Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μορφόω - μορφῶ»
Οριστική
μορφῶ, μορφοῖς, μορφοῖ, μορφοῦμεν, μορφοῦτε, μορφοῦσι(ν)
μορφῶ, μορφοῖς, μορφοῖ, μορφῶμεν, μορφῶτε, μορφῶσι(ν)
μορφοῖμι, μορφοῖς, μορφοῖ, ή μορφοίην, μορφοίης, μορφοίη, μορφοῖμεν, μορφοῖτε, μορφοῖεν
---, μόρφου, μορφούτω, ---, μορφοῦτε, μορφούντων (ή μορφούτωσαν)
μορφοῦν
μορφῶν, μορφοῦσα, μορφοῦν
Αρσενικό
ὁ μορφῶν, τοῦ μορφοῦντος, τῷ μορφοῦντι, τόν μορφοῦντα, ὦ μορφῶν
ἡ μορφοῦσα, τῆς μορφούσης, τῇ μορφούσῃ, τήν μορφοῦσαν, ὦ μορφοῦσα
τό μορφοῦν, τοῦ μορφοῦντος, τῷ μορφοῦντι, τό μορφοῦν, ὦ μορφοῦν
Οριστική
ἐμόρφουν, ἐμόρφους, ἐμόρφου, ἐμορφοῦμεν, ἐμορφοῦτε, ἐμόρφουν
Οριστική
μορφώσω, μορφώσεις, μορφώσει, μορφώσομεν, μορφώσετε, μορφώσουσι(ν)
μορφώσοιμι, μορφώσοις, μορφώσοι, μορφώσοιμεν, μορφώσοιτε, μορφώσοιεν
Απαρέμφατο
μορφώσειν
Μετοχή
μορφώσων, μορφώσουσα, μορφῶσον
Αρσενικό
ὁ μορφώσων, τοῦ μορφώσοντος, τῷ μορφώσοντι, τόν μορφώσοντα, ὦ μορφώσων
ἡ μορφώσουσα, τῆς μορφωσούσης, τῇ μορφωσούσῃ, τήν μορφώσουσαν, ὦ μορφώσουσα
τό μορφῶσον, τοῦ μορφώσοντος, τῷ μορφώσοντι, τό μορφῶσον, ὦ μορφῶσον
Οριστική
ἐμόρφωσα, ἐμόρφωσας, ἐμόρφωσε(ν), ἐμορφώσαμεν, ἐμορφώσατε, ἐμόρφωσαν
μορφώσω, μορφώσῃς, μορφώσῃ, μορφώσωμεν, μορφώσητε, μορφώσωσι(ν)
μορφώσαιμι, μορφώσαις ή μορφώσειας, μορφώσαι ή μορφώσειε(ν), μορφώσαιμεν, μορφώσαιτε, μορφώσαιεν ή μορφώσειαν
Προστακτική
---, μόρφωσον, μορφωσάτω, ---, μορφώσατε, μορφωσάντων (ή μορφωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
μορφῶσαι
μορφώσας, μορφώσασα, μορφῶσαν
Αρσενικό
ὁ μορφώσας, τοῦ μορφώσαντος, τῷ μορφώσαντι, τόν μορφώσαντα, ὦ μορφώσας
ἡ μορφώσασα, τῆς μορφωσάσης, τῇ μορφωσάσῃ, τήν μορφώσασαν, ὦ μορφώσασα
τό μορφῶσαν, τοῦ μορφώσαντος, τῷ μορφώσαντι, τό μορφῶσαν, ὦ μορφῶσαν
Οριστική
μεμόρφωκα, μεμόρφωκας, μεμόρφωκε, μεμορφώκαμεν, μεμορφώκατε, μεμορφώκασι(ν)
μεμορφωκώς- μεμορφωκυῖα- μεμορφωκός ὦ
μεμορφωκώς- μεμορφωκυῖα- μεμορφωκός ᾖς
μεμορφωκότες- μεμορφωκυῖαι- μεμορφωκότα ὦμεν
μεμορφωκώς- μεμορφωκυῖα- μεμορφωκός εἴην
---
μεμορφωκώς- μεμορφωκυῖα- μεμορφωκός ἴσθι
μεμορφωκότες- μεμορφωκυῖαι- μεμορφωκότα ἔστε
μεμορφωκέναι
Μετοχή
μεμορφωκώς- μεμορφωκυῖα- μεμορφωκός
Αρσενικό
ὁ μεμορφωκώς, τοῦ μεμορφωκότος, τῷ μεμορφωκότι, τόν μεμορφωκότα, ὦ μεμορφωκώς
ἡ μεμορφωκυῖα, τῆς μεμορφωκυίας, τῇ μεμορφωκυίᾳ, τήν μεμορφωκυῖαν, ὦ μεμορφωκυῖα
τό μεμορφωκός, τοῦ μεμορφωκότος, τῷ μεμορφωκότι, τό μεμορφωκός, ὦ μεμορφωκός
Οριστική
ἐμεμορφώκειν, ἐμεμορφώκεις, ἐμεμορφώκει, ἐμεμορφώκεμεν, ἐμεμορφώκετε, ἐμεμορφώκεσαν
Οριστική
μορφοῦμαι, μορφοῖ, μορφοῦται, μορφούμεθα, μορφοῦσθε, μορφοῦνται
μορφῶμαι, μορφοῖ, μορφῶται, μορφώμεθα, μορφῶσθε, μορφῶνται
μορφοίμην, μορφοῖο, μορφοῖτο, μορφοίμεθα, μορφοῖσθε, μορφοῖντο
---, μορφοῦ, μορφούσθω, ---, μορφοῦσθε, μορφούσθων ή μορφούσθωσαν
μορφοῦσθαι
μορφούμενος
μορφουμένη
μορφούμενον
Οριστική
ἐμορφούμην, ἐμορφοῦ, ἐμορφοῦτο, ἐμορφούμεθα, ἐμορφοῦσθε, ἐμορφοῦντο
Οριστική
μορφώσομαι, μορφώσῃ ή μορφώσει, μορφώσεται, μορφωσόμεθα, μορφώσεσθε, μορφώσονται
μορφωσοίμην, μορφώσοιο, μορφώσοιτο, μορφωσοίμεθα, μορφώσοισθε, μορφώσοιντο
Απαρέμφατο
μορφώσεσθαι
Μετοχή
μορφωσόμενος
μορφωσομένη
μορφωσόμενον
Οριστική
μορφωθήσομαι, μορφωθήσῃ ή μορφωθήσει, μορφωθήσεται, μορφωθησόμεθα, μορφωθήσεσθε, μορφωθήσονται
μορφωθησοίμην, μορφωθήσοιο, μορφωθήσοιτο, μορφωθησοίμεθα, μορφωθήσοισθε, μορφωθήσοιντο
Απαρέμφατο
μορφωθήσεσθαι
Μετοχή
μορφωθησόμενος
μορφωθησομένη
μορφωθησόμενον
Οριστική
ἐμορφωσάμην, ἐμορφώσω, ἐμορφώσατο, ἐμορφωσάμεθα, ἐμορφώσασθε, ἐμορφώσαντο
μορφώσωμαι, μορφώσῃ, μορφώσηται, μορφωσώμεθα, μορφώσησθε, μορφώσωνται
μορφωσαίμην, μορφώσαιο, μορφώσαιτο, μορφωσαίμεθα, μορφώσαισθε, μορφώσαιντο
Προστακτική
---, μόρφωσαι, μορφωσάσθω, ---, μορφώσασθε, μορφωσάσθων ή μορφωσάσθωσαν
Απαρέμφατο
μορφώσασθαι
Μετοχή
μορφωσάμενος
μορφωσαμένη
μορφωσάμενον
Οριστική
ἐμορφώθην, ἐμορφώθης, ἐμορφώθη, ἐμορφώθημεν, ἐμορφώθητε, ἐμορφώθησαν
μορφωθῶ, μορφωθῇς, μορφωθῇ, μορφωθῶμεν, μορφωθῆτε, μορφωθῶσι(ν)
μορφωθείην, μορφωθείης, μορφωθείη, μορφωθείημεν ή μορφωθεῖμεν, μορφωθείητε ή μορφωθεῖτε, μορφωθείησαν ή μορφωθεῖεν
---, μορφώθητι, μορφωθήτω, ---, μορφώθητε, μορφωθέντων ή μορφωθήτωσαν
Απαρέμφατο
μορφωθῆναι
μορφωθείς
μορφωθεῖσα
Οριστική
μεμόρφωμαι, μεμόρφωσαι, μεμόρφωται, μεμορφώμεθα, μεμόρφωσθε, μεμόρφωνται
μεμορφωμένος- μεμορφωμένη-μεμορφωμένον ὦ
μεμορφωμένος- μεμορφωμένη-μεμορφωμένον ᾖς
μεμορφωμένοι- μεμορφωμέναι-μεμορφωμένα ὦμεν
μεμορφωμένος- μεμορφωμένη-μεμορφωμένον εἴην
---, μεμόρφωσο, μεμορφώσθω, ---, μεμόρφωσθε, μεμορφώσθων ή μεμορφώσθωσαν
μεμορφῶσθαι
μεμορφωμένος,
μεμορφωμένη,
μεμορφωμένον
Οριστική
ἐμεμορφώμην, ἐμεμόρφωσο, ἐμεμόρφωτο, ἐμεμορφώμεθα, ἐμεμόρφωσθε, ἐμεμόρφωντο


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου