Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μορφόω - μορφῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μορφόω - μορφῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μορφόω - μορφ»
 
μορφ: δίνω μορφή ή σχήμα σε κάτι, εκπαιδεύω, μορφώνω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μορφ, μορφος, μορφο, μορφομεν, μορφοτε, μορφοσι(ν)
Υποτακτική
μορφ, μορφος, μορφο, μορφμεν, μορφτε, μορφσι(ν)
Ευκτική
μορφομι, μορφος, μορφο, ή μορφοίην, μορφοίης, μορφοίη, μορφομεν, μορφοτε, μορφοεν
Προστακτική
---, μόρφου, μορφούτω, ---, μορφοτε, μορφούντων (ή μορφούτωσαν)
Απαρέμφατο
μορφον
Μετοχή
μορφν, μορφοσα, μορφον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μορφν, το μορφοντος, τ μορφοντι, τόν μορφοντα, μορφν
ο μορφοντες, τν μορφούντων, τος μορφοσι(ν), τούς μορφοντας, μορφοντες
 
Θηλυκό
μορφοσα, τς μορφούσης, τ μορφούσ, τήν μορφοσαν, μορφοσα
α μορφοσαι, τν μορφουσν, τας μορφούσαις, τάς μορφούσας, μορφοσαι
 
Ουδέτερο
τό μορφον, το μορφοντος, τ μορφοντι, τό μορφον, μορφον
τά μορφοντα, τν μορφούντων, τος μορφοσι(ν), τά μορφοντα, μορφοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
μόρφουν, μόρφους, μόρφου, μορφομεν, μορφοτε, μόρφουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
μορφώσω, μορφώσεις, μορφώσει, μορφώσομεν, μορφώσετε, μορφώσουσι(ν)
Ευκτική
μορφώσοιμι, μορφώσοις, μορφώσοι, μορφώσοιμεν, μορφώσοιτε, μορφώσοιεν
Απαρέμφατο
μορφώσειν
Μετοχή
μορφώσων, μορφώσουσα, μορφσον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μορφώσων, το μορφώσοντος, τ μορφώσοντι, τόν μορφώσοντα, μορφώσων
ο μορφώσοντες, τν μορφωσόντων, τος μορφώσουσι(ν), τούς μορφώσοντας, μορφώσοντες
 
Θηλυκό
μορφώσουσα, τς μορφωσούσης, τ μορφωσούσ, τήν μορφώσουσαν, μορφώσουσα
α μορφώσουσαι, τν μορφωσουσν, τας μορφωσούσαις, τάς μορφωσούσας, μορφώσουσαι
 
Ουδέτερο
τό μορφσον, το μορφώσοντος, τ μορφώσοντι, τό μορφσον, μορφσον
τά μορφώσοντα, τν μορφωσόντων, τος μορφώσουσι(ν), τά μορφώσοντα, μορφώσοντα
 
Αόριστος
Οριστική
μόρφωσα, μόρφωσας, μόρφωσε(ν), μορφώσαμεν, μορφώσατε, μόρφωσαν
Υποτακτική
μορφώσω, μορφώσς, μορφώσ, μορφώσωμεν, μορφώσητε, μορφώσωσι(ν)
Ευκτική
μορφώσαιμι, μορφώσαις ή μορφώσειας, μορφώσαι ή μορφώσειε(ν), μορφώσαιμεν, μορφώσαιτε, μορφώσαιεν ή μορφώσειαν
Προστακτική
---, μόρφωσον, μορφωσάτω, ---, μορφώσατε, μορφωσάντων (ή μορφωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
μορφσαι
Μετοχή
μορφώσας, μορφώσασα, μορφσαν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μορφώσας, το μορφώσαντος, τ μορφώσαντι, τόν μορφώσαντα, μορφώσας
ο μορφώσαντες, τν μορφωσάντων, τος μορφώσασι(ν), τούς μορφώσαντας, μορφώσαντες
 
Θηλυκό
μορφώσασα, τς μορφωσάσης, τ μορφωσάσ, τήν μορφώσασαν, μορφώσασα
α μορφώσασαι, τν μορφωσασν, τας μορφωσάσαις, τάς μορφωσάσας, μορφώσασαι
 
Ουδέτερο
τό μορφσαν, το μορφώσαντος, τ μορφώσαντι, τό μορφσαν, μορφσαν
τά μορφώσαντα, τν μορφωσάντων, τος μορφώσασι(ν), τά μορφώσαντα, μορφώσαντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
μεμόρφωκα, μεμόρφωκας, μεμόρφωκε, μεμορφώκαμεν, μεμορφώκατε, μεμορφώκασι(ν)
 
Υποτακτική
μεμορφωκώς- μεμορφωκυα- μεμορφωκός
μεμορφωκώς- μεμορφωκυα- μεμορφωκός ς
μεμορφωκώς- μεμορφωκυα- μεμορφωκός
μεμορφωκότες- μεμορφωκυαι- μεμορφωκότα μεν
μεμορφωκότες- μεμορφωκυαι- μεμορφωκότα τε
μεμορφωκότες- μεμορφωκυαι- μεμορφωκότα σι
 
Ευκτική
μεμορφωκώς- μεμορφωκυα- μεμορφωκός εην
μεμορφωκώς- μεμορφωκυα- μεμορφωκός εης
μεμορφωκώς- μεμορφωκυα- μεμορφωκός εη
μεμορφωκότες- μεμορφωκυαι- μεμορφωκότα εημεν (εμεν)
μεμορφωκότες- μεμορφωκυαι- μεμορφωκότα εητε (ετε)
μεμορφωκότες- μεμορφωκυαι- μεμορφωκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
μεμορφωκώς- μεμορφωκυα- μεμορφωκός σθι
μεμορφωκώς- μεμορφωκυα- μεμορφωκός στω
---
μεμορφωκότες- μεμορφωκυαι- μεμορφωκότα στε
μεμορφωκότες- μεμορφωκυαι- μεμορφωκότα στων (ή στωσαν)
 
Απαρέμφατο
μεμορφωκέναι
Μετοχή
μεμορφωκώς- μεμορφωκυα- μεμορφωκός
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μεμορφωκώς, το μεμορφωκότος, τ μεμορφωκότι, τόν μεμορφωκότα, μεμορφωκώς
ο μεμορφωκότες, τν μεμορφωκότων, τος μεμορφωκόσι(ν), τούς μεμορφωκότας, μεμορφωκότες
 
Θηλυκό
μεμορφωκυα, τς μεμορφωκυίας, τ μεμορφωκυί, τήν μεμορφωκυαν, μεμορφωκυα
α μεμορφωκυαι, τν μεμορφωκυιν, τας μεμορφωκυίαις, τάς μεμορφωκυίας, μεμορφωκυαι
 
Ουδέτερο
τό μεμορφωκός, το μεμορφωκότος, τ μεμορφωκότι, τό μεμορφωκός, μεμορφωκός
τά μεμορφωκότα, τν μεμορφωκότων, τος μεμορφωκόσι(ν), τά μεμορφωκότα, μεμορφωκότα
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
μεμορφώκειν, μεμορφώκεις, μεμορφώκει, μεμορφώκεμεν, μεμορφώκετε, μεμορφώκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μορφομαι, μορφο, μορφοται, μορφούμεθα, μορφοσθε, μορφονται
Υποτακτική
μορφμαι, μορφο, μορφται, μορφώμεθα, μορφσθε, μορφνται
Ευκτική
μορφοίμην, μορφοο, μορφοτο, μορφοίμεθα, μορφοσθε, μορφοντο
Προστακτική
---, μορφο, μορφούσθω, ---, μορφοσθε, μορφούσθων ή μορφούσθωσαν
Απαρέμφατο
μορφοσθαι
Μετοχή
μορφούμενος
μορφουμένη
μορφούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
μορφούμην, μορφο, μορφοτο, μορφούμεθα, μορφοσθε, μορφοντο
 
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
μορφώσομαι, μορφώσ ή μορφώσει, μορφώσεται, μορφωσόμεθα, μορφώσεσθε, μορφώσονται
Ευκτική
μορφωσοίμην, μορφώσοιο, μορφώσοιτο, μορφωσοίμεθα, μορφώσοισθε, μορφώσοιντο
Απαρέμφατο
μορφώσεσθαι
Μετοχή
μορφωσόμενος
μορφωσομένη
μορφωσόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
μορφωθήσομαι, μορφωθήσ ή μορφωθήσει, μορφωθήσεται, μορφωθησόμεθα, μορφωθήσεσθε, μορφωθήσονται
Ευκτική
μορφωθησοίμην, μορφωθήσοιο, μορφωθήσοιτο, μορφωθησοίμεθα, μορφωθήσοισθε, μορφωθήσοιντο
Απαρέμφατο
μορφωθήσεσθαι
Μετοχή
μορφωθησόμενος
μορφωθησομένη
μορφωθησόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
μορφωσάμην, μορφώσω, μορφώσατο, μορφωσάμεθα, μορφώσασθε, μορφώσαντο
Υποτακτική
μορφώσωμαι, μορφώσ, μορφώσηται, μορφωσώμεθα, μορφώσησθε, μορφώσωνται
Ευκτική
μορφωσαίμην, μορφώσαιο, μορφώσαιτο, μορφωσαίμεθα, μορφώσαισθε, μορφώσαιντο
Προστακτική
---, μόρφωσαι, μορφωσάσθω, ---, μορφώσασθε, μορφωσάσθων ή μορφωσάσθωσαν
Απαρέμφατο
μορφώσασθαι
Μετοχή
μορφωσάμενος
μορφωσαμένη
μορφωσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
μορφώθην, μορφώθης, μορφώθη, μορφώθημεν, μορφώθητε, μορφώθησαν
Υποτακτική
μορφωθ, μορφωθς, μορφωθ, μορφωθμεν, μορφωθτε, μορφωθσι(ν)
Ευκτική
μορφωθείην, μορφωθείης, μορφωθείη, μορφωθείημεν ή μορφωθεμεν, μορφωθείητε ή μορφωθετε, μορφωθείησαν ή μορφωθεεν
Προστακτική
---, μορφώθητι, μορφωθήτω, ---, μορφώθητε, μορφωθέντων ή μορφωθήτωσαν
Απαρέμφατο
μορφωθναι
Μετοχή
μορφωθείς
μορφωθεσα
μορφωθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
μεμόρφωμαι, μεμόρφωσαι, μεμόρφωται, μεμορφώμεθα, μεμόρφωσθε, μεμόρφωνται
 
Υποτακτική
μεμορφωμένος- μεμορφωμένη-μεμορφωμένον
μεμορφωμένος- μεμορφωμένη-μεμορφωμένον ς
μεμορφωμένος- μεμορφωμένη-μεμορφωμένον
μεμορφωμένοι- μεμορφωμέναι-μεμορφωμένα μεν
μεμορφωμένοι- μεμορφωμέναι-μεμορφωμένα τε
μεμορφωμένοι- μεμορφωμέναι-μεμορφωμένα σι
 
Ευκτική
μεμορφωμένος- μεμορφωμένη-μεμορφωμένον εην
μεμορφωμένος- μεμορφωμένη-μεμορφωμένον εης
μεμορφωμένος- μεμορφωμένη-μεμορφωμένον εη
μεμορφωμένοι- μεμορφωμέναι-μεμορφωμένα εημεν (εμεν)
μεμορφωμένοι- μεμορφωμέναι-μεμορφωμένα εητε (ετε)
μεμορφωμένοι- μεμορφωμέναι-μεμορφωμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, μεμόρφωσο, μεμορφώσθω, ---, μεμόρφωσθε, μεμορφώσθων ή μεμορφώσθωσαν
 
Απαρέμφατο
μεμορφσθαι
Μετοχή
μεμορφωμένος,
μεμορφωμένη,
μεμορφωμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
μεμορφώμην, μεμόρφωσο, μεμόρφωτο, μεμορφώμεθα, μεμόρφωσθε, μεμόρφωντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου