Αδαμάντιος Κοραής, Περί της ελληνικής παιδείας και γλώσσης (απόσπασμα)
Και τί καλόν επροξένησεν η Ρητορική εις τους ανθρώπους; ήθελεν ίσως ερωτήσειν όστις δεν πισεύει την συγγένειαν αυτής με την Φιλοσοφίαν. Μήπως εδυνήθη ο Δημοσθένης να σώση την Ελλάδα από τον ζυγόν των Μακεδόνων; ή ο Κικέρων να παύση τους εμφυλίους πολέμους, οι οποίοι αφάνισαν την ελευθερίαν της πατρίδος του; Αι τέχναι, αποκρίνομαι, δεν πρέπει να κρίνωνται αφ’ ό,τι κάμνουν ή δεν κάμνουν, αλλ’ αφ’ ό,τι δύνανται να κάμωσι· και αρκεί να το κάμνωσι ποτέ να τας ελευθερώση από το όνειδος να μη το κατορθώνωσι πάντοτε. Η Ρητορική δεν επαγγέλλεται να πείση, αλλά να εύρη και να μεταχειρισθῇ με τέχνην όσα είναι δυνατά να πείσωσι. Ουδ’ αυτή η ιατρική δίδει πάντοτε την υγείαν εις τον άρρωστον, διότι ουδ’ αυτής επάγγελμα κυρίως είναι να ιατρεύη, αλλά να γνωρίζη και να μεταχειρίζεται εις τον πρέποντα καιρόν όσα είναι επιτήδεια εις ιατρείαν. Και της αυτής αδικίας είναι να ατιμάζη τις τον Ρήτορα, διότι δεν έπεισεν ανθρώπους, των οποίων η ψυχή ελιθώθη, και να κατακρίνη τον ιατρόν, ότι δεν ελευθέρωσεν από τον θάνατον τους ανίατα νοσούντας. Εις εκείνην την περίοδον του χρόνου ότ’ εδημηγόρει ο Δημοσθένης, των Αθηναίων και όλης της Ελλάδος η πολιτική αρρώστια είχε φθάσειν εις τοιούτον βαθμόν, εις τον οποίον όταν καταντήσωσι τα έθνη, ολίγη πλέον θεραπείας ελπίς μένει εις αυτά. Εις παρομοίαν χρόνου περίοδον ήκμασε και ο Κικέρων. Μ’ όλα ταύτα, και ο Δημοσθένης εξύπνισε πολλάκις από τον βαθύν αυτών λήθαργον τους Αθηναίους· και ίσχυσε του Κικέρωνος η ευγλωττία να διασκεδάση την συνωμοσίαν του Κατιλίνα, και να καταπολεμήση την αναίσχυντον πλεονεξίαν του Ουήρου, και τον κραταιότατον αυτής σύμμαχον άδικον πλούτον.
Και τοιαύτη είναι του Ελληνικού γένους η σημερινή κατάστασις. Ότι αναγεννάται και αυξάνει καθημέραν από το καλόν εις το κάλλιον, δεν έμεινε πλέον ουδεμία αμφιβολία, πλην εις εκείνων μόνων τας κεφαλάς, όσοι κρίνουσι τα έθνη, των οποίων ούτε γλώσσαν, ούτε ήθη, ούτε σχέσεις, ούτε τας άλλας διαφόρους και πολυειδείς περιστάσεις γνωρίζουν, με την αυτήν τόλμην, ως ήθελαν κρίνειν ότινα βλέπουν καθημέραν, μ’ ότινα συγκατοικούν ή συναναστρέφονται παιδιόθεν. Ταύτην την αύξησιν και προκοπήν δύνανται να την επιταχύνωσιν οι λόγιοι του γένους άνδρες με την Ρητορικήν οδηγουμένην από την Φιλοσοφίαν, ήγουν τοιαύτην Ρητορικήν, οποία να διδάσκη τους αγνοούντας και την δόξαν των προγόνων ημών, και τα σφάλματα τα αφανίσαντα τόσην δόξαν, και τα μέσα, δια των οποίων εμπορούμεν πάλιν να την αναλάβωμεν, και τα οποία πρέπει να ήναι θεμελιωμένα εις την αληθινήν Ηθικήν.
Αλλ’ οι λόγιοι του γένους (και τούτο αποβλέπει μόνους τους νέους· ούτε τόσον τολμηρός είμαι, ώστε να συμβουλεύω τους μην έχοντας χρείαν συμβουλής, ούτε καιρόν έχω να δαπανώ ματαίως δια τους όσοι δεν είναι πλέον εις κατάστασιν να ωφεληθώσιν από συμβουλήν)· οι λόγιοι λέγω του γένους πρέπει μάλιστα να προσέχωσιν εις το οποίον και άλλοτε είπα, και δεν θέλω παύσειν να λέγω, ότι την αληθινήν τέχνην του γράφειν ν’ αποκτήση είναι των αδυνάτων, όστις δεν εφρόντισε σύγκαιρα να ενδυναμώση την ψυχήν αυτού με φρονήματα ελευθερίας ακατάπληκτα. Από του Ρητορικού λόγου τα τρία γένη, το Δικανικόν, το Επιδεικτικόν και το Συμβουλευτικόν, η παρούσα της Ελλάδος κατάστασις του πρώτου σχεδόν ουδεμίαν ακόμη, του δευτέρου πολλά ολίγην, του τρίτου έχει μεγαλωτάτην χρείαν. Εις τούτο λοιπόν πρέπει να βάλλωσιν όλην αυτών την φροντίδα όσοι θέλουν να κατασταθώσι σωτήρες του γένους των· αλλ’ εις τούτο να ευδοκιμήσωσι (και τούτο είναι να πείσωσι) δεν είναι δυνατόν, αν ο λόγος αυτών δεν ήναι αληθινή εικών λογισμών ψυχής ελευθέρας. Εκείνο μόνον δύναται τις να εκφράση πιθανώς, ό,τι συλλογίζεται καλώς· και μην ελπίση ποτέ να πείση τους άλλους τα συμφέροντα, όστις δεν τα κατεπείσθη πρώτον αυτός, μηδέ να πυρώση τας ψυχάς των ακουόντων με τας φλόγας του ρητορικού λόγου, αν δεν τας ανάψη πρώτον εις την ιδίαν του ψυχήν. Εις αγενείς ανδραπόδων ψυχάς τοιαύτη πύρωσις ή δεν έχει χώραν παντάπασιν, ή, καθώς το πυρ των αχύρων, μόλις αναφθείσα μαραίνεται· και η Ρητορική εις των τοιούτων το στόμα γίνεται όργανον να πολεμώσι τους ανθρώπους με την συκοφαντίαν, ή να τους φθείρωσι με την κολακείαν.
Το πρώτον έργον του θέλοντος να πείση είναι να λαλή σαφώς, ήγουν εις τρόπον ώστε να καταλαμβάνεται από τον προς τον οποίον λαλεί. Και αυτός ο Δημοσθένης ήθελεν είσθαι των ρητόρων όλων απιθανώτατος, εάν εδημηγόρει δεν λέγω (πράγμα αδύνατον) εις γλώσσαν αλλόφυλον, αλλ’ εάν μόνου του ήρχετο εις την φαντασίαν, να συγκεράση την Αττικήν διάλεκτον με την Αιολικήν, ή καμμίαν άλλην από της Ελλάδος τας διαλέκτους. Ο ορθός λόγος, όστις εδίδασκεν εκείνον να γράφη Αττικώς, επειδή σκοπός του ήτο να πείση Αθηναίους, διδάσκει και τους Γραικούς να γράφωσι των Γραικών την γλώσσαν, εάν θέλωσι να μιμηθώσιν ευτυχώς τον Δημοσθένην. Αλλ’ η αφιλόσοφος Ρητορική έκαμε να γράφωνται και τα ρητορικά προγυμνάσματα των σχολείων, καθώς τα γραμματικά θέματα. Και ταύτα μέν έχουσι καν εύλογον πρόφασιν την ανάγκην να μάθωσιν οι θεματογραφούντες τους κανόνας της Ελληνικής συντάξεως· κ’ ήθελαν κατορθώσειν ό,τι επαγγέλλονται, αν η θεματογραφία εχειραγωγείτο από διδασκάλους ειδήμονας. Τα δε ρητορικά προγυμνάσματα, εις τα οποία δεν είναι πλέον ο λόγος να γνωρίση ο προγυμναζόμενος την κατάλληλον του λόγου των μερών σύνταξιν, αλλά τον τρόπον πώς, και την αιτίαν διά τί, η αυτή γραμματική κατάλληλος σύνταξις θέλγει περισσότερον ή ολιγώτερον την ψυχήν του ακούοντος, κατά την θέσιν εις την οποίαν τάσσονται τα μέρη της, και τον καιρόν εις τον οποίον προφέρονται· ταύτα λέγω τα ρητορικά προγυμνάσματα πώς είναι δυνατόν να κατασταθώσιν αληθώς διδασκαλικά, εάν δεν γράφωνται εις την κοινήν γλώσσαν, ήγουν την γλώσσαν του περισσότερου μέρους του έθνους. Δια το περισσότερον μέρος τούτο, με τους οποίους μέλλει να ζήση, και τους οποίους εις ανάγκην πολλάκις θέλει ελθείν να καταπείση, διδάσκεται την Ρητορικήν ο μαθητής, όχι δια τους ολίγους συμμαθητάς και συνελληνιστάς αυτού, μέγα μέρος των οποίων ενδεχόμενον, αφού παύσωσι να μαθητεύωνται, μηδέ ν’ απαντήση πούποτε πλέον επί ζωής του.
Εάν εξ ανάγκης πρέπει να γράφη την γλώσσαν του όστις θέλει να δώση, κατά τας περιστάσεις, εις τους λόγους όλην εκείνην την πιθανότητα, όσης είναι δεκτικοί οι λόγοι, γίνεται φανερωτέρα η τοιαύτη ανάγκη, όταν η γλώσσα ήναι έτι ατελής και βάρβαρος· επειδή εις τοιαύτην περίστασιν η ρητορεία του λόγου γίνετ’ ενταυτώ και όργανον της τελειώσεως της γλώσσης. Λανθάνεται όστις νομίση, ότι δια ταύτην μάλιστα της γλώσσης την ατέλειαν, συγχωρείται εις τον λέγοντα να συνθέτη εις τελειοτέραν γλώσσαν. Όσον δύσκολος υποτεθή η ρητορεία εις την μητρικήν εκάστου διάλεκτον, δυσκολωτέραν ασυγκρίτως θέλει την καταστήσει όστις γράφει εις άλλην παρά την εις την οποίαν εσυνείθισε να συλλογίζεται και να λαλή παιδιόθεν. Μαρτυρούσί μου τον λόγον αι σύντομοι των αγρίων της Αμερικής δημηγορίαι, συνθεμέναι εις γλώσσαν, οποία πρέπει εξ ανάγκης να ήναι τοιούτων ανθρώπων γλώσσα, και όμως περιέχουσαι καμμίαν φοράν ενθυμήματα ρητορικά άξια της γλώσσης και της κεφαλής του Δημοσθένους· διότι ευρίσκονται και εις αυτούς άνθρωποι, οι οποίοι, οδηγούμενοι από μόνην την μετά προσοχής των κινούντων της ψυχής τα πάθη παρατήρησιν, έφθασαν ν’ αποκτήσωσιν οπωσδήποτε φιλοσοφικήν θεωρίαν της Ρητορικής, ώστε και της γλώσσης να νικώσι την απείθειαν, και να γίνωνται (τουλάχιστον εις ολίγας τινάς αναγκαίας περιστάσεις) αυτοδίδακτοι ρήτορες.
Και μή νομίση τις, επειδή ο Ρητορικός λόγος διαιρείται (ως είπα) εις τον Επιδεικτικόν, τον Δικανικόν και τον Συμβουλευτικόν, ότι δια τούτο δεν έχει η Ρητορική χώραν αλλού, πλην όταν ή εις τα θέατρα εγκωμιάζη τινά ο πανηγυριστής, ή εις τα δικαστήρια κατηγορή ή απολογήται ο δικαζόμενος ή ο συνήγορος αυτού, ή εις τας πολιτικάς ή χριστιανικάς συνελεύσεις συμβουλεύη ο δημηγόρος, ή ο ιεροκήρυξ. Η Ρητορική εμβαίνει εις την ποίησιν, εις τον διάλογον, εις τον μύθον, εις την επιστολήν, εις αυτήν την ιστορίαν, εις ολίγα λόγια, όπου είναι χρεία να γράψη τις, ή να λαλήση με σκοπόν να πείση, εκεί πάραυτα αισθάνεται και την χρείαν της τέχνης. Και η τέχνη αύτη δεν λαμβάνει την οικείαν εις αυτήν ακμήν και τελειότητα πάρεξ εις έθνη ελεύθερα· ότι μόνος όστις έχει φρονήματα αδούλωτα είναι καλός και με παρρησίαν να συμβουλεύση, και, χωρίς να βλάψη την αλήθειαν, να εγκωμιάση, και, χωρίς να παραβή της δικαιοσύνης τα όρια, εις τα δικαστήρια να δικολογήση. Αλλ’ ο ελεύθερος ούτος Ρήτωρ συμβουλεύει, εγκωμιάζει, και δικολογεί δια συγχρόνους, συμπολίτας και ομογλώσσους, όχι δια τους ζήσαντας προ πολλών εκατονταετηρίδων ανθρώπους. Των συγχρόνων και συμπολιτών αυτού λοιπόν την γλώσσαν εξ ανάγκης πρέπει να λαλή· εάν ήναι ακανονίστος, δια τούτο μάλιστα πρέπει να την λαλή και να την γράφη, δια να τελειώση με την Ρητορικήν την γλώσσαν, και με ταύτην πάλιν την Ρητορικήν, και εντάμα με τας δύο την ευδαιμονίαν και την δόξαν του έθνους του.
Ούτε ρήτορα μ’ εγέννησεν η φύσις, ούτε τους κανόνας της τέχνης μ’ εσυγχώρησαν αι περιστάσεις ποτέ να μελετήσω· αλλ’ εάν ευτυχήσω να εμπνεύσω εις των νέων τας ψυχάς τον ζήλον και της πατρίδος και της γλώσσης, και απλώς της τελειώσεως όλων των καλών, όσα μας λείπουσιν ακόμη, δια να καθαρισθώμεν από την λέπραν της αμαθίας, την οποίαν πολλά ολίγοι τινές ψευδώνυμοι Γραικοί, επαινούντες ηλιθίως, έδωκαν αφορμήν εις τους αλλογενείς αφ’ ό,τι αληθώς είναι να την παραστήσωσι δυσωδεστέραν· εάν (λέγω) ευτυχήσω να τους πείσω, ότι η αληθινή δόξα την σήμερον στέκει ν’ αφιερώσωσι και ψυχήν και σώμα εις την αναγέννησιν της Ελλάδος, θέλει είσθαι πληρωμένον ικανώς το επιβάλλον μέρος εις εμέ του κοινού προς την πατρίδα χρέους όλων ημών.
Έχετε, φίλοι νέοι, μυρίας αφορμάς να γυμνάζεσθε εις την γραμματικήν και ρητορικήν της γλώσσης τελείωσιν, επειδή καταγίνεσθε καθημέραν εις το αξιέπαινον της μεταφράσεως των αλλογλώσσων βιβλίων έργον· δι’ αυτά, και προλεγόμενα συνθέτετε, και σημειώσεις αναγκάζεσθε να γράφετε. Εάν εις ό,τι γράφετε παρά μόνον τον πρέποντα εις τας ευγενείς ψυχάς της κοινής ωφελείας σκοπόν άλλον δεν έχετε, πρέπει να το γράφετε πιθανώς. Πώς είναι δυνατόν να ωφελήσετε τους αναγινώσκοντας συμπολίτας, αν δεν πυρώσετε τας ψυχάς των πείθοντες αυτούς τα συμφέροντα; Αλλά δια να τους πείσετε, ανάγκη είναι πρώτον να σας καταλαμβάνωσι· πρώτη λοιπόν αρετή του λόγου, καθώς προείπα, είναι η σαφήνεια.
Τούτο όμως δεν αρκεί. Έλεγεν εις από τους ευφυεστάτους ποιητάς της Γαλλίας περί της στιχουργίας, ότι ο στίχος, δια να ήναι καλός, πρέπει να ομοιάζη το ακίβδηλον χρυσίον, το οποίον δοκιμάζεται, από το βάρος, από την καθαρότητα, και από τον εις αυτό ίδιον ήχον. Τούτο δύναται να προσαρμοσθή οπωσδήποτε και εις τον πεζόν λόγον. Το βάρος είναι το οποίον οι Ελληνικοί τεχνογράφοι ονομάζουσι το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΝ μέρος των λεγομένων· η καθαρότης και ο ήχος περιέχονται εις το απ’ εκείνους ονομαζόμενον ΛΕΚΤΙΚΟΝ. Το βάρος αποβλέπει τα νοήματα, τα οποία πρέπει να ήναι αξιόλογα· η καθαρότης τα ονόματα, ήγουν τας λέξεις, δια των οποίων εκφράζονται τα νοήματα, και αι οποίαι πρέπει να ήναι οικείαι και αρμόζουσαι εις αυτά· και ο ήχος την διάφορον τάξιν των λέξεων, τας οποίας εις εκείνο το μέρος της φράσεως, ή περιόδου, πρέπει να θέτη ο γράφων, όπου δύνανται και περισσότεραν ηδονήν να προξενήσωσιν εις την ακοήν, και σφοδρότερον να κεντήσωσι την ψυχήν. Η τεχνική θέσις των λέξεων συνεργεί και εις την σαφήνειαν του λόγου, εις ημάς μάλιστα, των οποίων η γλώσσα, ενδεής ακόμη από πολλούς αναγκαίους όρους εις την έκφρασιν των εννοιών, αναγκάζεται να δανείζεται από την μητέρα της την Ελληνικήν λέξεις όχι γνωστάς επίσης εις όλους τους αναγνώσας. Εάν αι τοιαύται λέξεις θέτωνται εις τόπον πρέποντα και κατάλληλον, η μόνη θέσις κάμνει τον αναγνώστην ικανόν να τας μαντεύση, καθώς και άλλοτε το είπα, και καθώς πριν εμού το είπεν ο κριτικώτατος Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς.
Εις την τεχνικήν θέσιν ανήκει και η προσοχή ν’ αποφεύγη, όσον είναι δυνατόν, ο γράφων τον κόρον και την αηδίαν, ήτις εξ ανάγκης γεννάται από την συνεχή, όχι μόνον των αυτών φράσεων, ή λέξεων, αλλά και των αυτών στοιχείων επανάληψιν. Αγαπά η ακοή φυσικά την ποικιλίαν, και αποστρέφεται των αυτών ήχων και τύπων την αδιάκοπον προσβολήν. Τόσον είναι δυσκολώτερον τούτο το μέρος εις τας ατελείς και ακανονίστους γλώσσας, όσον και εις αυτάς τας εντελείς και δια την ποικιλίαν αυτών γλυκυτάτας έσφαλαν πολλάκις και αυτοί οι δοκιμώτατοι συγγραφείς και ποιηταί, δια το οποίον και εκωμωδήθησαν επί σκηνής. Ο Αριστοφάνης αναφέρει εις τον Αισχύλον δώδεκα στίχους, εις τους οποίους υποθέτει ευρισκόμενον πεντάκις το όνομα ΚΟΠΟΣ.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου