Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἱστορέω - ἱστορῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἱστορέω - ἱστορῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἱστορέω - ἱστορῶ»
 
ἱστορῶ: ερευνώ, ρωτώ, εξετάζω, παρατηρώ, ζητώ πληροφορίες
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἱστορῶ, ἱστορεῖς, ἱστορεῖ, ἱστοροῦμεν, ἱστορεῖτε, ἱστοροῦσι(ν)
Υποτακτική
ἱστορῶ, ἱστορῇς, ἱστορῇ, ἱστορῶμεν, ἱστορῆτε, ἱστορῶσι(ν)
Ευκτική
ἱστοροῖμι, ἱστοροῖς, ἱστοροῖ (ή ἱστοροίην, ἱστοροίης, ἱστοροίη), ἱστοροῖμεν, ἱστοροῖτε, ἱστοροῖεν
Προστακτική
---, ἱστόρει, ἱστορείτω, ---, ἱστορεῖτε, ἱστορούντων
Απαρέμφατο
ἱστορεῖν
Μετοχή
ἱστορῶν, ἱστοροῦσα, ἱστοροῦν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ἱστορῶν, τοῦ ἱστοροῦντος, τῷ ἱστοροῦντι, τόν ἱστοροῦντα, ὦ ἱστορῶν
οἱ ἱστοροῦντες, τῶν ἱστορούντων, τοῖς ἱστοροῦσι(ν), τούς ἱστοροῦντας, ὦ ἱστοροῦντες
 
Θηλυκό
ἡ ἱστοροῦσα, τῆς ἱστορούσης, τῇ ἱστορούσῃ, τήν ἱστοροῦσαν, ὦ ἱστοροῦσα
αἱ ἱστοροῦσαι, τῶν ἱστορουσῶν, ταῖς ἱστορούσαις, τάς ἱστορούσας, ὦ ἱστοροῦσαι
 
Ουδέτερο
τό ἱστοροῦν, τοῦ ἱστοροῦντος, τῷ ἱστοροῦντι, τό ἱστοροῦν, ὦ ἱστοροῦν
τά ἱστοροῦντα, τῶν ἱστορούντων, τοῖς ἱστοροῦσι(ν), τά ἱστοροῦντα, ὦ ἱστοροῦντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ἱστόρουν, ἱστόρεις, ἱστόρει, ἱστοροῦμεν, ἱστορεῖτε, ἱστόρουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἱστορήσω, ἱστορήσεις, ἱστορήσει, ἱστορήσομεν, ἱστορήσετε, ἱστορήσουσι
Ευκτική
ἱστορήσοιμι, ἱστορήσοις, ἱστορήσοι, ἱστορήσοιμεν, ἱστορήσοιτε, ἱστορήσοιεν
Απαρέμφατο
ἱστορήσειν
Μετοχή
ἱστορήσων, ἱστορήσουσα, ἱστορῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἱστόρησα, ἱστόρησας, ἱστόρησε, ἱστορήσαμεν, ἱστορήσατε, ἱστόρησαν
Υποτακτική
ἱστορήσω, ἱστορήσῃς, ἱστορήσῃ, ἱστορήσωμεν, ἱστορήσητε, ἱστορήσωσι
Ευκτική
ἱστορήσαιμι, ἱστορήσαις ή ἱστορήσειας, ἱστορήσαι ή ἱστορήσειε, ἱστορήσαιμεν, ἱστορήσαιτε, ἱστορήσαιεν ή ἱστορήσειαν
Προστακτική
---, ἱστόρησον, ἱστορησάτω, ---, ἱστορήσατε, ἱστορησάντων ή ἱστορησάτωσαν
Απαρέμφατο
ἱστορῆσαι
Μετοχή
ἱστορήσας, ἱστορήσασα, ἱστορῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἱστόρηκα, ἱστόρηκας, ἱστόρηκε, ἱστορήκαμεν, ἱστορήκατε, ἱστορήκασι
 
Υποτακτική
ἱστορηκώς- ἱστορηκυῖα- ἱστορηκός ὦ
ἱστορηκώς- ἱστορηκυῖα- ἱστορηκός ᾖς
ἱστορηκώς- ἱστορηκυῖα- ἱστορηκός ᾖ
ἱστορηκότες- ἱστορηκυῖαι- ἱστορηκότα ὦμεν
ἱστορηκότες- ἱστορηκυῖαι- ἱστορηκότα ἦτε
ἱστορηκότες- ἱστορηκυῖαι- ἱστορηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἱστορηκώς- ἱστορηκυῖα- ἱστορηκός εἴην
ἱστορηκώς- ἱστορηκυῖα- ἱστορηκός εἴης
ἱστορηκώς- ἱστορηκυῖα- ἱστορηκός εἴη
ἱστορηκότες- ἱστορηκυῖαι- ἱστορηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἱστορηκότες- ἱστορηκυῖαι- ἱστορηκότα εἴητε (εἶτε)
ἱστορηκότες- ἱστορηκυῖαι- ἱστορηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἱστορηκώς- ἱστορηκυῖα- ἱστορηκός ἴσθι
ἱστορηκώς- ἱστορηκυῖα- ἱστορηκός ἔστω
---
ἱστορηκότες- ἱστορηκυῖαι- ἱστορηκότα ἔστε
ἱστορηκότες- ἱστορηκυῖαι- ἱστορηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἱστορηκέναι
Μετοχή
ἱστορηκώς, ἱστορηκυῖα, ἱστορηκός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἱστοροῦμαι, ἱστορῇ ή ἱστορεῖ, ἱστορεῖται, ἱστορούμεθα, ἱστορεῖσθε, ἱστοροῦνται
Υποτακτική
ἱστορῶμαι, ἱστορῇ, ἱστορῆται, ἱστορώμεθα, ἱστορῆσθε, ἱστορῶνται
Ευκτική
ἱστοροίμην, ἱστοροῖο, ἱστοροῖτο, ἱστοροίμεθα, ἱστοροῖσθε, ἱστοροῖντο
Προστακτική
---, ἱστοροῦ, ἱστορείσθω, ---, ἱστορεῖσθε, ἱστορείσθων
Απαρέμφατο
ἱστορεῖσθαι
Μετοχή
ἱστορούμενος, ἱστορουμένη, ἱστορούμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἱστορήθην, ἱστορήθης, ἱστορήθη, ἱστορήθημεν, ἱστορήθητε, ἱστορήθησαν
Υποτακτική
ἱστορηθῶ, ἱστορηθῇς, ἱστορηθῇ, ἱστορηθῶμεν, ἱστορηθῆτε, ἱστορηθῶσι
Ευκτική
ἱστορηθείην, ἱστορηθείης, ἱστορηθείη, ἱστορηθεῖμεν, ἱστορηθεῖτε, ἱστορηθεῖεν
Προστακτική
---, ἱστορήθητι, ἱστορηθήτω, ---, ἱστορήθητε, ἱστορηθέντων ή ἱστορηθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἱστορηθῆναι
Μετοχή
ἱστορηθείς, ἱστορηθεῖσα, ἱστορηθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ἱστορηθείς, τοῦ ἱστορηθέντος, τῷ ἱστορηθέντι, τόν ἱστορηθέντα, ὦ ἱστορηθείς
οἱ ἱστορηθέντες, τῶν ἱστορηθέντων, τοῖς ἱστορηθεῖσι(ν), τούς ἱστορηθέντας, ὦ ἱστορηθέντες
 
Θηλυκό
ἡ ἱστορηθεῖσα, τῆς ἱστορηθείσης, τῇ ἱστορηθείσῃ, τήν ἱστορηθεῖσαν, ὦ ἱστορηθεῖσα
αἱ ἱστορηθεῖσαι, τῶν ἱστορηθεισῶν, ταῖς ἱστορηθείσαις, τάς ἱστορηθείσας, ὦ ἱστορηθεῖσαι
 
Ουδέτερο
τό ἱστορηθέν, τοῦ ἱστορηθέντος, τῷ ἱστορηθέντι, τό ἱστορηθέν, ὦ ἱστορηθέν
τά ἱστορηθέντα, τῶν ἱστορηθέντων, τοῖς ἱστορηθεῖσι(ν), τά ἱστορηθέντα, ὦ ἱστορηθέντα
 
Μέσος Παρακείμενος
Οριστική
ἱστόρημαι, ἱστόρησαι, ἱστόρηται, ἱστορήμεθα, ἱστόρησθε, ἱστόρηνται
 
Υποτακτική
ἱστορημένος- ἱστορημένη- ἱστορημένον ὦ
ἱστορημένος- ἱστορημένη- ἱστορημένον ᾖς
ἱστορημένος- ἱστορημένη- ἱστορημένον ᾖ
ἱστορημένοι- ἱστορημέναι- ἱστορημένα ὦμεν
ἱστορημένοι- ἱστορημέναι- ἱστορημένα ἦτε
ἱστορημένοι- ἱστορημέναι- ἱστορημένα ὦσι
 
Ευκτική
ἱστορημένος- ἱστορημένη- ἱστορημένον εἴην
ἱστορημένος- ἱστορημένη- ἱστορημένον εἴης
ἱστορημένος- ἱστορημένη- ἱστορημένον εἴη
ἱστορημένοι- ἱστορημέναι- ἱστορημένα εἴημεν (εἶμεν)
ἱστορημένοι- ἱστορημέναι- ἱστορημένα εἴητε (εἶτε)
ἱστορημένοι- ἱστορημέναι- ἱστορημένα εἴησαν (εἶεν)

Προστακτική
---, ἱστόρησο, ἱστορήσθω, ---, ἱστόρησθε, ἱστορήσθων

Απαρέμφατο
ἱστορῆσθαι
Μετοχή
ἱστορημένος, ἱστορημένη, ἱστορημένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου