλγαρίας, και επειδή αύτη δεν ήτο δυνατόν να γίνη άνευ παραχωρήσεων, φθάνει ο πολιτικός της εποχής εκείνης ν’ αντιμετωπίση και την σκληράν ακόμη θυσίαν μέρους του εδάφους, δια να επιτύχη ανταλλάγματα, τα οποία ήσαν τόσον κολοσσιαίως ανώτερα από τας θυσίας αι οποίαι επεβάλλοντο. Αλλ’ ούτε διαπραγματεύσεις καν έγιναν δια την μελετηθείσαν εκείνην παραχώρησιν, διότι, όπως άλλοτε εξήγησα, η αναγγελία της συνάψεως δανείου της Βουλγαρίας εκ 500 εκατομμυρίων εις τας αγοράς Βερολίνου και Βιέννης εφώτισεν ημάς ότι η Βουλγαρία ήτο οριστικώς πλέον προσανατολισμένη προς το μέρος εκείνο.
Επιχείρησις των Δαρδανελλίων.
Ενεμείναμεν λοιπόν και πάλιν εις την αρχικήν πολιτικήν, την πολιτικήν της ουδετερότητος, την πολιτικήν όμως της υποσχέσεως ότι, εάν ποτέ αι Δυνάμεις θα μας ενόμιζον χρησίμους εις πόλεμον κατά της Τουρκίας, υπό τας προϋποθέσεις πάντοτε τας οποίας είχομεν θέση, ότι ημείς θα ήμεθα εις την διάθεσίν των. Και έρχεται τότε η αναγγελία της επιχειρήσεως κατά των Δαρδανελλίων. Όχι της κυρίας επιχειρήσεως, ήτις, ως ανέφερεν ο αξιότιμος εξ Αττικής βουλευτής, έγεινε την 5ην Μαρτίου, αλλά της προκαταρκτικής προσβολής κατά των εξωτερικών φρουρίων των Δαρδανελλίων. Ευθύς, Κύριοι, άμα τω ακούσματι ότι επιχειρείται η επίθεσις αύτη, ευθύς κατέληξα εις την σταθεράν πεποίθησιν ότι ενώπιον ημών παρουσιάζετο μία ευκαιρία δια να επιδιώξωμεν τας υπεσχημένας σπουδαιοτάτας εδαφικάς παραχωρήσεις εν Μικρά Ασία, άνευ όμως των κινδύνων εκείνων, υπό τους οποίους μας εδίδοντο αρχικώς αι παραχωρήσεις αύται, δηλ. της προελάσεως του στρατού μας μέχρι του Δουνάβεως προς βοήθειαν της Σερβίας. Ενόησα ότι η επιχείρησις των Δαρδανελλίων είχεν ανάγκην αποβατικού στρατού, εφαίνετο δε ότι ο αποβατικός στρατός δεν ήτο πρόχειρος εις την διάθεσιν του ενεργούντος στόλου. Τον αποβατικόν όθεν τούτον στρατόν επρότεινα εις το Στέμμα τότε να παράσχη η Ελλάς. Και εζήτησα όπως επιστρατεύσωμεν εν σώμα στρατού και αποστείλωμεν αυτό εις Δαρδανέλλια και μετάσχωμεν του πολέμου προς την Τουρκίαν δια της επιχειρήσεως αυτής των Δαρδανελλίων, των περαιτέρω ανηκόντων εις τας Δυνάμεις, το οποίον δεν απέκλειε και περαιτέρω συμμετοχήν ημών εις τον πόλεμον, εάν η επιχείρησις αυτή παρέσυρε την Βουλγαρίαν προς το μέρος της Συνεννοήσεως. Διότι παρ’ όλον το δάνειον των 500 εκατομμυρίων, το συνομολογηθέν εν Βερολίνω και Βιέννη, η Βουλγαρία ήτο ικανή να καταπροδώση τους τότε φίλους της, και στραφή με το μέρος εκείνων, οι οποίοι θα τη υπέσχοντο μεγαλύτερα ωφελήματα.
Κατά της επιχειρήσεως ταύτης, κατά της πολιτικής ταύτης ενεφανίσθη πολέμιον το Επιτελείον. Το Επιτελείον, το οποίον εξυπηρέτει, ως απεδείχθη εξ όλης της περαιτέρω πορείας των πραγμάτων, Γερμανικήν καθαρώς πολιτικήν, το Επιτελείον, το οποίον ευρίσκετο εκεί δια να ματαιώνη κάθε προσπάθειαν οιασδήποτε Κυβερνήσεως δια της οποίας θα ηδύνατο η Ελλάς να ευρεθή αντιμέτωπος προς την Γερμανίαν, το Επιτελείον αντετάχθη κατά της επιχειρήσεως αυτής, και αντετάχθη όχι μόνον δια στρατιωτικούς λόγους, αλλά και δια λόγους καθαρώς πολιτικούς, λέγον, όπως είπεν ο αξιότιμος συνάδελφός μου χθες, τι μας ελκύει προς την Μικράν Ασίαν, το κοινόν κυνί και βαλανείω, τι έχομεν να κάμωμεν εκεί; Μέχρις αυτού του σημείου έφθασεν η Γερμανική πολιτική του Επιτελείου, ώστε να αρνήται ολόκληρον την υπόστασιν ημών την Εθνικήν. Ο τελευταίος, βέβαια, ο οποίος δεν παρεγνώριζε τας δυσχερείας, τας οποίας θα αντιμετωπίζομεν δια του νέου αυτού διπλασιασμού της Ελλάδος, θα ήμην εγώ, αλλ’ ο πόλεμος ο Βαλκανικός είχεν αποδείξει ότι το Έθνος ενέκλειε μεγάλην ζωτικότητα και εάν νέα εγένετο επίκλησις προς όλα τα τέκνα της Ελλάδος, δεν είχα ουδεμίαν αμφιβολίαν ότι θα κατωρθώναμεν να διοργανώσωμεν και τας χώρας αυτάς και να δημιουργήσωμεν κατά μικρόν, σύμφωνα με τας αντιλήψεις τας οποίας είχομεν μετά το 1909, ένα μέγα και πλούσιον και αληθώς νεωτεριστικόν Κράτος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα και ζητωκραυγαί).
Αλλά μοι αντέταξαν και άλλο: Τι θέλεις να υπάγωμεν εκεί εις την Μικράν Ασίαν να διπλασιάσωμεν την Ελλάδα, όταν, μεταβαίνοντες εκεί, θα έχωμεν δίπλα μας τόσας μεγάλας Δυνάμεις, θα έχωμεν τους Ρώσσους, οι οποίοι θα έφθανον δια της νοτίου πλευράς του Ευξείνου εις Κωνσταντινούπολιν, θα έχωμεν από τον νότον την Ιταλίαν και δεν ηξεύρω ποίον άλλον, κατά των οποίων δεν θα ήτο δυνατή η άμυνά μας, ωσάν η συνύπαρξις των μικρών μετά των μεγάλων κρατών να μη ασφαλίζεται δια της ισορροπίας των Ευρωπαϊκών συνδυασμών.
Ολεθρία δράσις του Επιτελείου.
Κατά την στιγμήν αυτήν, Κύριοι, αισθάνομαι το καθήκον να κάμω μίαν άλλην αποκάλυψιν, η οποία είναι υπέρ του εκπτώτου Βασιλέως, εν μέτρω τινί βεβαίως. Το Επιτελείον ήτο εναντίον προς την επιχείρησιν, ο Βασιλεύς ήτο εναντίος προς την επιχείρησιν. Εζήτησα τότε να ίδω τον Βασιλέα και πάλιν δια να ομιλήσω επί του ζητήματος, και εκόμιζον προς αυτόν το τρίτον υπόμνημα της εποχής εκείνης, το μηδέποτε δημοσιευθέν, μήτε δυνάμενον δυστυχώς ακόμη να δημοσιευθή. Εκόμιζον το τρίτον υπόμνημα και τον παρεκάλεσα να μοι επιτρέψη να του το αναγνώσω, διότι ευρίσκετο εκεί εκτεθειμένη εν ακριβεία και σειρά όλη η επιχειρηματολογία, η οποία επέβαλλε, κατά την εμήν αντίληψιν, την συμμετοχήν εις την επιχείρησιν. Ανέγνωσε το υπόμνημα. Είδα ότι ο Βασιλεύς ήτο τεταραγμένος. Διότι πρέπει να του κάμω αυτήν την δικαιοσύνην, να είπω ότι σπανιώτατα δεν επείθετο μέχρι τέλους, οσάκις ευρίσκετο απέναντί μου. Ήτο τόση η συγκίνησις με την οποίαν ωμίλησα προς τον Βασιλέα, ήσαν τόσα τα επιχειρήματα τα οποία εν τω υπομνήματι εκείνω εξετίθεντο, ώστε ο Βασιλεύς, ο οποίος προδήλως, ως φαίνεται εκ των υστέρων και αποδεικνύεται εξ όλης της αλληλουχίας των γεγονότων, από της πρώτης στιγμής είχεν υποσχεθή εις τον Αυτοκράτορα της Γερμανίας ότι δεν θα ευρεθή προς αυτόν αντιμέτωπος, εκτός αν απ’ ευθείας εν των Βαλκανικών Κρατών προσέβαλλεν αυτόν, ο Βασιλεύς μοι είπεν εν πολλή συγκινήσει, ενθυμούμαι ακριβώς: «Καλά λοιπόν, εις το όνομα του Θεού». Δηλαδή ενέκρινεν.
Αλλ’ εξερχόμενος του Βασιλικού θαλάμου φθάνω εις το Υπασπιστήριον και ευρίσκω ενώπιόν μου τον κ. Ιωάν. Μεταξάν, τότε αρχηγεύοντα του Επιτελείου, όστις μοι δίδει φάκελλον και μοι λέγει: «Κε Πρόεδρε, αυτή είναι η παραίτησίς μου, δεν δύναμαι εγώ να μένω αρχηγός του Επιτελείου, εφ’ όσον αποφασίζεται πολιτική την οποίαν εγώ δεν εγκρίνω». Η εκ της ανακοινώσεως εντύπωσίς μου υπήρξε συγκλονιστική, όχι τόσον δια την εκτίμησιν την οποίαν είχα εις την στρατιωτικήν μόρφωσιν του κ. Μεταξά, αλλά διότι ήρχισα ν’ αντιλαμβάνωμαι ότι αι πολιτικαί αντιλήψεις επηρέαζον τας στρατιωτικάς αντιλήψεις, διότι εφοβούμην ότι το αντιπειθαρχικόν κίνημα του Επιτελάρχου, όστις πολλά σπουδάσας εν Γερμανία δεν έμαθεν ότι η πρώτη αρετή του στρατού είναι η πειθαρχία, ηδύνατο να φέρη κλονισμόν εις την κοινήν γνώμην δια την περαιτέρω διαχείρισιν των Εθνικών πραγμάτων. Ότε δε κατήλθον κάτω και έμαθον ότι αι εφημερίδες είχον δημοσιεύσει ήδη την παραίτησιν, τότε ενόησα ενώπιον ποίας καταστάσεως ευρισκόμην. Ο Επιτελάρχης κατεπάτει πάντα κανόνα πειθαρχικόν, διότι το Επιτελείον δεν είναι υπεύθυνον δια τας πολιτικάς αντιλήψεις της Κυβερνήσεως. Μόνον δια τας στρατιωτικάς εκτελέσεις ευθύνεται. Αλλά τον πόλεμον τον αποφασίζουν οι πολιτικοί άνδρες, όχι το Επιτελείον. Αλλ’ η παραγνώρισις του καθήκοντος του Επιτελάρχου εδημιούργει κίνδυνον, διότι τούτο εγίνετο γνωστόν εις την Σόφιαν, η οποία θα εγνώριζεν ούτω ότι το Επιτελείον εθεώρει τόσον κινδυνώδη την θέσιν της Ελλάδος αν απέστελλεν εν σώμα στρατού εις Καλλίπολιν, ώστε ο αρχηγός αυτού να φθάση μέχρι της αντιπειθαρχικής αυτής παραιτήσεως.
Το συμβούλιον του Στέμματος.
Απηύθυνα τότε αμέσως προς τον Βασιλέα επιστολήν, εις την οποίαν έλεγον: «Μεγαλειότατε, ο κ. Μεταξάς μοι επέδωκε την παραίτησιν αυτού· θα σας παρακαλέσω να δεχθήτε να συγκληθή αύριον συμβούλιον των πρώην πρωθυπουργών υπό την προεδρείαν σας δια ν’ ακουσθή όλων τούτων η γνώμη περί του ζητήματος». Εκάλεσα το συμβούλιον του Στέμματος όπως ακουσθούν όλαι αι γνώμαι. Ο κ. Ράλλης και ο κ. Δραγούμης εκηρύχθησαν υπέρ της γνώμης μου. Ο Θεοτόκης είπε να κληθή ο Επιτελάρχης ο παλαιός δια να ακουσθή η γνώμη αυτού επί του ζητήματος, και ούτω απεφασίσθη να συγκροτηθή και δεύτερον συμβούλιον του Στέμματος. Εσκέφθην τότε, Κύριοι, όπως επιτύχω την εφαρμογήν της πολιτικής μου αφαιρών από τους αντιτασσομένους κατ’ αυτής κάθε έδαφος, αφαιρών κάθε πρόφασιν και κάθε αντίρρησιν, εσκέφθην να υποβιβάσω την δύναμιν, της οποίας την διάθεσιν εζήτουν, και να είπω: Κύριοι, φωνάζετε ότι, εάν στείλω εν σώμα Στρατού, τα τέσσαρα τα οποία υπολείπονται δεν θα είναι αρκετά να αντιμετωπίσωσι τον Βουλγαρικόν κίνδυνον· δεν ζητώ παρά μίαν μεραρχίαν. Είχα δ’ επιτύχει από του Επιτελάρχου να γνωμοδοτήση δι’ εκθέσεώς του ότι η μία αυτή μεραρχία ηδύνατο ν’ αντικατασταθή δια της συγκροτήσεως μιας εφεδρικής μεραρχίας, ούτως ώστε θα έμενε διαθέσιμος κατά ενδεχομένης επιθέσεως εκ Βουλγαρίας ολόκληρος η αρχική δύναμις των 15 μεραρχιών, με μόνην διαφοράν ότι η μία εξ αυτών θα ήτο αντί ενεργού εφεδρική.
Και λέγω λοιπόν εις το Συμβούλιον το δεύτερον του Στέμματος: Κύριοι, ιδού πού περιορίζω την πρότασίν μου. Ζητώ μόνον μίαν μεραρχίαν δια να μετάσχη η Ελλάς της επιχειρήσεως αυτής. Και όλοι αποφαίνονται ότι ο Βασιλεύς οφείλει να δεχθή την πρότασιν της Κυβερνήσεώς μου.
Ο Θεοτόκης λέγει: Κύριοι, γνωρίζετε τας ιδικάς μου ιδέας, αλλ’ οφείλω να ομολογήσω ότι οι ιδέαι μου όχι μόνον δύνανται να θεωρηθώσιν ως απηρχαιωμέναι, αλλά και δεν τας ασπάζεται ο Ελληνικός λαός, και επομένως η Μεγαλειότης του δεν δύναται να στηρίζεται εις το ότι, εάν θέλη να ακολουθήση άλλην πολιτικήν, δύναται να εύρη εμέ διατεθειμένον να αναλάβω την εφαρμογήν της. Εννοείτε ότι μετά την δήλωσιν του Θεοτόκη όλοι απήλθομεν του Συμβουλίου πεπεισμένοι ότι το ζήτημα ετελείωσεν, ότι θα εξηρχόμεθα και θα μετείχομεν της επιχειρήσεως δια της μιας τουλάχιστον μεραρχίας.
Ο αξιότιμος εξ Αττικής βουλευτής, όστις είπε τότε «Μεγαλειότατε, τολμήσατε, τολμήσατε», εις εμέ, τον οποίον εις το πρώτον Συμβούλιον είδε μετά τινος ενδοιασμού επιζητούντα και τας γνώμας των άλλων. «Κύριε Πρωθυπουργέ, είπε, έχετε καθήκον να προχωρήσητε», εξηγών την υστέραν παλινωδίαν του λέγει ότι δεν ήξευρε τότε ότι θα βυθισθώσι κάμποσα καράβια και δεν ήξευρεν ότι η Ρωσσία δεν ήθελε να μετάσχωμεν της επιχειρήσεως και ότι η Γαλλία ήθελε να κηρύξωμεν τον πόλεμον κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.
Δυστυχώς είναι αληθές ότι την συμμετοχήν μας εις την επιχείρησιν των Δαρδανελλίων η εν Ρωσσία κοινή γνώμη, η οποία επηρεάζει και την Ρωσσικήν Κυβέρνησιν, δεν την έβλεπε μετά όμματος ευμενούς, ουδέποτε όμως εδήλωσεν ότι δεν είμεθα δεκτοί εις το να μετάσχωμεν εις την επιχείρησιν· τουναντίον υπάρχει τηλεγράφημα του κ. Ρωμάνου δύο ή τρεις ημέρας μετά την παραίτησίν μου, αναγγέλλον ότι η Γαλλία επέτυχε την συγκατάθεσιν της Ρωσσίας εις την συμμετοχήν της Ελλάδος εις την επιχείρησιν των Δαρδανελλίων, χωρίς ουδένα όρον, χωρίς δηλαδή τον όρον του να κηρύξωμεν τον πόλεμον κατά της Γερμανίας. Όλα αυτά είναι ακριβή. Εάν ασχοληθώ περί την ψυχολογίαν του αξιοτίμου εξ Αττικής βουλευτού βραδύτερον, ίσως είπω τι είχε μέσα του και διατί ήλλαξε γνώμην.
Κύριοι, εκείνοι οι οποίοι διεδέχθησαν ημάς τότε, εκείνοι οι οποίοι ανέλαβον να εφαρμόσωσιν αντίθετον πολιτικήν προς εκείνην την οποίαν είχον εισηγηθή, εκείνοι οι οποίοι περιεστοίχισαν έκτοτε το Στέμμα, βαίνον προς την κατάλυσιν σαφώς του πολιτεύματος και την εγκαθίδρυσιν του δεσποτισμού, εκείνοι οι οποίοι εγένοντο υπαίτιοι όλων των συμφορών, αίτινες έκτοτε επήλθον ή επεκρεμάσθησαν κατά της Ελλάδος, εκείνοι ηξίωσαν υπέρ εαυτών τον τίτλον του «Σωτήρος», διότι, απομακρυνθέντος του κόμματος των Φιλελευθέρων της αρχής κατά τον Φεβρουάριον του 1915, έσωσαν την Ελλάδα από καταστροφής.
Αι επίσημοι εκθέσεις περί της επιχειρήσεως των Δαρδανελλίων
Αλλ’ έκτοτε εγένετο εις Βουλήν άλλην, την Αγγλικήν, συζήτησις περί της επιχειρήσεως των Δαρδανελλίων, συνεστήθη ανακριτική επιτροπή, κύρους οποίον έχουν οι Αγγλικαί ανακριτικαί επιτροπαί, η οποία εζήτησε τας αιτίας της αποτυχίας της επιχειρήσεως των Δαρδανελλίων και έφερε το πόρισμα αυτής, ιδίως του πρώτου μέρους μέχρι του Μαΐου, εις την Βουλήν. Ο μελετών τα πορίσματα της εκθέσεως ταύτης της επιτροπής μανθάνει ότι, εάν η Ελλάς ηκολούθει, εάν ο έκπτωτος βασιλεύς ηκολούθει την πολιτικήν ην είχε καθήκον να ακολουθήση, όχι απλώς διότι την ενεδείκνυεν η Κυβέρνησις της πλειοψηφίας της Χώρας, αλλά και οι άλλοι πολιτικοί άνδρες της Ελλάδος, ώστε να μην είναι δυνατόν καλοπίστως να ισχυρισθή ότι ενεδοίαζε προ του δημοσίου φρονήματος της Χώρας, εάν ηκολούθει την πολιτικήν αυτήν και δεν εγίνετο όργανον της Γερμανικής πολιτικής ο Μεταξάς, ίνα υποβάλη την παραίτησίν του και δημιουργήση τους στιγμιαίους εκείνους ενδοιασμούς, και αν εχρησιμοποιείτο δια την επιχείρησιν εν σώμα στρατού, ή και μεραρχία ακόμη, επί τέλους, η κατάληψις της Καλλιπόλεως θα ήτο το ευκολώτερον στρατιωτικόν κατόρθωμα, θα ευρισκόμεθα δε μετά πέντε ημέρας από του Διατάγματος της επιστρατεύσεως με επιστρατευμένον το σώμα στρατού, του οποίου εζήτουν την επιστράτευσιν, και μετά άλλας εννέα ημέρας, με το πλήθος των μέσων τα οποία διεθέτομεν ημείς και οι Σύμμαχοι, με το σώμα αυτό του στρατού, είτε και την μεραρχίαν, επί της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, ευρισκομένης αφυλάκτου, αφρουρήτου, ανοχυρώτου. (Αίσθησις).
Αυτά αποδεικνύουν αι εκθέσεις, αι οποίαι κατετέθησαν εις άλλην Βουλήν, επαναλαμβάνω, μετά του κύρους εκείνου, μετά του οποίου τοιαύτα ζητήματα διεξάγονται εις την Αγγλικήν Βουλήν. Και οι αξιώσαντες υπέρ εαυτών τον τίτλον των «Σωτήρων» είναι οι άνθρωποι εκείνοι, οι οποίοι ενεταφίασαν την στιγμήν εκείνην και τας μεγάλας ελπίδας του Έθνους και την επέκτασιν αυτού προς ανατολάς. (Χειροκροτήματα).
Εάν, Κύριοι, εις την πολιτικήν, την οποίαν εισηγήθην, δεν αντετάσσετο η υπόκωφος και η φανερά αντίδρασις, η οποία αντετάχθη, εις την χερσόνησον της Καλλιπόλεως θα ευρίσκετο ο Ελληνικός στρατός περί το τέλος του Φεβρουαρίου 1915 κατά την ιδικήν μας χρονολογίαν, και αποδεικνύεται εκ της εκθέσεως της Αγγλικής, ότι ένα μήνα ολόκληρον βραδύτερον εγένετο η οχύρωσις της Καλλιπόλεως.
Εκείνο το οποίον δεν κατωρθώθη ύστερον με 100.000 και 200.000 στρατού απέναντι οχυρώσεως γενομένης υπό της Γερμανικής στρατιωτικής τέχνης, τούτο όχι κατορθωτόν απλώς ήτο, αλλά παιγνίδι δια τον Ελληνικόν στρατόν κατά τας πρώτας ημέρας, οπότε οξέως διέγνωσα τα πράγματα και συνεβούλευσα την επιχείρησιν εκείνην και ότε η χερσόνησος της Καλλιπόλεως και ανοχύρωτος ήτο και σχεδόν αφρούρητος.
Οι Τούρκοι εγκατέλειπον την Κωνσταντινούπολιν.
Εάν η επιχείρησις εκείνη δεν εματαιούτο, θα ευρισκόμεθα εις την χερσόνησον της Καλλιπόλεως περί τα τέλη Φεβρουαρίου ή αρχάς Μαρτίου. Αλλά προ της παρελεύσεως 10, 15 ημερών μέρος του στρατού της Καλλιπόλεως, εάν μετέβαινεν ιδίως σώμα Στρατού, θα ευρίσκετο εις Κωνσταντινούπολιν, εγκαταλελειμμένην παρά των Τούρκων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
Κύριοι, γνωρίζετε ποίαν σημασίαν έχει εις τους πολέμους ο αιφνιδιασμός. Εάν ο πρώην Βασιλεύς δεν εδείκνυεν απροθυμίαν, όπως μελετηθή η επιχείρησις των Δαρδανελλίων ήδη από του Αυγούστου, εάν ο βασιλεύς και το Επιτελείόν του δεν παρείχον αφορμάς εις τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως να έχωσιν υπόπτως προς αυτούς από της εποχής εκείνης, διότι άλλως τε ήτο πάνδημον μυστικόν ότι οι στρατιωτικοί ακόλουθοι της Γερμανίας και της Βουλγαρίας από της αρχής του πολέμου «εποιούντο τας διατριβάς», ίνα το είπω εις την καθαρεύουσαν, εις το Επιτελείον, πράγμα όπερ εξένιζε τους άλλους, και εάν δεν επήρχοντο οι λόγοι του Βασιλέως προς τον Καρ, οίτινες ηύξησαν την δυσπιστίαν, ου ένεκα, ενώ κατ’ Αύγουστον μας εζήτουν να μελετήσωμεν από κοινού την επιχείρησιν των Δαρδανελλίων, τον Φεβρουάριον και τον Μάρτιον την επεχείρουν χωρίς ν’ απευθυνθούν προς ημάς δια να μας ζητήσουν τα αναγκαία δια την απόβασιν στρατεύματα, και τούτο προδήλως διότι δεν μας είχον εμπιστοσύνην μήπως το Επιτελείόν μας προαναγγείλη εις τους εχθρούς την επιχείρησιν· εάν λοιπόν όλα ταύτα δεν ενεφιλοχώρουν και εάν από της αρχής η εγκαινιασθείσα πολιτική του κόμματος των Φιλελευθέρων εφηρμόζετο ειλικρινώς υπό όλων των παραγόντων, ποίον θα ήτο το αποτέλεσμα: Ότι η επιχείρησις των Δαρδανελλίων θα εμελετάτο εν πλήρει μυστικότητι και ότι, προτού γίνη και η πρώτη επίθεσις εκεί κατά των εξωτερικών φρουρίων των Δαρδανελλίων, αιφνιδίως μίαν χαραυγήν θα ευρίσκετο ο Ελληνικός στρατός αποβιβαζόμενος εις Καλλίπολιν, όπου θα εύρισκεν εις όλην την έκτασιν της χερσονήσου δύναμιν 6000 μόνον Τουρκικού στρατού, όχι συγκεντρωμένου, αλλά εις τα διάφορα φρούρια κατανεμημένου!
Εννοείτε δε την εντύπωσιν η οποία θα παρήγετο εις Κωνσταντινούπολιν. Δεν θέλω να είπω ότι από στρατιωτικής απόψεως δεν ηδύνατο να πέση η Καλλίπολις και η Κωνσταντινούπολις να κρατηθή υπό της Τουρκίας. Αλλ’ είμαι βέβαιος ότι η κατάληψις της Καλλιπόλεως θα έφερε την εκκένωσιν της Κωνσταντινουπόλεως και την υπογραφήν της ειρήνης μετά της Τουρκίας την εποχήν εκείνην, εάν ήτο δυνατή η υπογραφή ειρήνης.
Διότι, Κύριοι, δεν έχω ανάγκην παρά να σας ανακοινώσω ολίγα τηλεγραφήματα της εποχής εκείνης, σύγχρονα ακριβώς με την πρώτην επίθεσιν κατά των εξωτερικών φρουρίων των Δαρδανελλίων, και τας ειδήσεις, αι οποίαι εστέλλοντο εις την Κωνσταντινούπολιν ότι η Ελλάς σκέπτεται να μετάσχη και ν’ αποστείλη στρατόν.
(Αναγινώσκει). Αριθ. 1726
(Εμπιστευτικόν )
Εν Πέρα, τη 14 Φεβρουαρίου 1915.
Υπουργείον Εξωτερικών.
Τουρκικαί και Γερμανικαί Τράπεζαι ειδοποιήθησαν μεταφέρωσι χρυσόν εις Ικόνιον. Μεταφορά ήρξατο ήδη. Μεταφέρουσιν ωσαύτως αρχεία.
(Υπ.) ΤΣΑΜΑΔΟΣ
Εκ Πέραν, τη 16
Φεβρουαρίου 1915, ώρα 10 μ. μ.
Υπουργείον Εξωτερικών.
Ελήφθη η απόφασις να εγκαταλειφθή η Κωνσταντινούπολις· η ημέρα αναχωρήσεως δεν ωρίσθη. Ο πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών μοι ανεκοίνωσεν ότι θα παραμείνη ενταύθα και ότι ο πρεσβευτής της Αυστροουγγαρίας και ο πρεσβευτής της Γερμανίας δεν θα εγκαταλείψωσι την Κωνσταντινούπολιν, ειμή μετά των Τουρκικών στρατευμάτων. Με πληροφορούσιν ότι ο Σύνδεσμος «Ένωσις - Πρόοδος» εν σημερινή συνεδρία απεφάσισεν αντίστασιν μέχρις εσχάτων. Αυτοκρατορικός Ιραδές αναβάλλει την Βουλήν μέχρι της 15 Σεπτεμβρίου.
(Υπ.) ΤΣΑΜΑΔΟΣ
Φιλιππούπολις, 17
Φεβρουαρίου 1915, ώρα 8.30΄ μ.μ.
Πληροφορούμαι ότι ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής Αυστρίας ετηλεγράφησε προς τον ενταύθα Πρόξενον Αυστρίας ίνα μεριμνήση όσον τάχιστα περί εξευρέσεως οικίας εν Φιλιππουπόλει χάριν της οσονούπω αφικνουμένης οικογενείας του. Ανεκοινώθη εις Πρεσβείαν Σόφιας.
(Μετάφρασις)
( Υπ.) ΜΠΑΡΑΚΛΗΣ
Σόφια, 22
Φεβρουαρίου 1915.
Ο επιτετραμμένος της Βουλγαρίας εν Κωνσταντινουπόλει ζητήσας παρά της Κυβερνήσεώς του οδηγίαν εάν έδει εν ενδεχομένη περιπτώσει να ακολουθήση την Οθωμανικήν Κυβέρνησιν εις Ικόνιον, προσεκλήθη όπως έλθη ενταύθα και παράσχη προφορικώς πληροφορίας επί της καταστάσεως. Ο υπουργός των Οικονομικών της Βουλγαρίας διέψευσε την ύπαρξιν υπουργικής κρίσεως.
(Υπ.) ΝΑΟΥΜ
Αυτή ήτο. Κύριοι, η ψυχολογική κατάστασις
εν Κωνσταντινουπόλει, αυταί ήσαν αι σκέψεις αι κρατούσαι εις κύκλους επισήμους
εν Κωνσταντινουπόλει πριν ή καταληφθή η Καλλίπολις, και φαντάζεσθε εάν έχω
δίκαιον υποστηρίζων μετά πεποιθήσεως ότι η αποστολή τότε του Ελληνικού στρατού
εις Καλλίπολιν και η κατάληψις αυτής θα έφερεν όχι μόνον την κυριαρχίαν των
Στενών και την εγκατάλειψιν της Κωνσταντινουπόλεως και την μετάβασιν του
Ελληνικού Στρατού εις Κωνσταντινούπολιν...
Εις Βουλευτής. Μόνου;
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ίσως μετ’ αγημάτων Αγγλογαλλικών.... όχι δια να διεκδικήση πολιτικά και εδαφικά δικαιώματα επί της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά δια να είναι βέβαιος ότι θα ησφάλιζε την λύσιν εκείνην του ζητήματος της Κωνσταντινουπόλεως και των Στενών, η οποία ήτο ανέκαθεν η αρίστη των λύσεων όχι μόνον από καθαράς διεθνούς απόψεως, αλλά και από Ελληνικής απόψεως, της διεθνοποιήσεως των Στενών, η οποία λύσις ίσως είναι εκείνη εις την οποίαν φθάνει σήμερον και το μέγα Ρωσσικόν Έθνος μετά την εκδημοκράτησιν αυτού. (Χειροκροτήματα). Επειδή γίνεται λόγος εν τω τηλεγραφήματι του κ. Φράντζη περί ενδεχομένης συνάψεως ειρήνης εκ μέρους της Τουρκίας, θα μου είπουν βεβαίως οι αντίπαλοί μου: μα λοιπόν, δεν ήτο πιθανόν, αφού θα επηγαίνατε εις την Καλλίπολιν, αφού θα επηγαίνατε εις την Κωνσταντινούπολιν, δεν ήτο πιθανόν να γίνη ειρήνη και να μην πάρης τα Μικρασιατικά ανταλλάγματα; Και αυτό ήτο πιθανόν διότι εγώ βεβαίως δεν εσκέφθην ποτέ να ζητήσω να μου υποσχεθούν και την διάλυσιν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συμμετέχων εις τον πόλεμον με μίαν μόνον μεραρχίαν. Αν δια γενικώτερα Ευρωπαϊκά συμφέροντα επεβάλλετο μία ειρήνη μετά της Τουρκίας και αν έβλεπα ότι το Έθνος ως εκ της εκ των πολέμων κοπώσεως απέστεργεν ενεργοτέραν μετοχήν εις τον πόλεμον, δεν θα εδίσταζα και αυτήν να δεχθώ. Θα μοι ήτο αρκετόν αν δια της δράσεως της Ελλάδος μετέβαινον εις Καλλίπολιν, μετέβαινον εις Κωνσταντινούπολιν, ερρύθμιζον και δια της Ελληνικής σπάθης και δια της Ελληνικής συμπράξεως, αν όχι της πρωτοβουλίας, το ζήτημα των Στενών και εκανόνιζον και την τύχην του Μικρασιατικού Ελληνισμού, χωρίς να αποκλείεται ότι ημπορούσαν και περισσότερα να γίνουν, να πάρωμεν και τας παραχωρήσεις αν ηθέλομεν να επιμείνωμεν εις περαιτέρω ενέργειαν, η οποία θα προεκάλει φυσικά και περαιτέρω θυσίας.
Ποία τ’ αποτελέσματα της δράσεως.
Τίνα αποτελέσματα, Κύριοι Βουλευταί, θα είχε τοιαύτη ενέργεια της Ελλάδος επί της περαιτέρω εκβάσεως του πολέμου δεν έχω ανάγκην να σας αναπτύξω περισσότερον. Η Τουρκία θα εξεμηδενίζετο, η Ρωσσία θα ανεφωδιάζετο δια θαλάσσης και δεν θα υφίστατο την επίθεσιν, την οποίαν υπέστη κατά το θέρος του 1915 ένεκα ελλείψεως πολεμικών εφοδίων. Η Ρωσσία ακόμη θα εξήγε τον σίτόν της εις τας Συμμάχους χώρας. Η Βουλγαρία, η οποία είχεν ήδη κανονίσει την πολιτικήν της προς την Γερμανικήν Αυτοκρατορίαν, όπως ημείς είχομεν κανονίσει προς την Συνεννόησιν, η Βουλγαρία έχουσα προς τα νώτα της τον Ελληνικόν Στρατόν και επί πλέον και Γαλλικόν και Αγγλικόν Στρατόν, εννοείτε αν θα ετόλμα να εξήρχετο εις πόλεμον. Τοιαύτη δε ενέργεια της Ελλάδος και τοιαύτη επιτυχία δεν θα εξύψου μόνον το πολιτικόν γόητρον αυτής, δεν θα παρείχεν εις ημάς κατά πάσαν πιθανότητα και τας εδαφικάς παραχωρήσεις της Μ. Ασίας, αλλά και θα συνετέλει εις εκπληκτικήν βράχυνσιν του Ευρωπαϊκού πολέμου. Εάν, Κύριοι, το πλήγμα κατεφέρετο την στιγμήν ταύτην δια της πυγμής της Ελλάδος, το πλήγμα θα ήτο τόσον δεινόν δια την Γερμανίαν, ώστε αύτη, χωρίς να ελπίζη πλέον την πραγματοποίησιν του μεγαλεπηβόλου σχεδίου του Σιδηροδρόμου Αμβούργου - Βαγδάτης, θα έχανε την Ανατολήν και δεν είχε βεβαίως να ελπίση τίποτε από την Δύσιν.
ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αυτό το έγραφε και ο Χάρδεν.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Φαντασθήτε δε ποίον κύρος και γόητρον θα είχεν η Ελλάς φθάνουσα δια δράσεώς της εις τοιαύτα εκπληκτικά κοσμοϊστορικά αποτελέσματα, της βραχύνσεως κατά έτος του πολέμου. ( Χειροκροτήματα).
Κύριοι, οι Σωτήρες της Ελλάδος, άμα η επιχείρησις απέτυχεν, είπον ότι έσωσαν την Ελλάδα, διότι απεδείχθη η επιχείρησις μη επιτυχούσα.
Η κακοπιστία των Σωτήρων.
Αλλά, Κύριοι, θα εννοήσετε πόσον καλής πίστεως αντίπαλοι είναι, όταν συζητούντες την πολιτικήν ημών την συζητούν ουχί επί τη βάσει των αποτελεσμάτων τα οποία θα έδιδεν η πολιτική εκείνη εφαρμοζομένη, αλλά επί τη βάσει των συνεπειών, αι οποίαι επήλθον διότι ακριβώς δεν εφηρμόσθη! Και μας λέγουν: βλέπετε ότι η επιχείρησις απέτυχεν. Απέτυχε βεβαίως, διότι ακριβώς η άμεσος και κεραυνοβόλος σύμπραξις της Ελλάδος άνευ αντιδράσεων επιτελικών και άλλων, αυτή ήτο η μόνη δυναμένη να φέρη την επιτυχίαν. Οι δε σωτήρες οι σημερινοί δεν διαφέρουν καθόλου από τους σωτήρας εκείνους τους άλλους, τους οποίους θα είχομεν, εάν κατά το 1912, ότε επρότεινα την συμμετοχήν ημών εις τον πόλεμον τον οποίον είχον αποφασίση τα δύο άλλα Βαλκανικά Κράτη, ο Βασιλεύς Γεώργιος, όστις ήτο εναντίον του πολέμου εκείνου, ωμοίαζεν έστω και πόρρωθεν του υιού του, και ήθελε να εφαρμόση και αυτός πολιτικήν ιδίαν και έλεγεν: Εγώ δεν θέλω πόλεμον, εγώ δεν ημπορώ να συμπράξω μετά της Σερβίας και Βουλγαρίας εις πόλεμον κατά της Τουρκίας, αφού τουλάχιστον δεν μου έχετε καθαρισμένον το ζήτημα του τι θα πάρωμεν έπειτα. Υποθέσατε ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος ωμοίαζε προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνον. Είναι δυνατόν ν’ αμφιβάλλη τις ότι η πολιτική αύτη θα εκρίνετο ως πολιτική σωφρονεστάτη και ότι η κατηγορία ότι είμαι φαντασιόπληκτος και πολεμοχαρής θα εδίδετο δικαιότατα και θα έλεγεν ο κόσμος: Βεβαίως έχει δίκαιον ο καϋμένος ο Βασιληάς, δεν εκανονίσαμεν τουλάχιστον τι θα πάρωμεν! Φαντασθήτε δε τώρα ποίαι ηδύναντο να επέλθουν συνέπειαι εκ της μη μετοχής ημών εις τον κατά της Τουρκίας πόλεμον. Συνεπεία της αδρανείας του Ελληνικού στόλου, η Τουρκία θα κατώρθωνε να μεταφέρη τον Μικρασιατικόν της στρατόν εις την Ευρωπαϊκήν Τουρκίαν και πιθανώς να καταβάλη την Σερβίαν και Βουλγαρίαν. Ποιος θα ήτο εκείνος ο οποίος θα εσυμμάζευε τους σωτήρας της εποχής εκείνης, οι οποίοι θα έλεγον: Βλέπετε, ο καϋμένος ο Βασιληάς τα έκαμε; μας εγλύτωσε! Βλέπετε αυτόν τον Βενιζέλον τον θεοπάλαβον, ο οποίος ήθελε να μετάσχη του πολέμου, δια να μας καταστρέψη, ενώ ήτο προφανές ότι η Τουρκία θα ενίκα, – διότι όλοι οι στρατιωτικοί της εποχής εκείνης έλεγον τούτο, ο δε εν Κωνσταντινουπόλει στρατιωτικός ακόλουθος της Ρωσσίας επληροφορούσε ότι η Τουρκία θα παρέτασσεν 900 χιλιάδας στρατού. Σας κάμνω αυτήν την υπόθεσιν δια να σας καταδείξω πόσον ολίγον σοβαροί είναι οι αντίπαλοί μας, οίτινες, επαναλαμβάνω, θέλουν να κρίνουν τα αποτελέσματα της μη εφαρμοσθείσης πολιτικής μας με τα αποτελέσματα τα οποία επήλθον διότι ακριβώς δεν εφηρμόσθη και διότι δεν άφησαν να εφαρμοσθή. (Χειροκροτήματα και ζητωκραυγαί).
Κύριοι! Ο Βασιλεύς ο τότε, αφού προς στιγμήν είχε παρασυρθή παρ’ εμού και μου είχε δώσει και την εξουσιοδότησιν να προβώ εις την εφαρμογήν της πολιτικής μου, συνεκρατήθη βραδύτερον. Περιεστοίχισαν αυτόν εκείνοι οι οποίοι τον περιεστοίχιζαν και έφθασε πλέον όχι μόνον κατά της γνώμης εμού να αντιταχθή, ο οποίος εξεπροσώπουν τότε την πλειοψηφίαν της Χώρας, αλλά έφθασε και να αντιταχθή κατά της γνώμης όλης της Χώρας, διότι, όπως εξέθηκα εις υμάς, την γνώμην αυτήν συνέστησαν να ακολουθήση ο Βασιλεύς όλοι οι πολιτικοί παράγοντες οι μέχρι της στιγμής τουλάχιστον γνωστοί εις την Χώραν. Και θα μας είπουν τώρα οι ασχοληθέντες εις το ζήτημα το Συνταγματικόν, ότι ο Βασιλεύς διέλυσε την Βουλήν τότε και ανέθηκε την Κυβέρνησιν εις τον κ. Γούναρην σεβόμενος το Σύνταγμα, ακριβώς καθ’ ον τρόπον ο Βασιλεύς Γεώργιος είχε διαλύση κατ’ επανάληψιν Βουλάς, αναθέσας όμως αυτός την Κυβέρνησιν όχι καν εις μειοψηφούντας αλλ’ εις Κυβερνήσεις υπηρεσιακάς, δια των οποίων επεδίωξε να εξακριβώση το Δημόσιον φρόνημα; Αλλά τίνας ενδείξεις είχεν ο πρώην Βασιλεύς Κωνσταντίνος ότι τα υποστηριζόμενα υπ’ εμού ήσαν αντίθετα προς τας αξιώσεις της κοινής γνώμης, όταν όλους τους άλλους πολιτικούς ηγέτας τους έφερα κατ’ αντιμωλίαν εις συζήτησιν ενώπιόν του και του είπαν ότι όλα αυτά τα οποία λέγει ο Βενιζέλος πρέπει να τα εκτελέση, διότι ο Βενιζέλος έχει μαζί του τον Ελληνικόν λαόν; Ο Βασιλεύς εκείνην την στιγμήν, καλών τον κ. Γούναρην και δωροδοκών αυτόν, δίδων δηλαδή εις αυτόν το ρουσφέτι της χρήσεώς του εις αρχηγόν κόμματος και επιτυγχάνων να αναλάβη ούτος την Κυβέρνησιν, εφήρμοζε το πολίτευμα, ή το είχεν ήδη κατακουρελιάσει;
Και όμως, Κύριοι, η νομιμοφροσύνη μου υπήρξε τοιαύτη, ώστε ούτε ημφισβήτησα καν εις τον Βασιλέα, την πρώτην φοράν, το δικαίωμα της διαλύσεως ούτε παρεπονέθην δια το πράγμα, ούτε εγώ ούτε οι φίλοι μου. Έβλεπα περίπου πού εφερόμεθα, αλλά δεν ηθέλησα να εξαπολύσω μίαν τρικυμίαν εις το Εθνικόν πέλαγος, το οποίον μέχρι της στιγμής εκείνης εφαίνετο γαληνιαίον και επί του οποίου μόλις ήρχιζαν να διαγράφωνται ελαφραί τινες πτυχαί. Απεμακρύνθην της εξουσίας εναντίον της γνώμης του Ελληνικού λαού, εναντίον της γνώμης αυτών των πολιτικών αντιπάλων μου, κατά εφαρμογήν προσωπικής πολιτικής του Στέμματος, εμπνεομένης έξωθεν της Ελλάδος· απεμακρύνθην της αρχής, έχων μέχρι της στιγμής εκείνης με το μέρος μου σχεδόν την παμψηφίαν του Ελληνικού λαού.
Μία παράκλησις του
Γούναρη.
Επεισοδιακώς και ως εν παρενθέσει θα σας είπω ότι ολίγον προ της κρίσεως εκείνης ο κ. Δ. Γούναρης μοι διεμήνυσε δια τινος φίλου του μέσω του υπουργού των Εσωτερικών κ. Ρέπουλη, εάν θα εδεχόμην όπως εις τους συνδυασμούς μου εν Ελλάδι περιλάβω εξ - επτά φίλους του, δια να κατορθωθή ούτω η επιτυχία αυτών. Και απήντησα εις τον κ. Γούναρην δια του κ. υπουργού των Εσωτερικών: διατί μόνον εξ ή επτά και διατί όχι ολόκληρον το προσωπικόν, το οποίον χρειάζεται εις τον κ. Γούναρην δια να είναι έτοιμος ν’ αναλάβη την αρχήν εν περιπτώσει αποχωρήσεώς μου; Του εδήλωσα λοιπόν, ενώ εζήτησεν εξ ή επτά, ότι είμαι πρόθυμος να περιλάβω εις τους συνδυασμούς μου εννέα βουλευτάς, οι οποίοι θα ήσαν οι μέλλοντες ν’ αποτελέσωσι την μέλλουσαν Κυβέρνησιν. Αυτή ήτο η κατάστασις του δημοσίου φρονήματος, τότε, ώστε ο κληθείς ν’ αναλάβη την αρχήν, ως πιστεύων δήθεν ότι είχε μαζύ του τον λαόν, μοι εζήτει δεκαπέντε ή είκοσιν ημέρας πρότερον να περιλάβω εις τους συνδυασμούς μου τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία τω ήσαν απολύτως αναγκαία δια να εισέλθη εις την Βουλήν με αριθμόν τινα βουλευτών. Τούτο δε ανέφερα μόνον και μόνον δια να δείξω εις την Βουλήν πόσον βαρεία είναι η ευθύνη του ανθρώπου αυτού, δεχθέντος μετά 15 ημέρας ν’ αναλάβη την αρχήν και την διάλυσιν της Βουλής επί τη εικαζομένη διαστάσει του δημοσίου φρονήματος προς την τότε Κυβέρνησίν μου. Κλείει, Κύριοι, η παρένθεσις την οποίαν ήνοιξα δια ν’ αποδείξω ότι την εποχήν εκείνην, κατά την οποίαν απεμακρύνθην της αρχής, είχα μαζύ μου ολόκληρον τον Ελληνικόν λαόν, ή τουλάχιστον την μεγάλην πλειοψηφίαν αυτού.
Δια να λυθή η κρίσις η Υπουργική παρήλθον τέσσαρες ημέραι. Την 21 παρητήθην, την 25ην ωρκίσθη η νέα Κυβέρνησις. Λοιπόν η νομιμοφροσύνη του ουτωσί απομακρυνομένου της αρχής πολιτικού ανδρός υπήρξε τοιαύτη, ώστε όταν εγνώσθη η παραίτησις, περί την 5ην ώραν μ. μ., και επληροφορούμην ότι ητοιμάζετο μία κολοσσιαία διαδήλωσις εις την πόλιν μας δια να διαμαρτυρηθή κατά της παραιτήσεώς μου, καλώ αμέσως τον Αρχηγόν της Χωροφυλακής και τον Διευθυντήν της Αστυνομίας και τους διατάσσω να εκδώσωσι διάταξιν, απαγορεύουσαν πάσαν συνάθροισιν διαρκούσης της κρίσεως. Έμεινα επί τέσσαρας ημέρας, έχων τον Ελληνικόν λαόν, όπως είπα και πάλιν, εν μεγίστη πλειοψηφία με το μέρος μου, και δεν αφήκα να γείνη καμμία διαδήλωσις εις κανέν μέρος της Ελλάδος, ουδέ μικρά, ουδέ μεγάλη. Και ούτω, Κύριοι, ο πολιτευτής Πατρών, ο ζητών να στηρίξη τους εξ ή επτά φίλους του εις τους συνδυασμούς του κόμματος των Φιλελευθέρων, ανέλαβεν εις την κρισιμωτάτην εκείνην περίοδον των εθνικών μας πραγμάτων να δεχθή την κληρονομίαν του κόμματος των Φιλελευθέρων, έχοντος με την γνώμην του και την γνώμην όλων των πολιτικών αρχηγών της Χώρας, και να δεχθή την αρχήν.
Κύριοι, δεν γνωρίζω πράξιν πολιτικού ανδρός, η οποία να δύναται να καταδικασθή αυστηρότερον από αυτήν την ενέργειαν. Η Κυβέρνησις οπωσδήποτε συνεκροτήθη, δηλαδή συνεκροτήθη μία φαινομενική του λοιπού Κυβέρνησις, συνεκροτήθη μία Κυβέρνησις, η οποία ήτο ομοίωμα Κυβερνήσεως, και την οποίαν ηνείχοντο οι εκ των παρασκηνίων δρώντες, οι και αποτελούντες την αληθή Κυβέρνησιν της Χώρας, η οποία τους υπουργούς μετεχειρίζετο ως νευρόσπαστα και η οποία δια του φιλικού της τύπου ανεκάλει εκάστοτε εις την τάξιν την φαινομενικήν Κυβέρνησιν. Η Κυβέρνησις εκείνη, Κύριοι, η φαινομενική, γνωρίζω ότι εν τη εξωτερική πολιτική δεν ήτο καθόλου ομογενής. Ο υπουργός των Εξωτερικών εφέρετο εις συνέχισιν της Κυβερνήσεως των Φιλελευθέρων. Λέγω εις συνέχισιν, διότι προχθές, κατά τινα διακοπήν, έλαβον αφορμήν να είπω ότι η επιχείρησις των Δαρδανελλίων δια την Ελλάδα δεν ήτο πλέον δυνατή μετά την αποχώρησιν της Κυβερνήσεως των Φιλελευθέρων, αφού μετά τινα χρόνον η χερσόνησος της Καλλιπόλεως ωχυρώθη. Αλλά δεν επρόκειτο περί εφαρμογής αυτής της περιστατικής, ας την είπωμεν ούτω, πολιτικής. Αλλά την άλλην πολιτικήν, την βάσιν έχουσαν ευμενεστάτην προς την Αντάντ ουδετερότητα, μετά σταθεράς αποφάσεως να μη επιτρέψωμεν Βουλγαρικήν κατά της Σερβίας επίθεσιν, ησπάσθησαν ειλικρινώς ο τότε υπουργός των Εξωτερικών και άλλα πολιτικά μέλη του Υπουργείου εκείνου. Αλλά από της στιγμής εκείνης, Κύριοι, ευρισκόμεθα εν καταπτώσει πολιτεύματος, όχι μόνον διότι απεμακρύνθη η Κυβέρνησις, η απολαύουσα της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας της κοινής γνώμης, όχι μόνον διότι εσχηματίσθη Κυβέρνησις μη έχουσα ομογένειαν επί της εξωτερικής πολιτικής, όχι μόνον διότι παρά την Κυβέρνησιν την φαινομένην ανήλθεν εις την επιφάνειαν η πραγματική των παρασκηνίων Κυβέρνησις, αλλά και δι’ άλλον λόγον· διότι ο μικροπολιτικός, ο οποίος εκλήθη να εφαρμόση την πολιτικήν εκείνην, ενόμισεν ότι ήτο θεμιτόν να δημιουργήση διωγμόν κατά ενός μεγάλου πολιτικού κόμματος.
Εζήτουν ν’ αποφύγω τότε τον πόλεμον, όχι διότι δεν ενόμιζα ότι τα Έθνη είναι υποχρεωμένα να κατέλθουν εις πόλεμον όταν πρόκειται περί Εθνικής αποκαταστάσεως, αλλά διότι εθεώρουν ότι η Ελλάς δεν ήτο ακόμη τότε επαρκώς παρεσκευασμένη κατά το διετές μόλις διάστημα της αναγεννήσεώς της, δια να αντιμετωπίση μετά πλήρους πεποιθήσεως και ασφαλείας τας περιπτώσεις τας πολεμικάς.
Αλλ’ ο πόλεμος έγινε, διότι αφ’ ενός μεν δεν έγινε δυνατόν να ρυθμισθή το ζήτημα το Κρητικόν, αφ’ ετέρου δε τα άλλα Βαλκανικά Κράτη είχον αποφασίσει να πολεμήσουν κατά της Τουρκίας, και εις ημάς δεν ήτο επιτετραμμένον να μείνωμεν εις τοιαύτας περιστάσεις απαθείς θεαταί.
Αλλά και ο δεύτερος πόλεμος εγένετο παρά τας ευχάς μου, Κύριοι Βουλευταί. Προσεπάθησα ειλικρινέστατα να τον αποφύγω, και κατηγορήθην δα, και εις την Βουλήν αυτήν πολλάκις, ότι ηθέλησα να τον αποφύγω, και μου είπον: «εις σε δεν ανήκει τιμή δια τας επιτυχίας του δευτέρου πολέμου, είσαι ξένος προς αυτόν», αδιάφορον αν τον προητοίμασα και διπλωματικώς και στρατιωτικώς, ώστε, αφού κατέστη αναπότρεπτος, ν’ αποβή καθ’ όλας τας πιθανότητας ευτυχής, όπως και απέβη πράγματι.
Ο κατά της Βουλγαρίας πόλεμος.
Εις ημάς θα είναι ανάγκη να εξηγηθώ, όπως και εις τον Ελληνικόν λαόν, διατί εγώ τόσον ειλικρινώς προσεπάθουν ν’ αποφύγω τον δεύτερον πόλεμον, τον προς την Βουλγαρίαν. Επεζητείτο να παρασταθή τότε ότι εγώ μόνος απέστεργα τον πόλεμον διότι εφοβούμην την έκβασιν αυτού, ενώ τάχα τον πόλεμον εκείνον επέσπευδεν ο Βασιλεύς και το Επιτελείον, δια να συναχθή το συμπέρασμα ότι όλη η τιμή δια τας επιτυχίας του πολέμου εκείνου ανήκεν εις τον Βασιλέα και ουδεμία εις τον πολιτικόν ηγέτην. Και είμαι υποχρεωμένος να διακηρύξω ότι ουδεμία ποτέ επήλθε κατά την εποχήν εκείνην διαφωνία μεταξύ Στέμματος και στρατιωτικών κύκλων αφ’ ενός και Κυβερνήσεως αφ’ ετέρου όσον αφορά την απέναντι της Βουλγαρίας πολιτικήν.
Και ο λόγος, δια τον οποίον δεν επήλθεν ουδεμία διαφωνία, ήτο διότι και οι στρατιωτικοί κύκλοι δεν ήσαν καθόλου ήσυχοι δια την πιθανήν έκβασιν του πολέμου εκείνου. Ότε εν Θεσσαλονίκη, καλέσας τον εν Βελιγραδίω Πρεσβευτήν της Ελλάδος και τον εν Αθήναις Πρεσβευτήν της Σερβίας, κατώρθωσα να υπογραφή η συμμαχική συνθήκη μετά της Σερβίας, ενθυμούμαι, ότι απευθυνόμενος προς το Επιτελείον έλεγον : «Και τώρα, μετά την υπογραφήν της συμμαχικής συνθήκης με την Σερβίαν, τι νομίζετε; Ποίαι είναι αι πιθανότητες της νίκης, εάν φθάσωμεν εις πόλεμον;» Και μοι έλεγε το Επιτελείον, ότι δυνάμεθα να αποβλέπωμεν εις την νίκην με ελπίδας 60 %. Εννοείτε τώρα πώς ένας υπεύθυνος Κυβερνήτης μιας χώρας δεν ώφειλε να σπεύδη εις πόλεμον, του οποίου αι πιθανότητες της νίκης και μετά την υπογραφήν της συμμαχίας με την Σερβίαν είχον τόσον στενόν περιθώριον. Αλλ’ υπήρχε και άλλος λόγος, πολύ σπουδαιότερος, ένεκα του οποίου προσεπάθουν να αποφύγω τον νέον πόλεμον. Υπήρχεν ο λόγος, ότι καλώς εγνώριζα ότι τα εν τη Βαλκανική ζητήματα έθιγον κύρια συμφέροντα μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.
Δεν ήτο μυστικόν, ότι αντιμέτωπος της συμμάχου ημών, της Σερβίας, συμμάχου προς την οποίαν εθεωρήσαμεν ότι μας επεβάλλετο να συνάψωμεν και συμμαχίαν ευρυτέρας εκτάσεως, ήτο μία μεγάλη Δύναμις, η Αυστροουγγαρία. Εάν δεν εγνωρίζομεν τότε τα βραδύτερον αποκαλυφθέντα εν τω Ιταλικώ Κοινοβουλίω, περί προτάσεως της Αυστρίας προς την Ιταλίαν, όπως επιτρέψη αύτη την επίθεσιν της πρώτης κατά της Σερβίας, χωρίς να θεωρηθή ότι διαταράσσονται οι όροι της μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας συμμαχίας, το διησθανόμεθα όμως.
Ήδη, διαρκούντος του πρώτου Βαλκανικού πολέμου, η ανησυχία ημών ήτο διηνεκής, μήπως εις τον πόλεμον τούτον ίδωμεν αιφνιδίως προβάλλουσαν την Αυστροουγγαρίαν, αντιμέτωπον, αν όχι όλων των Βαλκανικών Κρατών, αλλά του ενός τουλάχιστον των Συμμάχων, της Σερβίας. Εννοείτε, επομένως, πόσον επιβλητικόν ήτο εις τον ηγέτην, τον υπευθύνως ιθύνοντα τας τύχας της Χώρας κατά την εποχήν εκείνην, να προσπαθή να αποφύγη εκ παντός τρόπου ένα πόλεμον, ο οποίος ήτο ενδεδειγμένον, ο οποίος ήτο βέβαιον σχεδόν, όπως απεδείχθη δυστυχώς εκ των υστέρων, ότι αργά ή γρήγορα θα έφερε γενικωτέραν επέμβασιν Ευρωπαϊκήν.
Επίστευα λοιπόν, ότι ηδυνάμεθα να αρκεσθώμεν εις εκείνα, τα οποία εθεώρουν απαραιτήτως αναγκαία, δια να φθάσωμεν εις ειρηνικήν διευθέτησιν μετά της Βουλγαρίας, ότι ηδυνάμεθα εν τω παρόντι να αρκεσθώμεν εις ταύτα, επιτυγχάνοντες μίαν ουσιωδεστάτην μεγέθυνσιν της Ελλάδος και αποβλέποντες εις τούτο, ότι η ιδέα της συμπήξεως μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας θα ηδύνατο να αποδειχθή κατορθωτή, οπότε θα ηδυνάμεθα ν’ αδιαφορήσωμεν αν η έκτασις του εδάφους μας ήτο κατά 8 ή 10 χιλιάδας τετραγωνικά χιλιόμετρα μεγαλειτέρα ή μικροτέρα, εφόσον θα κατωρθούτο δια της συμπήξεως της Ομοσπονδίας να δημιουργηθή εκ των Βαλκανικών Κρατών μία μεγάλη δύναμις, η οποία να δύναται να προστατεύη τα συμφέροντα αυτών, ή – όπερ ατυχώς πιθανώτερον – η Βουλγαρική βουλιμία θα απεδεικνύετο ακόρεστος, επιδιώκουσα μέχρι τέλους να καθέξη την όλως υπερέχουσαν θέσιν, εις την οποίαν αείποτε απέβλεπε, εν τοις Βαλκανίοις, οπότε ο πόλεμος θα επεβάλλετο μετά 3-4-5-6, δεν δύναμαι ακριβώς να ορίσω πόσα, έτη, οπότε Ελλάς και Σερβία, μεγεθυνθείσαι δια του κατά της Τουρκίας πολέμου πολύ περισσότερον παρά η Βουλγαρία, θα είχον διαθέσιμον στρατιωτικήν δύναμιν πολύ ανωτέραν, εν αναλογία προς την της Βουλγαρίας, παρ’ εκείνην την οποίαν ήσαν εις θέσιν να παρατάξωσι κατά τον πόλεμον του 1913. Αύται ήσαν αι σκέψεις, αι οποίαι ώθουν την Κυβέρνησιν εκείνην όπως ειλικρινώς προσπαθή κατά πάντα τρόπον να αποφύγη τον δεύτερον πόλεμον.
Αλλά νομίζω εύθετον, παρουσιαζομένης της ευκαιρίας ταύτης. να εκθέσω προς την Βουλήν και άλλο τι γεγονός, μη γνωστόν, εκ του οποίου θα κριθή ακριβέστερον ο πολεμοχαρής ή μη πολεμοχαρής χαρακτήρ του ηγέτου του κόμματος των Φιλελευθέρων. Είχομεν ήδη νικήση την Βουλγαρίαν και ο Βασιλεύς αυτής απηυθύνθη προς τον μακαρίτην Κάρολον της Ρουμανίας ζητών ανακωχήν και την μεσολάβησιν αυτού πλησίον των άλλων συμμάχων, όπως επιτευχθή η ανακωχή αύτη δια ν’ αρχίσουν αμέσως αι διαπραγματεύσεις της ειρήνης. Ο βασιλεύς Κάρολος απηυθύνθη προς τον βασιλέα Κωνσταντίνον συνιστών την συνομολόγησιν ανακωχής, ο δε Βασιλεύς μου ανεκοίνωσεν εκ Χατζή-Μπεϊλίκ το τηλεγράφημα τούτο, ζητών την γνώμην της Κυβερνήσεως ως προς την δοτέαν εις αυτό απάντησιν, αλλά προσθέτων ότι λόγοι στρατιωτικοί επιβάλλουν να μη διακοπώσιν αι εχθροπραξίαι, αλλά να συνεχισθούν διαρκουσών των διαπραγματεύσεων της ειρήνης. Απήντησα, ότι η αντίληψις η εμή είναι εντελώς διάφορος· ότι καθ’ ην στιγμήν ο βασιλεύς της Ρουμανίας παρεμβαίνει συνιστών την σύναψιν ανακωχής δια την έναρξιν των διαπραγματεύσεων της ειρήνης, θα ήτο κατ’ εξοχήν αντιπολιτικόν εάν απεκρούομεν την μεσολάβησιν ταύτην, και δεν επετυγχάνομεν εκείνο το οποίον ωφείλομεν προ παντός να επιδιώκωμεν όπως επιτύχωμεν, δηλαδή την ευμενή στάσιν της Ρουμανίας κατά τας διαπραγματεύσεις της ειρήνης απέναντι των Ελληνικών συμφερόντων. Προσέθετον δε ότι η απάντησις, κατ’ εμέ, έπρεπε να είναι αύτη περίπου: Καίπερ γνωρίζων την Βουλγαρικήν κακοπιστίαν και μη δυνάμενος παντάπασι να πιστεύσω ότι ευρίσκομαι απέναντι πραγματικής αιτήσεως ειρήνης και αναγνωρίσεως της ήττης, θεωρώ ότι μοι επιβάλλεται να δεχθώ την μεσολάβησιν της Υμετέρας Μεγαλειότητος, πεποιθώς ότι εν τω προσώπω Αυτής τα Ελληνικά συμφέροντα θα εύρωσι δίκαιον παραστάτην κατά τας διαπραγματεύσεις της ειρήνης.
Αλλά προσέθετον ακόμη, ότι δεν εννοώ εις τι θα ηδύνατο να χρησιμεύσωσι περαιτέρω θυσίαι αίματος και περαιτέρω διακινδυνεύσεις, αφού η μεν άφιξις μέχρι της Σόφιας ήτο χαλεπώτατον έργον, αι δε ιδικαί μας εδαφικαί διεκδικήσεις εκαλύπτοντο δια των μέχρι τότε νικών, αίτινες και υπερέβαλλον μάλιστα αυτάς. Προσέθετον όμως ότι είμαι υποχρεωμένος να υποκύψω, εάν, αφού ταύτα εκθέσω εις την κρίσιν του Βασιλέως Αρχιστρατήγου, εύρισκον αυτόν επιμένοντα, ότι στρατιωτικοί λόγοι επέβαλλον την εξακολούθησιν των εχθροπραξιών.
Η γνώμη μου η πολιτική δεν υπερίσχυσεν· επεκράτησαν αι στρατιωτικαί αντιλήψεις. Και ότε διήλθον δια του Χατζή-Μπεϊλίκ, μεταβαίνων εις Βουκουρέστιον, εζήτησα και πάλιν να μεταπείσω τους στρατιωτικούς αρχηγούς, λέγων: δεν βλέπω τίνα λόγον έχουν αι περαιτέρω εχθροπραξίαι, δεν πρέπει δε να λησμονήσετε και την δυσχερή θέσιν, εις την οποίαν θα ευρίσκωμαι εν Βουκουρεστίω, άμα φθάνων εκεί, δεν κατορθώσω να αποδεχθώ ενδεχομένην σύστασιν του βασιλέως Καρόλου περί της ανακωχής. Η απάντησις ήτο εκ νέου κατηγορηματική, ότι εν ουδεμία περιπτώσει τα στρατιωτικά συμφέροντα της Ελλάδος επιτρέπουσι την σύναψιν ανακωχής. Έπρεπε και πάλιν να υποκύψω εις την στρατιωτικήν ταύτην αντίληψιν.
Έφθασα εις Βουκουρέστιον. Από Χατζή-Μπεϊλίκ μέχρι Βουκουρεστίου εκάμαμεν, νομίζω, 36 ώρας και εκεί μόνον κατώρθωσα να αρθώσιν αι στρατιωτικαί αντιλήψεις και προσαρμοσθώσι προς τας πολιτικάς αντιλήψεις, αι οποίαι εκ των πραγμάτων απεδεικνύοντο ότι ήσαν απολύτως επιβεβλημέναι, όχι μόνον από πολιτικής και διπλωματικής, αλλά και από στρατιωτικής καθαρώς απόψεως.
Αι πολιτικαί αντιλήψεις περί του μέλλοντος.
Εφθάσαμεν εις τας διαπραγματεύσεις της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Έχετε δημοσιευμένα όχι εκ των βίβλων, αλλά εκ των εφημερίδων τα τότε διαμειφθέντα εν σχέσει προς το Δεδεαγάτς, την Μάκρην και το Πόρτο-Λάγο, με βλέπετε δε από της πρώτης στιγμής λέγοντα έως πού δύνανται να φθάσωσιν αι διεκδικήσεις μας, έως πού ηδύναντο να υποστηριχθώσιν αι αξιώσεις μας. Αλλ’ ίσως οι κατηγορούντες με ως πολεμοχαρή, δύνανται να με κατηγορήσουν διατί επέμεινα δια την Καβάλλαν εις το Βουκουρέστιον, διατί δεν έκαμνα αυτήν την υποχώρησιν προς την Βουλγαρίαν. Δεν ήτο δυνατόν να υποχωρήσω εις το σημείον τούτο, όχι διότι δεν θα ήμην δικαιολογημένος απέναντι της κοινής γνώμης, αλλά διότι δεν ηδυνάμην να γνωρίζω, εάν, θυσιάζων την Καβάλλαν, θα ηδυνάμην να επιτύχω την ειρήνην εις τα Βαλκάνια. Εάν εγνώριζα τούτο, δεν διστάζω και τώρα να είπω ότι θα την εθυσίαζα. Αλλ’ εγνώριζον ότι τίποτε άλλο δεν θα επετύγχανον, θυσιάζων την Καβάλλαν, παρά μόνον να εξάψω την Βουλγαρικήν βουλιμίαν, η οποία θα ήτο ισχυροτέρα, όπως ασφαλέστερον επιτεθή καθ’ ημών, όταν θα επήρχετο ο χρόνος, κατά τον οποίον θα ενόμιζεν ότι ηδύνατο να μας επιτεθή. Εάν λοιπόν επέμεινα εις το ζήτημα της Καβάλλας όπως επέμεινα, το έπραξα διότι ουδεμία θυσία της Καβάλλας ηδύνατο να χρησιμεύση προς αποτροπήν νέων πολέμων και νέων κινδύνων.
Ενθυμείσθε, Κύριοι, ποίος υπήρξεν ο Βασιλικός λόγος, με τον οποίον ήνοιξεν η Βουλή του 1913, η συγκληθείσα μετά τους δύο Βαλκανικούς πολέμους. Επέμεινα και έθεσα εις την πρώτην παράγραφον του Β. λόγου, ότι η Ελλάς θεωρεί ότι επραγματοποίησε σχεδόν καθολοκληρίαν το εθνικόν της πρόγραμμα. Έθηκα τούτο εις τα χείλη του Βασιλέως, καίτοι έχων δια τον Ελληνισμόν ακόμη ευρυτάτας βλέψεις, διότι πεποιθότως εφρόνουν ότι συμφέρον ημών εθνικόν επέβαλλε να εξασφαλίσωμεν, όσον από ημάς εξηρτάτο, μακράν περίοδον ειρήνης. Θα ηυχόμην να ανεβάλλετο η λύσις των λοιπών εθνικών ζητημάτων επί ολόκληρον γενεάν. Επί ολόκληρον γενεάν θα είχε να ασχοληθή η Ελλάς εις την εντατικήν ανάπτυξιν του διπλασιασθέντος Κράτους και, αναπτυσσομένη κατά τοιούτον τρόπον, θα ηδύνατο είτε να ελπίση εις διαβίωσιν του εν Τουρκία Ελληνισμού υπό καθεστώς ανεκτόν, είτε να είνε βεβαία ότι, επιστάσης της ώρας της καταρρεύσεως του Τουρκικού κράτους, θα προέβαλλεν εις το μέσον Ελλάς ισχυρά, δυναμένη να λύση αυτοδυνάμως τα λοιπά αυτής εθνικά ζητήματα.
(Χειροκροτήματα και επευφημίαι).
Ενθυμηθήτε ακόμη, Κύριοι, την διαλλακτικότητά μου εις τας διαπραγματεύσεις της Συνθήκης των Αθηνών. Ενθυμηθήτε ποία κεφάλαια κατηγορίας διετυπώθησαν εναντίον μου από του βήματος τούτου, διότι εδείχθην εις τόσον σημείον διαλλακτικός. Ενθυμηθήτε ακόμη την διαλλακτικότητά μου εις το ζήτημα το Βορειοηπειρωτικόν, εις το ζήτημα της Σάσωνος, δια την οποίαν με ενεκάλουν, μονονού σκεπτόμενοι και εις ειδικόν να με παραπέμψουν δικαστήριον, διότι εθυσίαζα τα επί της Σάσωνος ιδανικά μας δικαιώματα δια να επιτύχω την ειρήνην, την ησυχίαν και την ασφάλειαν του Κράτους.
Φιλειρηνικότης και μικροψυχία.
Αλλά, Κύριοι, οι πολιτικοί αντίπαλοι ημών είμαι βέβαιος ότι δεν μας εννοούν. Δεν εννοούν πώς δύναται να συμβιβάζεται αυτό το πνεύμα το φιλειρηνικόν, αυτό το πνεύμα το διαλλακτικόν, μετά της σταθεράς αποφάσεως να μη θυσιασθή ποτέ κανέν ζωτικόν συμφέρον, του οποίου η προστασία και η υπεράσπισις είναι δυνατή. (Χειροκροτήματα ραγδαία). Οι αντίπαλοι ημών συγχύζουσι την έννοιαν της φιλειρηνικότητος προς την έννοιαν του ψοφοδεούς, του μικροψύχου. Εάν έδειξα όλην την διαλλακτικότητα εις τας κρισίμους αυτάς περιστάσεις, δεν εδίστασα, όταν ενεφανίσθησαν οι διωγμοί του Ελληνικού στοιχείου εν Τουρκία, δεν εδίστασα να απευθύνω από του βήματος τούτου τελεσίγραφον προς την Τουρκίαν, δια να υποδείξω ότι, εάν δεν έπαυον οι διωγμοί, τούτο θα προεκάλει πόλεμον προς αυτήν· διότι επίστευα τότε, ότι η Ελλάς, οία ήτο στρατιωτικώς και με το κύρος το Ευρωπαϊκόν, το οποίον είχεν, ήτο εις θέσιν τότε να ομιλήση προς την Τουρκίαν με την γλώσσαν με την οποίαν ωμίλησα και με την οποίαν ποτέ δεν θα εσκέπτοντο του παρελθόντος οι άνθρωποι ότι θα ήτο η Ελλάς εις θέσιν να ομιλήση. (Ενθουσιώδη χειροκροτήματα).
Και δεν είναι ανάγκη, βεβαίως, να είπω εις την Βουλήν, ότι αν ωμίλησα τότε με την σταθεράν εκείνην γλώσσαν, δεν το έπραξα εν στιγμή παραφοράς ή εν τη ρύμη του λόγου μου από του βήματος, αλλά μετά σκέψιν ώριμον και κατόπιν μελέτης του στρατιωτικού ζητήματος· διότι τότε οι στρατιωτικοί κύκλοι, οι οποίοι βραδύτερον ενεφάνισαν όλους τους κινδύνους καθ’ οιασδήποτε κινήσεως της Ελλάδος, οι στρατιωτικοί κύκλοι ήσαν σύμφωνοι ότι ηδυνάμεθα να προκαλέσωμεν τον πόλεμον προς την Τουρκίαν, εφ’ όσον είχομεν δια των πολεμικών ημών πλοίων την υπεροπλίαν και έπρεπε να προλάβωμεν ημείς να μη κατορθώση να αποκτήση αυτήν η Τουρκία. Η σταθερά εκείνη γλώσσα έφερε τα αποτελέσματά της. Δεν επέτυχε μόνον να ανεχθή η Τουρκία τα αντίποινα, των οποίων εκάμαμεν χρήσιν εν Ελλάδι, δια να καλύψωμεν μέρος των ζημιών αι οποίαι επήλθον εις τας περιουσίας του πληθυσμού του Μικρασιατικού, αλλά περιωρίσθη το κακόν τότε και ο Μέγας Βεζύρης εζήτησε να συναντηθώμεν δια να αποπειραθώμεν διευθέτησίν τινα του ζητήματος, την οποίαν είμεθα διατεθειμένοι να δεχθώμεν, παρέχοντες πάσαν ικανοποίησιν εις την ευθιξίαν του Τουρκικού κράτους, αλλά σώζοντες τον πυρήνα και τον καρπόν των αληθώς Εθνικών συμφερόντων.
Μετά την έκρηξιν του Ευρωπαϊκού πολέμου.
Δυστυχώς επήλθε τότε ο Ευρωπαϊκός πόλεμος, όστις δεν άφησε να γίνη η συνέντευξις εκείνη· διότι μας κατέλαβεν εις το μέσον του ταξειδίου. Εκεί εν Μονάχω ευρισκόμενος έλαβα την είδησιν του τελεσιγράφου του Αυστριακού και της εκρήξεως του πολέμου μεταξύ Αυστρίας και Σερβίας· εκεί έλαβα και την ερώτησιν εκ μέρους του κ. Πάσιτς περί της στάσεως την οποίαν θα ετήρει η Ελλάς απέναντι του Ευρωπαϊκού πολέμου. Εκ της απαντήσεως, η οποία είναι δημοσιευμένη εις την Λευκήν Βίβλον, και εξ όλων των εγγράφων, τα οποία έκτοτε έχουσι δημοσιευθή, είσθε εις θέσιν να κρίνετε πόσον η πολιτική ημών υπήρξε σταθερά απ’ αρχής μέχρι τέλους εν προκειμένω. Εδηλώσαμεν από της πρώτης στιγμής εις την Σερβίαν ότι, όσον αφορά τον πόλεμον προς την Αυστρίαν, έχομεν ανάγκην ευρυτέρων πληροφοριών και κατόπιν τούτων θα κρίνωμεν περί της απαντήσεως η οποία θα δοθή, όσον αφορά δε ενδεχομένην επίθεσιν της Βουλγαρίας κατά της Σερβίας, ημείς θα ευρισκόμεθα παρά το πλευρόν της συμμάχου κρατούντες τον κοινόν αντίπαλον εις στάσιν ευλαβείας.
Δεν νομίζω ότι κατ’ αυτήν την στιγμήν πρέπει να ομιλήσω περί της απαντήσεως ταύτης και των επικρίσεων και των δικολαβικών επιχειρημάτων, τα οποία οι αντίπαλοι ημών εζήτησαν να πορισθώσιν εξ αυτής. Θα έλθη η στιγμή, καθ’ ην θα κρίνω τα της Σερβικής Συμμαχίας, και εκεί νομίζω ότι θα ομιλήσω μάλλον προσηκόντως περί του θέματος. Έχω μόνον να είπω την στιγμήν ταύτην εις την Βουλήν, ότι κατά την ρύθμισιν της θέσεως ημών απέναντι του εκραγέντος Ευρωπαϊκού πολέμου ήτο πολύ φυσικόν οι υπέχοντες τότε την ευθύνην της αρχής να αισθάνωνται επί των ώμων αυτών εαρυτάτας τας ευθύνας.
Εβλέπομεν το έργον ημών, το έργον των δύο νικηφόρων πολέμων μας, τιθέμενον και πάλιν υπό συζήτησιν. Ησθανόμεθα καλώς όλους τους κινδύνους, τους οποίους θα αντιμετωπίζομεν. Και τους κινδύνους τούτους διέβλεπα, εγώ τουλάχιστον, όχι τόσον εις την περίπτωσιν του να εμπλακώμεν εις πόλεμον κατά της Βουλγαρίας, επιτιθεμένης τότε κατά της Σερβίας, όσον εις ενδεχομένην συνεννόησιν Βουλγαρίας και Τουρκίας, όπως, επωφελούμεναι ακριβώς της Ευρωπαϊκής συρράξεως, επιπέσουν κατά της Ελλάδος, πλούσια ήδη εχούσης εδάφη, τα οποία ηδύναντο, νικώσαι αύται, να διανεμηθώσι μεταξύ αυτών. Διανομή της Ελληνικής Μακεδονίας και των Νήσων ήτο πραγματικώς λεία, η οποία ηδύνατο να ικανοποιήση και τας μάλλον παραβόλους αξιώσεις και του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Κράτους.
Και δεν είναι εντροπή να είπω, Κύριοι, ότι διήλθον πολλάς νύκτας κατά τας οποίας ο ύπνος επήλθε βραδύτατα, διότι διαρκής ήτο η ανησυχία του πώς θα αντιμετωπίσωμεν την δυσχέρειαν, η οποία επήλθε καθ’ ημών μετά τον Ευρωπαϊκόν πόλεμον, δυσχέρειαν συνισταμένην εις τούτο : Ότι ο μεν επίσημος σύμμαχος ημών, η Σερβία, απησχολημένη εις τον μεγάλον Ευρωπαϊκόν πόλεμον, ουσιαστικώς δεν ήτο εις θέσιν να επικουρήση ημάς σοβαρώς εις ενδεχομένην Τουρκοβουλγαρικήν καθ’ ημών επίθεσιν, έτερον δε Κράτος, το οποίον υπείχεν, αν όχι τυπικάς, αλλ’ ηθικάς υποχρεώσεις να ενδιαφέρεται δια την Συνθήκην του Βουκουρεστίου, ήτο απησχολημένον και εκείνο εκ του Ευρωπαϊκού πολέμου και δεν ήτο δυνατόν να ελπίσωμεν ότι, εν περιπτώσει ανάγκης, θα εθεώρει ότι θίγονται ζωτικά συμφέροντά του δια να μη επιτρέψη την καθ’ ημών επίθεσιν Βουλγαρίας και Τουρκίας.
Η δήλωσις της Ελλάδος προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως.
Ενθυμείσθε, Κύριοι, ότι, αρχομένου του πολέμου, η Γερμανία είχε πωλήσει εις την Τουρκίαν – δήθεν πωλήσει, είχε αντικαταστήσει δια της Τουρκικής την σημαίαν των πολεμικών πλοίων της «Γκέμπεν» και «Μπρεσλάου», τα οποία κατώρθωσαν να εισέλθουν εις τα στενά των Δαρδανελλίων. Οπωσδήποτε η Τουρκία διέθετε και την δύναμιν αυτήν εις ενδεχόμενον καθ’ ημών ναυτικόν πόλεμον, εφ’ όσον δε η κατάσχεσις του «Σουλτάν-Σελήμ», πλοίου του οποίου επρόκειτο να γίνη η παράδοσις κατά Νοέμβριον, δεν είχεν ακόμη ενεργηθή εκ μέρους της Αγγλίας, η ισορροπία των δυνάμεων, τας οποίας είχομεν κατορθώσει να ασφαλίσωμεν δια της αποκτήσεως των δύο Αμερικανικών πλοίων, ανετρέπετο εντελώς καθ’ ημών και μετά δύο ή τρεις μήνας θα ευρισκόμεθα ενώπιον Τουρκίας, η οποία ναυτικώς θα ήτο πολύ ισχυροτέρα ημών.
Τότε, Κύριοι, περί την 10ην Αυγούστου, νομίζω, ηξίωσα και επέτυχα την εξουσιοδότησιν, όπως δηλώσω, ότι η Ελλάς, όχι απλώς μνήμων των όσων ώφειλεν εις τας Εγγυητρίας Μεγάλας Δυνάμεις, αλλά και ακριβή έχουσα, Κύριοι, επίγνωσιν των ζωτικών αυτής Εθνικών συμφερόντων, εννοεί ότι η θέσις αυτής είναι παρά το πλευρόν των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως και ότι, ενώ εν τω πολέμω τω διεξαγομένω μετοχή αυτής στρατιωτική δεν θα ήτο δυνατή, αφού ούτε προς βοήθειαν της Σερβίας ήτο δυνατή ένεκα του κινδύνου εκ της Βουλγαρίας, ούτε πολύ ολιγώτερον δι’ αποστολής στρατού εις Γαλλίαν, εν τούτοις θεωρεί καθήκον αυτής η Ελλάς να δηλώση προς την Συνεννόησιν, ότι, εάν η Τουρκία εξέλθη εις πόλεμον κατ’ αυτής, η Ελλάς θέτει εις την διάθεσιν των Δυνάμεων ολόκληρον την στρατιωτικήν αυτής και ναυτικήν δύναμιν εις πόλεμον κατά της Τουρκίας, υπό την προϋπόθεσιν πάντοτε της εξασφαλίσεως ημών από του Βουλγαρικού κινδύνου. Κατεκρίθην, Κύριοι, ότι άνευ ανάγκης έκαμα τοιαύτας δηλώσεις, αι οποίαι με εδέσμευον απέναντι των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως· κατεκρίθην ακόμη και διότι έκαμα αυτάς τας δηλώσεις, χωρίς καν να παζαρεύσω πρότερον με τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως ποιαι θα ήταν αι αμοιβαί, τας οποίας θα ελαμβάνομεν εν περιπτώσει καθ’ την θα μετείχομεν μετ’ αυτών του πολέμου κατά της Τουρκίας.
Γ. ΠΩΠ. Νέα δηλαδή ακόμη αθέτησις αναληφθείσης υποχρεώσεως από μέρους της Ελλάδος;
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως. Ταύτα θα εκθέσω ανακοινών το επεισόδιον Καρ. Η δε επιστολή μου προς τον Βασιλέα της 25 Αυγούστου, η οποία ανεκοινώθη εις την Βουλήν, εκθέτει πάντα ταύτα.
Γ. ΠΩΠ. Την διατύπωσιν, ούτω γενομένην, πρώτην φοράν την ακούομεν.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αλλά, Κύριοι, ποίος σώφρων Κυβερνήτης της Χώρας θα εδίσταζε την στιγμήν εκείνην να προβή εις τας δηλώσεις ταύτας απέναντι των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως; Και πρέπει να σας είπω, Κύριοι, ίσως, ότι η δήλωσις αύτη εγένετο προ της μάχης του Μάρνη, ή μάλλον εγένετο καθ’ ον χρόνον διεξήγετο η μάχη η οποία κατόπιν έλαβε το όνομα τούτο, όταν οι Γερμανοί είχον φθάσει εις Κομπιένην. Επέμενα δε τότε να κάμω την δήλωσιν αυτήν και να μη αναμείνω το αποτέλεσμα της μάχης εκείνης, διότι, είπα, ακριβώς ήθελον να επιτύχω να μη υποτεθή, εάν η μάχη αυτή απέβαινε κατά των Γερμανών, ότι επήγα εις βοήθειαν των νικητών, αλλά ηθέλησα να δείξω ποίον είναι το βαθύ αίσθημα της Χώρας και των κυβερνώντων αυτήν, (Χειροκροτήματα και ζητωκραυγαί), ποίον είναι το βαθύ αίσθημα αυτής και των Κυβερνητών αυτής περί της αλληλεγγύης, περί της συμπτώσεως των συμφερόντων των Ελληνικών προς τα ανατολικά ή κυρίως τα Αιγαιοπελαγιτικά συμφέροντα των δύο Δυτικών Δυνάμεων. Και πώς ήτο δυνατόν να επικριθή, Κύριοι, ενέργεια τοιαύτη δια τον σκεπτόμενον ότι της Τουρκίας μετεχούσης του πολέμου η Ελλάς δεν ήτο δυνατόν να μείνη ουδετέρα, αφού με την Τουρκίαν είχεν ένα εκκρεμή πόλεμον, τον πόλεμον δια τας Νήσους, τον οποίον συμφέρον είχε να διεξαγάγη μετά τόσον ισχυρών συμμάχων, και αφού, εάν ημείς δεν μετείχομεν του πολέμου, εις τον οποίον μετείχεν η Τουρκία, εάν μεν η Τουρκία ενίκα, αποτέλεσμα της νίκης της θα ήτο η εντελής καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού και η αφαίρεσις των Νήσων των παρά την Μικρασιατικήν παραλίαν κειμένων από της Ελλάδος, εάν δε η Τουρκία ηττάτο, το αποτέλεσμα θα ήτο ότι η ρύθμισις του Μικρασιατικού ζητήματος θα εγίνετο ασχέτως προς πάσαν επίδρασιν του Κράτους του Ελληνικού; Θα ήτο λοιπόν μωρός ο Κυβερνήτης εκείνος, ο οποίος δεν θα έκαμνε ό,τι έκαμα εγώ κατά την στιγμήν εκείνην. Και εάν υπήρξε διαφωνία και αμφισβήτησις κατά την εποχήν εκείνην, και αν η διαφωνία αύτη εξέλιπε δια το κύρος και την δύναμιν, την οποίαν ακόμη κατά την εποχήν εκείνην ανεγνώριζε το Στέμμα ότι είχα παρά τω λαώ, ώστε να μη ετόλμα να εκδηλώση διαφωνίαν, η αντίθετος γνώμη ηδύνατο να γεννηθή μόνον δι’ εκείνους, οι οποίοι από της πρώτης στιγμής του πολέμου, αν όχι και πρότερον, είχον τάξει εαυτούς ουσιαστικώς προς εκείνον τον συνδυασμόν των Δυνάμεων, προς τον οποίον δεν είχε τίποτε κοινόν ο Ελληνισμός. Προς τον συνδυασμόν, εις τον οποίον ευρίσκοντο όλοι οι εχθροί του Ελληνισμού, αντιμέτωποι του άλλου συνδυασμού, προς τον οποίον όλα τα συμφέροντά μας μας ώθουν. Αλλά, κάμνων την δήλωσιν εκείνην προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως, δεν απέβλεπον μόνον πώς θα αντιμετωπίσω τον Τουρκικόν κίνδυνον, αλλά και αυτόν τον Βουλγαρικόν.
Η Βουλγαρία από της πρώτης στιγμής του πολέμου εφάνη ότι, εφ’ όσον δεν θα διέπραττεν, ως κατά το 1913, νέα κολοσσιαία σφάλματα, δεν ηδύνατο ή να εξέλθη ηυξημένη εκ του πολέμου είτε εν μετοχή μετά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών και νίκη αυτών, οπότε θα υπερεξωγκούτο εις Βουλγαρίαν κολοσσιαίαν, ως την βλέπομεν επί του χάρτου τον οποίον έχει σήμερον χαράξει αυτή, είτε εξερχομένη υπέρ της Αντάντ και πλουσιοπαρόχως αμειβομένη παρ’ αυτής εις βάρος της Σερβίας και της Τουρκίας, είτε και μένουσα ουδετέρα, οπότε θα εξησφάλιζεν επιτυχίας προς το Σερβικόν μέρος, διότι η Σερβία έδιδεν ανέκαθεν την αριστεράν όχθην του Βαρδάρ, και επιτυχίας κατά της Τουρκίας εν περιπτώσει νίκης της Τριπλής Συνεννοήσεως. Έβλεπα λοιπόν ότι ασχέτως προς πάντα κίνδυνον άμεσον κατά του έργου, το οποίον επετύχομεν εκ των δύο πολέμων, ασχέτως, λέγω, προς πάντα άμεσον κίνδυνον, είχον υπ’ όψει ότι το πέρας του Ευρωπαϊκού πολέμου θα εσημείου μίαν αύξησιν του κυριωτάτου ανταπαιτητού ημών εις την Βαλκανικήν Χερσόνησον, της Βουλγαρίας. Δεν θα απέστεργον, βεβαίως, αύξησίν τινα εύλογον, αύξησιν τοιαύτην, ήτις να μη ταράττη ουσιωδώς την ισοσταθμούσαν πλάστιγγα της ισορροπίας των Βαλκανικών Κρατών, οία διεμορφώθησαν ταύτα δια της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Αλλά είχον καθήκον να μη ανεχθώ όπως τα πράγματα ούτω κυβερνηθώσιν, ώστε εις το τέλος του πολέμου να ανατραπή ριζικώς η ισορροπία της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, δια της υπερογκώσεως της Βουλγαρίας, ενώ θα παρέμενεν η Ελλάς τοιαύτη οία ήτο και προ του πολέμου. Το επετεύχθη δια της δηλώσεως. Επεζήτουν, Κύριοι, στενήν επαφήν προς τας Δυνάμεις εκείνας, προς τας οποίας μας έφερον και αι παραδόσεις και τα ζωτικά Ελληνικά συμφέροντα, επεζήτουν στενήν επαφήν, και το αποτέλεσμα της στενής επαφής ποίον υπήρξε;
Υπήρξε τούτο: Ότι, πριν ή ακόμη η Τουρκία εξέλθη της ουδετερότητος, δια να λάβη μέρος εις τον πόλεμον προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως, η Αγγλική Κυβέρνησις μοι εδήλου ότι ο Αγγλικός στόλος δεν θα επιτρέψη εις τον Τουρκικόν να εξέλθη των Δαρδανελλίων και εάν επρόκειτο ειδικώς να επιτεθή κατά της Ελλάδος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα και φρενιτιώδεις ζητωκραυγαί). Οι σήμερον ψυχρώς κρίνοντες τα πράγματα, μετά την τροπήν την οποίαν έλαβον, θα αποδίδουν μικράν σημασίαν εις την επιτυχίαν αυτήν.
Και τι σημαίνει; θα λέγουν. Μήπως εκινδυνεύσαμεν από τους Τούρκους διαρκούντος του πολέμου; Αλλά μεταφερθήτε εις την εποχήν η οποία μας απασχολεί, ίνα ιδήτε ποία πολιτική επιτυχία ήτο η επιτευχθείσα δια της δηλώσεως της Αγγλικής Κυβερνήσεως, ήτις μας επέτρεψε να κοιμώμεθα ήσυχοι και να μη φοβούμεθα εκ της Τουρκικής κατά θάλασσαν υπεροπλίας, ούτε μετά την άφιξιν του «Σουλτάν-Σελήμ», αφού η Αγγλία εδήλου ότι δεν θα επιτρέψη έξοδον του Τουρκικού στόλου εκ των Δαρδανελλίων. Αλλά δια της πολιτικής μου αυτής, δια της δηλώσεώς μου αυτής προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως επέτυχα ολίγον βραδύτερον και μίαν άλλην πολύτιμον υπέρ της Ελλάδος επιτυχίαν, την οποίαν ανάξιοι διάδοχοι ημών εθυσίασαν ύστερον. Επέτυχα, Κύριοι, τη συναινέσει των Τριών Προστατίδων Δυνάμεων της Συνεννοήσεως και της Ιταλίας ακόμη, την ανακατάληψιν της Β. Ηπείρου δια του Ελληνικού στρατού, με την συμφωνίαν ότι ο Ελληνικός στρατός θα μετέβαινεν εις Β. Ήπειρον υφ’ ους όρους θα μετέβαινον και οι Ιταλοί εις Αυλώνα, δια να λυθή οριστικώς το ζήτημα της Ηπείρου και της Αλβανίας εν τω Συνεδρίω της Ειρήνης.
(Χειροκροτήματα και επευφημίαι). Οι διάδοχοί μας ηθέλησαν και την επιτυχίαν αυτήν να εκμεταλλευθώσιν, όταν, κληθέντες εις την αρχήν κατά Σεπτέμβριον του 1915, ηδυνήθησαν δια των εκλογών του 1915 να εισαγάγωσιν εις την αίθουσαν ταύτην τους βουλευτάς της Βορείου Ηπείρου. Και εδήλου ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως της εποχής εκείνης, ότι το Βορειοηπειρωτικόν ζήτημα είναι λελυμένον και η Ιταλία αναγνωρίζει την λύσιν αυτήν υπέρ της Ελλάδος. Και έλεγε ταύτα, ίνα αναγκασθή μετά 18 ώρας, προσκαλούμενος από τον πρεσβευτήν της Ιταλίας, να δηλώση ότι το ζήτημα μένει εκκρεμές. Και έλεγε ταύτα, ίνα εξακολουθήση την πολιτικήν της ουδετερότητος κατά τον ενασκηθέντα τρόπον, ο οποίος έφερε την προσωρινήν, ας ελπίσωμεν, απώλειαν της Β. Ηπείρου. Αλλά δεν επετύχομεν μόνον ταύτα δια της δηλώσεώς μου κατ’ Αύγουστον του 1914 προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως. Χωρίς να έχω ουδεμίαν ρητήν δήλωσιν και χωρίς να έχω ουδένα καν υπαινιγμόν περί τούτου, δια της πολιτικής διαισθήσεως εννόουν, ήμην βέβαιος, ήμην πεπεισμένος ότι με την πολιτικήν, την οποίαν ηκολούθουν, θα είχα εις το τέλος του πολέμου και εν άλλο τμήμα του Ελληνισμού πολυτιμότατον, την Κύπρον, η οποία θα ηδύνατο να ισοσταθμίση εν πολλώ ή μικρώ μέτρω την αύξησιν την οποίαν έβλεπα ερχομένην, την αύξησιν της Βουλγαρίας. Ότι δε αι προβλέψεις μου και αι πεποιθήσεις μου δεν ήσαν πεπλανημέναι, απεδείχθη ολίγον βραδύτερον, ότε μας προσεφέρθη η Κύπρος και την απέκρουσαν οι Κυβερνοσωτήρες της εποχής εκείνης.
(Χειροκροτήματα ραγδαία). Πολλοί Βουλευταί. Αίσχος, Αίσχος!
Το αλλοπρόσαλλον του εκπτώτου. – Το επεισόδιον του ναυάρχου Καρ.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αλλ’ ενώ, Κύριοι, είχον επιτύχει την εξουσιοδότησιν του Στέμματος ίνα προβώ εις την δήλωσιν ταύτην, ο τότε Βασιλεύς, μόλις τον είχον αφήσει εγώ και μετέβη πλησίον του ο κ. Στρέιτ ή ο στρατηγός Δούσμανης, εξέχασε το τι είπομεν, ήλλαξε γνώμην και, ενώ έπρεπε τουλάχιστον να ενθυμήται το πράγμα εκ του ότι μετά 5 ή 6 ημέρας ελάμβανε δια του ενταύθα πρεσβευτού της Αγγλίας τηλεγράφημα του Βασιλέως της Αγγλίας απ’ ευθείας προς αυτόν απευθυνόμενον, και εκδηλούν τα αισθήματα του Βασιλέως της Αγγλίας και τας ευχαριστίας αυτού, διότι εις την περίστασιν αυτήν δεν εδίστασεν η Ελλάς να ταχθή με το μέρος εις ο ευρίσκετο η Αγγλία, ο τότε Βασιλεύς ελησμόνησε, φαίνεται, τα συμφωνηθέντα, εφ’ όσον ταύτα ήσαν αντίθετα προς τας ενδομύχους σκέψεις αυτού, και ότε συνεπεία της δηλώσεως ημών εκείνης το Αγγλικόν Ναυαρχείον ανέθηκεν εις τον Ναύαρχον Καρ να ζητήση να συνεννοηθή μετά του Επιτελείου μας, όπως μελετηθή και εκπονηθή σχέδιον ενδεχομένης επιθέσεως και καταλήψεως της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, ήκουεν ο Ναύαρχος Καρ από τον Βασιλέα: «Διατί όλα αυτά; Εγώ δεν έχω σκοπόν να κάμω πόλεμον κατά της Τουρκίας!» Προσέθετεν όμως προς τον ναύαρχον Καρ, ο τότε Βασιλεύς: «Ξέρεις βέβαια ότι ο κ. Βενιζέλος μού έχει ομιλήσει δι’ αυτά τα πράγματα, και επιμένει, αλλ’ εις ένα πράγμα εγώ είμαι σύμφωνος: αν η Τουρκία μας κάμη πόλεμον και θελήσετε σεις να μας βοηθήσετε, εγώ θα δεχθώ την βοήθειάν σας». Δεν είναι υπερβολή, Κύριοι, αυτό το οποίον λέγω προκύπτει εξ αυτής της επιστολής, την οποίαν ηναγκάσθην να απευθύνω προς τον τότε Βασιλέα. Ο δε ναύαρχος Καρ ηναγκάσθη να ερωτήση τον Βασιλέα εάν του επέτρεπε να ανακοινώση ταύτα ως απάντησίν του και ο Βασιλεύς απήντησε: «Σας εξουσιοδοτώ να τα ανακοινώσετε εις απάντησιν προς την Κυβέρνησίν σας, αλλά πρέπει να έχετε υπ’ όψιν σας – το ενεθυμείτο ακόμη τότε ότι ήτο Συνταγματικός άρχων, η εποχή των Σωτήρων δεν είχε φθάσει ακόμη - ότι πρέπει να περάσετε να ιδήτε τον Πρωθυπουργόν δια να εγκρίνη το τηλεγράφημά σας, διότι δεν ημπορεί να σταλή άνευ της εγκρίσεώς του η απάντησις αύτη». Εις τον Ναύαρχον Καρ εδήλωσα τότε, ότι η απάντησις αύτη δεν δύναται να σταλή διότι δεν την εγκρίνω, απηύθυνα δε τότε προς τον Βασιλέα την επιστολήν την οποίαν έχετε υπ’ όψιν σας, και της οποίας παρακαλώ να μου επιτρέψετε να σας αναγνώσω μερικάς περικοπάς, διότι καταντά αληθώς απίστευτον ό,τι είπεν ο Βασιλεύς: «Έρχομαι μαζί σας, αλλά μόνον αν η Τουρκία μού κάμη πόλεμον και θέλετε να μας βοηθήσετε, οπότε σας κάμνω αυτήν την τιμήν να δεχθώ την βοήθειάν σας!»
ΖΑΜΑΝΟΣ. Ήτο για δέσιμο.
Η επιστολή του κ. Βενιζέλου προς τον έκπτωτον.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ιδού τι έλεγον προς τον Βασιλέα τότε: (Αναγινώσκει την γνωστήν ήδη επιστολήν).
«Μετά τας κατ’ εξουσιοδότησιν της Υμ. Μεγαλειότητος γενομένας εκ μέρους μου δηλώσεις προς τους αντιπροσώπους της Τριπλής Συνεννοήσεως και τα ανταλλαγέντα μεταξύ του Βασιλέως της Αγγλίας και της Υμ. Μεγαλειότητος τηλεγραφήματα δεν νομίζω ότι η σημερινή απάντησις Υμών εις το νέον διάβημα της Αγγλικής Κυβερνήσεως (Ναυαρχείου) ηδύνατο να είναι ότι η Ελλάς αρνείται να πολεμήση κατά της Τουρκίας, εφ’ όσον πρώτη η Τουρκία δεν επιτεθή κατ’ αυτής.
Όπως είχον την τιμήν να είπω εις την Υμ. Μεγαλειότητα, δεν είναι δυνατόν βεβαίως να αχθώμεν εις επιθετικόν πόλεμον κατά της Τουρκίας, εφ' όσον δεν έχομεν εξησφαλισμένην την σύμπραξιν της Βουλγαρίας ή την απόλυτον τουλάχιστον ουδετερότητα. Αλλά του να δηλώμεν ότι εν ουδεμιά περιπτώσει, ουδέ και της προϋποθέσεως ταύτης υπαρχούσης, είμεθα διατεθειμένοι να πολεμήσωμεν την Τουρκίαν, πριν ή αύτη μας επιτεθή, τούτο αντίκειται προφανώς εις τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του Έθνους.
Διότι δεν πρέπει να πλανώμεθα. Τουρκία διεξάγει προ πολλού καθ’ ημών πόλεμον ακήρυκτον». Και εξακολουθώ εκθέτων όλους τους λόγους, οι οποίοι έπρεπε να μας πείθουν ότι έχομεν εκκρεμή πόλεμον προς την Τουρκίαν, και συνεχίζω: (Αναγινώσκει). Και εφ’ όσον παρουσιάζεται η άποψις διεξαγωγής πολέμου κατά της Τουρκίας μετά πολλών και ισχυρών συμμάχων θα απορρίψωμεν την ευκαιρίαν ταύτην δια να ευρεθώμεν εις την ανάγκην να διεξαγάγωμεν τον πόλεμον τούτον μόνοι άνευ συμμάχων και άνευ φίλων;
Και κατωτέρω: «Αρνούμενοι κατ’ αρχήν και υφ’ οιασδήποτε προϋποθέσεις την σύμπραξίν μας εις πόλεμον κατά της Τουρκίας, δεν αποφεύγομεν τον πόλεμον, αλλ’ αναβάλλομεν απλώς αυτόν. Και δεν τον αναβάλλομεν καν επί πολύ. Η Τουρκία είναι προφανές ότι δεν θα θελήση ν’ αποστρατευθή πριν λύση και τους μεθ’ ημών λογαριασμούς της».
Και περαιτέρω εξηγώ τι θα συνέβαινε: «Ποία προτιμητέα οδός είναι απολύτως προφανές. Αλλ’ εκείνο όπερ νομίζω συγχύζει τα πράγματα και γεννά εν τω πνεύματι της Υμ. Μεγαλειότητος και του κ. Στρέιτ τάσεις αντιθέτους προς τας υπ’ εμού υποστηριζομένας είναι η επιθυμία του να μη δυσαρεστήσωμεν την Γερμανίαν, αναλαμβάνοντες πόλεμον κατά της Τουρκίας εν συμπράξει μετά εχθρικών προς αυτήν Δυνάμεων».
Αυτό ήτο. Το πράγμα το ησθανόμην, καίτοι δεν είχα ακόμη εις χείρας μου τας αποδείξεις. Αν βεβαίως ήτο εις γνώσιν μου τότε το τηλεγράφημα, το σταλέν προς τον Γερμανόν Αυτοκράτορα υπό του Βασιλέως δια του Υπουργείου των Εξωτερικών, φυσικά θα ήξευρα ότι ελέγετο δι’ αυτού καθαρά, ότι εν ουδεμία περιπτώσει θα έκαμνε πόλεμον ο τότε Βασιλεύς κατά των Συμμάχων του Αυτοκράτορος, εκτός αν του επιτεθούν αυτοί. Αλλ’ ενώ του τηλεγραφήματος του Αυτοκράτορος της Γερμανίας είχα λάβει γνώσιν, και μετ’ εμού συνεφωνήθη ποία έπρεπε να δοθή απάντησις, και η απάντησις αύτη θα ήτο ότι θα εμένομεν ουδέτεροι, θα ελέγομεν μάλιστα «επί του παρόντος», διότι δεν ήτο δυνατόν να αναλάβωμεν υποχρέωσιν και δια το μέλλον, το τηλεγράφημα εν τούτοις διετυπώθη υπό του τότε υπουργού των Εξωτερικών, και απεστάλη χωρίς να λάβω γνώσιν αυτού, διότι, εννοείτε, ποία θα ήτο η τύχη του τηλεγραφήματος αυτού αν επερνούσε από τα χέρια μου κατά την εποχήν εκείνην.
Ως είπεν ο κ. Ρέπουλης, η ενέργεια του τότε υπουργού των Εξωτερικών ήτο καθαρά κατάχρησις της προς αυτόν εμπιστοσύνης μου. Αλλ’ η κατάχρησις αύτη δεν ήτο ούτε η πρώτη ούτε η μόνη. Αλλά εκ της αυτής επιστολής προς τον Βασιλέα μανθάνετε μίαν άλλην πληροφορίαν, ότι ο τότε Πρεσβευτής της Γερμανίας εν Αθήναις δεν απέκρυπτε προς ημάς ότι (αναγινώσκει) η Γερμανία, εν αρμονία σήμερον προς τας σκέψεις της Αυστρίας, προτίθεται, αν η επικράτησις αυτής εν τω πολέμω είναι πλήρης, να δημιουργήση μεγάλην Βουλγαρίαν εκτεινομένην μέχρι της Αδριατικής, ίνα χρησιμοποιήση αυτήν κατά του Σλαυϊσμού, μετά την πρόσφατον Γερμανικήν ανακάλυψιν ότι οι Βούλγαροι δεν είναι Σλαύοι αλλά Τάρταροι».
Και προσέθετον ακόμη προς τον Βασιλέα: (Αναγινώσκει). Διατί λοιπόν θα δειχθώμεν τόσον ευλαβείς προς την Δύναμιν, ήτις αποβλέπει εις την εκ παντός τρόπου ενίσχυσιν των δύο κυριωτάτων εχθρών του Ελληνισμού – Βουλγάρων και Τούρκων και διατί θ’ αδιαφορήσωμεν προς τας Δυνάμεις εκείνας, αίτινες, αφού εδημιούργησαν και εις πάσαν περίστασιν επροστάτευσαν την Ελλάδα, είναι και σήμερον διατεθειμέναι, εάν προσβληθώμεν υπό της Τουρκίας, να ευρεθούν εις το πλευρόν μας;»
Και προσέθετον εν τέλει της επιστολής, ότι υπό τοιούτους όρους αναγκάζομαι να υποβάλω την παραίτησίν μου. Εννοείται, ότι η παραίτησίς μου δεν εγένετο δεκτή, ότι το τηλεγράφημα αυτό δεν εστάλη, και ότι ο Ναύαρχος Καρ παρεπέμφθη εις το Επιτελείον δια να κανονίση τα της μελέτης και επιχειρήσεως.
Ολίγον βραδύτερον απεχώρει ο κ. Στρέιτ του Υπουργείου, όχι δια το τηλεγράφημα του τότε Βασιλέως προς τον Κάιζερ, του οποίου δεν είχα γνώσιν, ως είπον, αλλά δι’ άλλας κακοπιστίας, τας οποίας μετήλθε κατά της Κυβερνήσεως της οποίας απετέλει μέρος, εισηγούμενος και προφορικώς και δι’ υπομνημάτων, των οποίων δεν είχα γνώσιν, προς τον Βασιλέα γνώμας πολιτικής αντιθέτου της Κυβερνήσεως, της οποίας είχε την τιμήν να είναι μέλος.
Γ. ΠΩΠ. Πως δεν τον εβγάλατε και από τον θρόνον εγγύς:
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αυτό το δικαίωμα θα μας το δώση μόνον το νέον Σύνταγμα. Ούτε ήτο δυνατόν να διατυπώσω εγώ τότε τοιαύτην αξίωσιν προς τον τότε Βασιλέα Κωνσταντίνον, μετά τους δύο πολέμους.
(Γ. ΠΩΠ. Δι’ αυτό και εγώ σπεύδω να κάμω το νέον Σύνταγμα).
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αυτά, Κύριοι, ήσαν τα αποτελέσματα της πολιτικής μου, δια της οποίας, άμα τη ενάρξει σχεδόν του πολέμου, σαφώς έτασσον την Ελλάδα προς το μέρος των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως υπό ωρισμένας προϋποθέσεις.
Αλλά δεν ήσαν ταύτα μόνον, Κύριοι. Βραδύτερον ολίγον είχα κατορθώσει να εκμαιεύσω την αναγνώρισιν των δικαιωμάτων του Ελληνισμού επί της Δυτικής Μικράς Ασίας. Και δεν θα είπω, Κύριοι, υπερβολήν, εάν σας βεβαιώσω ότι η ημέρα καθ’ ην έλαβα την ανακοίνωσιν του Σερ Έδουαρδ Γκρέυ, ομιλούντος περί εδαφικών παραχωρήσεων σπουδαιοτάτων εις τας ακτάς της Μικράς Ασίας, η ημέρα εκείνη ήτο δι’ εμέ ημέρα χαράς ουχί μικροτέρα της ημέρας της υπογραφής της Συνθήκης του Βουκουρεστίου.
Διότι, αν την Συνθήκην αυτήν προεξώφλουν αι διαπραγματεύσεις, το τελευταίον τούτο επήρχετο την στιγμήν εκείνην όλως απροσδοκήτως και δι’ εμέ ακόμη. Και όσοι εγνώριζον ποία ήτο η Ελλάς, όχι στρατιωτικώς μόνον, αλλά ποία ήτο κυρίως ψυχικώς εν τη αντιλήψει αυτών των Κυβερνητών της, όταν προ 3-4 μόλις ετών είχον έλθη εδώ ίνα αναλάβω την Κυβέρνησιν της Χώρας, όσοι εγνώριζον ταύτα, έβλεπον ποίον ήτο το καταπληκτικόν άλμα το οποίον είχε συντελεσθή εις το βραχύ αυτό διάστημα του χρόνου, ώστε να φθάση η μικρά ακόμη Ελλάς, η τόσον περιφρονημένη προ μικρού ακόμη Ελλάς, να καταλάβη θέσιν Δυνάμεως ισοτίμου προς τας Μεγάλας Δυνάμεις εν τη ρυθμίσει της τύχης της Τουρκίας, η οποία απετέλεσε το μήλον της έριδος επί αιώνας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. (Χειροκροτήματα και ζητωκραυγαί).
Αλλ’ όταν, Κύριοι, έλαβα τας υποσχέσεις εκείνας περί των Μικρασιατικών ανταλλαγμάτων, και όταν τοιαύτη υπήρξεν η αντίληψίς μου περί της αξίας αυτών, τι βλέπετε εκ της όλης ιστορίας της εποχής αυτής; Μήπως είδετε τον πολεμοχαρή και τον φαντασιόπληκτον Βενιζέλον αναλαμβάνοντα την πανοπλίαν του Άρεως, εξερχόμενον εις πόλεμον, δια να κατακτήση τους λειμώνας αυτούς, τους οποίους του έδειξεν ο Σερ Εδουαρδ Γκρέυ; Όχι.
Βλέπετε μετά πόσης περισκέψεως κρίνονται τα πράγματα. Επιδιώκεται όπως πλασθώσιν οι όροι της εκτελέσεως των υπισχνουμένων παραχωρήσεων.
Επιδιώκεται η σύμπραξις της Ρουμανίας και, ταύτης μη επιτυγχανομένης, επιδιώκεται η σύμπραξις της Βουλγαρίας, και επειδή αύτη δεν ήτο δυνατόν να γίνη άνευ παραχωρήσεων, φθάνει ο πολιτικός της εποχής εκείνης ν’ αντιμετωπίση και την σκληράν ακόμη θυσίαν μέρους του εδάφους, δια να επιτύχη ανταλλάγματα, τα οποία ήσαν τόσον κολοσσιαίως ανώτερα από τας θυσίας αι οποίαι επεβάλλοντο. Αλλ’ ούτε διαπραγματεύσεις καν έγιναν δια την μελετηθείσαν εκείνην παραχώρησιν, διότι, όπως άλλοτε εξήγησα, η αναγγελία της συνάψεως δανείου της Βουλγαρίας εκ 500 εκατομμυρίων εις τας αγοράς Βερολίνου και Βιέννης εφώτισεν ημάς ότι η Βουλγαρία ήτο οριστικώς πλέον προσανατολισμένη προς το μέρος εκείνο.
Επιχείρησις των Δαρδανελλίων.
Ενεμείναμεν λοιπόν και πάλιν εις την αρχικήν πολιτικήν, την πολιτικήν της ουδετερότητος, την πολιτικήν όμως της υποσχέσεως ότι, εάν ποτέ αι Δυνάμεις θα μας ενόμιζον χρησίμους εις πόλεμον κατά της Τουρκίας, υπό τας προϋποθέσεις πάντοτε τας οποίας είχομεν θέση, ότι ημείς θα ήμεθα εις την διάθεσίν των. Και έρχεται τότε η αναγγελία της επιχειρήσεως κατά των Δαρδανελλίων. Όχι της κυρίας επιχειρήσεως, ήτις, ως ανέφερεν ο αξιότιμος εξ Αττικής βουλευτής, έγεινε την 5ην Μαρτίου, αλλά της προκαταρκτικής προσβολής κατά των εξωτερικών φρουρίων των Δαρδανελλίων. Ευθύς, Κύριοι, άμα τω ακούσματι ότι επιχειρείται η επίθεσις αύτη, ευθύς κατέληξα εις την σταθεράν πεποίθησιν ότι ενώπιον ημών παρουσιάζετο μία ευκαιρία δια να επιδιώξωμεν τας υπεσχημένας σπουδαιοτάτας εδαφικάς παραχωρήσεις εν Μικρά Ασία, άνευ όμως των κινδύνων εκείνων, υπό τους οποίους μας εδίδοντο αρχικώς αι παραχωρήσεις αύται, δηλ. της προελάσεως του στρατού μας μέχρι του Δουνάβεως προς βοήθειαν της Σερβίας. Ενόησα ότι η επιχείρησις των Δαρδανελλίων είχεν ανάγκην αποβατικού στρατού, εφαίνετο δε ότι ο αποβατικός στρατός δεν ήτο πρόχειρος εις την διάθεσιν του ενεργούντος στόλου. Τον αποβατικόν όθεν τούτον στρατόν επρότεινα εις το Στέμμα τότε να παράσχη η Ελλάς. Και εζήτησα όπως επιστρατεύσωμεν εν σώμα στρατού και αποστείλωμεν αυτό εις Δαρδανέλλια και μετάσχωμεν του πολέμου προς την Τουρκίαν δια της επιχειρήσεως αυτής των Δαρδανελλίων, των περαιτέρω ανηκόντων εις τας Δυνάμεις, το οποίον δεν απέκλειε και περαιτέρω συμμετοχήν ημών εις τον πόλεμον, εάν η επιχείρησις αυτή παρέσυρε την Βουλγαρίαν προς το μέρος της Συνεννοήσεως. Διότι παρ’ όλον το δάνειον των 500 εκατομμυρίων, το συνομολογηθέν εν Βερολίνω και Βιέννη, η Βουλγαρία ήτο ικανή να καταπροδώση τους τότε φίλους της, και στραφή με το μέρος εκείνων, οι οποίοι θα τη υπέσχοντο μεγαλύτερα ωφελήματα.
Κατά της επιχειρήσεως ταύτης, κατά της πολιτικής ταύτης ενεφανίσθη πολέμιον το Επιτελείον. Το Επιτελείον, το οποίον εξυπηρέτει, ως απεδείχθη εξ όλης της περαιτέρω πορείας των πραγμάτων, Γερμανικήν καθαρώς πολιτικήν, το Επιτελείον, το οποίον ευρίσκετο εκεί δια να ματαιώνη κάθε προσπάθειαν οιασδήποτε Κυβερνήσεως δια της οποίας θα ηδύνατο η Ελλάς να ευρεθή αντιμέτωπος προς την Γερμανίαν, το Επιτελείον αντετάχθη κατά της επιχειρήσεως αυτής, και αντετάχθη όχι μόνον δια στρατιωτικούς λόγους, αλλά και δια λόγους καθαρώς πολιτικούς, λέγον, όπως είπεν ο αξιότιμος συνάδελφός μου χθες, τι μας ελκύει προς την Μικράν Ασίαν, το κοινόν κυνί και βαλανείω, τι έχομεν να κάμωμεν εκεί; Μέχρις αυτού του σημείου έφθασεν η Γερμανική πολιτική του Επιτελείου, ώστε να αρνήται ολόκληρον την υπόστασιν ημών την Εθνικήν. Ο τελευταίος, βέβαια, ο οποίος δεν παρεγνώριζε τας δυσχερείας, τας οποίας θα αντιμετωπίζομεν δια του νέου αυτού διπλασιασμού της Ελλάδος, θα ήμην εγώ, αλλ’ ο πόλεμος ο Βαλκανικός είχεν αποδείξει ότι το Έθνος ενέκλειε μεγάλην ζωτικότητα και εάν νέα εγένετο επίκλησις προς όλα τα τέκνα της Ελλάδος, δεν είχα ουδεμίαν αμφιβολίαν ότι θα κατωρθώναμεν να διοργανώσωμεν και τας χώρας αυτάς και να δημιουργήσωμεν κατά μικρόν, σύμφωνα με τας αντιλήψεις τας οποίας είχομεν μετά το 1909, ένα μέγα και πλούσιον και αληθώς νεωτεριστικόν Κράτος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα και ζητωκραυγαί).
Αλλά μοι αντέταξαν και άλλο: Τι θέλεις να υπάγωμεν εκεί εις την Μικράν Ασίαν να διπλασιάσωμεν την Ελλάδα, όταν, μεταβαίνοντες εκεί, θα έχωμεν δίπλα μας τόσας μεγάλας Δυνάμεις, θα έχωμεν τους Ρώσσους, οι οποίοι θα έφθανον δια της νοτίου πλευράς του Ευξείνου εις Κωνσταντινούπολιν, θα έχωμεν από τον νότον την Ιταλίαν και δεν ηξεύρω ποίον άλλον, κατά των οποίων δεν θα ήτο δυνατή η άμυνά μας, ωσάν η συνύπαρξις των μικρών μετά των μεγάλων κρατών να μη ασφαλίζεται δια της ισορροπίας των Ευρωπαϊκών συνδυασμών.
Ολεθρία δράσις του Επιτελείου.
Κατά την στιγμήν αυτήν, Κύριοι, αισθάνομαι το καθήκον να κάμω μίαν άλλην αποκάλυψιν, η οποία είναι υπέρ του εκπτώτου Βασιλέως, εν μέτρω τινί βεβαίως. Το Επιτελείον ήτο εναντίον προς την επιχείρησιν, ο Βασιλεύς ήτο εναντίος προς την επιχείρησιν. Εζήτησα τότε να ίδω τον Βασιλέα και πάλιν δια να ομιλήσω επί του ζητήματος, και εκόμιζον προς αυτόν το τρίτον υπόμνημα της εποχής εκείνης, το μηδέποτε δημοσιευθέν, μήτε δυνάμενον δυστυχώς ακόμη να δημοσιευθή. Εκόμιζον το τρίτον υπόμνημα και τον παρεκάλεσα να μοι επιτρέψη να του το αναγνώσω, διότι ευρίσκετο εκεί εκτεθειμένη εν ακριβεία και σειρά όλη η επιχειρηματολογία, η οποία επέβαλλε, κατά την εμήν αντίληψιν, την συμμετοχήν εις την επιχείρησιν. Ανέγνωσε το υπόμνημα. Είδα ότι ο Βασιλεύς ήτο τεταραγμένος. Διότι πρέπει να του κάμω αυτήν την δικαιοσύνην, να είπω ότι σπανιώτατα δεν επείθετο μέχρι τέλους, οσάκις ευρίσκετο απέναντί μου. Ήτο τόση η συγκίνησις με την οποίαν ωμίλησα προς τον Βασιλέα, ήσαν τόσα τα επιχειρήματα τα οποία εν τω υπομνήματι εκείνω εξετίθεντο, ώστε ο Βασιλεύς, ο οποίος προδήλως, ως φαίνεται εκ των υστέρων και αποδεικνύεται εξ όλης της αλληλουχίας των γεγονότων, από της πρώτης στιγμής είχεν υποσχεθή εις τον Αυτοκράτορα της Γερμανίας ότι δεν θα ευρεθή προς αυτόν αντιμέτωπος, εκτός αν απ’ ευθείας εν των Βαλκανικών Κρατών προσέβαλλεν αυτόν, ο Βασιλεύς μοι είπεν εν πολλή συγκινήσει, ενθυμούμαι ακριβώς: «Καλά λοιπόν, εις το όνομα του Θεού». Δηλαδή ενέκρινεν.
Αλλ’ εξερχόμενος του Βασιλικού θαλάμου φθάνω εις το Υπασπιστήριον και ευρίσκω ενώπιόν μου τον κ. Ιωάν. Μεταξάν, τότε αρχηγεύοντα του Επιτελείου, όστις μοι δίδει φάκελλον και μοι λέγει: «Κε Πρόεδρε, αυτή είναι η παραίτησίς μου, δεν δύναμαι εγώ να μένω αρχηγός του Επιτελείου, εφ’ όσον αποφασίζεται πολιτική την οποίαν εγώ δεν εγκρίνω». Η εκ της ανακοινώσεως εντύπωσίς μου υπήρξε συγκλονιστική, όχι τόσον δια την εκτίμησιν την οποίαν είχα εις την στρατιωτικήν μόρφωσιν του κ. Μεταξά, αλλά διότι ήρχισα ν’ αντιλαμβάνωμαι ότι αι πολιτικαί αντιλήψεις επηρέαζον τας στρατιωτικάς αντιλήψεις, διότι εφοβούμην ότι το αντιπειθαρχικόν κίνημα του Επιτελάρχου, όστις πολλά σπουδάσας εν Γερμανία δεν έμαθεν ότι η πρώτη αρετή του στρατού είναι η πειθαρχία, ηδύνατο να φέρη κλονισμόν εις την κοινήν γνώμην δια την περαιτέρω διαχείρισιν των Εθνικών πραγμάτων. Ότε δε κατήλθον κάτω και έμαθον ότι αι εφημερίδες είχον δημοσιεύσει ήδη την παραίτησιν, τότε ενόησα ενώπιον ποίας καταστάσεως ευρισκόμην. Ο Επιτελάρχης κατεπάτει πάντα κανόνα πειθαρχικόν, διότι το Επιτελείον δεν είναι υπεύθυνον δια τας πολιτικάς αντιλήψεις της Κυβερνήσεως. Μόνον δια τας στρατιωτικάς εκτελέσεις ευθύνεται. Αλλά τον πόλεμον τον αποφασίζουν οι πολιτικοί άνδρες, όχι το Επιτελείον. Αλλ’ η παραγνώρισις του καθήκοντος του Επιτελάρχου εδημιούργει κίνδυνον, διότι τούτο εγίνετο γνωστόν εις την Σόφιαν, η οποία θα εγνώριζεν ούτω ότι το Επιτελείον εθεώρει τόσον κινδυνώδη την θέσιν της Ελλάδος αν απέστελλεν εν σώμα στρατού εις Καλλίπολιν, ώστε ο αρχηγός αυτού να φθάση μέχρι της αντιπειθαρχικής αυτής παραιτήσεως.
Το συμβούλιον του Στέμματος.
Απηύθυνα τότε αμέσως προς τον Βασιλέα επιστολήν, εις την οποίαν έλεγον: «Μεγαλειότατε, ο κ. Μεταξάς μοι επέδωκε την παραίτησιν αυτού· θα σας παρακαλέσω να δεχθήτε να συγκληθή αύριον συμβούλιον των πρώην πρωθυπουργών υπό την προεδρείαν σας δια ν’ ακουσθή όλων τούτων η γνώμη περί του ζητήματος». Εκάλεσα το συμβούλιον του Στέμματος όπως ακουσθούν όλαι αι γνώμαι. Ο κ. Ράλλης και ο κ. Δραγούμης εκηρύχθησαν υπέρ της γνώμης μου. Ο Θεοτόκης είπε να κληθή ο Επιτελάρχης ο παλαιός δια να ακουσθή η γνώμη αυτού επί του ζητήματος, και ούτω απεφασίσθη να συγκροτηθή και δεύτερον συμβούλιον του Στέμματος. Εσκέφθην τότε, Κύριοι, όπως επιτύχω την εφαρμογήν της πολιτικής μου αφαιρών από τους αντιτασσομένους κατ’ αυτής κάθε έδαφος, αφαιρών κάθε πρόφασιν και κάθε αντίρρησιν, εσκέφθην να υποβιβάσω την δύναμιν, της οποίας την διάθεσιν εζήτουν, και να είπω: Κύριοι, φωνάζετε ότι, εάν στείλω εν σώμα Στρατού, τα τέσσαρα τα οποία υπολείπονται δεν θα είναι αρκετά να αντιμετωπίσωσι τον Βουλγαρικόν κίνδυνον· δεν ζητώ παρά μίαν μεραρχίαν. Είχα δ’ επιτύχει από του Επιτελάρχου να γνωμοδοτήση δι’ εκθέσεώς του ότι η μία αυτή μεραρχία ηδύνατο ν’ αντικατασταθή δια της συγκροτήσεως μιας εφεδρικής μεραρχίας, ούτως ώστε θα έμενε διαθέσιμος κατά ενδεχομένης επιθέσεως εκ Βουλγαρίας ολόκληρος η αρχική δύναμις των 15 μεραρχιών, με μόνην διαφοράν ότι η μία εξ αυτών θα ήτο αντί ενεργού εφεδρική.
Και λέγω λοιπόν εις το Συμβούλιον το δεύτερον του Στέμματος: Κύριοι, ιδού πού περιορίζω την πρότασίν μου. Ζητώ μόνον μίαν μεραρχίαν δια να μετάσχη η Ελλάς της επιχειρήσεως αυτής. Και όλοι αποφαίνονται ότι ο Βασιλεύς οφείλει να δεχθή την πρότασιν της Κυβερνήσεώς μου.
Ο Θεοτόκης λέγει: Κύριοι, γνωρίζετε τας ιδικάς μου ιδέας, αλλ’ οφείλω να ομολογήσω ότι οι ιδέαι μου όχι μόνον δύνανται να θεωρηθώσιν ως απηρχαιωμέναι, αλλά και δεν τας ασπάζεται ο Ελληνικός λαός, και επομένως η Μεγαλειότης του δεν δύναται να στηρίζεται εις το ότι, εάν θέλη να ακολουθήση άλλην πολιτικήν, δύναται να εύρη εμέ διατεθειμένον να αναλάβω την εφαρμογήν της. Εννοείτε ότι μετά την δήλωσιν του Θεοτόκη όλοι απήλθομεν του Συμβουλίου πεπεισμένοι ότι το ζήτημα ετελείωσεν, ότι θα εξηρχόμεθα και θα μετείχομεν της επιχειρήσεως δια της μιας τουλάχιστον μεραρχίας.
Ο αξιότιμος εξ Αττικής βουλευτής, όστις είπε τότε «Μεγαλειότατε, τολμήσατε, τολμήσατε», εις εμέ, τον οποίον εις το πρώτον Συμβούλιον είδε μετά τινος ενδοιασμού επιζητούντα και τας γνώμας των άλλων. «Κύριε Πρωθυπουργέ, είπε, έχετε καθήκον να προχωρήσητε», εξηγών την υστέραν παλινωδίαν του λέγει ότι δεν ήξευρε τότε ότι θα βυθισθώσι κάμποσα καράβια και δεν ήξευρεν ότι η Ρωσσία δεν ήθελε να μετάσχωμεν της επιχειρήσεως και ότι η Γαλλία ήθελε να κηρύξωμεν τον πόλεμον κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.
Δυστυχώς είναι αληθές ότι την συμμετοχήν μας εις την επιχείρησιν των Δαρδανελλίων η εν Ρωσσία κοινή γνώμη, η οποία επηρεάζει και την Ρωσσικήν Κυβέρνησιν, δεν την έβλεπε μετά όμματος ευμενούς, ουδέποτε όμως εδήλωσεν ότι δεν είμεθα δεκτοί εις το να μετάσχωμεν εις την επιχείρησιν· τουναντίον υπάρχει τηλεγράφημα του κ. Ρωμάνου δύο ή τρεις ημέρας μετά την παραίτησίν μου, αναγγέλλον ότι η Γαλλία επέτυχε την συγκατάθεσιν της Ρωσσίας εις την συμμετοχήν της Ελλάδος εις την επιχείρησιν των Δαρδανελλίων, χωρίς ουδένα όρον, χωρίς δηλαδή τον όρον του να κηρύξωμεν τον πόλεμον κατά της Γερμανίας. Όλα αυτά είναι ακριβή. Εάν ασχοληθώ περί την ψυχολογίαν του αξιοτίμου εξ Αττικής βουλευτού βραδύτερον, ίσως είπω τι είχε μέσα του και διατί ήλλαξε γνώμην.
Κύριοι, εκείνοι οι οποίοι διεδέχθησαν ημάς τότε, εκείνοι οι οποίοι ανέλαβον να εφαρμόσωσιν αντίθετον πολιτικήν προς εκείνην την οποίαν είχον εισηγηθή, εκείνοι οι οποίοι περιεστοίχισαν έκτοτε το Στέμμα, βαίνον προς την κατάλυσιν σαφώς του πολιτεύματος και την εγκαθίδρυσιν του δεσποτισμού, εκείνοι οι οποίοι εγένοντο υπαίτιοι όλων των συμφορών, αίτινες έκτοτε επήλθον ή επεκρεμάσθησαν κατά της Ελλάδος, εκείνοι ηξίωσαν υπέρ εαυτών τον τίτλον του «Σωτήρος», διότι, απομακρυνθέντος του κόμματος των Φιλελευθέρων της αρχής κατά τον Φεβρουάριον του 1915, έσωσαν την Ελλάδα από καταστροφής.
Αι επίσημοι εκθέσεις περί της επιχειρήσεως των Δαρδανελλίων
Αλλ’ έκτοτε εγένετο εις Βουλήν άλλην, την Αγγλικήν, συζήτησις περί της επιχειρήσεως των Δαρδανελλίων, συνεστήθη ανακριτική επιτροπή, κύρους οποίον έχουν οι Αγγλικαί ανακριτικαί επιτροπαί, η οποία εζήτησε τας αιτίας της αποτυχίας της επιχειρήσεως των Δαρδανελλίων και έφερε το πόρισμα αυτής, ιδίως του πρώτου μέρους μέχρι του Μαΐου, εις την Βουλήν. Ο μελετών τα πορίσματα της εκθέσεως ταύτης της επιτροπής μανθάνει ότι, εάν η Ελλάς ηκολούθει, εάν ο έκπτωτος βασιλεύς ηκολούθει την πολιτικήν ην είχε καθήκον να ακολουθήση, όχι απλώς διότι την ενεδείκνυεν η Κυβέρνησις της πλειοψηφίας της Χώρας, αλλά και οι άλλοι πολιτικοί άνδρες της Ελλάδος, ώστε να μην είναι δυνατόν καλοπίστως να ισχυρισθή ότι ενεδοίαζε προ του δημοσίου φρονήματος της Χώρας, εάν ηκολούθει την πολιτικήν αυτήν και δεν εγίνετο όργανον της Γερμανικής πολιτικής ο Μεταξάς, ίνα υποβάλη την παραίτησίν του και δημιουργήση τους στιγμιαίους εκείνους ενδοιασμούς, και αν εχρησιμοποιείτο δια την επιχείρησιν εν σώμα στρατού, ή και μεραρχία ακόμη, επί τέλους, η κατάληψις της Καλλιπόλεως θα ήτο το ευκολώτερον στρατιωτικόν κατόρθωμα, θα ευρισκόμεθα δε μετά πέντε ημέρας από του Διατάγματος της επιστρατεύσεως με επιστρατευμένον το σώμα στρατού, του οποίου εζήτουν την επιστράτευσιν, και μετά άλλας εννέα ημέρας, με το πλήθος των μέσων τα οποία διεθέτομεν ημείς και οι Σύμμαχοι, με το σώμα αυτό του στρατού, είτε και την μεραρχίαν, επί της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, ευρισκομένης αφυλάκτου, αφρουρήτου, ανοχυρώτου. (Αίσθησις).
Αυτά αποδεικνύουν αι εκθέσεις, αι οποίαι κατετέθησαν εις άλλην Βουλήν, επαναλαμβάνω, μετά του κύρους εκείνου, μετά του οποίου τοιαύτα ζητήματα διεξάγονται εις την Αγγλικήν Βουλήν. Και οι αξιώσαντες υπέρ εαυτών τον τίτλον των «Σωτήρων» είναι οι άνθρωποι εκείνοι, οι οποίοι ενεταφίασαν την στιγμήν εκείνην και τας μεγάλας ελπίδας του Έθνους και την επέκτασιν αυτού προς ανατολάς. (Χειροκροτήματα).
Εάν, Κύριοι, εις την πολιτικήν, την οποίαν εισηγήθην, δεν αντετάσσετο η υπόκωφος και η φανερά αντίδρασις, η οποία αντετάχθη, εις την χερσόνησον της Καλλιπόλεως θα ευρίσκετο ο Ελληνικός στρατός περί το τέλος του Φεβρουαρίου 1915 κατά την ιδικήν μας χρονολογίαν, και αποδεικνύεται εκ της εκθέσεως της Αγγλικής, ότι ένα μήνα ολόκληρον βραδύτερον εγένετο η οχύρωσις της Καλλιπόλεως.
Εκείνο το οποίον δεν κατωρθώθη ύστερον με 100.000 και 200.000 στρατού απέναντι οχυρώσεως γενομένης υπό της Γερμανικής στρατιωτικής τέχνης, τούτο όχι κατορθωτόν απλώς ήτο, αλλά παιγνίδι δια τον Ελληνικόν στρατόν κατά τας πρώτας ημέρας, οπότε οξέως διέγνωσα τα πράγματα και συνεβούλευσα την επιχείρησιν εκείνην και ότε η χερσόνησος της Καλλιπόλεως και ανοχύρωτος ήτο και σχεδόν αφρούρητος.
Οι Τούρκοι εγκατέλειπον την Κωνσταντινούπολιν.
Εάν η επιχείρησις εκείνη δεν εματαιούτο, θα ευρισκόμεθα εις την χερσόνησον της Καλλιπόλεως περί τα τέλη Φεβρουαρίου ή αρχάς Μαρτίου. Αλλά προ της παρελεύσεως 10, 15 ημερών μέρος του στρατού της Καλλιπόλεως, εάν μετέβαινεν ιδίως σώμα Στρατού, θα ευρίσκετο εις Κωνσταντινούπολιν, εγκαταλελειμμένην παρά των Τούρκων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
Κύριοι, γνωρίζετε ποίαν σημασίαν έχει εις τους πολέμους ο αιφνιδιασμός. Εάν ο πρώην Βασιλεύς δεν εδείκνυεν απροθυμίαν, όπως μελετηθή η επιχείρησις των Δαρδανελλίων ήδη από του Αυγούστου, εάν ο βασιλεύς και το Επιτελείόν του δεν παρείχον αφορμάς εις τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως να έχωσιν υπόπτως προς αυτούς από της εποχής εκείνης, διότι άλλως τε ήτο πάνδημον μυστικόν ότι οι στρατιωτικοί ακόλουθοι της Γερμανίας και της Βουλγαρίας από της αρχής του πολέμου «εποιούντο τας διατριβάς», ίνα το είπω εις την καθαρεύουσαν, εις το Επιτελείον, πράγμα όπερ εξένιζε τους άλλους, και εάν δεν επήρχοντο οι λόγοι του Βασιλέως προς τον Καρ, οίτινες ηύξησαν την δυσπιστίαν, ου ένεκα, ενώ κατ’ Αύγουστον μας εζήτουν να μελετήσωμεν από κοινού την επιχείρησιν των Δαρδανελλίων, τον Φεβρουάριον και τον Μάρτιον την επεχείρουν χωρίς ν’ απευθυνθούν προς ημάς δια να μας ζητήσουν τα αναγκαία δια την απόβασιν στρατεύματα, και τούτο προδήλως διότι δεν μας είχον εμπιστοσύνην μήπως το Επιτελείόν μας προαναγγείλη εις τους εχθρούς την επιχείρησιν· εάν λοιπόν όλα ταύτα δεν ενεφιλοχώρουν και εάν από της αρχής η εγκαινιασθείσα πολιτική του κόμματος των Φιλελευθέρων εφηρμόζετο ειλικρινώς υπό όλων των παραγόντων, ποίον θα ήτο το αποτέλεσμα: Ότι η επιχείρησις των Δαρδανελλίων θα εμελετάτο εν πλήρει μυστικότητι και ότι, προτού γίνη και η πρώτη επίθεσις εκεί κατά των εξωτερικών φρουρίων των Δαρδανελλίων, αιφνιδίως μίαν χαραυγήν θα ευρίσκετο ο Ελληνικός στρατός αποβιβαζόμενος εις Καλλίπολιν, όπου θα εύρισκεν εις όλην την έκτασιν της χερσονήσου δύναμιν 6000 μόνον Τουρκικού στρατού, όχι συγκεντρωμένου, αλλά εις τα διάφορα φρούρια κατανεμημένου!
Εννοείτε δε την εντύπωσιν η οποία θα παρήγετο εις Κωνσταντινούπολιν. Δεν θέλω να είπω ότι από στρατιωτικής απόψεως δεν ηδύνατο να πέση η Καλλίπολις και η Κωνσταντινούπολις να κρατηθή υπό της Τουρκίας. Αλλ’ είμαι βέβαιος ότι η κατάληψις της Καλλιπόλεως θα έφερε την εκκένωσιν της Κωνσταντινουπόλεως και την υπογραφήν της ειρήνης μετά της Τουρκίας την εποχήν εκείνην, εάν ήτο δυνατή η υπογραφή ειρήνης.
Διότι, Κύριοι, δεν έχω ανάγκην παρά να σας ανακοινώσω ολίγα τηλεγραφήματα της εποχής εκείνης, σύγχρονα ακριβώς με την πρώτην επίθεσιν κατά των εξωτερικών φρουρίων των Δαρδανελλίων, και τας ειδήσεις, αι οποίαι εστέλλοντο εις την Κωνσταντινούπολιν ότι η Ελλάς σκέπτεται να μετάσχη και ν’ αποστείλη στρατόν.
(Αναγινώσκει). Αριθ. 1726
(Εμπιστευτικόν )
Εν Πέρα, τη 14 Φεβρουαρίου 1915.
Υπουργείον Εξωτερικών.
Τουρκικαί και Γερμανικαί Τράπεζαι ειδοποιήθησαν μεταφέρωσι χρυσόν εις Ικόνιον. Μεταφορά ήρξατο ήδη. Μεταφέρουσιν ωσαύτως αρχεία.
(Υπ.) ΤΣΑΜΑΔΟΣ
Υπουργείον Εξωτερικών.
Ελήφθη η απόφασις να εγκαταλειφθή η Κωνσταντινούπολις· η ημέρα αναχωρήσεως δεν ωρίσθη. Ο πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών μοι ανεκοίνωσεν ότι θα παραμείνη ενταύθα και ότι ο πρεσβευτής της Αυστροουγγαρίας και ο πρεσβευτής της Γερμανίας δεν θα εγκαταλείψωσι την Κωνσταντινούπολιν, ειμή μετά των Τουρκικών στρατευμάτων. Με πληροφορούσιν ότι ο Σύνδεσμος «Ένωσις - Πρόοδος» εν σημερινή συνεδρία απεφάσισεν αντίστασιν μέχρις εσχάτων. Αυτοκρατορικός Ιραδές αναβάλλει την Βουλήν μέχρι της 15 Σεπτεμβρίου.
(Υπ.) ΤΣΑΜΑΔΟΣ
Πληροφορούμαι ότι ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής Αυστρίας ετηλεγράφησε προς τον ενταύθα Πρόξενον Αυστρίας ίνα μεριμνήση όσον τάχιστα περί εξευρέσεως οικίας εν Φιλιππουπόλει χάριν της οσονούπω αφικνουμένης οικογενείας του. Ανεκοινώθη εις Πρεσβείαν Σόφιας.
(Μετάφρασις)
( Υπ.) ΜΠΑΡΑΚΛΗΣ
Ο επιτετραμμένος της Βουλγαρίας εν Κωνσταντινουπόλει ζητήσας παρά της Κυβερνήσεώς του οδηγίαν εάν έδει εν ενδεχομένη περιπτώσει να ακολουθήση την Οθωμανικήν Κυβέρνησιν εις Ικόνιον, προσεκλήθη όπως έλθη ενταύθα και παράσχη προφορικώς πληροφορίας επί της καταστάσεως. Ο υπουργός των Οικονομικών της Βουλγαρίας διέψευσε την ύπαρξιν υπουργικής κρίσεως.
(Υπ.) ΝΑΟΥΜ
Εις Βουλευτής. Μόνου;
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ίσως μετ’ αγημάτων Αγγλογαλλικών.... όχι δια να διεκδικήση πολιτικά και εδαφικά δικαιώματα επί της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά δια να είναι βέβαιος ότι θα ησφάλιζε την λύσιν εκείνην του ζητήματος της Κωνσταντινουπόλεως και των Στενών, η οποία ήτο ανέκαθεν η αρίστη των λύσεων όχι μόνον από καθαράς διεθνούς απόψεως, αλλά και από Ελληνικής απόψεως, της διεθνοποιήσεως των Στενών, η οποία λύσις ίσως είναι εκείνη εις την οποίαν φθάνει σήμερον και το μέγα Ρωσσικόν Έθνος μετά την εκδημοκράτησιν αυτού. (Χειροκροτήματα). Επειδή γίνεται λόγος εν τω τηλεγραφήματι του κ. Φράντζη περί ενδεχομένης συνάψεως ειρήνης εκ μέρους της Τουρκίας, θα μου είπουν βεβαίως οι αντίπαλοί μου: μα λοιπόν, δεν ήτο πιθανόν, αφού θα επηγαίνατε εις την Καλλίπολιν, αφού θα επηγαίνατε εις την Κωνσταντινούπολιν, δεν ήτο πιθανόν να γίνη ειρήνη και να μην πάρης τα Μικρασιατικά ανταλλάγματα; Και αυτό ήτο πιθανόν διότι εγώ βεβαίως δεν εσκέφθην ποτέ να ζητήσω να μου υποσχεθούν και την διάλυσιν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συμμετέχων εις τον πόλεμον με μίαν μόνον μεραρχίαν. Αν δια γενικώτερα Ευρωπαϊκά συμφέροντα επεβάλλετο μία ειρήνη μετά της Τουρκίας και αν έβλεπα ότι το Έθνος ως εκ της εκ των πολέμων κοπώσεως απέστεργεν ενεργοτέραν μετοχήν εις τον πόλεμον, δεν θα εδίσταζα και αυτήν να δεχθώ. Θα μοι ήτο αρκετόν αν δια της δράσεως της Ελλάδος μετέβαινον εις Καλλίπολιν, μετέβαινον εις Κωνσταντινούπολιν, ερρύθμιζον και δια της Ελληνικής σπάθης και δια της Ελληνικής συμπράξεως, αν όχι της πρωτοβουλίας, το ζήτημα των Στενών και εκανόνιζον και την τύχην του Μικρασιατικού Ελληνισμού, χωρίς να αποκλείεται ότι ημπορούσαν και περισσότερα να γίνουν, να πάρωμεν και τας παραχωρήσεις αν ηθέλομεν να επιμείνωμεν εις περαιτέρω ενέργειαν, η οποία θα προεκάλει φυσικά και περαιτέρω θυσίας.
Ποία τ’ αποτελέσματα της δράσεως.
Τίνα αποτελέσματα, Κύριοι Βουλευταί, θα είχε τοιαύτη ενέργεια της Ελλάδος επί της περαιτέρω εκβάσεως του πολέμου δεν έχω ανάγκην να σας αναπτύξω περισσότερον. Η Τουρκία θα εξεμηδενίζετο, η Ρωσσία θα ανεφωδιάζετο δια θαλάσσης και δεν θα υφίστατο την επίθεσιν, την οποίαν υπέστη κατά το θέρος του 1915 ένεκα ελλείψεως πολεμικών εφοδίων. Η Ρωσσία ακόμη θα εξήγε τον σίτόν της εις τας Συμμάχους χώρας. Η Βουλγαρία, η οποία είχεν ήδη κανονίσει την πολιτικήν της προς την Γερμανικήν Αυτοκρατορίαν, όπως ημείς είχομεν κανονίσει προς την Συνεννόησιν, η Βουλγαρία έχουσα προς τα νώτα της τον Ελληνικόν Στρατόν και επί πλέον και Γαλλικόν και Αγγλικόν Στρατόν, εννοείτε αν θα ετόλμα να εξήρχετο εις πόλεμον. Τοιαύτη δε ενέργεια της Ελλάδος και τοιαύτη επιτυχία δεν θα εξύψου μόνον το πολιτικόν γόητρον αυτής, δεν θα παρείχεν εις ημάς κατά πάσαν πιθανότητα και τας εδαφικάς παραχωρήσεις της Μ. Ασίας, αλλά και θα συνετέλει εις εκπληκτικήν βράχυνσιν του Ευρωπαϊκού πολέμου. Εάν, Κύριοι, το πλήγμα κατεφέρετο την στιγμήν ταύτην δια της πυγμής της Ελλάδος, το πλήγμα θα ήτο τόσον δεινόν δια την Γερμανίαν, ώστε αύτη, χωρίς να ελπίζη πλέον την πραγματοποίησιν του μεγαλεπηβόλου σχεδίου του Σιδηροδρόμου Αμβούργου - Βαγδάτης, θα έχανε την Ανατολήν και δεν είχε βεβαίως να ελπίση τίποτε από την Δύσιν.
ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αυτό το έγραφε και ο Χάρδεν.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Φαντασθήτε δε ποίον κύρος και γόητρον θα είχεν η Ελλάς φθάνουσα δια δράσεώς της εις τοιαύτα εκπληκτικά κοσμοϊστορικά αποτελέσματα, της βραχύνσεως κατά έτος του πολέμου. ( Χειροκροτήματα).
Κύριοι, οι Σωτήρες της Ελλάδος, άμα η επιχείρησις απέτυχεν, είπον ότι έσωσαν την Ελλάδα, διότι απεδείχθη η επιχείρησις μη επιτυχούσα.
Η κακοπιστία των Σωτήρων.
Αλλά, Κύριοι, θα εννοήσετε πόσον καλής πίστεως αντίπαλοι είναι, όταν συζητούντες την πολιτικήν ημών την συζητούν ουχί επί τη βάσει των αποτελεσμάτων τα οποία θα έδιδεν η πολιτική εκείνη εφαρμοζομένη, αλλά επί τη βάσει των συνεπειών, αι οποίαι επήλθον διότι ακριβώς δεν εφηρμόσθη! Και μας λέγουν: βλέπετε ότι η επιχείρησις απέτυχεν. Απέτυχε βεβαίως, διότι ακριβώς η άμεσος και κεραυνοβόλος σύμπραξις της Ελλάδος άνευ αντιδράσεων επιτελικών και άλλων, αυτή ήτο η μόνη δυναμένη να φέρη την επιτυχίαν. Οι δε σωτήρες οι σημερινοί δεν διαφέρουν καθόλου από τους σωτήρας εκείνους τους άλλους, τους οποίους θα είχομεν, εάν κατά το 1912, ότε επρότεινα την συμμετοχήν ημών εις τον πόλεμον τον οποίον είχον αποφασίση τα δύο άλλα Βαλκανικά Κράτη, ο Βασιλεύς Γεώργιος, όστις ήτο εναντίον του πολέμου εκείνου, ωμοίαζεν έστω και πόρρωθεν του υιού του, και ήθελε να εφαρμόση και αυτός πολιτικήν ιδίαν και έλεγεν: Εγώ δεν θέλω πόλεμον, εγώ δεν ημπορώ να συμπράξω μετά της Σερβίας και Βουλγαρίας εις πόλεμον κατά της Τουρκίας, αφού τουλάχιστον δεν μου έχετε καθαρισμένον το ζήτημα του τι θα πάρωμεν έπειτα. Υποθέσατε ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος ωμοίαζε προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνον. Είναι δυνατόν ν’ αμφιβάλλη τις ότι η πολιτική αύτη θα εκρίνετο ως πολιτική σωφρονεστάτη και ότι η κατηγορία ότι είμαι φαντασιόπληκτος και πολεμοχαρής θα εδίδετο δικαιότατα και θα έλεγεν ο κόσμος: Βεβαίως έχει δίκαιον ο καϋμένος ο Βασιληάς, δεν εκανονίσαμεν τουλάχιστον τι θα πάρωμεν! Φαντασθήτε δε τώρα ποίαι ηδύναντο να επέλθουν συνέπειαι εκ της μη μετοχής ημών εις τον κατά της Τουρκίας πόλεμον. Συνεπεία της αδρανείας του Ελληνικού στόλου, η Τουρκία θα κατώρθωνε να μεταφέρη τον Μικρασιατικόν της στρατόν εις την Ευρωπαϊκήν Τουρκίαν και πιθανώς να καταβάλη την Σερβίαν και Βουλγαρίαν. Ποιος θα ήτο εκείνος ο οποίος θα εσυμμάζευε τους σωτήρας της εποχής εκείνης, οι οποίοι θα έλεγον: Βλέπετε, ο καϋμένος ο Βασιληάς τα έκαμε; μας εγλύτωσε! Βλέπετε αυτόν τον Βενιζέλον τον θεοπάλαβον, ο οποίος ήθελε να μετάσχη του πολέμου, δια να μας καταστρέψη, ενώ ήτο προφανές ότι η Τουρκία θα ενίκα, – διότι όλοι οι στρατιωτικοί της εποχής εκείνης έλεγον τούτο, ο δε εν Κωνσταντινουπόλει στρατιωτικός ακόλουθος της Ρωσσίας επληροφορούσε ότι η Τουρκία θα παρέτασσεν 900 χιλιάδας στρατού. Σας κάμνω αυτήν την υπόθεσιν δια να σας καταδείξω πόσον ολίγον σοβαροί είναι οι αντίπαλοί μας, οίτινες, επαναλαμβάνω, θέλουν να κρίνουν τα αποτελέσματα της μη εφαρμοσθείσης πολιτικής μας με τα αποτελέσματα τα οποία επήλθον διότι ακριβώς δεν εφηρμόσθη και διότι δεν άφησαν να εφαρμοσθή. (Χειροκροτήματα και ζητωκραυγαί).
Κύριοι! Ο Βασιλεύς ο τότε, αφού προς στιγμήν είχε παρασυρθή παρ’ εμού και μου είχε δώσει και την εξουσιοδότησιν να προβώ εις την εφαρμογήν της πολιτικής μου, συνεκρατήθη βραδύτερον. Περιεστοίχισαν αυτόν εκείνοι οι οποίοι τον περιεστοίχιζαν και έφθασε πλέον όχι μόνον κατά της γνώμης εμού να αντιταχθή, ο οποίος εξεπροσώπουν τότε την πλειοψηφίαν της Χώρας, αλλά έφθασε και να αντιταχθή κατά της γνώμης όλης της Χώρας, διότι, όπως εξέθηκα εις υμάς, την γνώμην αυτήν συνέστησαν να ακολουθήση ο Βασιλεύς όλοι οι πολιτικοί παράγοντες οι μέχρι της στιγμής τουλάχιστον γνωστοί εις την Χώραν. Και θα μας είπουν τώρα οι ασχοληθέντες εις το ζήτημα το Συνταγματικόν, ότι ο Βασιλεύς διέλυσε την Βουλήν τότε και ανέθηκε την Κυβέρνησιν εις τον κ. Γούναρην σεβόμενος το Σύνταγμα, ακριβώς καθ’ ον τρόπον ο Βασιλεύς Γεώργιος είχε διαλύση κατ’ επανάληψιν Βουλάς, αναθέσας όμως αυτός την Κυβέρνησιν όχι καν εις μειοψηφούντας αλλ’ εις Κυβερνήσεις υπηρεσιακάς, δια των οποίων επεδίωξε να εξακριβώση το Δημόσιον φρόνημα; Αλλά τίνας ενδείξεις είχεν ο πρώην Βασιλεύς Κωνσταντίνος ότι τα υποστηριζόμενα υπ’ εμού ήσαν αντίθετα προς τας αξιώσεις της κοινής γνώμης, όταν όλους τους άλλους πολιτικούς ηγέτας τους έφερα κατ’ αντιμωλίαν εις συζήτησιν ενώπιόν του και του είπαν ότι όλα αυτά τα οποία λέγει ο Βενιζέλος πρέπει να τα εκτελέση, διότι ο Βενιζέλος έχει μαζί του τον Ελληνικόν λαόν; Ο Βασιλεύς εκείνην την στιγμήν, καλών τον κ. Γούναρην και δωροδοκών αυτόν, δίδων δηλαδή εις αυτόν το ρουσφέτι της χρήσεώς του εις αρχηγόν κόμματος και επιτυγχάνων να αναλάβη ούτος την Κυβέρνησιν, εφήρμοζε το πολίτευμα, ή το είχεν ήδη κατακουρελιάσει;
Και όμως, Κύριοι, η νομιμοφροσύνη μου υπήρξε τοιαύτη, ώστε ούτε ημφισβήτησα καν εις τον Βασιλέα, την πρώτην φοράν, το δικαίωμα της διαλύσεως ούτε παρεπονέθην δια το πράγμα, ούτε εγώ ούτε οι φίλοι μου. Έβλεπα περίπου πού εφερόμεθα, αλλά δεν ηθέλησα να εξαπολύσω μίαν τρικυμίαν εις το Εθνικόν πέλαγος, το οποίον μέχρι της στιγμής εκείνης εφαίνετο γαληνιαίον και επί του οποίου μόλις ήρχιζαν να διαγράφωνται ελαφραί τινες πτυχαί. Απεμακρύνθην της εξουσίας εναντίον της γνώμης του Ελληνικού λαού, εναντίον της γνώμης αυτών των πολιτικών αντιπάλων μου, κατά εφαρμογήν προσωπικής πολιτικής του Στέμματος, εμπνεομένης έξωθεν της Ελλάδος· απεμακρύνθην της αρχής, έχων μέχρι της στιγμής εκείνης με το μέρος μου σχεδόν την παμψηφίαν του Ελληνικού λαού.
Επεισοδιακώς και ως εν παρενθέσει θα σας είπω ότι ολίγον προ της κρίσεως εκείνης ο κ. Δ. Γούναρης μοι διεμήνυσε δια τινος φίλου του μέσω του υπουργού των Εσωτερικών κ. Ρέπουλη, εάν θα εδεχόμην όπως εις τους συνδυασμούς μου εν Ελλάδι περιλάβω εξ - επτά φίλους του, δια να κατορθωθή ούτω η επιτυχία αυτών. Και απήντησα εις τον κ. Γούναρην δια του κ. υπουργού των Εσωτερικών: διατί μόνον εξ ή επτά και διατί όχι ολόκληρον το προσωπικόν, το οποίον χρειάζεται εις τον κ. Γούναρην δια να είναι έτοιμος ν’ αναλάβη την αρχήν εν περιπτώσει αποχωρήσεώς μου; Του εδήλωσα λοιπόν, ενώ εζήτησεν εξ ή επτά, ότι είμαι πρόθυμος να περιλάβω εις τους συνδυασμούς μου εννέα βουλευτάς, οι οποίοι θα ήσαν οι μέλλοντες ν’ αποτελέσωσι την μέλλουσαν Κυβέρνησιν. Αυτή ήτο η κατάστασις του δημοσίου φρονήματος, τότε, ώστε ο κληθείς ν’ αναλάβη την αρχήν, ως πιστεύων δήθεν ότι είχε μαζύ του τον λαόν, μοι εζήτει δεκαπέντε ή είκοσιν ημέρας πρότερον να περιλάβω εις τους συνδυασμούς μου τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία τω ήσαν απολύτως αναγκαία δια να εισέλθη εις την Βουλήν με αριθμόν τινα βουλευτών. Τούτο δε ανέφερα μόνον και μόνον δια να δείξω εις την Βουλήν πόσον βαρεία είναι η ευθύνη του ανθρώπου αυτού, δεχθέντος μετά 15 ημέρας ν’ αναλάβη την αρχήν και την διάλυσιν της Βουλής επί τη εικαζομένη διαστάσει του δημοσίου φρονήματος προς την τότε Κυβέρνησίν μου. Κλείει, Κύριοι, η παρένθεσις την οποίαν ήνοιξα δια ν’ αποδείξω ότι την εποχήν εκείνην, κατά την οποίαν απεμακρύνθην της αρχής, είχα μαζύ μου ολόκληρον τον Ελληνικόν λαόν, ή τουλάχιστον την μεγάλην πλειοψηφίαν αυτού.
Δια να λυθή η κρίσις η Υπουργική παρήλθον τέσσαρες ημέραι. Την 21 παρητήθην, την 25ην ωρκίσθη η νέα Κυβέρνησις. Λοιπόν η νομιμοφροσύνη του ουτωσί απομακρυνομένου της αρχής πολιτικού ανδρός υπήρξε τοιαύτη, ώστε όταν εγνώσθη η παραίτησις, περί την 5ην ώραν μ. μ., και επληροφορούμην ότι ητοιμάζετο μία κολοσσιαία διαδήλωσις εις την πόλιν μας δια να διαμαρτυρηθή κατά της παραιτήσεώς μου, καλώ αμέσως τον Αρχηγόν της Χωροφυλακής και τον Διευθυντήν της Αστυνομίας και τους διατάσσω να εκδώσωσι διάταξιν, απαγορεύουσαν πάσαν συνάθροισιν διαρκούσης της κρίσεως. Έμεινα επί τέσσαρας ημέρας, έχων τον Ελληνικόν λαόν, όπως είπα και πάλιν, εν μεγίστη πλειοψηφία με το μέρος μου, και δεν αφήκα να γείνη καμμία διαδήλωσις εις κανέν μέρος της Ελλάδος, ουδέ μικρά, ουδέ μεγάλη. Και ούτω, Κύριοι, ο πολιτευτής Πατρών, ο ζητών να στηρίξη τους εξ ή επτά φίλους του εις τους συνδυασμούς του κόμματος των Φιλελευθέρων, ανέλαβεν εις την κρισιμωτάτην εκείνην περίοδον των εθνικών μας πραγμάτων να δεχθή την κληρονομίαν του κόμματος των Φιλελευθέρων, έχοντος με την γνώμην του και την γνώμην όλων των πολιτικών αρχηγών της Χώρας, και να δεχθή την αρχήν.
Κύριοι, δεν γνωρίζω πράξιν πολιτικού ανδρός, η οποία να δύναται να καταδικασθή αυστηρότερον από αυτήν την ενέργειαν. Η Κυβέρνησις οπωσδήποτε συνεκροτήθη, δηλαδή συνεκροτήθη μία φαινομενική του λοιπού Κυβέρνησις, συνεκροτήθη μία Κυβέρνησις, η οποία ήτο ομοίωμα Κυβερνήσεως, και την οποίαν ηνείχοντο οι εκ των παρασκηνίων δρώντες, οι και αποτελούντες την αληθή Κυβέρνησιν της Χώρας, η οποία τους υπουργούς μετεχειρίζετο ως νευρόσπαστα και η οποία δια του φιλικού της τύπου ανεκάλει εκάστοτε εις την τάξιν την φαινομενικήν Κυβέρνησιν. Η Κυβέρνησις εκείνη, Κύριοι, η φαινομενική, γνωρίζω ότι εν τη εξωτερική πολιτική δεν ήτο καθόλου ομογενής. Ο υπουργός των Εξωτερικών εφέρετο εις συνέχισιν της Κυβερνήσεως των Φιλελευθέρων. Λέγω εις συνέχισιν, διότι προχθές, κατά τινα διακοπήν, έλαβον αφορμήν να είπω ότι η επιχείρησις των Δαρδανελλίων δια την Ελλάδα δεν ήτο πλέον δυνατή μετά την αποχώρησιν της Κυβερνήσεως των Φιλελευθέρων, αφού μετά τινα χρόνον η χερσόνησος της Καλλιπόλεως ωχυρώθη. Αλλά δεν επρόκειτο περί εφαρμογής αυτής της περιστατικής, ας την είπωμεν ούτω, πολιτικής. Αλλά την άλλην πολιτικήν, την βάσιν έχουσαν ευμενεστάτην προς την Αντάντ ουδετερότητα, μετά σταθεράς αποφάσεως να μη επιτρέψωμεν Βουλγαρικήν κατά της Σερβίας επίθεσιν, ησπάσθησαν ειλικρινώς ο τότε υπουργός των Εξωτερικών και άλλα πολιτικά μέλη του Υπουργείου εκείνου. Αλλά από της στιγμής εκείνης, Κύριοι, ευρισκόμεθα εν καταπτώσει πολιτεύματος, όχι μόνον διότι απεμακρύνθη η Κυβέρνησις, η απολαύουσα της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας της κοινής γνώμης, όχι μόνον διότι εσχηματίσθη Κυβέρνησις μη έχουσα ομογένειαν επί της εξωτερικής πολιτικής, όχι μόνον διότι παρά την Κυβέρνησιν την φαινομένην ανήλθεν εις την επιφάνειαν η πραγματική των παρασκηνίων Κυβέρνησις, αλλά και δι’ άλλον λόγον· διότι ο μικροπολιτικός, ο οποίος εκλήθη να εφαρμόση την πολιτικήν εκείνην, ενόμισεν ότι ήτο θεμιτόν να δημιουργήση διωγμόν κατά ενός μεγάλου πολιτικού κόμματος.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου