Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἱστορέω - ἱστορῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἱστορέω - ἱστορῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «στορέω - στορ»
 
στορ: ερευνώ, ρωτώ, εξετάζω, παρατηρώ, ζητώ πληροφορίες
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
στορ, στορες, στορε, στορομεν, στορετε, στοροσι(ν)
Υποτακτική
στορ, στορς, στορ, στορμεν, στορτε, στορσι(ν)
Ευκτική
στορομι, στορος, στοροστοροίην, στοροίης, στοροίη), στορομεν, στοροτε, στοροεν
Προστακτική
---, στόρει, στορείτω, ---, στορετε, στορούντων
Απαρέμφατο
στορεν
Μετοχή
στορν, στοροσα, στορον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
στορν, το στοροντος, τ στοροντι, τόν στοροντα, στορν
ο στοροντες, τν στορούντων, τος στοροσι(ν), τούς στοροντας, στοροντες
 
Θηλυκό
στοροσα, τς στορούσης, τ στορούσ, τήν στοροσαν, στοροσα
α στοροσαι, τν στορουσν, τας στορούσαις, τάς στορούσας, στοροσαι
 
Ουδέτερο
τό στορον, το στοροντος, τ στοροντι, τό στορον, στορον
τά στοροντα, τν στορούντων, τος στοροσι(ν), τά στοροντα, στοροντα
 
Παρατατικός
Οριστική
στόρουν, στόρεις, στόρει, στορομεν, στορετε, στόρουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
στορήσω, στορήσεις, στορήσει, στορήσομεν, στορήσετε, στορήσουσι
Ευκτική
στορήσοιμι, στορήσοις, στορήσοι, στορήσοιμεν, στορήσοιτε, στορήσοιεν
Απαρέμφατο
στορήσειν
Μετοχή
στορήσων, στορήσουσα, στορσον
 
Αόριστος
Οριστική
στόρησα, στόρησας, στόρησε, στορήσαμεν, στορήσατε, στόρησαν
Υποτακτική
στορήσω, στορήσς, στορήσ, στορήσωμεν, στορήσητε, στορήσωσι
Ευκτική
στορήσαιμι, στορήσαις ή στορήσειας, στορήσαι ή στορήσειε, στορήσαιμεν, στορήσαιτε, στορήσαιεν ή στορήσειαν
Προστακτική
---, στόρησον, στορησάτω, ---, στορήσατε, στορησάντων ή στορησάτωσαν
Απαρέμφατο
στορσαι
Μετοχή
στορήσας, στορήσασα, στορσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
στόρηκα, στόρηκας, στόρηκε, στορήκαμεν, στορήκατε, στορήκασι
 
Υποτακτική
στορηκώς- στορηκυα- στορηκός
στορηκώς- στορηκυα- στορηκός ς
στορηκώς- στορηκυα- στορηκός
στορηκότες- στορηκυαι- στορηκότα μεν
στορηκότες- στορηκυαι- στορηκότα τε
στορηκότες- στορηκυαι- στορηκότα σι
 
Ευκτική
στορηκώς- στορηκυα- στορηκός εην
στορηκώς- στορηκυα- στορηκός εης
στορηκώς- στορηκυα- στορηκός εη
στορηκότες- στορηκυαι- στορηκότα εημεν (εμεν)
στορηκότες- στορηκυαι- στορηκότα εητε (ετε)
στορηκότες- στορηκυαι- στορηκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
στορηκώς- στορηκυα- στορηκός σθι
στορηκώς- στορηκυα- στορηκός στω
---
στορηκότες- στορηκυαι- στορηκότα στε
στορηκότες- στορηκυαι- στορηκότα στων
 
Απαρέμφατο
στορηκέναι
Μετοχή
στορηκώς, στορηκυα, στορηκός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
στορομαι, στορ ή στορε, στορεται, στορούμεθα, στορεσθε, στορονται
Υποτακτική
στορμαι, στορ, στορται, στορώμεθα, στορσθε, στορνται
Ευκτική
στοροίμην, στοροο, στοροτο, στοροίμεθα, στοροσθε, στοροντο
Προστακτική
---, στορο, στορείσθω, ---, στορεσθε, στορείσθων
Απαρέμφατο
στορεσθαι
Μετοχή
στορούμενος, στορουμένη, στορούμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
στορήθην, στορήθης, στορήθη, στορήθημεν, στορήθητε, στορήθησαν
Υποτακτική
στορηθ, στορηθς, στορηθ, στορηθμεν, στορηθτε, στορηθσι
Ευκτική
στορηθείην, στορηθείης, στορηθείη, στορηθεμεν, στορηθετε, στορηθεεν
Προστακτική
---, στορήθητι, στορηθήτω, ---, στορήθητε, στορηθέντων ή στορηθήτωσαν
Απαρέμφατο
στορηθναι
Μετοχή
στορηθείς, στορηθεσα, στορηθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
στορηθείς, το στορηθέντος, τ στορηθέντι, τόν στορηθέντα, στορηθείς
ο στορηθέντες, τν στορηθέντων, τος στορηθεσι(ν), τούς στορηθέντας, στορηθέντες
 
Θηλυκό
στορηθεσα, τς στορηθείσης, τ στορηθείσ, τήν στορηθεσαν, στορηθεσα
α στορηθεσαι, τν στορηθεισν, τας στορηθείσαις, τάς στορηθείσας, στορηθεσαι
 
Ουδέτερο
τό στορηθέν, το στορηθέντος, τ στορηθέντι, τό στορηθέν, στορηθέν
τά στορηθέντα, τν στορηθέντων, τος στορηθεσι(ν), τά στορηθέντα, στορηθέντα
 
Μέσος Παρακείμενος
Οριστική
στόρημαι, στόρησαι, στόρηται, στορήμεθα, στόρησθε, στόρηνται
 
Υποτακτική
στορημένος- στορημένη- στορημένον
στορημένος- στορημένη- στορημένον ς
στορημένος- στορημένη- στορημένον
στορημένοι- στορημέναι- στορημένα μεν
στορημένοι- στορημέναι- στορημένα τε
στορημένοι- στορημέναι- στορημένα σι
 
Ευκτική
στορημένος- στορημένη- στορημένον εην
στορημένος- στορημένη- στορημένον εης
στορημένος- στορημένη- στορημένον εη
στορημένοι- στορημέναι- στορημένα εημεν (εμεν)
στορημένοι- στορημέναι- στορημένα εητε (ετε)
στορημένοι- στορημέναι- στορημένα εησαν (εεν)

Προστακτική
---, στόρησο, στορήσθω, ---, στόρησθε, στορήσθων

Απαρέμφατο
στορσθαι
Μετοχή
στορημένος, στορημένη, στορημένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου