Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁρκίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁρκίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ρκίζω»
 
ρκίζω: βάζω κάποιον να ορκιστεί
Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο.
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ρκίζω, ρκίζεις, ρκίζει, ρκίζομεν, ρκίζετε, ρκίζουσι(ν)
Υποτακτική
ρκίζω, ρκίζς, ρκίζ, ρκίζωμεν, ρκίζητε, ρκίζωσι(ν)
Ευκτική
ρκίζοιμι, ρκίζοις, ρκίζοι, ρκίζοιμεν, ρκίζοιτε, ρκίζοιεν
Προστακτική
---, ρκιζε, ρκιζέτω, ---, ρκίζετε, ρκιζόντων ή ρκιζέτωσαν
Απαρέμφατο
ρκίζειν
Μετοχή
ρκίζων, ρκίζουσα, ρκίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
ρκιζον, ρκιζες, ρκιζε, ρκίζομεν, ρκίζετε, ρκιζον
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ρκίζομαι, ρκίζ ή ρκίζει, ρκίζεται, ρκιζόμεθα, ρκίζεσθε, ρκίζονται
Υποτακτική
ρκίζωμαι, ρκίζ, ρκίζηται, ρκιζώμεθα, ρκίζησθε, ρκίζωνται
Ευκτική
ρκιζοίμην, ρκίζοιο, ρκίζοιτο, ρκιζοίμεθα, ρκίζοισθε, ρκίζοιντο
Προστακτική
---, ρκίζου, ρκιζέσθω, ---, ρκίζεσθε, ρκιζέσθων ή ρκιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
ρκίζεσθαι
Μετοχή
ρκιζόμενος
ρκιζομένη
ρκιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ρκιζόμην, ρκίζου, ρκίζετο, ρκιζόμεθα, ρκίζεσθε, ρκίζοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ρκίσθην, ρκίσθης, ρκίσθη, ρκίσθημεν, ρκίσθητε, ρκίσθησαν
Υποτακτική
ρκισθ, ρκισθς, ρκισθ, ρκισθμεν, ρκισθτε, ρκισθσι(ν)
Ευκτική
ρκισθείην, ρκισθείης, ρκισθείη, ρκισθείημεν ή ρκισθεμεν, ρκισθείητε ή ρκισθετε, ρκισθείησαν ή ρκισθεεν
Προστακτική
---, ρκίσθητι, ρκισθήτω, ---, ρκίσθητε, ρκισθέντων ή ρκισθήτωσαν
Απαρέμφατο
ρκισθναι
Μετοχή
ρκισθείς
ρκισθεσα
ρκισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ρκισμαι, ρκισαι, ρκισται, ρκίσμεθα, ρκισθε, ρκισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
ρκισμένος- ρκισμένη- ρκισμένον
ρκισμένος- ρκισμένη- ρκισμένον ς
ρκισμένος- ρκισμένη- ρκισμένον
ρκισμένοι- ρκισμέναι- ρκισμένα μεν
ρκισμένοι- ρκισμέναι- ρκισμένα τε
ρκισμένοι- ρκισμέναι- ρκισμένα σι
 
Ευκτική
ρκισμένος- ρκισμένη- ρκισμένον εην
ρκισμένος- ρκισμένη- ρκισμένον εης
ρκισμένος- ρκισμένη- ρκισμένον εη
ρκισμένοι- ρκισμέναι- ρκισμένα εημεν (εμεν)
ρκισμένοι- ρκισμέναι- ρκισμένα εητε (ετε)
ρκισμένοι- ρκισμέναι- ρκισμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, ρκισο, ρκίσθω, --- ρκισθε, ρκίσθων ή ρκίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ρκίσθαι
Μετοχή
ρκισμένος,
ρκισμένη,
ρκισμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου