Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χειμάζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χειμάζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χειμάζω»
 
χειμάζω: περνάω τον χειμώνα, διαχειμάζω
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χειμάζω, χειμάζεις, χειμάζει, χειμάζομεν, χειμάζετε, χειμάζουσι(ν)
Υποτακτική
χειμάζω, χειμάζς, χειμάζ, χειμάζωμεν, χειμάζητε, χειμάζωσι(ν)
Ευκτική
χειμάζοιμι, χειμάζοις, χειμάζοι, χειμάζοιμεν, χειμάζοιτε, χειμάζοιεν
Προστακτική
---, χείμαζε, χειμαζέτω, ---, χειμάζετε, χειμαζόντων (ή χειμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
χειμάζειν
Μετοχή
χειμάζων, χειμάζουσα, χειμάζον
 
Παρατατικός
Οριστική
χείμαζον, χείμαζες, χείμαζε, χειμάζομεν, χειμάζετε, χείμαζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
χειμάσω, χειμάσεις, χειμάσει, χειμάσομεν, χειμάσετε, χειμάσουσι(ν)
Ευκτική
χειμάσοιμι, χειμάσοις, χειμάσοι, χειμάσοιμεν, χειμάσοιτε, χειμάσοιεν
Απαρέμφατο
χειμάσειν
Μετοχή
χειμάσων, χειμάσουσα, χειμάσον
 
Αόριστος
Οριστική
χείμασα, χείμασας, χείμασε(ν), χειμάσαμεν, χειμάσατε, χείμασαν
Υποτακτική
χειμάσω, χειμάσς, χειμάσ, χειμάσωμεν, χειμάσητε, χειμάσωσι(ν)
Ευκτική
χειμάσαιμι, χειμάσαις ή χειμάσειας, χειμάσαι ή χειμάσειε(ν), χειμάσαιμεν, χειμάσαιτε, χειμάσαιεν ή χειμάσειαν
Προστακτική
---, χείμασον, χειμασάτω, ---, χειμάσατε, χειμασάντων (ή χειμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
χειμάσαι
Μετοχή
χειμάσας, χειμάσασα, χειμάσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χειμάζομαι, χειμάζ ή χειμάζει, χειμάζεται, χειμαζόμεθα, χειμάζεσθε, χειμάζονται
Υποτακτική
χειμάζωμαι, χειμάζ, χειμάζηται, χειμαζώμεθα, χειμάζησθε, χειμάζωνται
Ευκτική
χειμαζοίμην, χειμάζοιο, χειμάζοιτο, χειμαζοίμεθα, χειμάζοισθε, χειμάζοιντο
Προστακτική
---, χειμάζου, χειμαζέσθω, ---, χειμάζεσθε, χειμαζέσθων ή χειμαζέσθωσαν
Απαρέμφατο
χειμάζεσθαι
Μετοχή
χειμαζόμενος
χειμαζομένη
χειμαζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
χειμαζόμην, χειμάζου, χειμάζετο, χειμαζόμεθα, χειμάζεσθε, χειμάζοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
χειμάσθην, χειμάσθης, χειμάσθη, χειμάσθημεν, χειμάσθητε, χειμάσθησαν
Υποτακτική
χειμασθ, χειμασθς, χειμασθ, χειμασθμεν, χειμασθτε, χειμασθσι(ν)
Ευκτική
χειμασθείην, χειμασθείης, χειμασθείη, χειμασθείημεν, χειμασθείητε, χειμασθεεν
Προστακτική
---, χειμάσθητι, χειμασθήτω, ---, χειμάσθητε, χειμασθέντων ή χειμασθήτωσαν
Απαρέμφατο
χειμασθναι
Μετοχή
χειμασθείς
χειμασθεσα
χειμασθέν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου