Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑβρίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑβρίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑβρίζω»
 
ὑβρίζω: συμπεριφέρομαι με αυθάδεια, προσβάλλω, ατιμάζω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὑβρίζω, ὑβρίζεις, ὑβρίζει, ὑβρίζομεν, ὑβρίζετε, ὑβρίζουσι
Υποτακτική
ὑβρίζω, ὑβρίζῃς, ὑβρίζῃ, ὑβρίζωμεν, ὑβρίζητε, ὑβρίζωσι
Ευκτική
ὑβρίζοιμι, ὑβρίζοις, ὑβρίζοι, ὑβρίζοιμεν, ὑβρίζοιτε, ὑβρίζοιεν
Προστακτική
---, ὕβριζε, ὑβριζέτω, ---, ὑβρίζετε, ὑβριζόντων (ή ὑβριζέτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑβρίζειν
Μετοχή
ὑβρίζων, ὑβρίζουσα, ὑβρίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
ὕβριζον, ὕβριζες, ὕβριζε, ὑβρίζομεν, ὑβρίζετε, ὕβριζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὑβριῶ, ὑβριεῖς, ὑβριεῖ, ὑβριοῦμεν, ὑβριεῖτε, ὑβριοῦσι
Ευκτική
ὑβριοῖμι, ὑβριοῖς, ὑβριοῖ (ή ὑβριοίην, ὑβριοίης, ὑβριοίη), ὑβριοῖμεν, ὑβριοῖτε, ὑβριοῖεν
Απαρέμφατο
ὑβριεῖν
Μετοχή
ὑβριῶν, ὑβριοῦσα, ὑβριοῦν
 
Αόριστος
Οριστική
ὕβρισα, ὕβρισας, ὕβρισε, ὑβρίσαμεν, ὑβρίσατε, ὕβρισαν
Υποτακτική
ὑβρίσω, ὑβρίσῃς, ὑβρίσῃ, ὑβρίσωμεν, ὑβρίσητε, ὑβρίσωσι
Ευκτική
ὑβρίσαιμι, ὑβρίσαις (και ὑβρίσειας), ὑβρίσαι (και ὑβρίσειε), ὑβρίσαιμεν, ὑβρίσαιτε, ὑβρίσαιεν (και ὑβρίσειαν)
Προστακτική
---, ὕβρισον, ὑβρισάτω, ---, ὑβρίσατε, ὑβρισάντων (ή ὑβρισάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑβρίσαι
Μετοχή
ὑβρίσας, ὑβρίσασα, ὑβρίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὕβρικα, ὕβρικας, ὕβρικε, ὑβρίκαμεν, ὑβρίκατε, ὑβρίκασι
 
Υποτακτική
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς ὦ
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς ᾖς
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς ᾖ
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα ὦμεν
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα ἦτε
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα ὦσι
 
Ευκτική
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς εἴην
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς εἴης
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς εἴη
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα εἶμεν
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα εἶτε
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα εἶεν
 
Προστακτική
---
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς ἴσθι
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς ἔστω
---
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα ἔστε
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ὑβρικέναι
Μετοχή
ὑβρικώς, ὑβρικυῖα, ὑβρικὸς
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ὑβρίκειν, ὑβρίκεις, ὑβρίκει, ὑβρίκεμεν, ὑβρίκετε, ὑβρίκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὑβρίζομαι, ὑβρίζῃ (και ὑβρίζει), ὑβρίζεται, ὑβριζόμεθα, ὑβρίζεσθε, ὑβρίζονται
Υποτακτική
ὑβρίζωμαι, ὑβρίζῃ, ὑβρίζηται, ὑβριζώμεθα, ὑβρίζησθε, ὑβρίζωνται
Ευκτική
ὑβριζοίμην, ὑβρίζοιο, ὑβρίζοιτο, ὑβριζοίμεθα, ὑβρίζοισθε, ὑβρίζοιντο
Προστακτική
---, ὑβρίζου, ὑβριζέσθω, ---, ὑβρίζεσθε, ὑβριζέσθων (ή ὑβριζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
ὑβρίζεσθαι
Μετοχή
ὑβριζόμενος,
ὑβριζομένη,
ὑβριζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ὑβριζόμην, ὑβρίζου, ὑβρίζετο, ὑβριζόμεθα, ὑβρίζεσθε, ὑβρίζοντο
 
Μέλλοντας Μέσος (ως Παθητικός)
Οριστική (μόνο)
ὑβριοῦμαι, ὑβριῇ (και ὑβριεῖ), ὑβριεῖται, ὑβριούμεθα, ὑβριεῖσθε, ὑβριοῦνται
 
Μέλλοντας Παθητικός
Οριστική
ὑβρισθήσομαι, ὑβρισθήσῃ (και ὑβρισθήσει), ὑβρισθήσεται, ὑβρισθησόμεθα, ὑβρισθήσεσθε, ὑβρισθήσονται
Ευκτική
ὑβρισθησοίμην, ὑβρισθήσοιο, ὑβρισθήσοιτο, ὑβρισθησοίμεθα, ὑβρισθήσοισθε, ὑβρισθήσοιντο
Απαρέμφατο
ὑβρισθήσεσθαι
Μετοχή
ὑβρισθησόμενος,
ὑβρισθησομένη,
ὑβρισθησόμενον
 
Αόριστος Παθητικός
Οριστική
ὑβρίσθην, ὑβρίσθης, ὑβρίσθη, ὑβρίσθημεν, ὑβρίσθητε, ὑβρίσθησαν
Υποτακτική
ὑβρισθῶ, ὑβρισθῇς, ὑβρισθῇ, ὑβρισθῶμεν, ὑβρισθῆτε, ὑβρισθῶσι
Ευκτική
ὑβρισθείην, ὑβρισθείης, ὑβρισθείη, ὑβρισθείημεν (ή ὑβρισθεῖμεν), ὑβρισθείητε (ή ὑβρισθεῖτε), ὑβρισθείησαν (ή ὑβρισθεῖεν)
Προστακτική
---, ὑβρίσθητι, ὑβρισθήτω, ---, ὑβρίσθητε, ὑβρισθέντων (ή ὑβρισθήτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑβρισθῆναι
Μετοχή
ὑβρισθείς,
ὑβρισθεῖσα,
ὑβρισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὕβρισμαι, ὕβρισαι, ὕβρισται, ὑβρίσμεθα, ὕβρισθε, ὑβρισμένοι εἰσί
 
Υποτακτική
ὑβρισμένος- ὑβρισμένη- ὑβρισμένον ὦ
ὑβρισμένος- ὑβρισμένη- ὑβρισμένον ᾖς
ὑβρισμένος- ὑβρισμένη- ὑβρισμένον ᾖ
ὑβρισμένοι- ὑβρισμέναι- ὑβρισμένα ὦμεν
ὑβρισμένοι- ὑβρισμέναι- ὑβρισμένα ἦτε
ὑβρισμένοι- ὑβρισμέναι- ὑβρισμένα ὦσι
 
Ευκτική
ὑβρισμένος- ὑβρισμένη- ὑβρισμένον εἴην
ὑβρισμένος- ὑβρισμένη- ὑβρισμένον εἴης
ὑβρισμένος- ὑβρισμένη- ὑβρισμένον εἴη
ὑβρισμένοι- ὑβρισμέναι- ὑβρισμένα εἶμεν
ὑβρισμένοι- ὑβρισμέναι- ὑβρισμένα εἶτε
ὑβρισμένοι- ὑβρισμέναι- ὑβρισμένα εἶεν
 
Προστακτική
---, ὕβρισο, ὑβρίσθω, --- ὕβρισθε, ὑβρίσθων
 
Απαρέμφατο
ὑβρίσθαι
Μετοχή
ὑβρισμένος,
ὑβρισμένη,
ὑβρισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ὑβρίσμην, ὕβρισο, ὕβριστο, ὑβρίσμεθα, ὕβρισθε, ὑβρισμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου