Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ναυλόω - ναυλῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ναυλόω - ναυλῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ναυλόω - ναυλ»
 
ναυλ: εκμισθώνω, νοικιάζω πλοίο
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ναυλ, ναυλος, ναυλο, ναυλομεν, ναυλοτε, ναυλοσι(ν)
Υποτακτική
ναυλ, ναυλος, ναυλο, ναυλμεν, ναυλτε, ναυλσι(ν)
Ευκτική
ναυλοίμι, ναυλος, ναυλο ή ναυλοίην, ναυλοίης, ναυλοίη, ναυλομεν, ναυλοτε, ναυλοεν
Προστακτική
---, ναύλου, ναυλούτω, ---, ναυλοτε, ναυλούντων (ή ναυλούτωσαν)
Απαρέμφατο
ναυλον
Μετοχή
ναυλν, ναυλοσα, ναυλον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ναυλν, το ναυλοντος, τ ναυλοντι, τόν ναυλοντα, ναυλν
ο ναυλοντες, τν ναυλούντων, τος ναυλοσι, τούς ναυλοντας, ναυλοντες
 
Θηλυκό
ναυλοσα, τς ναυλούσης, τ ναυλούσ, τήν ναυλοσαν, ναυλοσα
α ναυλοσαι, τν ναυλουσν, τας ναυλούσαις, τάς ναυλούσας, ναυλοσαι
 
Ουδέτερο
τό ναυλον, το ναυλοντος, τ ναυλοντι, τό ναυλον, ναυλον
τά ναυλοντα, τν ναυλούντων, τος ναυλοσι, τά ναυλοντα, ναυλοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ναύλουν, ναύλους, ναύλου, ναυλομεν, ναυλοτε, ναύλουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ναυλώσω, ναυλώσεις, ναυλώσει, ναυλώσομεν, ναυλώσετε, ναυλώσουσι(ν)
Ευκτική
ναυλώσοιμι, ναυλώσοις, ναυλώσοι, ναυλώσοιμεν, ναυλώσοιτε, ναυλώσοιεν
Απαρέμφατο
ναυλώσειν
Μετοχή
ναυλώσων, ναυλώσουσα, ναυλσον
 
Αόριστος
Οριστική
ναύλωσα, ναύλωσας, ναύλωσε(ν), ναυλώσαμεν, ναυλώσατε, ναύλωσαν
Υποτακτική
ναυλώσω, ναυλώσς, ναυλώσ, ναυλώσωμεν, ναυλώσητε, ναυλώσωσι(ν)
Ευκτική
ναυλώσαιμι, ναυλώσαις ή ναυλώσειας, ναυλώσαι ή ναυλώσειε(ν), ναυλώσαιμεν, ναυλώσαιτε, ναυλώσαιεν ή ναυλώσειαν
Προστακτική
---, ναύλωσον, ναυλωσάτω, ---, ναυλώσατε, ναυλωσάντων (ή ναυλωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ναυλσαι
Μετοχή
ναυλώσας, ναυλώσασα, ναυλσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ναυλομαι, ναυλο, ναυλοται, ναυλούμεθα, ναυλοσθε, ναυλονται
Υποτακτική
ναυλμαι, ναυλο, ναυλται, ναυλώμεθα, ναυλσθε, ναυλνται
Ευκτική
ναυλοίμην, ναυλοο, ναυλοτο, ναυλοίμεθα, ναυλοσθε, ναυλοντο
Προστακτική
---, ναυλο, ναυλούσθω, ---, ναυλοσθε, ναυλούσθων ή ναυλούσθωσαν
Απαρέμφατο
ναυλοσθαι
Μετοχή
ναυλούμενος
ναυλουμένη
ναυλούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ναυλούμην, ναυλο, ναυλοτο, ναυλούμεθα, ναυλοσθε, ναυλοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ναυλωθήσομαι, ναυλωθήσ/ναυλωθήσει, ναυλωθήσεται, ναυλωθησόμεθα, ναυλωθήσεσθε, ναυλωθήσονται
Ευκτική
ναυλωθησοίμην, ναυλωθήσοιο, ναυλωθήσοιτο, ναυλωθησοίμεθα, ναυλωθήσοισθε, ναυλωθήσοιντο
Απαρέμφατο
ναυλωθήσεσθαι
Μετοχή
ναυλωθησόμενος
ναυλωθησομένη
ναυλωθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ναυλώθην, ναυλώθης, ναυλώθη, ναυλώθημεν, ναυλώθητε, ναυλώθησαν
Υποτακτική
ναυλωθ, ναυλωθς, ναυλωθ, ναυλωθμεν, ναυλωθτε, ναυλωθσι(ν)
Ευκτική
ναυλωθείην, ναυλωθείης, ναυλωθείη, ναυλωθείημεν ή ναυλωθεμεν, ναυλωθείητε ή ναυλωθετε, ναυλωθείησαν ή ναυλωθεεν
Προστακτική
---, ναυλώθητι, ναυλωθήτω, ---, ναυλώθητε, ναυλωθέντων ή ναυλωθήτωσαν
Απαρέμφατο
ναυλωθναι
Μετοχή
ναυλωθείς
ναυλωθεσα
ναυλωθέν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου