Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χωρίζω»
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Οριστική
χωρίζω, χωρίζεις, χωρίζει, χωρίζομεν, χωρίζετε, χωρίζουσι(ν)
χωρίζω, χωρίζῃς, χωρίζῃ, χωρίζωμεν, χωρίζητε, χωρίζωσι(ν)
χωρίζοιμι, χωρίζοις, χωρίζοι, χωρίζοιμεν, χωρίζοιτε, χωρίζοιεν
Προστακτική
---, χώριζε, χωριζέτω, ---, χωρίζετε, χωριζόντων (ή χωριζέτωσαν)
Απαρέμφατο
χωρίζειν
Μετοχή
χωρίζων, χωρίζουσα, χωρίζον
Οριστική
ἐχώριζον, ἐχώριζες, ἐχώριζε, ἐχωρίζομεν, ἐχωρίζετε, ἐχώριζον
Οριστική
χωριῶ, χωριεῖς, χωριεῖ, χωριοῦμεν, χωριεῖτε, χωριοῦσι(ν)
χωριοίμι, χωριοῖς, χωριοῖ (ή χωριοίην, χωριοίης, χωριοίη), χωριοῖμεν, χωριοῖτε, χωριοῖεν
χωριεῖν
χωριῶν, χωριοῦσα, χωριοῦν
Οριστική
ἐχώρισα, ἐχώρισας, ἐχώρισε(ν), ἐχωρίσαμεν, ἐχωρίσατε, ἐχώρισαν
χωρίσω, χωρίσῃς, χωρίσῃ, χωρίσωμεν, χωρίσητε, χωρίσωσι(ν)
χωρίσαιμι, χωρίσαις (ή χωρίσειας), χωρίσαι (ή χωρίσειε), χωρίσαιμεν, χωρίσαιτε, χωρίσαιεν (ή χωρίσειαν)
Προστακτική
---, χώρισον, χωρισάτω, ---, χωρίσατε, χωρισάντων (ή χωρισάτωσαν)
Απαρέμφατο
χωρίσαι
Μετοχή
χωρίσας, χωρίσασα, χωρίσαν
Οριστική
κεχώρικα, κεχώρικας, κεχώρικε, κεχωρίκαμεν, κεχωρίκατε, κεχωρίκασι(ν)
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός ὦ
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός ᾖς
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα ὦμεν
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός εἴην
---
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός ἴσθι
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα ἔστε
κεχωρικέναι
Μετοχή
κεχωρικώς, κεχωρικυῖα, κεχωρικός
Οριστική
ἐκεχωρίκειν, ἐκεχωρίκεις, ἐκεχωρίκει, ἐκεχωρίκεμεν, ἐκεχωρίκετε, ἐκεχωρίκεσαν
Οριστική
χωρίζομαι, χωρίζῃ (ή χωρίζει), χωρίζεται, χωριζόμεθα, χωρίζεσθε, χωρίζονται
χωρίζωμαι, χωρίζῃ, χωρίζηται, χωριζώμεθα, χωρίζησθε, χωρίζωνται
χωριζοίμην, χωρίζοιο, χωρίζοιτο, χωριζοίμεθα, χωρίζοισθε, χωρίζοιντο
Προστακτική
---, χωρίζου, χωριζέσθω, ---, χωρίζεσθε, χωριζέσθων (ή χωριζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
χωρίζεσθαι
Μετοχή
χωριζόμενος
χωριζομένη
χωριζόμενον
Οριστική
ἐχωρίσθην, ἐχωρίσθης, ἐχωρίσθη, ἐχωρίσθημεν, ἐχωρίσθητε, ἐχωρίσθησαν
χωρισθῶ, χωρισθῇς, χωρισθῇ, χωρισθῶμεν, χωρισθῆτε, χωρισθῶσι(ν)
χωρισθείην, χωρισθείης, χωρισθείη, χωρισθείημεν (ή χωρισθεῖμεν), χωρισθείητε (ή χωρισθεῖτε), χωρισθείησαν (ή χωρισθεῖεν)
---, χωρίσθητι, χωρισθήτω, ---, χωρίσθητε, χωρισθέντων (ή χωρισθήτωσαν)
Απαρέμφατο
χωρισθῆναι
χωρισθείς
χωρισθεῖσα
Οριστική
κεχώρισμαι, κεχώρισαι, κεχώρισται, κεχωρίσμεθα, κεχώρισθε, κεχωρισμένοι εἰσί(ν)
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον ὦ
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον ᾖς
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα ὦμεν
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον εἴην
---, κεχώρισο, κεχωρίσθω, ---, κεχώρισθε, κεχωρίσθων
κεχωρίσθαι
Μετοχή
κεχωρισμένος,
κεχωρισμένη,
κεχωρισμένον
Οριστική
ἐκεχωρίσμην, ἐκεχώρισο, ἐκεχώριστο, ἐκεχωρίσμεθα, ἐκεχώρισθε, κεχωρισμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου