Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀλλοτριόω - ἀλλοτριῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀλλοτριόω - ἀλλοτριῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λλοτριόω - λλοτρι»
 
λλοτρι: αποξενώνω κάποιον από κάτι, αλλάζω προς το χειρότερο, αποξενώνομαι από τη φύση μου, γίνομαι εχθρός κάποιου
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λλοτρι, λλοτριος, λλοτριο, λλοτριομεν, λλοτριοτε, λλοτριοσι(ν)
Υποτακτική
λλοτρι, λλοτριος, λλοτριο, λλοτριμεν, λλοτριτε, λλοτρισι(ν)
Ευκτική
λλοτριομι, λλοτριος, λλοτριο, ή λλοτριοίην, λλοτριοίης, λλοτριοίη, λλοτριομεν, λλοτριοτε, λλοτριοεν
Προστακτική
---, λλοτρίου, λλοτριούτω, ---, λλοτριοτε, λλοτριούντων (ή λλοτριούτωσαν)
Απαρέμφατο
λλοτριον
Μετοχή
λλοτριν, λλοτριοσα, λλοτριον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
λλοτριν, το λλοτριοντος, τ λλοτριοντι, τόν λλοτριοντα, λλοτριν
ο λλοτριοντες, τν λλοτριούντων, τος λλοτριοσι, τούς λλοτριοντας, λλοτριοντες
 
Θηλυκό
λλοτριοσα, τς λλοτριούσης, τ λλοτριούσ, τήν λλοτριοσαν, λλοτριοσα
α λλοτριοσαι, τν λλοτριουσν, τας λλοτριούσαις, τάς λλοτριούσας, λλοτριοσαι
 
Ουδέτερο
τό λλοτριον, το λλοτριοντος, τ λλοτριοντι, τό λλοτριον, λλοτριον
τά λλοτριοντα, τν λλοτριούντων, τος λλοτριοσι, τά λλοτριοντα, λλοτριοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
λλοτρίουν, λλοτρίους, λλοτρίου, λλοτριομεν, λλοτριοτε, λλοτρίουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
λλοτριώσω, λλοτριώσεις, λλοτριώσει, λλοτριώσομεν, λλοτριώσετε, λλοτριώσουσι(ν)
Ευκτική
λλοτριώσοιμι, λλοτριώσοις, λλοτριώσοι, λλοτριώσοιμεν, λλοτριώσοιτε, λλοτριώσοιεν
Απαρέμφατο
λλοτριώσειν
Μετοχή
λλοτριώσων, λλοτριώσουσα, λλοτρισον
 
Αόριστος
Οριστική
λλοτρίωσα, λλοτρίωσας, λλοτρίωσε(ν), λλοτριώσαμεν, λλοτριώσατε, λλοτρίωσαν
Υποτακτική
λλοτριώσω, λλοτριώσς, λλοτριώσ, λλοτριώσωμεν, λλοτριώσητε, λλοτριώσωσι(ν)
Ευκτική
λλοτριώσαιμι, λλοτριώσαις ή λλοτριώσειας, λλοτριώσαι ή λλοτριώσειε(ν), λλοτριώσαιμεν, λλοτριώσαιτε, λλοτριώσαιεν ή λλοτριώσειαν
Προστακτική
---, λλοτρίωσον, λλοτριωσάτω, ---, λλοτριώσατε, λλοτριωσάντων (ή λλοτριωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
λλοτρισαι
Μετοχή
λλοτριώσας, λλοτριώσασα, λλοτρισαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
λλοτρίωκα, λλοτρίωκας, λλοτρίωκε, λλοτριώκαμεν, λλοτριώκατε, λλοτριώκασι(ν)
 
Υποτακτική
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός ς
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα μεν
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα τε
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα σι
 
Ευκτική
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός εην
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός εης
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός εη
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα εημεν (εμεν)
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα εητε (ετε)
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός σθι
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός στω
---
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα στε
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα στων (ή στωσαν)
 
Απαρέμφατο
λλοτριωκέναι
Μετοχή
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
λλοτριώκειν, λλοτριώκεις, λλοτριώκει, λλοτριώκεμεν, λλοτριώκετε, λλοτριώκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λλοτριομαι, λλοτριο, λλοτριοται, λλοτριούμεθα, λλοτριοσθε, λλοτριονται
Υποτακτική
λλοτριμαι, λλοτριο, λλοτριται, λλοτριώμεθα, λλοτρισθε, λλοτρινται
Ευκτική
λλοτριοίμην, λλοτριοο, λλοτριοτο, λλοτριοίμεθα, λλοτριοσθε, λλοτριοντο
Προστακτική
---, λλοτριο, λλοτριούσθω, ---, λλοτριοσθε, λλοτριούσθων ή λλοτριούσθωσαν
Απαρέμφατο
λλοτριοσθαι
Μετοχή
λλοτριούμενος
λλοτριουμένη
λλοτριούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
λλοτριούμην, λλοτριο, λλοτριοτο, λλοτριούμεθα, λλοτριοσθε, λλοτριοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
λλοτριωθήσομαι, λλοτριωθήσ/λλοτριωθήσει, λλοτριωθήσεται, λλοτριωθησόμεθα, λλοτριωθήσεσθε, λλοτριωθήσονται
Ευκτική
λλοτριωθησοίμην, λλοτριωθήσοιο, λλοτριωθήσοιτο, λλοτριωθησοίμεθα, λλοτριωθήσοισθε, λλοτριωθήσοιντο
Απαρέμφατο
λλοτριωθήσεσθαι
Μετοχή
λλοτριωθησόμενος
λλοτριωθησομένη
λλοτριωθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
λλοτριώθην, λλοτριώθης, λλοτριώθη, λλοτριώθημεν, λλοτριώθητε, λλοτριώθησαν
Υποτακτική
λλοτριωθ, λλοτριωθς, λλοτριωθ, λλοτριωθμεν, λλοτριωθτε, λλοτριωθσι(ν)
Ευκτική
λλοτριωθείην, λλοτριωθείης, λλοτριωθείη, λλοτριωθείημεν (ή λλοτριωθεμεν), λλοτριωθείητε (ή λλοτριωθετε), λλοτριωθείησαν (ή λλοτριωθεεν)
Προστακτική
---, λλοτριώθητι, λλοτριωθήτω, ---, λλοτριώθητε, λλοτριωθέντων ή λλοτριωθήτωσαν
Απαρέμφατο
λλοτριωθναι
Μετοχή
λλοτριωθείς
λλοτριωθεσα
λλοτριωθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
λλοτριωθείς, το λλοτριωθέντος, τ λλοτριωθέντι, τόν λλοτριωθέντα, λλοτριωθείς
ο λλοτριωθέντες, τν λλοτριωθέντων, τος λλοτριωθεσι, τούς λλοτριωθέντας, λλοτριωθέντες
 
Θηλυκό
λλοτριωθεσα, τς λλοτριωθείσης, τ λλοτριωθείσ, τήν λλοτριωθεσαν, λλοτριωθεσα
α λλοτριωθεσαι, τν λλοτριωθεισν, τας λλοτριωθείσαις, τάς λλοτριωθείσας, λλοτριωθεσαι
 
Ουδέτερο
τό λλοτριωθέν, το λλοτριωθέντος, τ λλοτριωθέντι, τό λλοτριωθέν, λλοτριωθέν
τά λλοτριωθέντα, τν λλοτριωθέντων, τος λλοτριωθεσι, τά λλοτριωθέντα, λλοτριωθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
λλοτρίωμαι, λλοτρίωσαι, λλοτρίωται, λλοτριώμεθα, λλοτρίωσθε, λλοτρίωνται
 
Υποτακτική
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον ς
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα μεν
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα τε
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα σι
 
Ευκτική
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον εην
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον εης
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον εη
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα εημεν (εμεν)
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα εητε (ετε)
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, λλοτρίωσο, λλοτριώσθω, ---, λλοτρίωσθε, λλοτριώσθων ή λλοτριώσθωσαν
 
Απαρέμφατο
λλοτρισθαι
Μετοχή
λλοτριωμένος,
λλοτριωμένη,
λλοτριωμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
λλοτριώμην, λλοτρίωσο, λλοτρίωτο, λλοτριώμεθα, λλοτρίωσθε, λλοτρίωντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου