Lucas,
the Elder Cranach
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δεκάζω»
δεκάζω:
δωροδοκώ
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Ενεργητική
Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
δεκάζω, δεκάζεις, δεκάζει, δεκάζομεν, δεκάζετε, δεκάζουσι(ν)
Υποτακτική
δεκάζω, δεκάζῃς, δεκάζῃ, δεκάζωμεν, δεκάζητε, δεκάζωσι(ν)
Ευκτική
δεκάζοιμι, δεκάζοις, δεκάζοι, δεκάζοιμεν, δεκάζοιτε, δεκάζοιεν
Προστακτική
---, δέκαζε, δεκαζέτω, ---, δεκάζετε, δεκαζόντων ή δεκαζέτωσαν
Απαρέμφατο
δεκάζειν
Μετοχή
δεκάζων, δεκάζουσα, δέκαζον
Παρατατικός
Οριστική
ἐδέκαζον, ἐδέκαζες, ἐδέκαζε, ἐδεκάζομεν, ἐδεκάζετε, ἐδέκαζον
Μέλλοντας
Οριστική
δεκάσω, δεκάσεις, δεκάσει, δεκάσομεν, δεκάσετε, δεκάσουσι(ν)
Ευκτική
δεκάσοιμι, δεκάσοις, δεκάσοι, δεκάσοιμεν, δεκάσοιτε, δεκάσοιεν
Απαρέμφατο
δεκάσειν
Μετοχή
δεκάσων, δεκάσουσα, δέκασον
Αόριστος
Οριστική
ἐδέκασα, ἐδέκασας, ἐδέκασε(ν), ἐδεκάσαμεν, ἐδεκάσατε, ἐδέκασαν
Υποτακτική
δεκάσω, δεκάσῃς, δεκάσῃ, δεκάσωμεν, δεκάσητε, δεκάσωσι(ν)
Ευκτική
δεκάσαιμι, δεκάσαις ή δεκάσειας, δεκάσαι ή δεκάσειε(ν), δεκάσαιμεν, δεκάσαιτε, δεκάσαιεν ή δεκάσειαν
Προστακτική
---, δέκασον, δεκασάτω, ---, δεκάσατε, δεκασάντων ή δεκασάτωσαν
Απαρέμφατο
δεκάσαι
Μετοχή
δεκάσας, δεκάσασα, δέκασαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
δεκάζομαι, δεκάζῃ ή δεκάζει, δεκάζεται, δεκαζόμεθα, δεκάζεσθε, δεκάζονται
Υποτακτική
δεκάζωμαι, δεκάζῃ, δεκάζηται, δεκαζώμεθα, δεκάζησθε, δεκάζωνται
Ευκτική
δεκαζοίμην, δεκάζοιο, δεκάζοιτο, δεκαζοίμεθα, δεκάζοισθε, δεκάζοιντο
Προστακτική
---, δεκάζου, δεκαζέσθω, ---, δεκάζεσθε, δεκαζέσθων ή δεκαζέσθωσαν
Απαρέμφατο
δεκάζεσθαι
Μετοχή
δεκαζόμενος
δεκαζομένη
δεκαζόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐδεκαζόμην, ἐδεκάζου, ἐδεκάζετο, ἐδεκαζόμεθα, ἐδεκάζεσθε, ἐδεκάζοντο
Παθητικός
Μέλλοντας
Οριστική
δεκασθήσομαι, δεκασθήσῃ ή δεκασθήσει, δεκασθήσεται, δεκασθησόμεθα, δεκασθήσεσθε, δεκασθήσονται
Ευκτική
δεκασθησοίμην, δεκασθήσοιο, δεκασθήσοιτο, δεκασθησοίμεθα, δεκασθήσοισθε, δεκασθήσοιντο
Απαρέμφατο
δεκασθήσεσθαι
Μετοχή
δεκασθησόμενος
δεκασθησομένη
δεκασθησόμενον
Παθητικός
Αόριστος
Οριστική
ἐδεκάσθην, ἐδεκάσθης, ἐδεκάσθη, ἐδεκάσθημεν, ἐδεκάσθητε, ἐδεκάσθησαν
Υποτακτική
δεκασθῶ, δεκασθῇς, δεκασθῇ, δεκασθῶμεν, δεκασθῆτε, δεκασθῶσι(ν)
Ευκτική
δεκασθείην, δεκασθείης, δεκασθείη, δεκασθείημεν ή δεκασθεῖμεν, δεκασθείητε ή δεκασθεῖτε, δεκασθείησαν ή δεκασθεῖεν
Προστακτική
---, δεκάσθητι, δεκασθήτω, ---, δεκάσθητε, δεκασθέντων ή δεκασθήτωσαν
Απαρέμφατο
δεκασθῆναι
Μετοχή
δεκασθείς
δεκασθεῖσα
δεκασθέν
Παρακείμενος
Οριστική
δεδέκασμαι, δεδέκασαι, δεδέκασται, δεδεκάσμεθα, δεδέκασθε, δεδεκασμένοι εἰσί(ν)
Υποτακτική
δεδεκασμένος- δεδεκασμένη- δεδεκασμένον ὦ
δεδεκασμένος- δεδεκασμένη- δεδεκασμένον ᾖς
δεδεκασμένος-
δεδεκασμένη- δεδεκασμένον ᾖ
δεδεκασμένοι- δεδεκασμέναι- δεδεκασμένα ὦμεν
δεδεκασμένοι-
δεδεκασμέναι- δεδεκασμένα ἦτε
δεδεκασμένοι-
δεδεκασμέναι- δεδεκασμένα ὦσι(ν)
Ευκτική
δεδεκασμένος- δεδεκασμένη- δεδεκασμένον εἴην
δεδεκασμένος-
δεδεκασμένη- δεδεκασμένον εἴης
δεδεκασμένος-
δεδεκασμένη- δεδεκασμένον εἴη
δεδεκασμένοι-
δεδεκασμέναι- δεδεκασμένα εἴημεν (εἶμεν)
δεδεκασμένοι-
δεδεκασμέναι- δεδεκασμένα εἴητε (εἶτε)
δεδεκασμένοι-
δεδεκασμέναι- δεδεκασμένα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---, δεδέκασο, δεδεκάσθω, ---, δεδέκασθε, δεδεκάσθων
Απαρέμφατο
δεδεκάσθαι
Μετοχή
δεδεκασμένος,
δεδεκασμένη,
δεδεκασμένον
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδεκάσμην, ἐδεδέκασο, ἐδεδέκαστο, ἐδεδεκάσμεθα, ἐδεδέκασθε, δεδεκασμένοι ἦσαν
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δεκάζω»
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Οριστική
δεκάζω, δεκάζεις, δεκάζει, δεκάζομεν, δεκάζετε, δεκάζουσι(ν)
δεκάζω, δεκάζῃς, δεκάζῃ, δεκάζωμεν, δεκάζητε, δεκάζωσι(ν)
δεκάζοιμι, δεκάζοις, δεκάζοι, δεκάζοιμεν, δεκάζοιτε, δεκάζοιεν
Προστακτική
---, δέκαζε, δεκαζέτω, ---, δεκάζετε, δεκαζόντων ή δεκαζέτωσαν
Απαρέμφατο
δεκάζειν
Μετοχή
δεκάζων, δεκάζουσα, δέκαζον
Οριστική
ἐδέκαζον, ἐδέκαζες, ἐδέκαζε, ἐδεκάζομεν, ἐδεκάζετε, ἐδέκαζον
Οριστική
δεκάσω, δεκάσεις, δεκάσει, δεκάσομεν, δεκάσετε, δεκάσουσι(ν)
δεκάσοιμι, δεκάσοις, δεκάσοι, δεκάσοιμεν, δεκάσοιτε, δεκάσοιεν
Απαρέμφατο
δεκάσειν
Μετοχή
δεκάσων, δεκάσουσα, δέκασον
Οριστική
ἐδέκασα, ἐδέκασας, ἐδέκασε(ν), ἐδεκάσαμεν, ἐδεκάσατε, ἐδέκασαν
δεκάσω, δεκάσῃς, δεκάσῃ, δεκάσωμεν, δεκάσητε, δεκάσωσι(ν)
δεκάσαιμι, δεκάσαις ή δεκάσειας, δεκάσαι ή δεκάσειε(ν), δεκάσαιμεν, δεκάσαιτε, δεκάσαιεν ή δεκάσειαν
Προστακτική
---, δέκασον, δεκασάτω, ---, δεκάσατε, δεκασάντων ή δεκασάτωσαν
Απαρέμφατο
δεκάσαι
Μετοχή
δεκάσας, δεκάσασα, δέκασαν
Οριστική
δεκάζομαι, δεκάζῃ ή δεκάζει, δεκάζεται, δεκαζόμεθα, δεκάζεσθε, δεκάζονται
δεκάζωμαι, δεκάζῃ, δεκάζηται, δεκαζώμεθα, δεκάζησθε, δεκάζωνται
δεκαζοίμην, δεκάζοιο, δεκάζοιτο, δεκαζοίμεθα, δεκάζοισθε, δεκάζοιντο
Προστακτική
---, δεκάζου, δεκαζέσθω, ---, δεκάζεσθε, δεκαζέσθων ή δεκαζέσθωσαν
Απαρέμφατο
δεκάζεσθαι
Μετοχή
δεκαζόμενος
δεκαζομένη
δεκαζόμενον
Οριστική
ἐδεκαζόμην, ἐδεκάζου, ἐδεκάζετο, ἐδεκαζόμεθα, ἐδεκάζεσθε, ἐδεκάζοντο
Οριστική
δεκασθήσομαι, δεκασθήσῃ ή δεκασθήσει, δεκασθήσεται, δεκασθησόμεθα, δεκασθήσεσθε, δεκασθήσονται
δεκασθησοίμην, δεκασθήσοιο, δεκασθήσοιτο, δεκασθησοίμεθα, δεκασθήσοισθε, δεκασθήσοιντο
Απαρέμφατο
δεκασθήσεσθαι
Μετοχή
δεκασθησόμενος
δεκασθησομένη
δεκασθησόμενον
Οριστική
ἐδεκάσθην, ἐδεκάσθης, ἐδεκάσθη, ἐδεκάσθημεν, ἐδεκάσθητε, ἐδεκάσθησαν
δεκασθῶ, δεκασθῇς, δεκασθῇ, δεκασθῶμεν, δεκασθῆτε, δεκασθῶσι(ν)
δεκασθείην, δεκασθείης, δεκασθείη, δεκασθείημεν ή δεκασθεῖμεν, δεκασθείητε ή δεκασθεῖτε, δεκασθείησαν ή δεκασθεῖεν
---, δεκάσθητι, δεκασθήτω, ---, δεκάσθητε, δεκασθέντων ή δεκασθήτωσαν
Απαρέμφατο
δεκασθῆναι
δεκασθείς
δεκασθεῖσα
Οριστική
δεδέκασμαι, δεδέκασαι, δεδέκασται, δεδεκάσμεθα, δεδέκασθε, δεδεκασμένοι εἰσί(ν)
δεδεκασμένος- δεδεκασμένη- δεδεκασμένον ὦ
δεδεκασμένος- δεδεκασμένη- δεδεκασμένον ᾖς
δεδεκασμένοι- δεδεκασμέναι- δεδεκασμένα ὦμεν
δεδεκασμένος- δεδεκασμένη- δεδεκασμένον εἴην
---, δεδέκασο, δεδεκάσθω, ---, δεδέκασθε, δεδεκάσθων
δεδεκάσθαι
Μετοχή
δεδεκασμένος,
δεδεκασμένη,
δεδεκασμένον
Οριστική
ἐδεδεκάσμην, ἐδεδέκασο, ἐδεδέκαστο, ἐδεδεκάσμεθα, ἐδεδέκασθε, δεδεκασμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου