Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑβρίζω»
Οριστική
ὑβρίζω, ὑβρίζεις, ὑβρίζει, ὑβρίζομεν, ὑβρίζετε, ὑβρίζουσι
ὑβρίζω, ὑβρίζῃς, ὑβρίζῃ, ὑβρίζωμεν, ὑβρίζητε, ὑβρίζωσι
ὑβρίζοιμι, ὑβρίζοις, ὑβρίζοι, ὑβρίζοιμεν, ὑβρίζοιτε, ὑβρίζοιεν
---, ὕβριζε, ὑβριζέτω, ---, ὑβρίζετε, ὑβριζόντων (ή ὑβριζέτωσαν)
ὑβρίζειν
ὑβρίζων, ὑβρίζουσα, ὑβρίζον
Οριστική
ὕβριζον, ὕβριζες, ὕβριζε, ὑβρίζομεν, ὑβρίζετε, ὕβριζον
Οριστική
ὑβριῶ, ὑβριεῖς, ὑβριεῖ, ὑβριοῦμεν, ὑβριεῖτε, ὑβριοῦσι
ὑβριοῖμι, ὑβριοῖς, ὑβριοῖ (ή ὑβριοίην, ὑβριοίης, ὑβριοίη), ὑβριοῖμεν, ὑβριοῖτε, ὑβριοῖεν
ὑβριεῖν
ὑβριῶν, ὑβριοῦσα, ὑβριοῦν
Οριστική
ὕβρισα, ὕβρισας, ὕβρισε, ὑβρίσαμεν, ὑβρίσατε, ὕβρισαν
ὑβρίσω, ὑβρίσῃς, ὑβρίσῃ, ὑβρίσωμεν, ὑβρίσητε, ὑβρίσωσι
ὑβρίσαιμι, ὑβρίσαις (και ὑβρίσειας), ὑβρίσαι (και ὑβρίσειε), ὑβρίσαιμεν, ὑβρίσαιτε, ὑβρίσαιεν (και ὑβρίσειαν)
---, ὕβρισον, ὑβρισάτω, ---, ὑβρίσατε, ὑβρισάντων (ή ὑβρισάτωσαν)
ὑβρίσαι
ὑβρίσας, ὑβρίσασα, ὑβρίσαν
Οριστική
ὕβρικα, ὕβρικας, ὕβρικε, ὑβρίκαμεν, ὑβρίκατε, ὑβρίκασι
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς ὦ
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς ᾖς
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα ὦμεν
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς εἴην
---
ὑβρικὼς- ὑβρικυῖα- ὑβρικὸς ἴσθι
ὑβρικότες- ὑβρικυῖαι- ὑβρικότα ἔστε
ὑβρικέναι
ὑβρικώς, ὑβρικυῖα, ὑβρικὸς
Οριστική
ὑβρίκειν, ὑβρίκεις, ὑβρίκει, ὑβρίκεμεν, ὑβρίκετε, ὑβρίκεσαν
Οριστική
ὑβρίζομαι, ὑβρίζῃ (και ὑβρίζει), ὑβρίζεται, ὑβριζόμεθα, ὑβρίζεσθε, ὑβρίζονται
ὑβρίζωμαι, ὑβρίζῃ, ὑβρίζηται, ὑβριζώμεθα, ὑβρίζησθε, ὑβρίζωνται
ὑβριζοίμην, ὑβρίζοιο, ὑβρίζοιτο, ὑβριζοίμεθα, ὑβρίζοισθε, ὑβρίζοιντο
---, ὑβρίζου, ὑβριζέσθω, ---, ὑβρίζεσθε, ὑβριζέσθων (ή ὑβριζέσθωσαν)
ὑβρίζεσθαι
ὑβριζόμενος,
Οριστική
ὑβριζόμην, ὑβρίζου, ὑβρίζετο, ὑβριζόμεθα, ὑβρίζεσθε, ὑβρίζοντο
Οριστική (μόνο)
ὑβριοῦμαι, ὑβριῇ (και ὑβριεῖ), ὑβριεῖται, ὑβριούμεθα, ὑβριεῖσθε, ὑβριοῦνται
Οριστική
ὑβρισθήσομαι, ὑβρισθήσῃ (και ὑβρισθήσει), ὑβρισθήσεται, ὑβρισθησόμεθα, ὑβρισθήσεσθε, ὑβρισθήσονται
ὑβρισθησοίμην, ὑβρισθήσοιο, ὑβρισθήσοιτο, ὑβρισθησοίμεθα, ὑβρισθήσοισθε, ὑβρισθήσοιντο
ὑβρισθήσεσθαι
ὑβρισθησόμενος,
Οριστική
ὑβρίσθην, ὑβρίσθης, ὑβρίσθη, ὑβρίσθημεν, ὑβρίσθητε, ὑβρίσθησαν
ὑβρισθῶ, ὑβρισθῇς, ὑβρισθῇ, ὑβρισθῶμεν, ὑβρισθῆτε, ὑβρισθῶσι
ὑβρισθείην, ὑβρισθείης, ὑβρισθείη, ὑβρισθείημεν (ή ὑβρισθεῖμεν), ὑβρισθείητε (ή ὑβρισθεῖτε), ὑβρισθείησαν (ή ὑβρισθεῖεν)
---, ὑβρίσθητι, ὑβρισθήτω, ---, ὑβρίσθητε, ὑβρισθέντων (ή ὑβρισθήτωσαν)
ὑβρισθῆναι
ὑβρισθείς,
Οριστική
ὕβρισμαι, ὕβρισαι, ὕβρισται, ὑβρίσμεθα, ὕβρισθε, ὑβρισμένοι εἰσί
ὑβρισμένος- ὑβρισμένη- ὑβρισμένον ὦ
ὑβρισμένος- ὑβρισμένη- ὑβρισμένον ᾖς
ὑβρισμένοι- ὑβρισμέναι- ὑβρισμένα ὦμεν
ὑβρισμένος- ὑβρισμένη- ὑβρισμένον εἴην
---, ὕβρισο, ὑβρίσθω, --- ὕβρισθε, ὑβρίσθων
ὑβρίσθαι
ὑβρισμένος,
Οριστική
ὑβρίσμην, ὕβρισο, ὕβριστο, ὑβρίσμεθα, ὕβρισθε, ὑβρισμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου