Τίτος Πατρίκιος
«Ιστορία του Σίσυφου» Το είδε και έμεινε
άναυδος αδύνατο να
πιστέψει πως το πέτυχε — ύστερα από τη
χιλιοστή προσπάθεια είχε επιτέλους
φτάσει στην κορφή. Τόσους αιώνες
σπρώχνοντας τον βράχο βήμα το βήμα προς
τα πάνω ή τρέχοντας πίσω
κάθε που του ξέφευγε για να τον πιάσει
πάλι και να ξαναρχίσει δεν είχε ποτέ του
αντικρίσει την κορφή και τώρα νά που
ανέβηκε τόσο ψηλά με δίπλα του τον
βράχο ακίνητο. Δοκίμασε να τον
κουνήσει, βεβαιώθηκε πως είχε γερά
σταθεί, πήρε ανάσα γύρισε ν’
απολαύσει την απέραντη θέα και ξαφνικά
σταμάτησε — αν τέλειωνε έτσι
ωραία το μαρτύριο θα έσβηνε μαζί κι
ο μύθος θα έπαιρναν τέλος
οι συνεχείς του ερμηνείες κανείς δεν θα
ξαναμιλούσε για τον Σίσυφο. Με όσες δυνάμεις
είχε ακόμα έσπρωξε τον βράχο για να τον κάνει
να κυλήσει προς τα κάτω. Τίτος Πατρίκιος.
2007. Η νέα χάραξη. Αθήνα: Κέδρος. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου ποιήματος ο
Πατρίκιος αξιοποιεί τη μυθική μέθοδο μέσω της οποίας δημιουργεί μια αντιστοιχία
ανάμεσα στο μυθικό πρόσωπο και σε ορισμένους ανθρώπους της δικής του εποχής. Με
τον αλληγορικό τρόπο προσέγγισης της μεθόδου αυτής ενώ σε πρώτο επίπεδο
ανάγνωσης εμφανίζεται να δρα και να πρωταγωνιστεί ο Σίσυφος, σε δεύτερο και
ουσιαστικότερο επίπεδο δρώντα πρόσωπα είναι συγκαιρινοί του ποιητή. Με τη
μυθική μέθοδο το κεντρικό μήνυμα του ποιητή αποδίδεται με πιο δραστικό τρόπο
και εντυπώνεται διαρκέστερα στη σκέψη των αναγνωστών. Συνάμα, το μήνυμα αποκτά
διαχρονικότερες διαστάσεις με τη σύνδεσή του με ένα μυθικό -ή άλλοτε ιστορικό-
πρόσωπο. Είναι σαφές, βέβαια, πως η σκέψη του ποιητή δεν αποδίδει κατ’ ανάγκη
τον συλλογισμό «του μυθικού προσώπου», εφόσον το πρόσωπο αυτό προσεγγίζεται με
ελεύθερο τρόπο από τον ποιητή και αποκτά νέες διαστάσεις, ώστε να εξυπηρετηθεί
το ειδικότερο μήνυμα του σύγχρονου ποιητή. Στο συγκεκριμένο ποίημα ο Τίτος Πατρίκιος
αγγίζει ένα κρίσιμο υπαρξιακό ζήτημα σχετικά με το κατά πόσο ο σύγχρονος
άνθρωπος είναι σε θέση να διαχειριστεί την ελευθερία του, όταν αυτή του
προσφέρεται σε πλήρη μορφή. Ο Σίσυφος χωρίς το μαρτύριό του μοιάζει να χάνει
τον σκοπό της ζωής του και μοιάζει να απομένει εκτεθειμένος σε μια ύπαρξη χωρίς
νόημα, κι, ως εκ τούτου, αδυνατεί να διανοηθεί έναν τέτοιο τρόπο ζωής, χωρίς,
δηλαδή, έστω τη διαρκή μάχη με την επιβεβλημένη σε αυτόν τιμωρία. «Το είδε και
έμεινε άναυδος αδύνατο να
πιστέψει πως το πέτυχε — ύστερα από τη
χιλιοστή προσπάθεια είχε επιτέλους
φτάσει στην κορφή.» Το ποίημα ξεκινά με μια απρόσμενη εξέλιξη,
εφόσον ο Σίσυφος, κατά τρόπο που ανατρέπει πλήρως τον μύθο, κατορθώνει να
ανεβάσει τον βράχο στην κορυφή του βουνού. Με αυτή ακριβώς την απρόσμενη
εξέλιξη δηλώνεται εμφανώς από τον ποιητή πως δεν σκοπεύει να ακολουθήσει κατά
γράμμα τον μύθο, και, άρα, πως το μήνυμα που ο ίδιος επιδιώκει να μεταδώσει
κινείται πολύ πέρα από τα όρια του αρχικού μύθου. Με θεατρικό χαρακτήρα ο ποιητής
παρουσιάζει τον Σίσυφο να «μένει άναυδος» από το επίτευγμά του∙ από ένα
επίτευγμα που του φαίνεται αδιανόητο να το έχει πράγματι κατορθώσει. Στο
πλαίσιο των αιώνων της τιμωρίας του προσπάθησε ξανά και ξανά, χωρίς επιτυχία,
μέχρι που με τη «χιλιοστή» προσπάθεια πέτυχε το εντελώς αδιανόητο. «Τόσους αιώνες
σπρώχνοντας τον βράχο βήμα το βήμα προς
τα πάνω ή τρέχοντας πίσω
κάθε που του ξέφευγε για να τον πιάσει
πάλι και να ξαναρχίσει δεν είχε ποτέ του
αντικρίσει την κορφή και τώρα νά που
ανέβηκε τόσο ψηλά με δίπλα του τον
βράχο ακίνητο.» Ο ποιητής παρουσιάζει με πολλαπλές εικόνες
τον πολλών αιώνων ατελέσφορο αγώνα του Σίσυφου, ώστε να γίνει εμφανές πως η
κατάσταση που βίωνε υπήρξε εξαιρετικά δυσχερής και επώδυνη -και, ως εκ τούτου,
διόλου επιθυμητή. Η παρουσίαση αυτή αποσκοπεί σαφώς στο να δείξει ότι υπό
κανονικές συνθήκες μήτε ο Σίσυφος μήτε κανένας άλλος δεν θα ήθελε ποτέ να
βιώσει -πολύ περισσότερο να βιώνει αδιάκοπα- μια τέτοια μαρτυρική κατάσταση. Ο Σίσυφος ήταν αναγκασμένος επί αιώνες να
σπρώχνει με αγωνία βήμα-βήμα τον βράχο προς τα πάνω, και αλλεπάλληλες φορές να
τρέχει πίσω από τον βράχο, αφού αυτός κυλούσε προς το κάτω. Ένα έργο που δεν
είχε τελειωμό∙ ένα ακατάπαυστο μαρτύριο. Ωστόσο, για πρώτη φορά ο Σίσυφος
κατόρθωσε να φτάσει στην κορυφή, έχοντας δίπλα του τον βράχο σταθερά
τοποθετημένο. Το έργο του που θεωρητικά δεν θα τελείωνε ποτέ, είχε ολοκληρωθεί. «Δοκίμασε να τον
κουνήσει, βεβαιώθηκε πως είχε γερά
σταθεί, πήρε ανάσα γύρισε ν’
απολαύσει την απέραντη θέα και ξαφνικά
σταμάτησε —» Ο ποιητής -κινούμενος πλέον ελεύθερος πέρα
από τα όρια του μύθου- παρουσιάζει ως πρώτη αντίδραση του Σίσυφου την
ανθρωπίνως αναμενόμενη. Αφού πρώτα βεβαιώνεται πως έχει όντως πετύχει τον σκοπό
του και πως ο βράχος είχε πλέον σταθεί γερά στην κορυφή, στρέφει το βλέμμα του
στην απέραντη θέα που του χαρίζει το βουνό, έτοιμος να απολαύσει το ευδαιμονικό
συναίσθημα της απολύτρωσης από τη βαρύτατη τιμωρία που του είχε επιβληθεί. Η
χαρά του Σίσυφου είναι αναμενόμενη και εύλογη. Εντούτοις -και πάλι παρά την όποια
προσδοκία- το αίσθημα αυτό δεν διαρκεί. Με τη χρήση παύλας ο ποιητής επιβάλει
μια παύση στην ανάγνωση, για να τονίσει εμφατικά το γεγονός ότι ο μυθικός ήρωας
κατακλύζεται από σκέψεις και συναισθήματα που αλλοιώνουν δραστικά το αρχικό
αίσθημα ενθουσιασμού. «αν τέλειωνε έτσι
ωραία το μαρτύριο θα έσβηνε μαζί κι
ο μύθος θα έπαιρναν τέλος
οι συνεχείς του ερμηνείες κανείς δεν θα
ξαναμιλούσε για τον Σίσυφο.» Ο Σίσυφος, αντί να παραμείνει σε κατάσταση
ευδαιμονίας και ανακούφισης, μπαίνει σε πρωτόγνωρους προβληματισμούς. Ό,τι τον
προβληματίζει δεν είναι το πώς θα αξιοποιήσει το «δώρο» της ελευθερίας του,
αλλά το ποια θα είναι η εξέλιξη του προσωπικού του μύθου από τη στιγμή που θα
έχει τερματιστεί το μαρτύριό του. Σε αντίθεση με το αναμενόμενο αίσθημα
προσωπικής λύτρωσης, ο Σίσυφος έρχεται αντιμέτωπος με την παράδοξη σκέψη πως το
«ευνοϊκό» τέλος του μαρτυρίου του, θα τερμάτιζε τον μύθο του, θα διέκοπτε τις
ποικίλες συζητήσεις που οδηγούσαν σε αλλεπάλληλες ερμηνείες για το πρόσωπό του,
και ο ίδιος θα κατέληγε στη λήθη. Ό,τι μέχρι πρότινος έμοιαζε με ένα οδυνηρό
μαρτύριο αίφνης αποκτά μια εντελώς διαφορετική σημασία, εφόσον μετατρέπεται
στην πηγή της δόξας, του μυστηρίου και της φήμης του Σίσυφου. Το μέχρι τότε
επιβεβλημένο μαρτύριο -και άρα το ανεπιθύμητο αυτό στοιχείο- αλλάζει δραστικά
χαρακτήρα και αποκτά ουσιώδη ρόλο για την ταυτότητα, την υστεροφημία και την
προσωπικότητα του Σίσυφου. «Με όσες δυνάμεις
είχε ακόμα έσπρωξε τον βράχο για να τον κάνει
να κυλήσει προς τα κάτω.» Ο Σίσυφος βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με
το δίλημμα είτε να συνεχίσει τη ζωή του ελεύθερος από τη βαριά τιμωρία του
-αναγκαζόμενος, εντούτοις, να αναζητήσει έναν νέο «σκοπό» για τη ζωή του- είτε
να αντιστρέψει την κατάσταση και αυτό που μέχρι τότε ήταν μια έξωθεν
επιβεβλημένη τιμωρία να το καταστήσει προσωπική επιλογή. Από τιμωρία, το
σπρώξιμο του βράχου, γίνεται μια προσωπική, συνειδητή και ελεύθερη επιλογή,
εφόσον μέσω αυτού ο Σίσυφος διασφαλίζει όχι μόνο τη φήμη του, αλλά και το πολύ
βασικότερο, έναν σκοπό στη ζωή του. Με την παρουσίαση του μύθου με αυτόν τον
τρόπο ο ποιητής του δίνει διαφορετικές διαστάσεις και τον διευρύνει, ώστε να
συμπεριλάβει ανθρώπους της εποχής του, οι οποίοι συνεχίζουν μάταιους αγώνες
-χωρίς πραγματικό διακύβευμα-, εγκλωβίζονται σε καταστάσεις που τους υποβάλλουν
σε συνεχείς ταλαιπωρίες, καθίστανται εκουσίως δέσμιοι απροσέγγιστων στόχων ή
-κατά τρόπο ειρωνικά αντίθετο- αφήνουν τη ζωή τους να παρασύρεται από τυχαίες
καταστάσεις μη έχοντας το σθένος να θέσουν προσωπικούς στόχους και να προσδώσουν
οι ίδιοι συγκεκριμένο νόημα στη ζωή τους. Υπ’ αυτό το πρίσμα, πολλές φορές τα
δεινά του «καθημερινού μόχθου» παρέχουν στα άτομα μια εύλογη πρόφαση, για να
αποφύγουν την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης να κατευθύνουν οι ίδιοι την πορεία
τους, με τρόπο συνειδητό και υπεύθυνο. Η απουσία του «βράχου» για τον Σίσυφο,
όπως και η απουσία ασφυκτικών υποχρεώσεων για τους σύγχρονους ανθρώπους,
μοιάζει να ανοίγει τον δρόμο σε μια ελευθερία, την οποία ορισμένα άτομα δεν
είναι πρόθυμα να διαχειριστούν. Ήδη από την Ιλιάδα
βρίσκουμε αναφορές στον πανούργο, πλεονέκτη Σίσυφο, κυβερνήτη της Εφύρας,
δηλαδή του Ακροκορίνθου, ο οποίος αργότερα ξέπεσε στο επίπεδο ενός απλού δολοπλόκου
και μηχανορράφου, αποτελώντας το πρότυπο και το αντίγραφο του μέσου Κορίνθιου
εμπόρου. Επειδή είχε προσβάλει τον Δία, καταδικάστηκε στον Κάτω Κόσμο να κυλά
αιώνια έναν βράχο πάνω σε μια απότομη πλαγιά, αν και αυτός πάντα κυλούσε ξανά
προς τα κάτω μόλις έφτανε στην κορυφή. Δεδομένου ότι σε άλλες περιπτώσεις ο
Σίσυφος χαρακτηρίζεται επίσης ως ένας αρχαίος θεός της θάλασσας, αυτή η τιμωρία
μπορεί να θεωρηθεί σύμβολο των κυμάτων της θάλασσας που κυλούν αδιάκοπα τις
πέτρες πέρα-δώθε στην ακτή. GREEK ANB ROMAN MYTHOLOGY, by Karl Harrington
and Herbert Tolman «Περιόρισε τους ανθρώπους με τόσο
τρομερούς φόβους… και κατέπνιξε την ανομία με αυτούς τους φόβους του… Με αυτόν
τον τρόπο, νομίζω, κάποιος έπεισε πρώτος τους θνητούς να πιστέψουν ότι υπήρχε
μια φυλή θεών.» Αποτελεί, όπως το θέτει ο ιστορικός της θρησκείας Bruce
Lincoln, «μία από τις πρώιμες, πιο διεξοδικές και πιο αμείλικτα κυνικές θεωρίες
της ιδεολογίας – και πιο συγκεκριμένα της θρησκείας ως ιδεολογίας – στην
ιστορία της δυτικής σκέψης». Το έργο από το οποίο προέρχεται ήταν ένα σατυρικό
δράμα (ένα είδος κωμωδίας) ή μια τραγωδία με τίτλο Σίσυφος, και πιθανότατα έργο
του γνωστού Αθηναίου πολιτικού Κριτία (αν και άλλοι πιστεύουν ότι γράφτηκε από
τον Ευριπίδη). Όμως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Ο χαρακτήρας του Σίσυφου,
ένας από τους αρχι-απατεώνες της μυθολογίας, είναι μάλλον απίθανο να αποτελεί
τον εκπρόσωπο του θεατρικού συγγραφέα, και δεν θα έπρεπε να πάρουμε αυτόν τον
λόγο τοις μετρητοίς. Δεν έχουμε ιδέα αν οι απόψεις που εξέφρασε ο «Σίσυφος»
προωθούνταν ή χλευάζονταν. Το πώς αυτή η κυνική και συνειδητή κριτική του μύθου
ως μέσου ιδεολογικού ελέγχου προοριζόταν και έγινε κατανοητή αρχικά, παραμένει βασανιστικά
άγνωστο. Φυσικά, δεν χρειάζεται να συμφωνήσουμε με
τον «Σίσυφο». Παρά την όποια παραδειγματική δύναμη μιας μυθικής αφήγησης, η
ίδια η πλαστικότητα του μύθου διασφαλίζει ότι η πολιτική διάσταση οποιασδήποτε
εκδοχής μπορεί να αντιστραφεί σε μια άλλη. Classical Mythology: A Very Short
Introduction, Helen Morales, Oxford
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου