Διαβάστε επίσης: Το πρώτο μέρος, το δεύτερο μέρος, το τέταρτο μέρος.
ΑΓΟΡΕΥΣΙΣ ΚΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
Προέδρου της Κυβερνήσεως
Συνεδρίασις της 13 Αυγούστου 1917.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Και η Κυβέρνησις των γερόντων προέβη εις την διάλυσιν της Βουλής. Την διάλυσιν ταύτην εζήτησαν να δικαιολογήσουν οι λαβόντες τον λόγον από τα εδώλια της Αντιπολιτεύσεως. Σας είπον: «διατί δεν ημπορούσε να γίνη διάλυσις;» – Αλλά διελύθη η Βουλή διότι εξεδηλώθη πραγματικώς δυσαρμονία μεταξύ της χθες εκλεγείσης Βουλής και της δημοσίας γνώμης; Περί του ζητήματος αυτού δεν έχω ανάγκην να ασχοληθώ πολύ, διότι ο αξιότιμος συνάδελφός μου το εξήντλησε χθες. Έχω μόνον ανάγκην να είπω ότι, όταν ο Ύπατος Αρμοστής των Δυνάμεων εν τω εγγράφω του προς τον κ. Ζαΐμην λέγη ότι η Βουλή διελύθη δις εις βραχύτατον διάστημα χρόνου, δεν ενόει ότι τούτο απετέλει παραβίασιν του Συντάγματος το να διαλύεται η Βουλή εις βραχύτατον διάστημα χρόνου εκ δευτέρου, αλλ’ ενόει ότι είναι παραβίασις του Συντάγματος όταν διαλύεται η Βουλή προς επιβολήν της αυτής πολιτικής διά την οποίαν εγένετο και η πρώτη διάλυσις, η οποία απέτυχε, διότι ο λαός απεφάνθη αντιθέτως. Βεβαίως το παράδειγμα του 1910 δεν έχει καμμίαν ομοιότητα προς το παρόν. Εις τα 1910 έγινεν η διάλυσις της Βουλής, διότι, αφού εκ κοινής συνεννοήσεως όλων των παραγόντων της Χώρας, των λαϊκών και του Βασιλικού, απεφασίσθη η συγκρότησις Διπλής Βουλής διά να γίνη αναθεώρησις του Πολιτεύματος, δεν απέδωσαν αι εκλογαί Βουλήν δυναμένην να δώση βιώσιμον Κυβέρνησιν. Η τότε δε Κυβέρνησις, αφού μάλιστα έτυχε και ψήφου εμπιστοσύνης, διέλυσε την Βουλήν διά να καταρτισθή νέον Σώμα, με το οποίον να ημπορή να συνεργασθή. Τίνα σχέσιν έχει τούτο με την θρασείαν επιβουλήν κατά των λαϊκών ελευθεριών, όταν ο Βασιλεύς κατά Οκτώβριον του 1915, μη θέλων να εφαρμόση την Συνθήκην, και μη θέλων να παραβλάψη την Γερμανικήν πολιτικήν, απεφάσισε να διαλύση εκ δευτέρου την Βουλήν με την ελπίδα ότι διά νέων εκλογών θα κατώρθωνε να επιτύχη έγκρισιν της πολιτικής του, αφού των εκλογών γινομένων υπό γενικήν επιστράτευσιν η εξουσία είχεν εις χείρας της όλα τα μέσα όπως επιβάλη την θέλησίν της; Ποία δε ήσαν τα μέσα ταύτα: Το ότι η Κυβέρνησις, ή μάλλον το Επιτελείον, η άλλη αληθής Κυβέρνησις, είχεν εις χείρας του 300.000 εκλογέων, το ήμισυ δηλαδή, των μετεχόντων εις τας εκλογάς Ελλήνων πολιτών, και έχον εις χείρας του το ήμισυ των εκλογέων εκάλει ημάς να προσέλθωμεν εις τας εκλογάς, αφού ήτο αποφασισμένον κατά την ημέραν των εκλογών εις μεν τους φίλους αυτών να δώσουν αδείας διά ν’ ασκήσουν το εκλογικόν των δικαίωμα, τους δε ιδικούς μας να τους κρατήσουν εις τους στρατώνας διά να μη ψηφίσουν.
Εννοείται ότι θα ήσαν αληθής μυκτηρισμός αι εκλογαί υπό τοιούτους όρους, και το κόμμα των Φιλελευθέρων είχε δικαίωμα να ονομάση κωμωδίαν την υπό τοιούτους όρους διεξαγωγήν των εκλογών και καθήκον αρνηθή να προσέλθη εις αυτάς.
Διατί διετηρήθη η επιστράτευσις.
Αλλά ας εξετάσωμεν περαιτέρω, Κύριοι, την εφαρμογήν της λεγομένης ουδετεροφίλου, πράγματι δε Γερμανικής πολιτικής. Κατά τας εκλογάς εις τους επιστράτους και τους γονείς και τους αδελφούς αυτών έλεγον ότι, άμα διεξαχθώσιν αι εκλογαί, η επιστράτευσις ημών θ’ αρθή. «Ο Βενιζέλος έφυγε τώρα, αυτός έκαμε την επιστράτευσιν, ο μαχαιροβγάλτης, ήθελε να ωθήση τον λαόν να χύση αίμα, τώρα που απηλλάγημεν απ’ αυτόν θα σας απολύσωμεν να πάτε εις τα σπήτιά σας»! Αλλά αι εκλογαί διεξάγονται, αλλά οι Αγγλογάλλοι υποχωρούν εντός του Ελληνικού εδάφους και εμφανίζεται η απειλή της εισβολής των Γερμανοβουλγάρων. Έχετε εις χείρας σας την υπ’ αριθ. 633, της 26 Ιανουαρίου 1916, αν δεν απατώμαι, εμπιστευτικήν εγκύκλιον του Επιτελείου διατάσσοντος τας Μεραρχίας και τα Σώματα στρατού να αφήσουν να εισέλθουν οι Βούλγαροι χωρίς να αντιταχθή καμμία αντίστασις. Η απόφασις της μη αντιτάξεως αντιστάσεως υπήρχε προ πολλού, αλλά από της ημέρας εκείνης εδόθησαν διαταγαί, όπως επιτραπή η εισβολή των Βουλγάρων. Μετά τοιαύτην δε απόφασιν όπως επιτραπή η είσοδος των Βουλγάρων, τίνα είχε πλέον σκοπόν η διατήρησις της επιστρατεύσεως;
Και ήδη έχω δικαίωμα να θεωρήσω την απουσίαν κατά την στιγμήν ταύτην εκ της αιθούσης της Βουλής του αξιοτίμου βουλευτού εξ Αττικής ως μίαν καθαράν φυγομαχίαν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Είναι καθαρά φυγομαχία, διότι εγνώριζεν ότι θα του εζήτουν λόγον όχι μόνον διά το Ρούπελ, αλλά κυρίως διά την διαιώνισιν της επιστρατεύσεως. Διότι επί μήνας ολοκλήρους, Κύριοι, ηγωνία το Έθνος λέγον: Τι μας θέλετε και μας κρατείτε; Τίνα σκοπόν έχει η διατήρησις της επιστρατεύσεως; Και η Κυβέρνησις των Σωτήρων τας μεν οικογενείας των επιστράτων άφινε πεινώσας, δυστυχούσας, εκτεθειμένας εις όλους τους κινδύνους της δυστυχίας, κινδύνους φυσικούς, κινδύνους ηθικούς, εκράτει δε τον επιστρατευμένον λαόν, και θα τον εκράτει ίσως ακόμη ποίος ηξεύρει μέχρι πόσων μηνών βραδύτερον, εάν δεν επήρχετο η Νότα των Δυνάμεων την 8 Ιουνίου να αξιώση την διάλυσιν της επιστρατεύσεως ταύτης.
Δεν διέλυσαν την επιστράτευσιν, παρά όταν εξηναγκάσθησαν. Διατί; Διετήρουν αυτήν προς τίνα σκοπόν; Διατί διετήρησαν μίαν επιστράτευσιν, η οποία εις κατανάλωσιν υλικού επιστρατεύσεως και δαπάνας διά την συντήρησιν αυτής εστοίχισεν εις το δημόσιον ταμείον υπέρ τα 300 εκατομμύρια δραχμών; Διατί διετήρησαν την επιστράτευσιν επί 9 - 10 μήνας και την διέλυσαν όταν εξηναγκάσθησαν, όταν η ζημία εις την εθνικήν οικονομίαν εκ της επιστρατεύσεως αυτής δύναται να υπολογισθή εις ποσόν πολύ μεγαλύτερον και από το ποσόν αυτό, το οποίον εστοίχισεν εις το Κράτος; Διατί διετήρησαν μίαν επιστράτευσιν, επενεγκόντες ζημίαν τοσαύτην μεν υλικήν εις το Κράτος, πολύ δε μεγαλυτέραν εις την εθνικήν οικονομίαν της Χώρας διά της αποσπάσεως 300 χιλιάδων ανδρών από τα έργα αυτών τα παραγωγικά, ίνα τους ρίψουν ασκόπως εις τους στρατώνας; Διατί διετήρησαν μίαν επιστράτευσιν επί 9-10 μήνας, όταν δεν είχον σκοπόν να κτυπήσουν ούτε τους Γερμανούς ούτε τους Βουλγάρους, διεμαρτύροντο δε πάντοτε όταν τους απεδίδετο η ιδέα η κακούργος να κτυπήσουν τους Άγγλους και τους Γάλλους;
Εις την ερώτησιν αυτήν, η οποία απηυθύνετο πανταχόθεν αγωνιωδώς προς τους Γέροντας, ουδεμία, Κύριοι, μέχρι σήμερον εδόθη απάντησις. Ο «Κήρυξ», διερμηνεύων τότε εγκύρως τας γνώμας του κόμματος των Φιλελευθέρων, δι’ επανειλημμένων άρθρων έθηκε το ζήτημα, ερωτών διατί διατηρείται η επιστράτευσις. Δεν ομιλώ περί των άλλων εφημερίδων, αι οποίαι έθετον το αυτό ερώτημα, διότι θα μου αναγνωρίσετε ότι υπήρχε κάποιο περισσότερον κύρος εις τα ερωτήματα τα τιθέμενα υπό του «Κήρυκος», διότι ούτος εξεπροσώπει γνώμας ενός μεγάλου κόμματος, έξω μάλιστα της Βουλής ευρισκομένου. Επηρώτων λοιπόν διά του «Κήρυκος»: «διατί κρατείτε την επιστράτευσιν;» Καμμία απάντησις! Αλλά τους έλεγα τότε: Διατί, απαίσιοι άνθρωποι, διατί επί τέλους, αφού θέλετε να κρατήσετε εν επιστρατεύσει τον στρατόν, διατί δεν κρατείτε, επιστρατευόμενα μόνον, το τρίτον και το τέταρτον Σώμα στρατού, τα Μακεδονικά, έστω και το 5ον της Ηπείρου, το οποίον είχε μεταφερθή εις την Μακεδονίαν, αλλά συγχρόνως κρατείτε εν επιστρατεύσει και το πρώτον και το δεύτερον Σώμα, των Αθηνών και Πατρών, τα οποία δεν έχουν μεταφερθή εις την Μακεδονίαν και δεν είναι συγκεντρωμένα στρατηγικώς; Διότι η επιστράτευσις, Κύριοι, αξίαν έχει, όταν πρόκειται να γίνη και να συνοδευθή αμέσως υπό της λεγομένης στρατιωτικής συγκεντρώσεως, η οποία, συγκεντρούσα τον στρατόν, έχει αυτόν έτοιμον να βαδίση κατά του εχθρού, εάν εν τω μεταξύ δεν επιτευχθούν οι σκοποί διά τους οποίους έγινεν η επιστράτευσις. Επιστράτευσις όμως, κατά την οποίαν επιστρατεύεται όλος ο πληθυσμός μιας χώρας και μένει εις τας συνήθεις φρουράς του, χωρίς στρατηγικήν συγκέντρωσιν, είναι μία αίρεσις στρατιωτική, διά την οποίαν σας βεβαιώ το κρέμασμα των Επιτελών μας θα ήτο τιμωρία πολύ μικρά. (Ζητωκραυγαί και χειροκροτήματα).
Η επιστράτευσις, Κύριοι, σκοπόν έχει να φέρη εις τα Συντάγματα, εις τας μονάδας του Στρατεύματος, τους εφέδρους, να ενδύση αυτούς, να οπλίση αυτούς και συγκροτήση όλας τας υπηρεσίας, αι οποίαι είναι αναγκαίαι διά την εν πολέμω σύνθεσιν του Στρατού, να κάμη τας αναγκαίας επιτάξεις διά να οργανώση τας υπηρεσίας αυτάς, και όταν οργανωθώσιν αι υπηρεσίαι, τότε θα αρχίση η μεταφορά. Το πρώτον μέρος είναι υπόθεσις συντελουμένη, κατά Κράτη, εις 4 ημέρας, εις 5, εις 6· όσα Κράτη έχουσι τους λεγομένους ορεινούς σχηματισμούς, έχουν μακροτέραν επιστράτευσιν, όσα αρκούνται εις τους σιδηροδρόμους και τα αυτοκίνητα συντελούν την επιστράτευσίν των ταχύτερον. Το πρώτον Σώμα στρατού, των Αθηνών, και το δεύτερον, των Πατρών, με δύναμιν 90 χιλιάδων ανδρών, είχαν επιστρατευθή, οι άνδρες είχαν μεταβή εις τα Συντάγματα, είχαν ενδυθή την στολήν, είχαν παραλάβη τα όπλά των, είχαν επιταχθή των πολιτών τα κτήνη, τα κάρρα, και τα δύο αυτά Σώματα έμεναν εις τας έδρας των. Τι εχρησίμευεν αυτή η επιστράτευσις; δηλαδή εάν ήθελεν υποτεθή ότι οι ουδέτεροι Κυβερνήται μας επρόκειτο να εξέλθωσι της ουδετερότητος, δεν θα εχρειάζοντο πλέον των εξ ημερών ίνα επιστρατεύσωσι και το πρώτον και δεύτερον Σώμα στρατού. Διατί τα είχον επιστρατευμένα χωρίς να κάμουν την στρατηγικήν των συγκέντρωσιν; Βεβαίως πολλάκις ολίγων ωρών ταχύτης εις την αρχήν του πολέμου έχει μεγάλην σημασίαν, διότι δίδει εις τον έτερον των αντιπάλων την πρωτοβουλίαν της επιθέσεως. Αλλ’ εδώ δεν επρόκειτο περί τούτου, δεν επρόκειτο διά της Ελληνικής επιστρατεύσεως να κανονισθή το ζήτημα του τις θα ήτο ο αμυνόμενος στρατός και τις ο επιτιθέμενος. Υπήρχον ήδη δύο στρατοί αντιμέτωποι εις τα σύνορά μας, ο Αγγλογαλλικός αφ’ ενός, ο Βουλγαρογερμανικός αφ’ ετέρου, ημείς δε επρόκειτο να κάμωμεν την επιστράτευσιν έχοντες την προκάλυψιν πλήρη. Διατί λοιπόν, τους ηρώτων, κρατείτε την επιστράτευσιν του 1ου και 2ου Σώματος στρατού; Ουδεμία απάντησις. Αλλά τους έλεγα επί πλέον: Δεν έχετε καλέση ακόμη τας ηλικίας του 1915 και 1916. Διατί δεν καλούνται αι ηλικίαι αυταί; Θα σας δώσουν 50 χιλιάδας ανδρών και θα δυνηθήτε να απολύσετε δέκα ίσως και δώδεκα ηλικίας εκ των παλαιοτέρων. Και τους έλεγα ακόμη: Διατί δεν καλείτε τας ηλικίας των αγυμνάστων των νέων χωρών, διά να αντικαταστήσετε δι’ αυτών άλλας ηλικίας, ώστε να κατορθώσετε να περιορίσετε τας επιστρατευμένας ηλικίας εις τους νεαρωτέρους; Ουδεμία απάντησις, ουδεμία δικαιολογία.
Γ. ΠΩΠ. Ούτε εις τας ερωτήσεις αι οποίαι τοις απηυθύνοντο εν τη Βουλή έδιδον απάντησιν. Κακοήθης ενέργεια του Επιτελείου.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δεν έδιδον απάντησιν διότι τους ήτον αδύνατον να δώσουν τοιαύτην, καθόσον δεν ηδύναντο να ομολογήσουν τους σκοπούς δι’ ους εκράτουν την επιστράτευσιν.
Η επιστράτευσις η γενική τους ήτον αναγκαία, διότι αύτη εδικαιολόγει την απονομήν των προσθέτων επιδομάτων εις τους αξιωματικούς, ενόμιζαν δε ότι διά του μέσου αυτού θα είχαν ευμενεστέρους τους αποτελούντας το στράτευμα. Μου είπαν ότι γράψας αυτό ύβρισα τους αξιωματικούς, αλλ’ ήτο τούτο τόσον μικρόν, τόσον ταπεινόν, ώστε δεν ενόμισα αναγκαίον ούτε να απαντήσω. Αλλά δεν ήτο αυτό μόνον. Έχοντες την γενικήν επιστράτευσιν είχαν το δικαίωμα να εφαρμόσουν ανά πάσαν στιγμήν τον στρατιωτικόν νόμον. Και εσκόπουν να τον εφαρμόσουν, αλλ’ υπήρχε κάποια δυσκολία, κάποια αντίδρασις, διότι αι Δυνάμεις δεν εφάνησαν διατεθειμέναι να δεχθώσιν ότι ο στρατιωτικός νόμος επεβάλλετο εξ εξωτερικών ή στρατιωτικών λόγων και έλεγαν εις τους Σωτήρας ότι θα έκαναν καλά να μη τον εφαρμόσουν και δεν τον εφήρμοσαν, διότι εφοβούντο την σύστασιν των Δυνάμεων, αλλά τον είχαν πάντοτε ως φόβητρον, και όταν θα ήρχοντο εις σύγκρουσιν προς τας Δυνάμεις, θα εφήρμοζον αυτόν. Αλλ’ είχε και άλλον σκοπόν η επιστράτευσις. Αύτη παρείχε το δικαίωμα εις το Επιτελείον να αρπάζη εις πάσαν στιγμήν τους αξιωματικούς και να τους πετά από το εν εις το άλλο άκρον της Ελλάδος. Άνευ επιστρατεύσεως, τας μεταθέσεις ενεργεί το Συμβούλιον των Αντιστρατήγων, είναι δε τούτο μία εγγύησις ότι δεν δύναταί τις να μετατεθή αυθαιρέτως, ενώ επί γενικής επιστρατεύσεως έχει εις χείρας αυτού το Γενικόν Επιτελείον, ως όπλον, το δικαίωμα να αποστέλλη εξ Αθηνών εις τα απώτατα σημεία του Κράτους πάντα αξιωματικόν, ο οποίος θα ετόλμα να δείξη τάσεις τινάς ανεξαρτησίας πνεύματος. Αλλά δεν είναι αυτά μόνον. Επεδίωκον ακόμη οι ανόσιοι αυτοί άνθρωποι, οι Γέροντες και το Επιτελείον, επεδίωκον διά της παρατάσεως της γενικής επιστρατεύσεως να κάμψουν σωματικώς και ψυχικώς τον Ελληνικόν λαόν, διά να τον καταστήσουν ανίκανον να εξεγερθή ποτέ, όπως τοις ζητήση λόγον. Αυτό επεδίωκον διά της παρατάσεως της επιστρατεύσεως επί δεκάμηνον. Επεδίωκον ακόμη να χρησιμοποιήσουν την επιστράτευσιν και διά την διδασκαλίαν την άτιμον, η οποία εγένετο εις τους στρατώνας, διά να κατορθώσουν να απαλλοτριώσουν, αν ήτο δυνατόν, όπως είπα και προ ολίγου, τον λαόν από τον εκλεκτόν του, τον λαόν από το κόμμα προς το οποίον ευρίσκετο προσηλωμένος επί τόσον χρόνον. Αντί να διδάσκηται εις τους στρατιώτας το φρόνημα το γενναίον, αντί να διδάσκηται εις τους στρατιώτας η ανάγκη της θυσίας του ατομικού σαρκίου διά την εξυπηρέτησιν των υψηλών ιδεωδών της Πατρίδος, εις τους στρατιώτας εδιδάσκετο, κατά τας επιταγάς του Επιτελείου, η δειλία, εδιδάσκετο η αποφυγή της εκπληρώσεως παντός υψηλού καθήκοντος, εδιδάσκετο η αποστροφή προς πάσαν γενναίαν πράξιν, εδιδάσκετο διαρκώς και αενάως ότι, εάν μένουν εις τους στρατώνας, μένουν διότι τους εκάλεσεν ο Βενιζέλος και πρέπει καλά να το εννοήσουν αυτό και καλά να το βάλουν εις την ψυχήν των, ώστε όταν θα φύγουν να πάνε εις τα σπίτια των να το ενθυμούνται και αυτό να λέγουν εις τους γονείς των και αυτό να λέγουν εις τους αδελφούς των. Αυτή ήτο η εργασία η οποία εγίνετο εις τους στρατώνας. Βεβαίως δεν λέγω ότι δεν υπήρχον και εξαιρέσεις, αλλ’ αυτή ήτο γενικώς η εργασία η γινομένη εις τους στρατώνας κατ’ επιταγήν του Επιτελείου τον χρόνον εκείνον. Βεβαίως η εσωτερική αύτη άποψις είναι ίσως επαρκής διά να εξηγήση την παράτασιν αυτήν της επιστρατεύσεως. Αλλ’ εφαρμόζοντες την λεγομένην ουδετερότητα, πράγματι δε Γερμανικήν πολιτικήν, επεδίωκον και εν άλλο πράγμα· εγνώριζαν ότι ο πόλεμος ήτο ενδεχόμενον να υπάρξη μακρός· εγνώριζαν ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων, όσον και εάν εφαντάζοντο ότι το υπενόμευσαν, είχεν ακόμη βαθυτάτας τας ρίζας του εις την ψυχήν του Ελληνικού λαού· εφοβούντο λοιπόν από στιγμής εις στιγμήν μήπως επέλθη κάποια μεταβολή περιστάσεων και η Ελλάς δυνηθή να λάβη μέρος εις τον πόλεμον· αυτοί δε, εφαρμόζοντες Γερμανικήν πολιτικήν, ήθελαν να φέρουν την Ελλάδα εις σημείον ώστε, υπό οιασδήποτε περιστάσεις, και τας αρίστας ακόμη, να μη δύναται σωματικώς και ψυχικώς να μετάσχη του πολέμου. Ήθελαν να προσφέρουν και αυτήν την τελευταίαν υπηρεσίαν προς τον Γερμανόν αυτοκράτορα και προς τους συμμάχους αυτού κληρονομικούς μας εχθρούς.
Αι περί επιστρατεύσεως εξηγήσεις των Σωτήρων.
Κύριοι, μόνον αφού συνετελέσθη η αποστράτευσις ηναγκάσθησαν να μας είπουν εις τι την εχρησιμοποίησαν, διότι την στιγμήν που μετέβαινον εις τους οίκους των οι αποστρατευόμενοι έπρεπε να δώσουν δικαιολογίαν τινά. Ακούσατε δε τι έγραφεν ο τύπος των: (Αναγινώσκει). «Μη δυνάμενοι – λέγει – να γνωρίζουν (οι αντιπολιτευόμενοι) ποίους πολιτικούς σκοπούς σοβαρούς και εθνικωτάτους εξυπηρέτει η επιστράτευσις, επίστευον εν τη στενότητι των αντιλήψεών των, ότι αύτη μόνον την εξυπηρέτησιν κομματικής πολιτικής είχεν ως αποστολήν. Δεν ηδύναντο να διίδουν ότι, εις την σημερινήν πολιτικήν της Ελλάδος, η υπό τα όπλα παραμονή του Ελληνικού λαού προσηρμόζετο εις την επίτευξιν άλλων σκοπουμένων καθαρώς Ελληνικών και γνησίως εθνικών». Αυτή ήτο μία απάντησις.
Και άλλη: (Αναγινώσκει). «Διά της αποστρατεύσεως η Ελλάς επαναλαμβάνει τον ομαλόν (!) και κανονικόν της βίον. Οι λόγοι της επιστρατεύσεως εξέλιπον, επιτυχόντος του σκοπού, διά τον οποίον η ισχύουσα πολιτική διετήρησε την επιστράτευσιν». Ποίου σκοπού;
Εις Βουλευτής. Του Γούναρη.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Και περαιτέρω: (Αναγινώσκει). «Διά της αποστρατεύσεως η Ελλάς μεριμνά περί εαυτής και τακτοποιεί τα του οίκου της. Περισυλλέγεται».
Οίμοι της περισυλλογής!
Και άλλη απάντησις: (Αναγινώσκει). «Και επί του προκειμένου, η Ελληνική Κυβέρνησις, οφείλουσα να σιωπά, χάριν αυτών των εθνικών συμφερόντων, δεν είχε την υποχρέωσιν να δώση εξηγήσεις εις κανένα διατί διετήρει την επιστράτευσιν». Εις κανένα. Ούτε και εις τον Λαόν. Αυταί ήσαν αι συνταγματικαί των αντιλήψεις.
Sic volo sic jubeo.
Ήσκουν καθαρώς Γερμανικήν πολιτικήν.
Αυταί ήσαν αι απαντήσεις, Κύριοι, αι οποίαι εδόθησαν, οσάκις επεζήτει το καθεστώς των Γερόντων να εξηγήση τους σκοπούς της επιστρατεύσεως. Αλλά, Κύριοι, αφού διετήρουν την επιστράτευσιν, διατί τουλάχιστον δεν εχρησιμοποίησαν αυτήν προς επιτυχίαν σκοπού τινος; Εξήγησα ήδη προηγουμένως τίνα ανταλλάγματα ηδύναντο να επιτύχουν παρά των Γερμανών. Αλλ’ εάν τα ανταλλάγματα ταύτα ούτε εσκέφθησαν καν να ζητήσουν διά να μη φέρουν εις δύσκολον θέσιν αυτούς, διατί τουλάχιστον, αφού ωξύνθη το ζήτημα του εν Τουρκία Ελληνισμού, δεν εστράφησαν μίαν φοράν προς τον Αυτοκράτορα της Γερμανίας διά να του είπουν: «Γνωρίζετε επί τέλους ότι το μαχαίρι έφθασε έως το κόκκαλο;». Διατί δεν εσκέφθησαν τουλάχιστον διά την προστασίαν του εν τη Ανατολική Μακεδονία Ελληνισμού; Διότι έχετε, Κύριοι, ενώπιόν σας την απόδειξιν εξ εγγράφων επισήμων, τα οποία κατετέθησαν εις την Βουλήν, ότι η πρωτοβουλία των διωγμών του Μικρασιατικού Ελληνισμού είναι καθαρώς Γερμανική. Διατί λοιπόν, αφού διετήρουν την επιστράτευσιν, ως εκ της οποίας ηδύνατο να έχη η φωνή των μείζόν τι κύρος, διατί δεν ηξίουν τουλάχιστον την φειδώ προς τους ατυχείς εκείνους ομογενείς πληθυσμούς; Διατί έδιδον τα πάντα, και όχι μόνον ουδέν έλαβον, αλλ’ ούτε εζήτησαν καν τίποτε ως αντάλλαγμα; Διατί άλλο, παρά διότι ήσκουν Γερμανικήν πολιτικήν;
Και της Γερμανικής αυτής πολιτικής έχομεν, Κύριοι, και άλλας αποδείξεις. Εις τους Αγγλογάλλους εν αρχή επετρέψαμεν να εισέλθουν εις το Σερβικόν έδαφος διά της κοιλάδος του Αξιού, τόσον δε πολύ ενεμείναμεν εις τούτο, ώστε όταν οι Άγγλοι εζήτησαν να χρησιμοποιήσουν τον σιδηρόδρομον Θεσσαλονίκης - Δεδεαγάτς προς αποστολήν επικουριών διά τα στρατεύματα αυτών εν Δοϊράνη, προεβλήθη ότι ο σιδηρόδρομος ούτος μη ακολουθών την κοιλάδα του Αξιού δεν δύναται να χρησιμοποιηθή προς αυτόν τον σκοπόν και ότι πρέπει να σταλώσι τα στρατεύματα διά των Ανατολικών σιδηροδρόμων, οι οποίοι, εννοείται, ήσαν απερροφημένοι εις εξυπηρέτησιν των Γάλλων, και παρήλθον ούτω 24 ώραι, κατά τας οποίας τα εν Δοϊράνη Αγγλικά στρατεύματα έμειναν άνευ επικουριών, έως ου υπέκυψε το Επιτελείον και επέτρεψε να διέλθουν τα στρατεύματα και διά του Ενωτικού σιδηροδρόμου. Αφού δε ούτω εσκέπτοντο ως προς τους Αγγλογάλλους, διατί τουλάχιστον δεν συνωμολογήθη ότι η εισβολή η ενδεχομένη των Γερμανοβουλγάρων θα γίνη ομοίως διά της κοιλάδος του Αξιού, ώστε να ασφαλισθή από της εισβολής και η Ανατολική και η Δυτική Μακεδονία και να μη γίνη η όλη Μακεδονία θέατρον πολέμου; Διατί; Διότι ήσκουν Γερμανικήν πολιτικήν.
Αλλ’ έχομεν και άλλην απόδειξιν, Κύριοι, ότι ήσκουν ουχί ουδετερόφιλον πολιτικήν, αλλά Γερμανικήν πολιτικήν, ξένην πολιτικήν. Όταν επρόκειτο να μεταφερθή ο Σερβικός στρατός, ο ανασυγκροτηθείς εν Κερκύρα, εις Μακεδονίαν, ενθυμείσθε ποία αντίστασις αντετάχθη κατά της διόδου αυτού διά ξηράς. Εζήτησαν να εμποδίσουν διά παντός τρόπου την μεταφοράν του Σερβικού στρατού, όχι μόνον διά να είναι αύτη βραδυτέρα αλλά και επικινδυνοτέρα. Μετήρχοντο και εν τω σημείω τούτω Γερμανικήν πολιτικήν. Και επειδή Γερμανικά συμφέροντα επέβαλλον να μη μεταφερθώσιν οι Σέρβοι διά ξηράς, χρησιμοποιούντες το σιδηροδρομικόν μας δίκτυον, δεν επέτρεψαν την μεταφοράν ταύτην. Και δεν εσκέφθη η Κυβέρνησις των γερόντων ότι μετά το όνειδος, το οποίον προσήφθη διά την αθέτησιν των συμμαχικών υποχρεώσεων, μετά το μίσος, το οποίον ήτο φυσικόν να γεννηθή εις την ψυχήν των συμμάχων, συμφέρον υπέρτατον είχομεν να επωφεληθώμεν της παρουσιασθείσης ευκαιρίας διά να προσφέρωμεν μικράν τινα υπηρεσίαν εις το σύμμαχον ηρωϊκόν έθνος, όπως αμβλύνωμεν κατά το δυνατόν την μεταξύ ημών και αυτών δημιουργηθείσαν αντίθεσιν. Όχι μόνον τούτο δεν εζήτησαν να επιτύχουν, αλλ’ εζητήσαμεν να ανορύξωμεν βαθύτερον το χάσμα, το οποίον μας εχώριζεν αυτήν την στιγμήν από το φίλον Σερβικόν έθνος.
Η παράδοσις του Ρούπελ έργον του Επιτελείου.
Και ενώ ταύτα εγίνοντο κατά τον Απρίλιον, ολίγον χρόνον ύστερον, κατά τον Μάϊον, παρεδίδετο το Ρούπελ. Και πρέπει να μη λησμονήτε, Κύριοι, ότι οι Αγγλογάλλοι ανατινάξαντες από μηνών την γέφυραν του Δεμίρ-Ισσάρ είχον εκδηλώσει σαφώς και κατά τρόπον στρατιωτικώς απολύτως βέβαιον ότι ουδεμίαν πρόθεσιν είχον να ενεργήσωσι προς το μέρος εκείνο επιθετικήν στρατιωτικήν επιχείρησιν. Εγνώριζαν οι Γερμανοί, ότι ανατινάξαντες οι Αγγλογάλλοι την γέφυραν και μη απασχολούμενοι να αποκαταστήσωσιν αυτήν ουδένα σκοπόν είχον να προελάσωσι προς τα εκεί· η κατάληψις επομένως του Ρούπελ υπό των Βουλγάρων εγένετο ουχί ως πράξις αμυντική, αλλ’ ως πράξις επιθετική. Δεν θέλω να είπω ότι είμαι βέβαιος, αφού δεν έχω αποδείξεις, αλλά διατί, αφού το έχω εις την ψυχήν μου, να μη το μεταδώσω εις υμάς: ότι κρίνω πιθανόν ότι η πρωτοβουλία της παραδόσεως του Ρούπελ είναι ιδέα Ελληνική, δήθεν Ελληνική, δηλαδή ότι ήτο ιδέα του Επιτελείου, διά να ισορροπηθή η ενίσχυσις, την οποίαν επέτυχον οι Αγγλογάλλοι διά της αφίξεως των Σερβικών στρατευμάτων, διά της παραδόσεως του Ρούπελ προς τους Γερμανοβουλγάρους, διά να απειλούν εκείθεν ούτοι τα πλευρά της παρατάξεως της Αγγλογαλλικής. Ενθυμείσθε δε, όταν κατά την εποχήν εκείνην εξηγείρετο η δημοσία γνώμη και ηρώτα «διατί παρεδώσατε το Ρούπελ», ποία ήτο η απάντησίς των; Τι ηθέλετε να κάμωμεν; Οι Γερμανοί ήσαν αποφασισμένοι να προχωρήσουν, διετάξαμεν αντίστασιν, ερρίφθησαν και μερικοί πυροβολισμοί, αυτοί επέμειναν να προελάσουν, εάν επεμέναμεν περισσότερον θα εξηρχόμεθα της ουδετερότητος, διότι θα μας εκήρυττε τον πόλεμον η Γερμανία, και επειδή ημείς θέλομεν ουδετερόφιλον πολιτικήν είμεθα υποχρεωμένοι να το ανεχθώμεν.
Αλλά πόθεν, Κύριοι, πόθεν η απόδειξις ότι η παράδοσις του Ρούπελ ηξιούτο επί απειλή πολέμου; Και εάν δεν είχομεν έγγραφα δημόσια, εκ των οποίων γνωρίζομεν τι συνέβη, ποίος ήτο δυνατόν να πεισθή ότι, εάν εις τους Γερμανούς και Βουλγάρους ελέγαμεν ότι τα φρούρια ημών, τα οποία ωπλίσαμεν εναντίον του γείτονος, τα φρούρια ημών των οποίων το μυστικόν ετηρείτο μετά τόσης ευλαβείας ώστε ανώτεροι αξιωματικοί μεταβαίνοντες προς επίσκεψιν των φρουρίων δεν εγένοντο δεκτοί, μη μάθωσι τα του εσωτερικού μηχανισμού των, εφ’ όσον δεν ήσαν κεκλημένοι να υπηρετήσωσιν εκεί, – εάν τους ελέγαμεν αποφασιστικώς ότι τα φρούρια ημών δεν τα παραδίδομεν εις εκείνους κατά των οποίων τα έχομεν κατασκευάσει ακριβώς, ποίος θα πιστεύση ότι ούτοι θα ώθουν τα πράγματα μέχρι πολέμου, διά να επιτύχουν την κατάληψιν του Ρούπελ; Και τέλος, εάν αντέτασσον αντίστασιν πραγματικήν, και έβλεπαν τους Γερμανούς επιμένοντας μέχρι τέλους, και εάν πραγματικώς ευρίσκοντο ενώπιον ενός τελεσιγράφου Γερμανικού, θα ηδύναντο τότε τουλάχιστον να υποχωρήσουν, δικαιολογούμενοι ότι σύμφωνα με την πολιτικήν των τίποτε άλλο δεν ηδύνατο να πράξουν. Αλλά δεν υπάρχει ουδεμία εκ της φύσεως των πραγμάτων ένδειξις ότι οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι θα απεφάσιζαν, εάν τους ελέγαμεν ανδρικώς ότι δεν δίδομεν το Ρούπελ και προτιμώμεν να φθάσωμεν μέχρι πολέμου δι’ αυτό, δεν υπάρχει ουδεμία ένδειξις ότι θα απεφάσιζαν ότι η κατάληψις του Ρούπελ ήξιζε να επιδιωχθή και διά συγκρούσεως προς τον Ελληνικόν στρατόν.
Αι αποδείξεις της επαισχύντου ενεργείας.
Αλλ’ ήδη έχομεν αποδείξεις πλήρεις του πως εγένοντο τα πράγματα. Έχομεν την απόδειξιν ότι ουδεμία πίεσις ησκήθη προηγουμένως, ότι εστάλη μόνον μία επιστολή από τον Μίρμπαχ, τον πρέσβυν της Γερμανίας, και άλλη μία από τον Πασσάρωφ, τον πρέσβυν της Βουλγαρίας, προς τον κ. Σκουλούδην, διά των οποίων ανήγγελλον οι επιστέλλοντες ότι έχουν ανάγκην να καταλάβουν το Ρούπελ και να εισέλθουν εις την κοιλάδα του Στρυμόνος και διεβεβαίουν ότι η εισβολή αύτη ουδαμώς θίγει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος, τα οποία θα μείνουν σεβαστά. Και ο κ. Σκουλούδης λαμβάνων την ανακοίνωσιν αυτήν σπεύδει να απαντήση ότι λαμβάνει σημείωσιν των εν αυτή διαβεβαιώσεων, το οποίον εις την διπλωματικήν γλώσσαν σημαίνει «είμεθα σύμφωνοι». Που η πίεσις; Που η εκβίασις; Έχετε το τηλεγράφημα του εν Βερολίνω πρεσβευτού λέγοντος, ότι ουδεμία διαπραγμάτευσις προηγουμένως εγένετο και ότι, καθ’ α συνάγει, νομίζει ότι επίκειται προέλασις εις την κοιλάδα του Στρυμόνος προς κατάληψιν του Ρούπελ.
Διατί παρεδώσαμεν το Ρούπελ; Διότι ησκούμεν Γερμανικήν πολιτικήν. Και σκεφθήτε, Κύριοι, ποία πεποίθησις έπρεπε να υπάρχη εις το πνεύμα της Γερμανίας, ποία πεποίθησις επί την δουλοφροσύνην ημών, είτε επί την πλήρη υποταγήν ημών εις τα συμφέροντα τα Γερμανικά, όταν απεφασίζετο η προέλασις αυτή, χωρίς κανένα φόβον ότι ηδύνατο αύτη να δημιουργήση περιπλοκάς. Τους είχαν πείσει ότι ο Ελληνικός Λαός θα δεχθή τα πάντα πλέον, ότι τον είχαν δέσει χειροπόδαρα διά να τον παραδώσουν εις την Γερμανίαν και τους συμμάχους της.
Αλλ’ ερωτώ ακόμη την στιγμήν αυτήν. Εάν δεν ήσκουν, ουχί απλώς φιλουδετέραν, αλλά καθαρώς Γερμανικήν πολιτικήν, διατί όταν τους εζητήθη το Ρούπελ δεν ηξίωσαν να γίνη η κατοχή διά Γερμανικών στρατευμάτων και όχι Βουλγαρικών, με τον πρόσθετον όρον της υποχρεώσεως του να μη ανακοινώσουν εις τους Βουλγάρους τα του εσωτερικού του Ρούπελ; Τουλάχιστον την ευλάβειαν αυτήν προς το εύθικτον της Ελληνικής γνώμης δεν εσκέφθησαν ούτε οι Σωτήρες, ούτε το Επιτελείον, ούτε ο τότε Βασιλεύς να επιδείξουν; Διατί; Η απάντησις είναι απλουστάτη. Διότι, αν ηξίουν τοιούτο τι, η Γερμανία θα ηναγκάζετο ν’ απασχολήση διά την κατοχήν του Ρούπελ μίαν διλοχίαν και εν τάγμα Γερμανικού στρατού, και δεν προέβαλαν τοιαύτην αξίωσιν, διότι δεν ήθελαν να πράξουν τι το οποίον ηδύνατο να είναι ενοχοποιητικόν εις την Γερμανίαν.
Αλλά διατί τουλάχιστον εις την απάντησίν του ο προϊστάμενος των Γερόντων προς τον Μίρμπαχ, αφού εδήλου ότι δεν έχει αντίρρησιν διά την κατάληψιν του Ρούπελ, δεν εζήτει τουλάχιστον ως αντάλλαγμα, αφού το Ρούπελ είναι το κλειδί της Ανατολικής Μακεδονίας, την διαβεβαίωσιν ότι δεν θέλουν εισέλθει οι Βούλγαροι εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν; Διατί δεν το εσκέφθησαν; Ποίαν εξήγησιν θα εύρετε; Θα μου ειπήτε ίσως: και εάν εδίδετο τοιαύτη υπόσχεσις, μήπως θα ετηρείτο; Δεν θα έδιδα, βέβαια, εγώ μεγάλην σημασίαν εις τοιαύτην υπόσχεσιν. Αλλ’ ερωτώ: διατί εις το πνεύμα των Γερόντων, του Επιτελείου, του τέως Βασιλέως, εάν εσκέπτοντο Ελληνικώς, δεν επήλθε καν τοιαύτη σκέψις, να ζητήσουν μίαν υπόσχεσιν περί μη εισβολής εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν; Διότι ήσκουν Γερμανικήν και ουχί Ελληνικήν φιλουδετέραν πολιτικήν. Δ. ΠΑΖΗΣ. Παρά του υποδιοικητού Δεμίρ-Ισσάρ, τμήματος της Ανατολικής Μακεδονίας, Γεωργίου Ζώρα έμαθον ότι ο κ. Γούναρης διά κρυπτογραφικού τηλεγραφήματος της 17 Μαρτίου ετηλεγράφει: Μη ανησυχείτε διά την κατάληψιν. Επεδικάσθη οριστικώς η παράδοσις του Ρούπελ εις τους Γερμανοβουλγάρους και εξουδετερώθη πάσα προέλασις των Αγγλογάλλων. Εις το έτερον ζήτημα: Οι Μητροπολίται Δεμίρ-Ισσάρ, Δράμας και Σερρών από κοινού, απηλπισμένοι από την Κυβέρνησιν των γερόντων, διεμαρτυρήθησαν προς τον Μεγαλειότατον. Η απάντησις δε εκ μέρους του Γούναρη ήτο ότι δεν πρέπει να ανησυχή ο πληθυσμός της Μακεδονίας, διότι η Κυβέρνησις είχε λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα και δεν ήρχοντο οι Γερμανοβούλγαροι ως εχθροί του Ελληνισμού.
Τα αναίσχυντα ψεύδη των γερόντων περί του Ρούπελ.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αλλ’ η παράδοσις του Ρούπελ, Κύριοι, δεν είναι εξεταστέα μόνον από της απόψεως ταύτης, δεν αποτελεί μόνον την εμφανεστέραν απόδειξιν ότι οι άνθρωποι αυτοί εις την Γερμανικήν καθαρώς πολιτικήν ήσαν έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα, αρκεί να ωφελήσουν ή τουλάχιστον να μη παραβλάψουν τα Γερμανικά συμφέροντα. Εμφανίζει η υπόθεσις αύτη μίαν εικόνα καταπτώσεως εθνικής, διά την οποίαν ο μελετών τα έγγραφα της Λευκής Βίβλου καταλαμβάνεται από εθνικήν εντροπήν. Βλέπετε τον Πρόεδρον της Ελληνικής Κυβερνήσεως εμφανιζόμενον ενώπιον της Βουλής, διά να ψευσθή με τον μάλλον αναίσχυντον τρόπον. Περιγράφει το πώς έγεινεν η κατάληψις, εκθέτων ότι αύτη απετέλει αιφνιδιασμόν. Διαταγαί ήσαν ν’ αντισταθή, το φρούριον αντεστάθη, αλλ’ αυτοί επέμεναν· τι ηθέλατε να κάμωμεν, αφού ηθέλαμεν να μη φθάσωμεν εις πόλεμον με την Γερμανίαν; «Υπό τοιαύτας περιστάσεις, λέγει εις τας προς την Βουλήν ανακοινώσεις του ο κ. Σκουλούδης, ευρεθείσα η Κυβέρνησις και βλέπουσα αφ’ ενός μεν την απόφασιν των εισβαλόντων να καταλάβωσι το οχυρόν, αφ’ ετέρου δε ότι η εξακολούθησις της ενόπλου αντιστάσεως, δυναμένη από στιγμής εις στιγμήν να μεταβληθή εις γενικήν σύρραξιν, θα ήγεν εις έξοδον από της πολιτικής της ουδετερότητος, την οποίαν δεν εννοεί να εγκαταλίπη, διέταξε διά του Υπουργείου των Στρατιωτικών πρώτον μεν την παύσιν της αντιστάσεως, είτα δε όπως δηλωθή εις τον Γερμανόν αρχηγόν ότι απέναντι της γενικής εισβολής του Γερμανικού στρατού εν τη στενωπώ του Δεμίρ - Ισσάρ, εντός της οποίας ευρίσκεται το οχυρόν, είναι ηναγκασμένη η φρουρά ν’ αποσυρθή τούτου». Και προχωρεί περαιτέρω: «Ούτως εγένετο η κατάληψις των Στενών του Ρούπελ. Εκ της εκθέσεως ταύτης καταδηλούται το αβάσιμον των ποικίλων φημών, αίτινες εκυκλοφόρησαν σκοπίμως, όπως διαβάλωσι την Ελλάδα ως δολίως πολιτευθείσαν προς τα συμφέροντα της Συνεννοήσεως και μεροληπτικώς υπέρ των αντιπάλων της». Και κατωτέρω: «Ανάξια διαψεύσεως ή και απλής απαντήσεως είναι τα επιβούλως διαδοθέντα, ότι δήθεν η Επιτελική υπηρεσία, ή άλλη τις υπηρεσία, ήλθεν εις προσυνεννόησιν μετά των Γερμανοβουλγάρων όπως παραδοθή το Ρούπελ. Ουδεμία υπηρεσία, είτε Επιτελική είτε άλλη ενεργείται αυτοβούλως, αλλά πάσαι ενεργούσιν υπό τας διαταγάς και την ευθύνην της Κυβερνήσεως», της «Γερμανικής» παρέλειψε μόνον να είπη.
Θα μου ειπήτε: ναι, αλλ’ η Κυβέρνησις των γερόντων έπρεπε να κρύψη το αίσχος αυτό, το οποίον διέπραξε συμφωνήσασα την παράδοσιν του Ρούπελ. Απέναντι των ξένων δεν ήτο ορθόν να το είπη, διότι αυτό θα εξετράχυνε τας σχέσεις, τας οποίας αρκετά είχεν εκτραχύνει ο Πρόεδρος των γερόντων. Αλλ’ ερωτώ: διατί εν τοιαύτη περιπτώσει η Κυβέρνησις των γερόντων δεν έκρινεν ότι ηδύνατο να αναβάλη τας εργασίας της Βουλής επί τινας ημέρας, ίνα μη ευρεθή εις την ανάγκην να είπη τα αναίσχυντα αυτά ψεύδη ενώπιον της Βουλής;
Γ. ΠΩΠ. Τουναντίον ήθελον συζήτησιν, εγώ δε διαισθανόμενος ότι υπήρχε κάτι τι το τραγικόν εθνικώς διά την υπόθεσιν αυτήν, την αυτήν εσπέραν καθ’ ην κατήρξατο η συζήτησις εν τη Βουλή παρεκάλεσα από της ιδίας αυτής θέσεως την Κυβέρνησιν να περατωθή την ιδίαν εσπέραν. Εν εκ των μελών της Κυβερνήσεως εκείνης μοι εδήλωσεν ότι ήτο ανάγκη να παραταθή εφ’ όσον ήτο δυνατόν επί μακρότερον χρόνον, ίνα φωτισθή εντελώς ο Ελληνικός λαός. Οφείλω να προσθέσω ταυτοχρόνως, επειδή εξομολογούμεθα πάντες την εσπέραν ταύτην, ότι ο κ. Πρωθυπουργός, γνωρίζων ότι θα ωμίλουν και ότι επεφυλασσόμην να ομιλήσω μετά την Κυβέρνησιν και ότι θα επετιθέμην διά το γεγονός άνευ στοιχείων, αλλά από καθαρώς Ελληνικής απόψεως, με παρεκάλεσεν εν ονόματι της Πατρίδος και χάριν των εθνικών συμφερόντων να μη μετάσχω της συζητήσεως, αναλαμβανούσης της Κυβερνήσεως την υποχρέωσιν να μη απαντήση εις όσα εναντίον της διετυπώθησαν μετά ύφους μετριοπαθείας υπό ρητόρων τινών της Βουλής, και ιδιαιτέρως του αξιοτίμου Αρκαδίας βουλευτού, ο οποίος δεν παρακολουθεί τας ενταύθα συνεδριάσεις, και ιδίως εναντίον του κ. Γούναρη. Εθεώρησα καθήκον μου να μη μετάσχω της συζητήσεως και συγχρόνως η Κυβέρνησις αφήκεν ανανταπαντήτους τας μομφάς. Η αλήθεια είναι αύτη, ως αποδεικνύεται εκ της μέχρι τούδε αφηγήσεώς σας, ότι η απάντησις προς φωτισμόν του Ελληνικού λαού δίδεται την στιγμήν ταύτην μόνον. (Χειροκροτήματα).
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ερωτώ λοιπόν: Διατί δεν διεκόπτοντο αι εργασίαι της Βουλής, διά να μη ευρεθή εις την ανάγκην να είπη τα αναίσχυντα αυτά ψεύδη η Κυβέρνησις; Διατί η κατάπτωσις η εθνική επιτείνεται δι’ άλλων ενεργειών του Προέδρου των γερόντων; Διαμαρτύρεται ούτος και προς αυτούς τους συνενόχους του. Απευθύνεται προς τας εν Βερολίνω, Βιέννη και Σόφια πρεσβείας, μετά των οποίων συνεφώνησε την παράδοσιν, και γράφει: (Αναγινώσκει).
«Η εισβολή αύτη επί Ελληνικού εδάφους αντίκειται εις την επελθούσαν μεταξύ των Γερμανοβουλγαρικών και των ημετέρων στρατιωτικών αρχών συμφωνίαν, καθ’ ην τα στρατεύματα εκείνων, απαλλαγέντα της υποχρεώσεως να τηρώσι την ορισθείσαν υπό της κινητοποιήσεως ουδετέραν ζώνην, ηδύναντο να προελάσωσι μέχρι της οροθετικής γραμμής, αλλά χωρίς να υπερβώσιν αυτήν. Ενώπιον της παραχθείσης, διά της ανωτέρω επιδρομής, συγκινήσεως, τόσον μεταξύ των πληθυσμών των καταληφθέντων μερών, όσον και παρά τη κοινή γνώμη ολοκλήρου της Ελλάδος, η Β. Κυβέρνησις οφείλει να απευθύνη τας πλέον εντόνους διαμαρτυρίας προς τε την Α. Γερμανικήν Κυβέρνησιν και προς τας των συμμάχων της, και να επιμείνη όπως δοθώσι διαταγαί διά την ταχυτέραν εκκένωσιν του καταληφθέντος Ελληνικού εδάφους υπό των Γερμανικών και Βουλγαρικών στρατευμάτων. Ευαρεστηθήτε να προβήτε άνευ αναβολής εις επίμονον υπό το πνεύμα τούτο διάβημα παρά τη Κυβερνήσει παρ' η είσθε διαπεπιστευμένος, και μοι γνωρίσητε επειγόντως το αποτέλεσμα αυτού».
Μωρά ασχημοσύνη του κ. Σκουλούδη.
Διατί το επαίσχυντον τούτο έγγραφον; Ποία ήτο άραγε η υποδοχή εκ μέρους των υπουργών των Εξωτερικών της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Βουλγαρίας προς τους πρέσβεις ημών, όταν επήγαν να ομιλήσουν αυτήν την γλώσσαν, ενώ αυτοί ήξευραν ότι αυτά εγένοντο κατόπιν συμφωνίας; Πώς διαμαρτύρεσθε, θα είπαν, και μάλιστα εντόνως, και ζητείτε να τα εκκενώσωμεν; Η εξήγησις είναι μία. Εχρειάζετο να ανακοινωθή εις τον Ελληνικόν λαόν ότι εγένετο διαμαρτυρία, και δεν περιωρίσθησαν τουλάχιστον να είπουν ότι διεμαρτυρήθησαν, αλλά διέπραξαν και αυτήν την πρόσθετον επαίσχυντον πράξιν, να απευθυνθώσι προς τους συνενόχους διά να διαμαρτυρηθούν προς αυτούς. Και δεν αρκείται ο κ. Σκουλούδης εις ταύτα και μόνον· απευθύνεται και εδώ προς τον κ. Μίρμπαχ και προς τον κ. Πασσάρωφ, με τους οποίους αντήλλαξε τα έγγραφα και έκαμε την συμφωνίαν, και τους λέγει ο κ. Σκουλούδης: (Αναγινώσκει).
«Η αιφνιδία αύτη εισβολή σημαντικών δυνάμεων επί Ελληνικού εδάφους ου μόνον αποτελεί παραβίασιν της ουδετερότητος της Ελλάδος, αλλ’ αντίκειται προσέτι εις την επελθούσαν μεταξύ των ημετέρων στρατιωτικών αρχών και των αρχών του Γερμανικού και του Βουλγαρικού στρατού συμφωνίαν, καθ’ ην τα στρατεύματα των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, απαλλαγέντα της υποχρεώσεως να τηρώσι την ορισθείσαν υπό της κινητοποιήσεως ουδετέραν ζώνην, ηδύναντο να προελάσωσι μέχρι της Ελληνικής οροθετικής γραμμής, αλλά χωρίς να υπερβώσιν αυτήν». Ομιλεί περί Γερμανικού και Βουλγαρικού στρατού, είναι τρόπος εκφράσεως, δεν υπήρχε παρά εις Γερμανός αξιωματικός, όλοι οι άλλοι ήσαν Βούλγαροι. (Αναγινώσκει). Ενώπιον της τοιαύτης παραβιάσεως της ουδετερότητος και της παραχθείσης εξ αυτής ζωηράς συγκινήσεως, τόσον μεταξύ των πληθυσμών των καταληφθέντων μερών, όσον και παρά τη κοινή γνώμη ολοκλήρου της Ελλάδος, οφείλω να απευθύνω τη υμετέρα Εξοχότητι, μετά της παρακλήσεως όπως διαβιβάση αυτάς τη Κυβερνήσει της, τας πλέον εντόνους διαμαρτυρίας της Β. Κυβερνήσεως και να επιμείνω όπως τα Γερμανικά και Βουλγαρικά στρατεύματα εκκενώσωσι το ταχύτερον τα παρ’ αυτών καταληφθέντα Ελληνικά εδάφη.
Εις το έγγραφον αυτό, Κύριοι, ο μεν Πασσάρωφ απήντησε προστατευτικώς: «Μη φοβείσθε, δεν θα σας πειράξωμεν», ο δε Μίρμπαχ εσιώπησε περιφρονητικώς. Διότι δεν ήτο δυνατόν άνθρωπος της περιωπής του να καταδεχθή ν’ απαντήση εις τον Πρωθυπουργόν της Ελλάδος κατά τοιούτον τρόπον ψευδόμενον και καταισχύνοντα την θέσιν και το αξίωμά του.
Η διεθνής εντύπωσις εκ της Ελληνικής καταπτώσεως.
Αληθώς, Κύριοι, ουδέποτε Κράτος κατέπεσεν εις το σημείον του εξευτελισμού εις το οποίον κατέρριψε το Ελληνικόν Κράτος η Κυβέρνησις των γερόντων. (Χειροκροτήματα). Αναγνώσατε την Λευκήν Βίβλον διά να ιδήτε ποία ήτο η παραχθείσα εντύπωσις εις τας πρωτευούσας των Κρατών της Συνεννοήσεως. Αλλά επιτρέψατέ μου να σας αναγνώσω εκ της αυτής Βίβλου εν τηλεγράφημα του κ. Κορομηλά, διά να εξαγάγω εξ αυτού συμπεράσματά τινα: (Αναγινώσκει).
Εν Ρώμη, τη 15 Μαΐου 1916.
«Είδον προσωπικότητάς τινας αφ’ ης τα εξ Ελλάδος και Σόφιας τηλεγραφήματα ανήγγειλαν την εν χορδαίς και τυμπάνοις εισβολήν των Βουλγάρων εις το ημέτερον έδαφος, καταλαμβανόντων τους σταθμούς και τα χωρία μας και ακολουθούντων κατά πόδας τους στρατιώτας μας, αποσυρομένους άνευ αντιστάσεως. Η παραχθείσα ενταύθα εντύπωσις είναι αξιοθρήνητος. Και τούτο διότι ενθυμούνται την γενομένην άλλοτε παρ’ ημών δήλωσιν, ότι ουδέποτε θα επετρέπομεν εις τον κληρονομικόν μας εχθρόν, παρ’ ου δεν δυνάμεθα να αναμένωμεν ή δυστυχίας και καταστροφάς, να διέλθη τα σύνορά μας και να πατήση ως κατακτητής το έδαφος της Ελλάδος. Και πολλοί διερωτώνται, ποίαν αξίαν έχουσιν αι διαβεβαιώσεις μας;
Οι δε Ιταλοί είναι έτοιμοι να πιστεύσωσιν ότι, ως εν Μακεδονία, ούτω και εν Ηπείρω θα υποχωρήσωμεν εις τους Βουλγάρους, μετά ή άνευ των Αυστριακών, και ότι κάλλιον είναι να μη μας λαμβάνωσιν υπ’ όψιν, και ημάς και τας απατηλάς υποσχέσεις μας και τας φαντασιώδεις εγγυήσεις μας. Η Βουλγαρία, έχουσα επί κεφαλής Γερμανόν Στρατάρχην, όστις είναι ο ίδιος ο Βασιλεύς της, εισέβαλεν εις την Ελλάδα υπό οιωνούς, ους ουδέποτε ήθελε τολμήσει να ονειρευθή. Δεν θα απέλθη ποτέ εάν δεν έχωμεν την δύναμιν να την εκδιώξωμεν εκ του εδάφους μας. Την δύναμιν όμως ταύτην δεν την διαβλέπουσιν ούτε εν τη βουλήσει μας ούτε εν τω στρατώ μας. Εάν ηττηθή, τούτο θα γίνη παρ’ άλλων παρ’ ημών. Νικήτρια δε, θα εμπήξη εκ νέου και σταθερώς την σημαίαν της επί αυτών τούτων των τόπων, ους επότισε δια του Ελληνικού αίματος των παλαιών σφαγών της, και λίαν απατηλή είναι η ελπίς ότι θα την εξεδίωκον προς όφελος εκείνων οίτινες δεν επολέμησαν».
Σας ανέγνωσα, Κύριοι, το τηλεγράφημα του κ. Κορομηλά, διότι τούτο έχει σχέσιν με την πληροφορίαν ότι η απώλεια της Βορείας Ηπείρου, η οποία επήλθε μετά δύο μήνας, ήτο συνέπεια και αυτή της προδοσίας του Ρούπελ. Όταν ταύτα ούτως είχον, ήτο φυσικόν ότι η Ιταλία, στρεφομένη προς τας άλλας Δυνάμεις, μετά των οποίων είχε συνομολογηθή η σύγχρονος προέλασις των Ελλ. στρατευμάτων εις Βορείαν Ήπειρον και η αποβίβασις των Ιταλικών εις Αυλώνα, κατώρθωσε να πείση αυτάς ότι δεν ήτο δυνατόν να εμπιστευθή την ασφάλειαν των στρατευμάτων της, όσον αφορά τον τομέα εκείνον, εις την παρουσίαν Ελληνικών αρχών. Καίτοι δεν γνωρίζω βέβαια ποία αλληλογραφία διημείφθη μεταξύ των Δυνάμεων, δεν έχω όμως ουδεμίαν αμφιβολίαν ότι από της στιγμής εκείνης ήρχισεν η ενέργεια εκείνη, η οποία κατέληξεν εις την αφαίρεσιν παρ’ ημών της κατοχής της Βορείας Ηπείρου.
Αλλά δεν είχε μόνην ταύτην την συνέπειαν η παράδοσις του Ρούπελ. Η παράδοσις του Ρούπελ είχεν άμεσον συνέπειαν την κήρυξιν του στρατιωτικού νόμου εν Μακεδονία υπό του στρατηγού Σαράιγ, δηλ. ουσιαστικώς την κατάλυσιν της Ελληνικής κυριαρχίας. Αλλ’ ο απαίσιος Αρχηγός των γερόντων δεν κατέλυσε μόνον ουσιαστικώς την Ελληνικήν κυριαρχίαν εν Μακεδονία, δεν ανήρεσε μόνον την Ελληνικήν κατοχήν εν Β. Ηπείρω, πριν ή απέλθη κακήν κακώς δια της νότας της 8ης Ιουνίου. Είχε κατορθώσει να μη αφήση τίποτε εις τα πόδια του εις τον τόπον αυτόν. Είχε κατορθώσει να καταλύση κάθε ελευθερίαν, αλλά και κάθε εκδήλωσιν πολιτικού φρονήματος, πλην της δια του τύπου. Την γλώσσαν του κυβερνητικού και αυλικού τύπου γνωρίζετε όλοι κατ’ εκείνην την εποχήν. Απροκαλύπτως πλέον η ιδέα του Μοναρχισμού ανεκηρύσσετο απερικαλύπτως. Αι διαλέξεις των Φιλελευθέρων απηγορεύοντο εναντίον ρητής διατάξεως του Συντάγματος, και εις ένα μέγα κόμμα πολιτικόν, το οποίον δεν ήθελε να εισέλθη εις την Βουλήν, ημποδίζετο η επαφή αυτού μετά του λαού, έστω και δια της εν περικλείστω χώρω ενεργείας διαλέξεων. Στρατιωτική τρομοκρατία είχεν εγκαθιδρυθή. Ενθυμείσθε εις εν ρυπαρόν φύλλον τα άρθρα υπό τον τίτλον «Ανάγκη ειλικρινείας», τα οποία εδημοσίευεν εγκρίσει ή τουλάχιστον ανοχή του Υπουργείου των Στρατιωτικών, ως διερμηνεύοντα τας αντιλήψεις του στρατού. Ακούσατε τι έγραφε μία άλλη εκ των Εθνικοφρόνων εφημερίδων τότε: (Αναγινώσκει).
«Από έτους και πλέον ασχολούμεθα να πείσωμεν τας ανεπτυγμένας τάξεις, αλλά και τας πολιτευομένας τοιαύτας, περί ενός νέου παράγοντος, όστις μετά τους δύο μας πολέμους προσετέθη απαρατήρητος μεν, πραγματικώτατος όμως, εις την ενεργοποίησιν του συνταγματικού ημών πολιτεύματος. Και αυτός είναι ο στρατιωτικός παράγων. Ο νέος ούτος παράγων δεν έδωσε μόνον ζωήν και ιδιάζοντα βιταλισμόν εις τον Βασιλικόν παράγοντα, τον οποίον ο κ. Βενιζέλος εζήτησε να εκμηδενίση ή να τον περιορίση εντός των ασφυκτικών συνταγματικών σπαργάνων, εντός των οποίων του επιτρέπεται και ένας παλμός ελευθερίας μεταξύ 999 παθητικής ζωής και δουλείας. Αλλά εδημιούργησε μίαν ηθικήν μεν, πραγματικήν όμως, δύναμιν εις τον τόπον μας, ήτις αυτομάτως τρόπον τινά είναι προωρισμένη να επεμβαίνη οσάκις τα πολιτικά κόμματα φαίνωνται ανίσχυρα να προστατεύσουν τον τόπον αυτόν από κατακυλινδήματος εις πολιτικήν και πολιτειακήν αυτοκτονίαν».
Αλλ’ έφθασεν η κατάλυσις πάσης εννοίας ελευθερίας, Κύριοι, ώστε υπό την Κυβέρνησιν των γερόντων και υπό Υπουργόν της Δικαιοσύνης τον απόντα βουλευτήν εξ Αττικής, έφθασε να απαγορεύη αυτά ταύτα τα μνημόσυνα υπέρ των νεκρών. Ακούσατε τι έγραφε μία εκ των κυριωτάτων Κυβερνητικών εφημερίδων επ’ ευκαιρία μνημοσύνου, το οποίον είχε γίνη υπέρ των σφαγιασθέντων προσφύγων της Μ. Ασίας κατά τους διωγμούς τους ανθελληνικούς του 1914: (Αναγινώσκει).
«Η διοργάνωσις μνημοσύνου υπέρ θυμάτων του αλυτρώτου Ελληνισμού υπό του συλλόγου του μη εκπροσωπούντος τα φρονήματα του προσφυγικού πληθυσμού, προδήλως απέβλεπεν εις απόπειραν, μωράν βεβαίως, ανταρσίας εναντίον του καθεστώτος».
Το μνημόσυνον εις την εκκλησίαν υπέρ των θυμάτων των διωγμών είναι απόπειρα ανταρσίας, απλώς και μόνον διότι υπενθυμίζει τας καταστροφάς των ομογενών μας. (Αναγινώσκει). «Είτε ανεπιγνώτως, είτε εν επιγνώσει απετολμήθη τοιαύτη απόπειρα, φυσικόν ήτο να προκαλέση δικαίαν εξέγερσιν του λαού, όστις προσήλθεν εις τον ναόν του Αγίου Κωνσταντίνου δια να συμμερισθή τον πατριωτικόν πόνον των αδελφών του. Η εκμετάλλευσις και αυτής ακόμη της θρησκείας και των ιερών τόπων υπό των οργάνων του Βενιζελικού κόμματος δικαίως εξώργισε τον Αθηναϊκόν λαόν, όστις θα ετιμώρει σκληρώς τους εκμεταλλευτάς του πατριωτικού πόνου, εάν εγκαίρως η αστυνομία δεν ελάμβανε τα προσήκοντα μέτρα». Αλλά και το μνημόσυνον του Παλαιολόγου, διεξαγόμενον από εικοσαετίας, αν δεν απατώμαι, εθεωρήθη κατά το έτος εκείνο ως απόπειρα κατά του καθεστώτος, διότι υπενθύμιζεν εις ημάς ώρας και τόπους τους οποίους είχομεν αποκηρύξη.
Ο εμπορικός κόσμος των Αθηνών δι’ υπομνήματός του προς τον αρχηγόν των Φιλελευθέρων είχε δηλώσει ότι εξηκολούθει περιβάλλων αυτόν δια της εμπιστοσύνης την οποίαν ανέκαθεν είχεν επιδείξει προς αυτόν. Η Κυβέρνησις των σωτήρων διενήργησεν ανταναφοράν εκ μέρους των εμπορευομένων, όπως τους ονόμαζον, δια να είπουν τι; Η αναφορά απηυθύνετο προς τον Βασιλέα και έλεγε : (Αναγινώσκει). «Μόνη η υπό του Βασιλέως Εθνική εκπροσώπησις είναι ακραιφνώς πατριωτική και ανεπηρέαστος από υπολογισμούς του πολιτικού και κομματικού συμφέροντος ομάδων και ατόμων». Και περαιτέρω, βλασφημίαι συνταγματικαί: (Αναγινώσκει). «Υπέρ πάντα νόμον και υπέρ παν πολίτευμα τάσσομεν πάντες το συμφέρον του λαού, του όλου Έθνους και της Ελληνικής πατρίδος, την σωτηρίαν αυτής και το εθνικόν μέλλον, όπερ αναθέτομεν εις τας δεξιάς χείρας του Μεγάλου Βασιλέως μας, όστις είναι ο αληθής πατήρ και ο μόνος κύριος εις τον ιδικόν μας Ελληνικόν οίκον». Αυτάς τας αντιλήψεις διετύπουν, Κύριοι, πρώτον μεν δια να επιρρίπτωνται ανάνδρως πολιτικαί ευθύναι εις τον Βασιλέα, δεύτερον δε ίνα προσφέρηται θυμίαμα προς τον Βασιλέα, αναγνωριζομένου τούτου ως κυρίου του σπιτιού μας. Άλλη εφημερίς, εκ των εγκύρως διερμηνευουσών τας ιδέας τότε των Γερόντων, εξηγούσα διατί ο Βασιλεύς δεν δεσμεύεται από την λαϊκήν ετυμηγορίαν ως προς την εφαρμοστέαν πολιτικήν, έγραφε: (Αναγινώσκει). «Διότι η γνώμη των λαών, προκειμένου περί των πολιτικών των αρχηγών, δεν εκδηλούται πάντοτε υπό συνθήκας εξασφαλιζούσας το αλάθητον αυτής, δια το πολιτικόν ίνδαλμά της, ως εάν ο λαός ωρισμένης εποχής, ως συμβαίνει τώρα με τον κ. Βενιζέλον, κατατρυχόμενος υπό ασθενείας, αντιπροσωπεύη πάντοτε το συνολικόν συμφέρον της φυλής, εις ην ανήκει, το οποίον συμφέρον δεν συμπνίγεται μόνον εις το παρόν, αλλ’ απορρέει εξ ολοκλήρου παρελθόντος και διήκει δι’ όλου του μέλλοντος της φυλής αυτής».
Βλέπετε εις ποίαν κατάπτωσιν έφθαναν οι άνθρωποι αυτοί δια να εξηγήσουν τον Μοναρχισμόν, υποστηρίζοντες ότι ημείς οι ζώντες εκάστοτε επί του εδάφους του Ελληνικού δεν ημπορούμεν να αξιώμεν ότι αντιπροσωπεύομεν και την φυλήν, διότι είναι και οι νεκροί οι προ ημών και οι μεθ’ ημάς μέλλοντες να γεννηθούν επί του αυτού εδάφους, δι’ αυτούς δε εγκυρότερος αντιπρόσωπος είναι ο Μονάρχης παρά την ψυχήν ολοκλήρου λαού. Η όλη κατάστασις, Κύριοι, η οποία είχε δημιουργηθή την εποχήν εκείνην με τους υπερπλεονάζοντας κατασκόπους, είναι η κατάστασις της τυραννίδος, της οποίας αριστοτεχνικήν εικόνα δίδει ο Αριστοτέλης εις τα Πολιτικά του. Και ούτω, Κύριοι, φθάνομεν εις την Νόταν της 8ης Ιουνίου. Δεν νομίζω αναγκαίον να ενδιατρίψω εις το ζήτημα το διεθνές, το οποίον ανεκίνησαν από της θέσεως ταύτης. Αι Δυνάμεις, ιδρύσασαι το Ελληνικόν Κράτος, το ίδρυσαν αληθώς ως Κράτος ανεξάρτητον, αλλ’ εφρόντισαν να προσθέσουν εις μεν την πρώτην πράξιν κατά την εκλογήν του Όθωνος ότι το ίδρυον ως Κράτος ανεξάρτητον μοναρχικόν, εις δε την δευτέραν πράξιν, δια της οποίας επεξέτεινον την εγγύησιν κατά την εκλογήν του Βασιλέως Γεωργίου, ότι το εγγυώνται ως Κράτος μοναρχικόν, ανεξάρτητον και συνταγματικόν. Η εγγύησις αυτή των Δυνάμεων, Κύριοι, παρέσχεν εις την Ελλάδα προστασίαν επί ένα όλον αιώνα. Ποτέ άλλοτε, πλην της παρούσης περιστάσεως, συνολική εξάσκησις των εκ της εγγυήσεως αυτής απορρεόντων δικαιωμάτων υπέρ των τριών Δυνάμεων δεν επαρουσιάσθη. Και όπως ορθότατα είπεν ο συνάδελφός μου Υπουργός επί των Εσωτερικών, εάν ουδέ καν υπήρχον τα κείμενα αυτά των συνθηκών, και εάν δεν ήσαν αυταί αι ευεργέτιδες και εγγυήτριαι και προστάτιδες Δυνάμεις της Ελλάδος, είχον δε απλώς την διεξαγωγήν του μεγάλου αυτού πολέμου με τους σκοπούς τους οποίους έχουν και ευρίσκοντο επί του εδάφους ημών και έβλεπον ένα βασιλέα, ασκούντα την αρχήν επί τη βάσει ενός δημοκρατικού συντάγματος, να μεταβάλλεται εις ένα τύραννον και να καταδιώκη εν μέγα μέρος του λαού του και να μεταβάλλη αυτόν εις δούλον, να εφαρμόζη πολιτικήν κατά της οποίας εξηγείρετο η δημοσία συνείδησις και να μη λαμβάνη υπ’ όψιν την εκδήλωσιν της λαϊκής κυριαρχίας και την ετυμηγορίαν των εκλογών και να ισχυρίζεται ότι αυτός είναι υπεύθυνος απέναντι του Θεού, νομίζετε ότι, και εάν δεν υπήρχον τα κείμενα των συνθηκών, αι Δυνάμεις αυταί δεν θα εζήτουν να ασκήσουν την ευεργετικήν επίδρασίν των υπέρ των αγωνιζομένων υπέρ της ελευθερίας; Διότι κατά παράδοξον διαστροφήν αντιλήψεων, η οποία εκινδύνευσε να δημιουργήση δύο Ελλάδας εντός του Κράτους αυτού, ο κ. βουλευτής εξ Αττικής διαμαρτύρεται, διότι φρονεί ότι η επέμβασις των Δυνάμεων ησκήθη κατά των ελευθεριών του Ελληνικού λαού, του οποίου οι κυβερνήται πρέπει να έχουν το δικαίωμα να κάμνουν όσα έκαμνεν ο κ. Σκουλούδης, να καταλύουν δηλαδή πάσαν ελευθερίαν και πάσαν αιδώ και πάσαν έκφρασιν γνώμης, και όταν τους παρατηρήση τις ότι κάμνουν κακά, ν’ απαντούν: Α! μη θίγεις την ελευθερίαν μου.
Η Κυβέρνησις των γερόντων, και προ πάντων ο αρχηγός αυτής, φαίνεται ότι συνέλαβε προς στιγμήν και την ανοσίαν σκέψιν της αντιστάσεως κατά των Δυνάμεων. Ευτυχώς ο Βασιλεύς, σωφρονέστερος εν τούτω, δεν παρεσύρθη ουδέ παρά της φαινομενικής Κυβερνήσεώς του, της των γερόντων, ουδέ παρά της άλλης, της πραγματικής, εκ της οποίας άλλως τε οφείλω να εξαιρέσω κατά την περίστασιν αυτήν, ως μη δυνάμενον βεβαίως ποτέ να εισηγηθή και γνώμην αντιστάσεως, τον Γερμανοέλληνα μυστικοσύμβουλον. Τούτου η γνώμη επεκράτησε και εγένετο αποδεκτή η Νότα.
Τον κ. Σκουλούδην διεδέχθη ο κ. Ζαΐμης, αλλ’ η αληθής Κυβέρνησις παρέμεινεν η αυτή, η εμφανίσασα και την οργάνωσιν των επιστράτων και η παρατείνασα εγκληματικώς την επιστράτευσιν. Ο δε Βασιλεύς, ο τότε, παρουσίασε το λυπηρόν θέαμα της υποβιβάσεως του Στέμματος μέχρι των επιστρατικών συλλόγων, εις τα τηλεγραφήματα των οποίων επιδεικτικώς απήντα, ως εις εκείνο λ. χ. το οποίον έλεγε χαρακτηριστικώς, ότι οι τηλεγραφούντες είναι έτοιμοι παρά το πλευρόν του να πέσουν όπως συντρίψουν τους τε εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς του. Αλλά μεθ’ όλην την οργάνωσιν αυτήν, Κύριοι, και μεθ’ όλην την εμφάνισιν αυτήν του Στέμματος ως ηγουμένου του εκλογικού αγώνος κατά του κόμματος των Φιλελευθέρων, μεθ’ όλην αυτήν την εμφάνισιν, όλαι αι προεκλογικαί ενδείξεις ετεκμηρίουν ήτταν τρομεράν του μοναρχισμού. Υπελογίζετο ότι εκ των 146 βουλευτών, τους οποίους έδιδεν η Ν. Ελλάς, ούτε ένα ίσως θα εκέρδιζεν ο μοναρχισμός. Από δε την Π. Ελλάδα εις μεν την Λάρισσαν ουδένα επίσης ήλπιζεν, εις δε την Αττικήν δεν είχε να ελπίζη ουδέ πλειοψηφίαν, εις την Αχαιοήλιδα ομοίως ουδέ πλειοψηφίαν· δεν εννοώ ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων θα έφερε πλήρεις τους συνδυασμούς, αλλά θα εκέρδιζεν εν Αττική μεν τα 3/4 των εδρών, εν Αχαιοήλιδι δε τας ημισείας τουλάχιστον. Πλειοψηφίαν δεν θα είχεν ούτε εις την Κεφαλληνίαν, ούτε εις την Ζάκυνθον, ούτε εις τας Κυκλάδας, θα ηδύνατο δε ασφαλώς να επιτύχη εις Αρκαδίαν, Λακωνίαν, και θα έφερε πλειοψηφίαν εις την Αργολιδοκορινθίαν και Φθιωτιδοφωκίδα, ενώ εις τας λοιπάς επαρχίας θα διεξήγετο ο αγών επί ίσοις όροις. Υπό τοιούτους όρους το αποτέλεσμα των εκλογών θα έφερε 200 περίπου φιλελευθέρους κατά 100 αντιφιλελευθέρων βουλευτών. Αυτή ήτο η εικών την οποίαν παρουσίαζε κατά την εποχήν εκείνην η μελέτη της εκλογικής καταστάσεως εν Ελλάδι, και τότε προσήλθον επίκουροι οι Βούλγαροι εισβαλόντες και εις την Αν. και την Δυτ. Μακεδονίαν, δια να καταστήσουν την εν Μακεδονία εκλογήν αδύνατον. Δεν έχω απόδειξιν, και ούτε δύναμαι να είπω ότι ειλικρινώς πιστεύω, ότι τους εκάλεσαν οι Σωτήρες και δια τούτο εισήλθον· αλλ’ η πορεία των πραγμάτων ήτο τοιαύτη, ώστε να μη αποκλείεται η υπόνοια, ή μάλλον η πιθανότης, ότι εξεφράσθη επιθυμία, ήτις συνέπεσε και με το στρατιωτικόν συμφέρον των Βουλγάρων, να εισέλθουν ούτοι εις την Αν. και Δυτ. Μακεδονίαν. Μήπως απέκρυπτον οι Σωτήρες κατά την εποχήν εκείνην την ευχήν και την ελπίδα του να φθάσουν οι Βούλγαροι μέχρι της Κοζάνης και της Λαρίσσης, και διατί όχι μέχρις Αθηνών;
Αλλ’ εάν, Κύριοι, δεν έχω στοιχεία δια να αποδείξω την κατηγορίαν, ούτε δύναμαι να διατυπώσω μετά πεποιθήσεως ότι ούτοι προσεκάλεσαν τους Βουλγάρους, διετύπωσα ήδη την αποδεδειγμένην κατηγορίαν, ότι καθ’ ον χρόνον συνεφώνησαν την παράδοσιν του Ρούπελ δεν επέμειναν να συμφωνήσουν τουλάχιστον ότι δεν θα προήλαυνεν ο Βουλγαρικός στρατός εις Αν. Μακεδονίαν. Μόνον δε αφού επήλθεν η εισβολή εις την Αν. Μακεδονίαν και ήρχισαν αμέσως οι Βουλγαρισμοί εκείνοι, τους οποίους περιγράφει η εν τη Λευκή Βίβλω δημοσιευομένη αναφορά του τότε ανωτέρου διοικητού της Χωροφυλακής εν Μακεδονία, η δε δημοσία γνώμη ήρχισε συγκινουμένη, απετάθησαν οι εν Αθήναις ασκούντες την Γερμανικήν πολιτικήν προς το Βερολίνον, ζητούντες κάποιαν βοήθειαν, δια να μη εισέλθουν οι Βούλγαροι τουλάχιστον εις τας Σέρρας, Δράμαν και Καβάλλαν, δια να μετριασθή, ούτω κατά το δυνατόν η συγκίνησις της κοινής γνώμης. Και το Γερμανικόν στραταρχείον παρέσχεν αυτό το ψίχουλον εις ανταμοιβήν όλων των υπηρεσιών τας οποίας είχε λάβη εξ Αθηνών και εδόθη έγγραφον του Μίρμπαχ βεβαιούν, ότι δεν θα εισήρχοντο τα Βουλγαρικά στρατεύματα ούτε εις την Δράμαν, ούτε εις την Καβάλλαν, ούτε εις τας Σέρρας, εις ουδεμίαν δηλαδή των πόλεων της Αν. Μακεδονίας. Το έγγραφον δεν το είδα, το έγγραφον το είδεν ο συνάδελφός μου Υπουργός επί των Εξωτερικών· το έγγραφον αναφέρεται εις το πρωτόκολλον του Υπουργείου των Εξωτερικών, αλλά δεν ανευρίσκεται. Δεν υποθέτω βέβαια ότι η εξαφάνισίς του οφείλεται εις δόλον, ούτε υπόνοια καν ημπορεί περί τούτου να διατυπωθή· υπάρχει, άλλως τε, εις το πρωτόκολλον το περιεχόμενον αυτού εν περιλήψει, προκύπτει δε και εκ μεταγενεστέρου εγγράφου, το οποίον υπάρχει εις την Λευκήν Βίβλον. Αλλ’ ενώ δίδονται αι υποσχέσεις αυταί και ο κ. Ζαΐμης, με την αφέλειαν δια την οποίαν τον μέμφομαι, έσπευσε να στηριχθή εις τας διαβεβαιώσεις αυτάς, δια να αποτρέψη τους κατοίκους της Καβάλλας να αποκομίσωσι τα καπνά των, εκατομμυρίων αξίας, τα οποία είχον εκεί, λέγων εις αυτούς ότι δεν έχομεν κανένα φόβον διότι έχομεν τας επισημοτέρας διαβεβαιώσεις, η εκ των διαβεβαιώσεων τούτων ασφάλεια δεν διήρκεσε περισσότερον απ’ ό,τι διαρκούσι τα ρόδα. Και ό,τι Κύριοι, είναι χαρακτηριστικόν εις την προκειμένην περίστασιν είναι ότι, ότε διεμαρτυρόμεθα προς την Γερμανίαν δια την αθέτησιν της υποσχέσεως αυτής, της εγγράφου, Κύριοι, της κατηγορηματικής, ότι δεν θα εισήρχοντο οι Βούλγαροι εις τας τρεις πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας, μας εδίδετο η επομένη εκπληκτική απάντησις : (Αναγινώσκει).
«Ο Κόμης von Mirbach Hartt προς τον κ. Αλ. Ζαΐμην.
Κύριε Πρόεδρε,
Αναφερόμενος εις τας ανακοινώσεις, εις ας ο κ. Καρατζάς ευηρεστήθη να προβή, εξ ονόματος Υμών, την παρελθούσαν Τρίτην, έχω την τιμήν να φέρω εις γνώσιν της Υμετέρας Εξοχότητος, ότι η κατάστασις εν τω διαμερίσματι της Καβάλλας μετεβλήθη έκτοτε, εκ του γεγονότος ότι τα Ελληνικά στρατεύματα παρέδωκαν οικεία αυτών βουλήσει τα φρούρια και τας πυροβολαρχίας, περί ων πρόκειται, εις τους Βουλγάρους».
Έγγραφον, Κύριοι, αποτελούν νέον ράπισμα κατά της ευπιστίας των Σωτήρων, και δεικνύον τίνα αξίαν έχουν αι Γερμανικαί υποσχέσεις. Ενώ παραπονούμεθα διότι αφήκαν εναντίον γραπτών υποσχέσεων να εισέλθουν οι Βούλγαροι, μας απαντούν: «Δεν έχετε δικαίωμα να παραπονήσθε, αυτοί δεν εισήλθον δια της βίας, σεις παρεδόθητε μόνοι σας». Και δεν δύναμαι επ' αυτού του σημείου να είπω ότι πράγματι παρεδόθημεν μόνοι μας· παρεδόθημεν διότι πειθόμενοι εις τας υποσχέσεις αφήσαμεν να μας περισφίξουν οι Βούλγαροι και να γίνωμεν υποχείριοί των. Ώστε υπάρχει εδώ μία περιφρόνησις προς τας εγγράφους υποσχέσεις, μία επανάληψις της αντιλήψεως περί κουρελοχάρτου των συνθηκών, εις πάσαν περίστασιν κατά την οποίαν τα συμφέροντα της Γερμανίας, τα οποία πρέπει να είναι υπεράνω πάντων, αντιτίθενται εις τας δοθείσας υποσχέσεις.
Και ούτω, Κύριοι, εχάσαμεν, εκτός των άλλων, το 1/5 του υλικού της επιστρατεύσεώς μας, εν πολλοίς δε ως προς το πυροβολικόν πολύ μεγαλειτέραν αναλογίαν, εχάσαμεν δε πλην τούτου βαρέα πυροβόλα εις αριθμόν μεγάλον, ή σχεδόν ολόκληρον το ποσόν των βαρέων πυροβόλων μας, τα οποία είχομεν εκεί συγκεντρώσει δια τον εξοπλισμόν των φρουρίων της Καβάλλας.
Αλλ’ αν το πολεμικόν τούτο υλικόν η τύφλωσις των τότε υπευθύνων άφησε να καταλάβη ο κληρονομικός εχθρός, αλλά τον στρατόν ημών, εν ολόκληρον Σώμα στρατού, δεν μου λέγετε παρακαλώ, οι υπεύθυνοι της πολιτικής εκείνης της εγκληματικής, πώς κατωρθώθη ο στρατός αυτός να ευρεθή αιχμάλωτος εις την Γερμανίαν; Τίνι δικαίω οι Γερμανοί εκράτησαν ως αιχμάλωτον εν Σώμα στρατού Ελληνικού, ο οποίος την στιγμήν εκείνην, πιεζόμενος υπό των Βουλγάρων, περισφιγγόντων την πόλιν, εζήτησε προστασίαν παρ’ αυτών; Μήπως ήμεθα εχθροί και ευρισκόμεθα εις πόλεμον προς αυτούς δια να μας καταστήσουν αιχμαλώτους; Και τούτο μόνον, ύστερον από τας παρασχεθείσας προς αυτό εκπληκτικάς υπηρεσίας, δύναται να εξηγήση την περιφρόνησιν, την δικαίαν, ην ησθάνετο το Κράτος το μιλιταριστικόν προς το κράτος το ιδικόν μας, προς το κράτος των Σωτήρων.
Αλλά ποία υπήρξεν η στάσις των κυβερνητών της εποχής εκείνης απέναντι της παραβιάσεως των θεμελιωδεστέρων κανόνων του διεθνούς δικαίου, αλλά και του ανθρωπισμού αυτού, όταν ο στρατός του Κάιζερ συνελάμβανεν αιχμαλώτους στρατιώτας του Γερμανού στρατάρχου, όστις είχε κάμει το παν ίνα εξυπηρετήση αυτόν επί θυσία των Ελληνικών συμφερόντων;
Κύριοι, δεν υπάρχει εις τα αρχεία ούτε του Υπουργείου των Εξωτερικών ούτε του Υπουργείου των Στρατιωτικών, δεν υπάρχει ουδέ ίχνος καν διαμαρτυρίας, η οποία να ετολμήθη να διατυπωθή κατά της παραδόξου αυτής αιχμαλωσίας ενός σώματος Ελληνικού στρατού. Δεν υπάρχει ίχνος ενεργείας δια να ζητήσουν να μας αποδώσουν τον αιχμαλωτισθέντα στρατόν μας. Το μεν υλικόν πολέμου μας το επήραν οι Βούλγαροι, θα έπρεπε δε να ήσαν μωροί να το ζητήσουν από τον Φερδινάνδον να τους το επιστρέψη. Αλλά τον στρατόν μας, 8.000 στρατού, τον οποίον μετέφεραν εις Γερμανίαν λόγω μεν δια να τον ξενίσουν, πράγματι δε δια να τον κρατήσουν αιχμάλωτον εις Γκίρλιτς, διατί δεν ειργάσθη η Κυβέρνησις των Σωτήρων δια να επιτύχη την απελευθέρωσίν του; Και διατί ο τότε Έλλην Βασιλεύς, ή μάλλον ο τότε Βασιλεύς των Ελλήνων και Γερμανός στρατάρχης, δεν απηυθύνετο εις τον Κάιζερ, τον γυναικάδελφόν του, δια να του αποδώση τον στρατόν; Διατί δεν του έλεγε: «Μήπως είμαι εις πόλεμον μαζί σου; Μήπως δεν εξυπηρέτησα τα Γερμανικά συμφέροντα; Διατί κρατείς τον στρατόν μου αιχμάλωτον;» Νομίζω ότι το σημείον τούτο είναι εκ των πλέον μαύρων σελίδων της ιστορίας των δύο τελευταίων ετών. Οι άνθρωποι αυτοί δεν διεμαρτυρήθησαν δια την παρά πάντα νόμον αιχμαλωσίαν στρατού, διότι έχαιρον βλέποντες αφανιζομένην την Ελλάδα. Αυτοί θα εύχοντο να γείνη αιχμάλωτος και ο άλλος Ελληνικός στρατός, δια να είναι βέβαιοι, ως είπον, ότι με οιανδήποτε τροπήν των πραγμάτων η Ελλάς θα ήτο άοπλος και ανίκανος προς προάσπισιν εαυτής και βλάβην των Γερμανικών συμφερόντων. Θα σας παρακαλέσω να μου επιτρέψετε, πριν ή εγκαταλείψω την ζοφεράν ταύτην σελίδα, δια να σας αποδείξω πόσον αποτελεσματική υπήρξεν η όλη εργασία προς καταστροφήν του φρονήματος ενός μέρους του Ελληνικού λαού, να σας αναγνώσω τι έγραφε την επιούσαν της εισβολής των Βουλγάρων εις Ανατολικήν Μακεδονίαν και της εξόδου των πληθυσμών ήτις εγένετο προς την Δυτικήν Μακεδονίαν, την οποίαν περιγράφει τόσον τραγικώς το έγγραφον του Ανωτέρου Διοικητού της Χωροφυλακής Μακεδονίας το δημοσιευόμενον εις την Λευκήν Βίβλον, να σας αναγνώσω τι έγραψεν εν των οργάνων της τότε Κυβερνήσεως:
«Όλα τα τραγικά φαινόμενα έχουν και την κωμικήν των όψιν. Ούτω και η Γερμανοβουλγαρική εισβολή εις Μακεδονίαν. Ενώπιον εισελαυνόντων ξένων φεύγουν πανταχόθεν και έκφρονες εκ τρόμου προς την Θεσσαλονίκην όλοι οι κατάσκοποι, οι καταδόται, οι χαφιέδες, οι αυτοσχέδιοι έμποροι, όλα αυτά επί τέλους τα Βενιζελικά καθάρματα, τα παράσιτα του Γαλλικού στρατηγείου, τα οποία σκορπισθέντα εκ Θεσσαλονίκης προς όλας τας διευθύνσεις επίεζον και ετυράννουν τους Μακεδονικούς πληθυσμούς. Η φανταστική εις τρέξιμον φυγή των φαίνεται ότι είναι εξόχως κωμικόν θέαμα».
Οι Έλληνες της Ανατολικής και Δυτικής Μακεδονίας φεύγοντες προ της καθόδου των Βουλγάρων εχαρακτηρίζοντο με αυτά τα χρώματα!
Ούτε οι Βούλγαροι, Κύριοι, είχον χαρακτηρίσει την παρόμοιον φυγήν του 1913 των πληθυσμών ως «εξόχως κωμικόν θέαμα»· τραγικόν το εθεώρουν και αυτοί. Και οι Βουλγαροέλληνες των Αθηνών, διαφθαρέντες, ως διεφθάρησαν, από την τυραννίδα, κατώρθωσαν να χαρακτηρίσουν ως εξόχως κωμικόν θέαμα την φυγήν των πληθυσμών εκείνων. Και ωνόμασαν τους φεύγοντας καθάρματα, ανήκοντα εις μίαν μόνον πολιτικήν μερίδα.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Εφ’ όσων είπα τελευταίως θα μου συγχωρήσετε μίαν επανόρθωσιν. Ο τότε υπουργός των Εξωτερικών κ. Καραπάνος επί της Κυβερνήσεως Καλογεροπούλου έκαμε διάβημα προς την Γερμανικήν Κυβέρνησιν δια την απόδοσιν του παραδοθέντος στρατού μας. Η Γερμανική Κυβέρνησις απήντησεν ότι τον στρατόν αυτόν θεωρεί ως «internée», υπό περιορισμόν. Γνωρίζετε ότι, αν εν πολέμω ο στρατός ενός των εμπολέμων κρατών εισέλθη εις το έδαφος κράτους ουδετέρου, έχει καθήκον το ουδέτερον κράτος να τον περιορίση. Ο κ. Καραπάνος ανταπήντησεν ότι το πράγμα ήτο παράδοξον, διότι μέχρι τούδε εγνώριζεν ότι εμπόλεμος στρατός κρατείται υπό ουδετέρου κράτους ως «internée», όχι δε και ουδέτερος στρατός υπό εμπολέμου.
Τα πράγματα έμειναν εις αυτό το σημείον.
Παραμένει δε η απορία, πώς δεν κατώρθωσεν ο Γερμανός στρατάρχης, όστις ήτο και Βασιλεύς των Ελλήνων, πώς δεν κατώρθωσεν, απευθυνόμενος απ’ ευθείας εις τον Γερμανόν Αυτοκράτορα, να επιτύχη την απελευθέρωσιν του Ελληνικού στρατού. Και μεταβαίνομεν εις την έξοδον εκ της ουδετερότητος της Ρουμανίας.
Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ο κ. Καραπάνος έχει τον λόγον.
Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζω ότι επί του ζητήματος αυτού δεν υπήρχεν ωρισμένη απάντησις, και ότι τότε εξηκολούθησαν αι διαπραγματεύσεις με την Γερμανικήν Κυβέρνησιν, η οποία δεν ηρνήθη την απόδοσιν, αλλά υπό όρους τινάς.
Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ. Και η ανάμνησις η ιδική μου επί του ζητήματος δεν είναι διαυγής.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα στρατεύματα δεν επανήλθον και ότι, αφού έφυγεν η Κυβέρνησίς σας, η Κυβέρνησις Λάμπρου δεν έκαμεν ουδέν διάβημα περί τούτου.
Και φθάνομεν ούτω εις την έξοδον εκ της ουδετερότητος της Ρουμανίας. Όλοι ενθυμείσθε ότι έλεγαν οι περί το Επιτελείον, οι αποτελούντες δηλαδή την αληθή Κυβέρνησιν, ότι, όταν αποφασίση να εξέλθη η Ρουμανία, τότε θα εξέλθωμεν και ημείς εκ της ουδετερότητος. Και όμως τα πράγματα απέδειξαν ότι, και αφού η Ρουμανία εξήλθεν, ημείς επ’ ουδενί λόγω εννοούσαμεν να εξέλθωμεν, διότι είχομεν ρητήν υπόσχεσιν δώση να μη εξέλθωμεν. Απευθύνομαι τότε προς τον κ. Ζαΐμην δια να δηλώσω προς αυτόν ότι, μετά την έξοδον της Ρουμανίας εκ της ουδετερότητος, η οποία αίρει και το τελευταίον επιχείρημα των περί το Επιτελείον, μετά, προ παντός, την εισβολήν των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν, μετά την αιχμαλωσίαν του στρατού μας, μετά την αθέτησιν της εγγράφου υποσχέσεως της Γερμανίας, ότι δεν θα εισέλθουν οι Βούλγαροι εις Σέρρας, Δράμαν και Καβάλλαν, εγώ θεωρώ ότι αίρονται πλέον οι όροι, οι οποίοι με συνεκράτησαν έως τότε από της αναλήψεως του αγώνος κατά του δεσποτισμού.
Διεμήνυσα επομένως εις τον κ. Ζαΐμην ότι τον εξουσιοδοτώ να ανακοινώση προς τον Βασιλέα, ότι, αν και υπ’ αυτούς τους όρους εμμείνη εις την αυτήν πολιτικήν, εγώ είμαι αποφασισμένος ουχί να αναλάβω αγώνα εσωτερικόν, αγώνα εμφυλίου πολέμου, αλλά να προβώ εις τον διχασμόν του Κράτους και να ζητήσω να με ακολουθήση το μέρος, το οποίον ήτο διατεθειμένον να αντιμετωπίση τας αναγκαίας θυσίας, δια να αποτραπώσιν οι κίνδυνοι, τους οποίους εδημιούργησεν η Γερμανική πολιτική. Ο κ. Ζαΐμης συνωμίλησε μετά του Βασιλέως, επειδή δε κατά τας πρώτας ημέρας η εντύπωσις εκ της εισβολής, ιδίως των Βουλγάρων εις την Καβάλλαν, και εκ της εξόδου της Ρουμανίας ήτο ζωηρά, ο Βασιλεύς, κατά τας πρώτας ημέρας, ενόμισεν ότι ήτο καλόν να κερδίση ολίγον χρόνον.
Δια τούτο εξουσιοδότησε τελικώς, όχι αρχήθεν, αλλά μετά τέσσαρας ή πέντε ημέρας, τον κ. Ζαΐμην να μου ανακοινώση ότι απεφάσισε να εξέλθη εκ της ουδετερότητος, ότι προς τον σκοπόν αυτόν εξουσιοδοτεί τον κ. Ζαΐμην να αρχίση διαπραγματεύσεις μετά των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως περί των όρων της εξόδου. Αρχικώς εζήτησε να οχυρωθή όπισθεν των εκλογών, τας οποίας ήθελε να διεξαγάγη τότε δια να κερδίση δύο μήνας καιρόν. Ετέθη κατά μέρος αυτό - δεν ήτο δυνατόν ποτέ να γίνουν εκλογαί με τους Βουλγάρους εις την Μακεδονίαν. Εξουσιοδοτήθη λοιπόν να προβή ο κ. Ζαΐμης εις τας αναγκαίας διαπραγματεύσεις και να με κρατή ενήμερον, όχι βέβαια ως αρχηγόν της πλειονοψηφίας, την οποίαν δεν μου ανεγνώριζεν, αλλά ως αρχηγόν μεγάλου πολιτικού κόμματος, του οποίου διερμήνευεν αυτήν την πολιτικήν.
Δεν παρήλθον παρά ολίγαι ημέραι και όταν η ορμή η πατριωτική αξιωματικών τινων εν Μακεδονία, οδηγουμένων υπό της καρδίας και του πατριωτισμού, αλλ’ ουχί υπό του πολιτικού νου, ήγαγεν αυτούς προώρως εις το κίνημα της Θεσσαλονίκης, αποτέλεσμα δε του κινήματος αυτού υπήρξεν ότι ολόκληρος η εν Θεσσαλονίκη εδρεύουσα ενδεκάτη Μεραρχία δεν ηθέλησε να μετάσχη του κινήματος και οι αξιωματικοί αυτής ελθόντες εις τας Αθήνας ενεφανίσθησαν ενώπιον του Βασιλέως, όταν αυτά εγένοντο, ο δε τότε Βασιλεύς υπέθεσεν ότι η συγκίνησις της κοινής γνώμης ήτο παροδική και δεν υπάρχει ουδείς λόγος να μεταβάλωμεν πολιτικήν, απεφάσισε κατ’ αθέτησιν της υποσχέσεως, της δοθείσης πλέον δια του κ. Ζαΐμη, να επανέλθη και πάλιν εις την παλαιάν πολιτικήν.
Ούτω ο κ. Ζαΐμης απεμακρύνθη και ήλθεν εις την αρχήν η υπό τον κ. Καλογερόπουλον Κυβέρνησις. Εγνώριζα ότι η Κυβέρνησις του κ. Καλογεροπούλου ήρχετο με πρόγραμμα να συνεχίση, εάν ήτο δυνατόν, τας συνεννοήσεις μετά των Δυνάμεων της Αντάντ προς έξοδον της Ελλάδος εκ της ουδετερότητος. Αλλ' εγνώριζα ασφαλώς πλέον ότι και ο κ. Καλογερόπουλος θα έπιπτε θύμα της πραγματικής Κυβερνήσεως και ότι θα εχρησίμευε μόνον δια να ποικίλλωνται τα καθ' ημάς, ενώ κατ’ ουσίαν δεν επρόκειτο να γίνη ουδεμία μεταβολή εις την πολιτικήν της Ελλάδος. Και τότε απεφάσισα να γίνω επαναστάτης.
Κύριοι, δεν έχω ανάγκην να εξηγήσω εις υμάς ποία πάλη και πόσον μακρά και πόσον περιπετειώδης διεξήχθη εν τη ψυχή μου, πριν ή αποφασίσω να γίνω και πάλιν επαναστάτης, να γίνω αρχηγός κινήματος επαναστατικού.
Η ανθρωπίνη αδυναμία, από την οποίαν κανείς μας δεν είναι απηλλαγμένος, αφού και ο Θεάνθρωπος ακόμη προ του σταυρού ευρεθείς κατελήφθη υπ’ αυτής, η ανθρωπίνη αδυναμία με ώθει προς την ιδέαν ότι, εκτελέσας το καθήκον μου όσον ηδυνάμην, πράξας ό,τι ήτο δυνατόν εντός των κειμένων νόμων, ίνα σώσω το Κράτος από την καταστροφήν προς την οποίαν εφέρετο, ηδυνάμην να θεωρήσω ότι εξεπληρώθη πλήρως το καθήκον μου, τόσω μάλλον, καθόσον είχα την συναίσθησιν ότι είχα προσφέρει κάποιας υπηρεσίας εις τον τόπον υπερβαινούσας τον μέσον όρον των υπηρεσιών, τας οποίας κάθε πολίτης είναι υποχρεωμένος να προσφέρη εις την πατρίδα του, και επομένως ότι ηδυνάμην να αρκεσθώ εις τούτο, αφού η πολιτεία των αντιπάλων έφερε τα πράγματα μέχρι λύσεως, η οποία θα έφερε την πλήρη επαλήθευσιν των προβλέψεών μου. Ήσαν και άλλοι λόγοι, πλην της ανθρωπίνης αυτής αδυναμίας, οι οποίοι με έκαμναν να ενδοιάζω.
Μη γινόμενος δια πρώτην φοράν επαναστάτης, αλλά δια πολλοστήν - δεν ενθυμούμαι τον αύξοντα αριθμόν (παρατεταμένα χειροκροτήματα) εγνώριζα πόσον επικίνδυνον πράγμα είναι αι επαναστάσεις, ποίος είναι ο διηνεκής κίνδυνος, να εκφυλισθώσιν αύται εις αναρχίαν, εντός της οποίας οι σκοποί της επαναστάσεως δεν δύνανται φυσικά παρά να ναυαγήσουν. Απέβλεψα, εξ άλλου, εις την ηλικίαν μου, η οποία πλέον δεν ήτο η ηλικία η συνήθης δια τους επαναστατικούς αγώνας. Με εφόβιζαν επί πλέον τα αποτελέσματα της δηλητηριάσεως, την οποίαν είχε φέρει εις την ψυχήν μέρους του λαού η Γερμανική προπαγάνδα, και ήτο φυσικόν να λέγω: ας θεωρήσω ότι το καθήκον μου ήτο να πράξω ό,τι ήτο επιβεβλημένον εντός των νόμων και ότι υπ’ αυτούς τους όρους δεν ήτο καθήκον μου να προβώ και περαιτέρω, καταλύων δηλαδή τους υπάρχοντας νόμους, καταλύων την θεσπισμένην κατάστασιν, δια να φροντίσω να δημιουργήσω μίαν νέαν κατάστασιν, δια της οποίας να φροντίσω να αντιμετωπίσω την επερχομένην καταστροφήν.
Μίαν ημέραν, Κύριοι, με επεσκέφθη εις εκ των νυν συναδέλφων μου, ο οποίος είναι εις εκ των μεγάλων εργατών της παραγούσης πλούτον Ελλάδος, της ναυτιλλομένης Ελλάδος. Ήτο ούτος εκ των ανθρώπων, οι οποίοι συχνότερον με επεσκέπτοντο, δια να με ωθούν εις ενέργειαν. Με επεσκέφθη λοιπόν, και χωρίς να φαίνεται ότι απέβλεπεν εις ωρισμένον σκοπόν, μου διηγήθη, μίαν ομιλίαν, την οποίαν του έκαμνε προ μικρού ο κουρεύς του. Κατά τον εν λόγω συνάδελφόν μου, ο κουρεύς του ήτο τρομερά Βενιζελικός. Του έλεγε δε:
«Κύριε Εμπειρίκε, ημείς εδώ οι απλοί άνθρωποι λέγομεν ότι έχει μίαν μεγάλην ευθύνην, εκτός του Βασιλέως, και ο Βενιζέλος».
Επί ερωτήσει δε του κ. Εμπειρίκου κατά τι ευθύνεται ο Βενιζέλος, ο οποίος διαμαρτύρεται, φωνάζει, σχίζεται, ο κουρεύς απήντησε:
«Μα, ο Βενιζέλος μας λέγει ότι πηγαίνομεν εις καταστροφήν. Α, λοιπόν, αφού πηγαίνομεν εις καταστροφήν, διατί να μη εμποδίσωμεν αυτό το πράγμα;»
Του λέγει ο κ. Εμπειρίκος: «Και διατί δεν κυττάζετε να το εμποδίσετε;»
«Πώς είναι δυνατόν να το κάμωμεν;» του απαντά ο κουρεύς. «Εφ’ όσον Βενιζέλος υπάρχει και ζη, δεν δυνάμεθα να κάμωμεν τέτοιο πράγμα. Διότι ο καθένας σκέπτεται ότι, αφού ο Βενιζέλος, που βλέπει καλύτερα τα πράγματα, κάθεται ήσυχος, θα πη πως τίποτε δεν μπορεί να γενή. Ενώ, αν έλειπε ο Βενιζέλος, τότε εμείς οι άλλοι, ο λαός, θα εκυττάζαμε πώς μπορούσαμε να σώσωμε τον τόπο από την καταστροφή».
Η ομιλία αυτή δεν φαίνεται, Κύριοι, έχουσα μεγάλην σημασίαν.
Και όμως είμαι υποχρεωμένος να σας ομολογήσω ότι υπήρξε δι’ εμέ συγκλονιστική η εξ αυτής εντύπωσις. Και, μόλις έφυγε ο συνάδελφός μου, έλεγα κατ’ εμαυτόν ότι πράγματι ο κουρεύς αυτός ομιλεί σωστά, και οι ενδοιασμοί μου όπως εκπληρώσω μέχρι τέλους το καθήκον μου, γινόμενος και επαναστάτης, πρέπει να λείψουν, διότι ήτο δυνατόν να οφείλωνται εις εγωιστικά καθαρώς ελατήρια. Έλεγα εις τον εαυτόν μου:
«Κύριε, έχων συ συγκεκομισμένον εκ πολλών αγώνων και πολλών επιτυχιών ένα κεφάλαιον όχι σύνηθες, δεν θέλεις να το διακινδυνεύσης και συλλογίζεσαι ότι είναι καλύτερον να καθήσης ήσυχος, περιμένων τα πράγματα να αποδείξουν ότι είχες δίκαιον, δια να έχης την ηθικήν ικανοποίησιν ότι προείδες τα πράγματα, και λησμονείς ότι αφίνεις ούτω μέχρι τέλους να επέλθη το κακόν, το οποίον ίσως, αν όχι βεβαίως, ηδύνασο να εμποδίσης, το οποίον πάντως σου επιβάλλεται να επιχειρήσης να εμποδίσης».
Εζήτησα τότε να ίδω και τον ναύαρχον Κουντουριώτην, ούτινος τας ιδέας εγνώριζα εξ ανακοινώσεων κοινών φίλων και του ιδίου κ. συναδέλφου, περί του οποίου ωμίλησα. Τον ναύαρχον Κουντουριώτην είδα όχι μόνον διατεθειμένον να μετάσχη του αγώνος, αλλά και ωθούντα εις αυτόν και λέγοντα και βεβαιούντα μετά κύρους – διότι υπήρξε μέλος μιας ή δύο των τελευταίων κυβερνήσεων των Σωτήρων, επιτεταγμένος από τον τότε Βασιλέα ως αρχηγός του στρατού και του στόλου - και πεπεισμένον ότι η Ελλάς επροδίδετο και ότι η πολιτική η ασκουμένη ήτο Γερμανική και ότι ήτο αίσχος εις ημάς και τον Ελληνικόν λαόν να δεχώμεθα αυτήν μέχρι τέλους αδιαμαρτύρητοι. Και η γνώμη αυτή του Ναυάρχου και η συνεργασία αυτού εξήλειψαν και τους τελευταίους ενδοιασμούς μου.
Σαν χθες προ 11 μηνών ανεχώρουν εκ Φαλήρου και σαν σήμερον εκηρύττετο εν Κρήτη η επανάστασις, εις την οποίαν εδόθη χαρακτήρ ούτε αμέσου εμφυλίου πολέμου, ούτε προ παντός αντιδυναστικού κινήματος. Εφρόντισα, εν Κρήτη ακόμη, να διακηρύξω ότι είμεθα έτοιμοι και κατά την υστάτην ταύτην στιγμήν, εάν το Στέμμα θέλη να ακολουθήση την υπό του Έθνους χαραχθείσαν πολιτικήν, να γίνωμεν ουραγοί του Στέμματος. Είναι περιττόν να σας είπω, Κύριοι, ότι, τούτο πράττων και μη θέλων να δώσω αντιδυναστικόν χαρακτήρα εις το κίνημα, δεν εσκεπτόμην κομματικώς, δεν το έπραττα διότι εις τα μέρη όπου επήγαινα να κηρύξω το Ευαγγέλιον της επαναστάσεως μου εχρησίμευε τούτο. Τουναντίον όσοι με ηκολούθησαν είδον ότι, όπου κατέστελλον τας ορμάς τας αντιδυναστικάς, έρριπτον πάγον ψυχρότητος εις τας ψυχάς. Και όμως εθεώρησα ότι μου επεβάλλετο τούτο, διότι ούτε εις καμμίαν άλλην κρίσιμον εποχήν, ούτε πολύ περισσότερον εις αυτήν, ηδυνάμην να ενθυμηθώ τον αρχηγόν κόμματος τον μεριμνώντα περί του κόμματος, αλλά τον αρχηγόν κόμματος τον μεριμνώντα υπέρ των γενικών συμφερόντων του Έθνους.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου