Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαταράσσω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαταράσσω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαταράσσω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διαταράσσω, διαταράσσεις, διαταράσσει, διαταράσσουμε, διαταράσσετε, διαταράσσουν (ή διαταράσσουνε)
Υποτακτική
να διαταράσσω, να διαταράσσεις, να διαταράσσει, να διαταράσσουμε, να διαταράσσετε, να διαταράσσουν (ή να διαταράσσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: διατάρασσε – β΄ πληθυντικό: διαταράσσετε
Μετοχή
διαταράσσοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
διατάρασσα, διατάρασσες, διατάρασσε, διαταράσσαμε, διαταράσσατε, διατάρασσαν ή διαταράσσανε
 
Αόριστος
Οριστική
διατάραξα, διατάραξες, διατάραξε, διαταράξαμε, διαταράξατε, διατάραξαν ή διαταράξανε
Υποτακτική
να διαταράξω, να διαταράξεις, να διαταράξει, να διαταράξουμε, να διαταράξετε, να διαταράξουν (ή να διαταράξουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: διατάραξε – β΄ πληθυντικό: διαταράξτε (ή διαταράξετε)
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταράσσω, θα διαταράσσεις, θα διαταράσσει, θα διαταράσσουμε, θα διαταράσσετε, θα διαταράσσουν (ή θα διαταράσσουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταράξω, θα διαταράξεις, θα διαταράξει, θα διαταράξουμε, θα διαταράξετε, θα διαταράξουν (ή θα διαταράξουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω διαταράξει, θα έχεις διαταράξει, θα έχει διαταράξει, θα έχουμε διαταράξει, θα έχετε διαταράξει, θα έχουν(ε) διαταράξει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω διαταράξει, έχεις διαταράξει, έχει διαταράξει, έχουμε διαταράξει, έχετε διαταράξει, έχουν(ε) διαταράξει
Υποτακτική
να έχω διαταράξει, να έχεις διαταράξει, να έχει διαταράξει, να έχουμε διαταράξει, να έχετε διαταράξει, να έχουν(ε) διαταράξει
Μετοχή
έχοντας διαταράξει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα διαταράξει, είχες διαταράξει, είχε διαταράξει, είχαμε διαταράξει, είχατε διαταράξει, είχαν(ε) διαταράξει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διαταράσσομαι, διαταράσσεσαι, διαταράσσεται, διαταρασσόμαστε, διαταράσσεστε, διαταράσσονται
Υποτακτική
να διαταράσσομαι, να διαταράσσεσαι, να διαταράσσεται, να διαταρασσόμαστε, να διαταράσσεστε, να διαταράσσονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: διαταράσσεστε
Μετοχή
διαταρασσόμενος, διαταρασσόμενη, διαταρασσόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
διαταρασσόμουν, διαταρασσόσουν, διαταρασσόταν, διαταρασσόμαστε, διαταρασσόσαστε, διαταράσσονταν
(& διαταρασσόμουνα, διαταρασσόσουνα, διαταρασσότανε, διαταρασσόμασταν, διαταρασσόσασταν, διαταρασσόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
διαταράχθηκα, διαταράχθηκες, διαταράχθηκε, διαταραχθήκαμε, διαταραχθήκατε, διαταράχθηκαν (ή διαταραχθήκανε)
& διαταράχτηκα, διαταράχτηκες, διαταράχτηκε, διαταραχτήκαμε, διαταραχτήκατε, διαταράχτηκαν (ή διαταραχτήκανε)
Υποτακτική
να διαταραχθώ, να διαταραχθείς, να διαταραχθεί, να διαταραχθούμε, να διαταραχθείτε, να διαταραχθούν (ή να διαταραχθούνε)
& να διαταραχτώ, να διαταραχτείς, να διαταραχτεί, να διαταραχτούμε, να διαταραχτείτε, να διαταραχτούν (ή να διαταραχτούνε)
Προστακτική
β΄ ενικού: διαταράξου – β΄ πληθυντικό: διαταραχθείτε (διαταραχτείτε)
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταράσσομαι, θα διαταράσσεσαι, θα διαταράσσεται, θα διαταρασσόμαστε, θα διαταράσσεστε, θα διαταράσσονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταραχθώ, θα διαταραχθείς, θα διαταραχθεί, θα διαταραχθούμε, θα διαταραχθείτε, θα διαταραχθούν (ή θα διαταραχθούνε)
& θα διαταραχτώ, θα διαταραχτείς, θα διαταραχτεί, θα διαταραχτούμε, θα διαταραχτείτε, θα διαταραχτούν (ή θα διαταραχτούνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω διαταραχθεί, θα έχεις διαταραχθεί, θα έχει διαταραχθεί, θα έχουμε διαταραχθεί, θα έχετε διαταραχθεί, θα έχουν(ε) διαταραχθεί
& θα έχω διαταραχτεί, θα έχεις διαταραχτεί, θα έχει διαταραχτεί, θα έχουμε διαταραχτεί, θα έχετε διαταραχτεί, θα έχουν(ε) διαταραχτεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω διαταραχθεί, έχεις διαταραχθεί, έχει διαταραχθεί, έχουμε διαταραχθεί, έχετε διαταραχθεί, έχουν(ε) διαταραχθεί
& έχω διαταραχτεί, έχεις διαταραχτεί, έχει διαταραχτεί, έχουμε διαταραχτεί, έχετε διαταραχτεί, έχουν(ε) διαταραχτεί
Υποτακτική
να έχω διαταραχθεί, να έχεις διαταραχθεί, να έχει διαταραχθεί, να έχουμε διαταραχθεί, να έχετε διαταραχθεί, να έχουν(ε) διαταραχθεί
& να έχω διαταραχτεί, να έχεις διαταραχτεί, να έχει διαταραχτεί, να έχουμε διαταραχτεί, να έχετε διαταραχτεί, να έχουν(ε) διαταραχτεί
Μετοχή
διαταραγμένος, διαταραγμένη, διαταραγμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα διαταραχθεί, είχες διαταραχθεί, είχε διαταραχθεί, είχαμε διαταραχθεί, είχατε διαταραχθεί, είχαν(ε) διαταραχθεί
& είχα διαταραχτεί, είχες διαταραχτεί, είχε διαταραχτεί, είχαμε διαταραχτεί, είχατε διαταραχτεί, είχαν(ε) διαταραχτεί

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου