Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μεταχειρίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μεταχειρίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Design Turnpike
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μεταχειρίζω»
 
μεταχειρίζω: χειρίζομαι, μεταχειρίζομαι, διευθύνω, κυβερνώ, ασκώ τέχνη ή επιστήμη
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μεταχειρίζω, μεταχειρίζεις, μεταχειρίζει, μεταχειρίζομεν, μεταχειρίζετε, μεταχειρίζουσι(ν)
Υποτακτική
μεταχειρίζω, μεταχειρίζς, μεταχειρίζ, μεταχειρίζωμεν, μεταχειρίζητε, μεταχειρίζωσι(ν)
Ευκτική
μεταχειρίζοιμι, μεταχειρίζοις, μεταχειρίζοι, μεταχειρίζοιμεν, μεταχειρίζοιτε, μεταχειρίζοιεν
Προστακτική
---, μεταχείριζε, μεταχειριζέτω, ---, μεταχειρίζετε, μεταχειριζόντων (ή μεταχειριζέτωσαν)
Απαρέμφατο
μεταχειρίζειν
Μετοχή
μεταχειρίζων, μεταχειρίζουσα, μεταχειρίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
μετεχείριζον, μετεχείριζες, μετεχείριζε, μετεχειρίζομεν, μετεχειρίζετε, μετεχείριζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
μεταχειρι, μεταχειριες, μεταχειριε, μεταχειριομεν, μεταχειριετε, μεταχειριοσι(ν)
Ευκτική
μεταχειριομι (ή μεταχειριοίην), μεταχειριος (ή μεταχειριοίης), μεταχειριο (ή μεταχειριοίη), μεταχειριομεν, μεταχειριοτε, μεταχειριοεν
Απαρέμφατο
μεταχειριεν
Μετοχή
μεταχειριν, μεταχειριοσα, μεταχειριον
 
Αόριστος
Οριστική
μετεχείρισα, μετεχείρισας, μετεχείρισε(ν), μετεχειρίσαμεν, μετεχειρίσατε, μετεχείρισαν
Υποτακτική
μεταχειρίσω, μεταχειρίσς, μεταχειρίσ, μεταχειρίσωμεν, μεταχειρίσητε, μεταχειρίσωσι(ν)
Ευκτική
μεταχειρίσαιμι, μεταχειρίσαις ή μεταχειρίσειας, μεταχειρίσαι ή μεταχειρίσειε(ν), μεταχειρίσαιμεν, μεταχειρίσαιτε, μεταχειρίσαιεν ή μεταχειρίσειαν
Προστακτική
---, μεταχείρισον, μεταχειρισάτω, ---, μεταχειρίσατε, μεταχειρισάντων (ή μεταχειρισάτωσαν)
Απαρέμφατο
μεταχειρίσαι
Μετοχή
μεταχειρίσας, μεταχειρίσασα, μεταχειρίσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μεταχειρίζομαι, μεταχειρίζ ή μεταχειρίζει, μεταχειρίζεται, μεταχειριζόμεθα, μεταχειρίζεσθε, μεταχειρίζονται
Υποτακτική
μεταχειρίζωμαι, μεταχειρίζ, μεταχειρίζηται, μεταχειριζώμεθα, μεταχειρίζησθε, μεταχειρίζωνται
Ευκτική
μεταχειριζοίμην, μεταχειρίζοιο, μεταχειρίζοιτο, μεταχειριζοίμεθα, μεταχειρίζοισθε, μεταχειρίζοιντο
Προστακτική
---, μεταχειρίζου, μεταχειριζέσθω, ---, μεταχειρίζεσθε, μεταχειριζέσθων ή μεταχειριζέσθωσαν
Απαρέμφατο
μεταχειρίζεσθαι
Μετοχή
μεταχειριζόμενος
μεταχειριζομένη
μεταχειριζόμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μεταχειριζόμενος, το μεταχειριζομένου, τ μεταχειριζομέν, τόν μεταχειριζόμενον, μεταχειριζόμενε
ο μεταχειριζόμενοι, τν μεταχειριζομένων, τος μεταχειριζομένοις, τούς μεταχειριζομένους, μεταχειριζόμενοι
 
Θηλυκό
μεταχειριζομένη, τς μεταχειριζομένης, τ μεταχειριζομέν, τήν μεταχειριζομένην, μεταχειριζομένη
α μεταχειριζόμεναι, τν μεταχειριζομένων, τας μεταχειριζομέναις, τάς μεταχειριζομένας, μεταχειριζόμεναι
 
Ουδέτερο
τό μεταχειριζόμενον, το μεταχειριζομένου, τ μεταχειριζομέν, τό μεταχειριζόμενον, μεταχειριζόμενον
τά μεταχειριζόμενα, τν μεταχειριζομένων, τος μεταχειριζομένοις, τά μεταχειριζόμενα, μεταχειριζόμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
μετεχειριζόμην, μετεχειρίζου, μετεχειρίζετο, μετεχειριζόμεθα, μετεχειρίζεσθε, μετεχειρίζοντο
 
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
μεταχειριομαι, μεταχειρι ή μεταχειριε, μεταχειριεται, μεταχειριούμεθα, μεταχειριεσθε, μεταχειριονται
Ευκτική
μεταχειριοίμην, μεταχειριοο, μεταχειριοτο, μεταχειριοίμεθα, μεταχειριοσθε, μεταχειριοντο
Απαρέμφατο
μεταχειριεσθαι
Μετοχή
μεταχειριούμενος
μεταχειριουμένη
μεταχειριούμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μεταχειριούμενος, το μεταχειριουμένου, τ μεταχειριουμέν, τόν μεταχειριούμενον, μεταχειριούμενε
ο μεταχειριούμενοι, τν μεταχειριουμένων, τος μεταχειριουμένοις, τούς μεταχειριουμένους, μεταχειριούμενοι
 
Θηλυκό
μεταχειριουμένη, τς μεταχειριουμένης, τ μεταχειριουμέν, τήν μεταχειριουμένην, μεταχειριουμένη
α μεταχειριούμεναι, τν μεταχειριουμένων, τας μεταχειριουμέναις, τάς μεταχειριουμένας, μεταχειριούμεναι
 
Ουδέτερο
τό μεταχειριούμενον, το μεταχειριουμένου, τ μεταχειριουμέν, τό μεταχειριούμενον, μεταχειριούμενον
τά μεταχειριούμενα, τν μεταχειριουμένων, τος μεταχειριουμένοις, τά μεταχειριούμενα, μεταχειριούμενα
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
μεταχειρισθήσομαι, μεταχειρισθήσ ή μεταχειρισθήσει, μεταχειρισθήσεται, μεταχειρισθησόμεθα, μεταχειρισθήσεσθε, μεταχειρισθήσονται
Ευκτική
μεταχειρισθησοίμην, μεταχειρισθήσοιο, μεταχειρισθήσοιτο, μεταχειρισθησοίμεθα, μεταχειρισθήσοισθε, μεταχειρισθήσοιντο
Απαρέμφατο
μεταχειρισθήσεσθαι
Μετοχή
μεταχειρισθησόμενος
μεταχειρισθησομένη
μεταχειρισθησόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
μετεχειρισάμην, μετεχειρίσω, μετεχειρίσατο, μετεχειρισάμεθα, μετεχειρίσασθε, μετεχειρίσαντο
Υποτακτική
μεταχειρίσωμαι, μεταχειρίσ, μεταχειρίσηται, λυσώμεθα, μεταχειρίσησθε, μεταχειρίσωνται
Ευκτική
μεταχειρισαίμην, μεταχειρίσαιο, μεταχειρίσαιτο, μεταχειρισαίμεθα, μεταχειρίσαισθε, μεταχειρίσαιντο
Προστακτική
---, μεταχείρισαι, μεταχειρισάσθω, ---, μεταχειρίσασθε, μεταχειρισάσθων ή μεταχειρισάσθωσαν
Απαρέμφατο
μεταχειρίσασθαι
Μετοχή
μεταχειρισάμενος
μεταχειρισαμένη
μεταχειρισάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
μετεχειρίσθην, μετεχειρίσθης, μετεχειρίσθη, μετεχειρίσθημεν, μετεχειρίσθητε, μετεχειρίσθησαν
Υποτακτική
μεταχειρισθ, μεταχειρισθς, μεταχειρισθ, μεταχειρισθμεν, μεταχειρισθτε, μεταχειρισθσι(ν)
Ευκτική
μεταχειρισθείην, μεταχειρισθείης, μεταχειρισθείη, μεταχειρισθείημεν ή μεταχειρισθεμεν, μεταχειρισθείητε ή μεταχειρισθετε, μεταχειρισθείησαν ή μεταχειρισθεεν
Προστακτική
---, μεταχειρίσθητι, μεταχειρισθήτω, ---, μεταχειρίσθητε, μεταχειρισθέντων ή μεταχειρισθήτωσαν
Απαρέμφατο
μεταχειρισθναι
Μετοχή
μεταχειρισθείς
μεταχειρισθεσα
μεταχειρισθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μεταχειρισθείς, το μεταχειρισθέντος, τ μεταχειρισθέντι, τόν μεταχειρισθέντα, μεταχειρισθείς
ο μεταχειρισθέντες, τν μεταχειρισθέντων, τος μεταχειρισθεσι, τούς μεταχειρισθέντας, μεταχειρισθέντες
 
Θηλυκό
μεταχειρισθεσα, τς μεταχειρισθείσης, τ μεταχειρισθείσ, τήν μεταχειρισθεσαν, μεταχειρισθεσα
α μεταχειρισθεσαι, τν μεταχειρισθεισν, τας μεταχειρισθείσαις, τάς μεταχειρισθείσας, μεταχειρισθεσαι
 
Ουδέτερο
τό μεταχειρισθέν, το μεταχειρισθέντος, τ μεταχειρισθέντι, τό μεταχειρισθέν, μεταχειρισθέν
τά μεταχειρισθέντα, τν μεταχειρισθέντων, τος μεταχειρισθεσι, τά μεταχειρισθέντα, μεταχειρισθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
μετακεχείρισμαι, μετακεχείρισαι, μετακεχείρισται, μετακεχειρίσμεθα, μετακεχείρισθε, μετακεχειρισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
μετακεχειρισμένος -η -ον
μετακεχειρισμένος -η -ον ς
μετακεχειρισμένος -η -ον
μετακεχειρισμένοι -αι -α μεν
μετακεχειρισμένοι -αι -α τε
μετακεχειρισμένοι -αι -α σι
 
Ευκτική
μετακεχειρισμένος -η -ον εην
μετακεχειρισμένος -η -ον εης
μετακεχειρισμένος -η -ον εη
μετακεχειρισμένοι -αι -α εημεν (εμεν)
μετακεχειρισμένοι -αι -α εητε (ετε)
μετακεχειρισμένοι -αι -α εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, μετακεχείρισο, μετακεχειρίσθω, ---, μετακεχείρισθε, μετακεχειρίσθων ή μετακεχειρίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
μετακεχειρίσθαι
Μετοχή
μετακεχειρισμένος,
μετακεχειρισμένη,
μετακεχειρισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
μετεκεχειρίσμην, μετεκεχείρισο, μετεκεχείριστο, μετεκεχειρίσμεθα, μετεκεχείρισθε, μετακεχειρισμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου