Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀγωνιάω - ἀγωνιῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀγωνιάω - ἀγωνιῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀγωνιάω - ἀγωνιῶ»
 
ἀγωνιῶ: βρίσκομαι σε αγωνία, αγωνίζομαι
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀγωνιῶ, ἀγωνιᾷς, ἀγωνιᾷ, ἀγωνιῶμεν, ἀγωνιᾶτε, ἀγωνιῶσι
Υποτακτική
ἀγωνιῶ, ἀγωνιᾷς, ἀγωνιᾷ, ἀγωνιῶμεν, ἀγωνιᾶτε, ἀγωνιῶσι
Ευκτική
ἀγωνιῷμι, ἀγωνιῷς, ἀγωνιῷ ή ἀγωνιῴην, ἀγωνιῴης, ἀγωνιῴη, ἀγωνιῷμεν, ἀγωνιῷτε, ἀγωνιῷεν
Προστακτική
---, ἀγωνία, ἀγωνιάτω, ---, ἀγωνιᾶτε, ἀγωνιώντων ή ἀγωνιάτωσαν
Απαρέμφατο
ἀγωνιᾶν
Μετοχή
ἀγωνιῶν, ἀγωνιῶσα, ἀγωνιῶν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ἀγωνιῶν, τοῦ ἀγωνιῶντος, τῷ ἀγωνιῶντι, τόν ἀγωνιῶντα, ὦ ἀγωνιῶν
οἱ ἀγωνιῶντες, τῶν ἀγωνιώντων, τοῖς ἀγωνιῶσι, τούς ἀγωνιῶντας, ὦ ἀγωνιῶντες
 
Θηλυκό
ἡ ἀγωνιῶσα, τῆς ἀγωνιώσης, τῇ ἀγωνιώσῃ, τήν ἀγωνιῶσαν, ὦ ἀγωνιῶσα
αἱ ἀγωνιῶσαι, τῶν ἀγωνιωσῶν, ταῖς ἀγωνιώσαις, τάς ἀγωνιώσας, ὦ ἀγωνιῶσαι
 
Ουδέτερο
τό ἀγωνιῶν, τοῦ ἀγωνιῶντος, τῷ ἀγωνιῶντι, τό ἀγωνιῶν, ὦ ἀγωνιῶν
τά ἀγωνιῶντα, τῶν ἀγωνιώντων, τοῖς ἀγωνιῶσι, τά ἀγωνιῶντα, ὦ ἀγωνιῶντα
 
Παρατατικός
ἠγωνίων, ἠγωνίας, ἠγωνία, ἠγωνιῶμεν, ἠγωνιᾶτε, ἠγωνίων
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀγωνιάσω, ἀγωνιάσεις, ἀγωνιάσει, ἀγωνιάσομεν, ἀγωνιάσετε, ἀγωνιάσουσι
Ευκτική
ἀγωνιάσοιμι, ἀγωνιάσοις, ἀγωνιάσοι, ἀγωνιάσοιμεν, ἀγωνιάσοιτε, ἀγωνιάσοιεν
Απαρέμφατο
ἀγωνιάσειν
Μετοχή
ἀγωνιάσων, ἀγωνιάσουσα, ἀγωνιάσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἠγωνίασα, ἠγωνίασας, ἠγωνίασε, ἠγωνιάσαμεν, ἠγωνιάσατε, ἠγωνίασαν
Υποτακτική
ἀγωνιάσω, ἀγωνιάσῃς, ἀγωνιάσῃ, ἀγωνιάσωμεν, ἀγωνιάσητε, ἀγωνιάσωσι
Ευκτική
ἀγωνιάσαιμι, ἀγωνιάσαις ή ἀγωνιάσειας, ἀγωνιάσαι ή ἀγωνιάσειε, ἀγωνιάσαιμεν, ἀγωνιάσαιτε, ἀγωνιάσαιεν ή ἀγωνιάσειαν
Προστακτική
---, ἀγωνίασον, ἀγωνιασάτω, ---, ἀγωνιάσατε, ἀγωνιασάντων (ή ἀγωνιασάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀγωνιᾶσαι
Μετοχή
ἀγωνιάσας, ἀγωνιάσασα, ἀγωνιᾶσαν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ἀγωνιάσας, τοῦ ἀγωνιάσαντος, τῷ ἀγωνιάσαντι, τόν ἀγωνιάσαντα, ὦ ἀγωνιάσας
οἱ ἀγωνιάσαντες, τῶν ἀγωνιασάντων, τοῖς ἀγωνιάσασι, τούς ἀγωνιάσαντας, ὦ ἀγωνιάσαντες
 
Θηλυκό
ἡ ἀγωνιάσασα, τῆς ἀγωνιασάσης, τῇ ἀγωνιασάσῃ, τήν ἀγωνιάσασαν, ὦ ἀγωνιάσασα
αἱ ἀγωνιάσασαι, τῶν ἀγωνιασασῶν, ταῖς ἀγωνιασάσαις, τάς ἀγωνιασάσας, ὦ ἀγωνιάσασαι
 
Ουδέτερο
τό ἀγωνιᾶσαν, τοῦ ἀγωνιάσαντος, τῷ ἀγωνιάσαντι, τό ἀγωνιᾶσαν, ὦ ἀγωνιᾶσαν
τά ἀγωνιάσαντα, τῶν ἀγωνιασάντων, τοῖς ἀγωνιάσασι, τά ἀγωνιάσαντα, ὦ ἀγωνιάσαντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἠγωνίακα, ἠγωνίακας, ἠγωνίακε, ἠγωνιάκαμεν, ἠγωνιάκατε, ἠγωνιάκασι
 
Υποτακτική
ἠγωνιακώς-ἠγωνιακυῖα-ἠγωνιακός ὦ
ἠγωνιακώς-ἠγωνιακυῖα-ἠγωνιακός ᾖς
ἠγωνιακώς-ἠγωνιακυῖα-ἠγωνιακός ᾖ
ἠγωνιακότες-ἠγωνιακυῖαι-ἠγωνιακότα ὦμεν
ἠγωνιακότες-ἠγωνιακυῖαι-ἠγωνιακότα ἦτε
ἠγωνιακότες-ἠγωνιακυῖαι-ἠγωνιακότα ὦσι
 
Ευκτική
ἠγωνιακώς-ἠγωνιακυῖα-ἠγωνιακός εἴην
ἠγωνιακώς-ἠγωνιακυῖα-ἠγωνιακός εἴης
ἠγωνιακώς-ἠγωνιακυῖα-ἠγωνιακός εἴη
ἠγωνιακότες-ἠγωνιακυῖαι-ἠγωνιακότα εἶμεν
ἠγωνιακότες-ἠγωνιακυῖαι-ἠγωνιακότα εἶτε
ἠγωνιακότες-ἠγωνιακυῖαι-ἠγωνιακότα εἶεν
 
Προστακτική
---
ἠγωνιακώς-ἠγωνιακυῖα-ἠγωνιακός ἴσθι
ἠγωνιακώς-ἠγωνιακυῖα-ἠγωνιακός ἔστω
---
ἠγωνιακότες-ἠγωνιακυῖαι-ἠγωνιακότα ἔστε
ἠγωνιακότες-ἠγωνιακυῖαι-ἠγωνιακότα ἔστων (ή ἔστωσαν)
 
Απαρέμφατο
ἠγωνιακέναι
 
Μετοχή
ἠγωνιακώς, ἠγωνιακυῖα, ἠγωνιακός
 
Υπερσυντέλικος
ἠγωνιάκειν, ἠγωνιάκεις, ἠγωνιάκει, ἠγωνιάκεμεν, ἠγωνιάκετε, ἠγωνιάκεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου