Design Turnpike
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μεταχειρίζω»
μεταχειρίζω: χειρίζομαι, μεταχειρίζομαι,
διευθύνω, κυβερνώ, ασκώ τέχνη ή επιστήμη
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
μεταχειρίζω, μεταχειρίζεις, μεταχειρίζει, μεταχειρίζομεν, μεταχειρίζετε, μεταχειρίζουσι(ν)
Υποτακτική
μεταχειρίζω, μεταχειρίζῃς, μεταχειρίζῃ, μεταχειρίζωμεν, μεταχειρίζητε, μεταχειρίζωσι(ν)
Ευκτική
μεταχειρίζοιμι, μεταχειρίζοις, μεταχειρίζοι, μεταχειρίζοιμεν, μεταχειρίζοιτε, μεταχειρίζοιεν
Προστακτική
---, μεταχείριζε, μεταχειριζέτω, ---, μεταχειρίζετε, μεταχειριζόντων (ή μεταχειριζέτωσαν)
Απαρέμφατο
μεταχειρίζειν
Μετοχή
μεταχειρίζων, μεταχειρίζουσα, μεταχειρίζον
Παρατατικός
Οριστική
μετεχείριζον, μετεχείριζες, μετεχείριζε, μετεχειρίζομεν, μετεχειρίζετε, μετεχείριζον
Μέλλοντας
Οριστική
μεταχειριῶ, μεταχειριεῖς, μεταχειριεῖ, μεταχειριοῦμεν, μεταχειριεῖτε, μεταχειριοῦσι(ν)
Ευκτική
μεταχειριοῖμι (ή μεταχειριοίην), μεταχειριοῖς (ή μεταχειριοίης), μεταχειριοῖ (ή μεταχειριοίη), μεταχειριοῖμεν, μεταχειριοῖτε, μεταχειριοῖεν
Απαρέμφατο
μεταχειριεῖν
Μετοχή
μεταχειριῶν, μεταχειριοῦσα, μεταχειριοῦν
Αόριστος
Οριστική
μετεχείρισα, μετεχείρισας, μετεχείρισε(ν), μετεχειρίσαμεν, μετεχειρίσατε, μετεχείρισαν
Υποτακτική
μεταχειρίσω, μεταχειρίσῃς, μεταχειρίσῃ, μεταχειρίσωμεν, μεταχειρίσητε, μεταχειρίσωσι(ν)
Ευκτική
μεταχειρίσαιμι, μεταχειρίσαις ή μεταχειρίσειας, μεταχειρίσαι ή μεταχειρίσειε(ν), μεταχειρίσαιμεν, μεταχειρίσαιτε, μεταχειρίσαιεν ή μεταχειρίσειαν
Προστακτική
---, μεταχείρισον, μεταχειρισάτω, ---, μεταχειρίσατε, μεταχειρισάντων (ή μεταχειρισάτωσαν)
Απαρέμφατο
μεταχειρίσαι
Μετοχή
μεταχειρίσας, μεταχειρίσασα, μεταχειρίσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
μεταχειρίζομαι, μεταχειρίζῃ ή μεταχειρίζει, μεταχειρίζεται, μεταχειριζόμεθα, μεταχειρίζεσθε, μεταχειρίζονται
Υποτακτική
μεταχειρίζωμαι, μεταχειρίζῃ, μεταχειρίζηται, μεταχειριζώμεθα, μεταχειρίζησθε, μεταχειρίζωνται
Ευκτική
μεταχειριζοίμην, μεταχειρίζοιο, μεταχειρίζοιτο, μεταχειριζοίμεθα, μεταχειρίζοισθε, μεταχειρίζοιντο
Προστακτική
---, μεταχειρίζου, μεταχειριζέσθω, ---, μεταχειρίζεσθε, μεταχειριζέσθων ή μεταχειριζέσθωσαν
Απαρέμφατο
μεταχειρίζεσθαι
Μετοχή
μεταχειριζόμενος
μεταχειριζομένη
μεταχειριζόμενον
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ μεταχειριζόμενος, τοῦ μεταχειριζομένου, τῷ μεταχειριζομένῳ, τόν μεταχειριζόμενον, ὦ μεταχειριζόμενε
οἱ μεταχειριζόμενοι, τῶν μεταχειριζομένων, τοῖς μεταχειριζομένοις, τούς
μεταχειριζομένους, ὦ
μεταχειριζόμενοι
Θηλυκό
ἡ μεταχειριζομένη, τῆς μεταχειριζομένης, τῇ μεταχειριζομένῃ, τήν μεταχειριζομένην, ὦ μεταχειριζομένη
αἱ μεταχειριζόμεναι, τῶν μεταχειριζομένων, ταῖς μεταχειριζομέναις, τάς
μεταχειριζομένας, ὦ
μεταχειριζόμεναι
Ουδέτερο
τό μεταχειριζόμενον, τοῦ μεταχειριζομένου, τῷ μεταχειριζομένῳ, τό μεταχειριζόμενον, ὦ μεταχειριζόμενον
τά μεταχειριζόμενα, τῶν μεταχειριζομένων, τοῖς μεταχειριζομένοις, τά
μεταχειριζόμενα, ὦ
μεταχειριζόμενα
Παρατατικός
Οριστική
μετεχειριζόμην, μετεχειρίζου, μετεχειρίζετο, μετεχειριζόμεθα, μετεχειρίζεσθε, μετεχειρίζοντο
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
μεταχειριοῦμαι, μεταχειριῇ ή μεταχειριεῖ, μεταχειριεῖται, μεταχειριούμεθα, μεταχειριεῖσθε, μεταχειριοῦνται
Ευκτική
μεταχειριοίμην, μεταχειριοῖο, μεταχειριοῖτο, μεταχειριοίμεθα, μεταχειριοῖσθε, μεταχειριοῖντο
Απαρέμφατο
μεταχειριεῖσθαι
Μετοχή
μεταχειριούμενος
μεταχειριουμένη
μεταχειριούμενον
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ μεταχειριούμενος, τοῦ μεταχειριουμένου, τῷ μεταχειριουμένῳ, τόν μεταχειριούμενον, ὦ μεταχειριούμενε
οἱ μεταχειριούμενοι, τῶν μεταχειριουμένων, τοῖς μεταχειριουμένοις, τούς
μεταχειριουμένους, ὦ
μεταχειριούμενοι
Θηλυκό
ἡ μεταχειριουμένη, τῆς μεταχειριουμένης, τῇ μεταχειριουμένῃ, τήν μεταχειριουμένην, ὦ μεταχειριουμένη
αἱ μεταχειριούμεναι, τῶν μεταχειριουμένων, ταῖς μεταχειριουμέναις, τάς
μεταχειριουμένας, ὦ
μεταχειριούμεναι
Ουδέτερο
τό μεταχειριούμενον, τοῦ μεταχειριουμένου, τῷ μεταχειριουμένῳ, τό μεταχειριούμενον, ὦ μεταχειριούμενον
τά μεταχειριούμενα, τῶν μεταχειριουμένων, τοῖς μεταχειριουμένοις, τά
μεταχειριούμενα, ὦ
μεταχειριούμενα
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
μεταχειρισθήσομαι, μεταχειρισθήσῃ ή μεταχειρισθήσει, μεταχειρισθήσεται, μεταχειρισθησόμεθα, μεταχειρισθήσεσθε, μεταχειρισθήσονται
Ευκτική
μεταχειρισθησοίμην, μεταχειρισθήσοιο, μεταχειρισθήσοιτο, μεταχειρισθησοίμεθα, μεταχειρισθήσοισθε, μεταχειρισθήσοιντο
Απαρέμφατο
μεταχειρισθήσεσθαι
Μετοχή
μεταχειρισθησόμενος
μεταχειρισθησομένη
μεταχειρισθησόμενον
Μέσος Αόριστος
Οριστική
μετεχειρισάμην, μετεχειρίσω, μετεχειρίσατο, μετεχειρισάμεθα, μετεχειρίσασθε, μετεχειρίσαντο
Υποτακτική
μεταχειρίσωμαι, μεταχειρίσῃ, μεταχειρίσηται, λυσώμεθα, μεταχειρίσησθε, μεταχειρίσωνται
Ευκτική
μεταχειρισαίμην, μεταχειρίσαιο, μεταχειρίσαιτο, μεταχειρισαίμεθα, μεταχειρίσαισθε, μεταχειρίσαιντο
Προστακτική
---, μεταχείρισαι, μεταχειρισάσθω, ---, μεταχειρίσασθε, μεταχειρισάσθων ή μεταχειρισάσθωσαν
Απαρέμφατο
μεταχειρίσασθαι
Μετοχή
μεταχειρισάμενος
μεταχειρισαμένη
μεταχειρισάμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
μετεχειρίσθην, μετεχειρίσθης, μετεχειρίσθη, μετεχειρίσθημεν, μετεχειρίσθητε, μετεχειρίσθησαν
Υποτακτική
μεταχειρισθῶ, μεταχειρισθῇς, μεταχειρισθῇ, μεταχειρισθῶμεν, μεταχειρισθῆτε, μεταχειρισθῶσι(ν)
Ευκτική
μεταχειρισθείην, μεταχειρισθείης, μεταχειρισθείη, μεταχειρισθείημεν ή μεταχειρισθεῖμεν, μεταχειρισθείητε ή μεταχειρισθεῖτε, μεταχειρισθείησαν ή μεταχειρισθεῖεν
Προστακτική
---, μεταχειρίσθητι, μεταχειρισθήτω, ---, μεταχειρίσθητε, μεταχειρισθέντων ή μεταχειρισθήτωσαν
Απαρέμφατο
μεταχειρισθῆναι
Μετοχή
μεταχειρισθείς
μεταχειρισθεῖσα
μεταχειρισθέν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ μεταχειρισθείς, τοῦ μεταχειρισθέντος, τῷ μεταχειρισθέντι, τόν μεταχειρισθέντα, ὦ μεταχειρισθείς
οἱ μεταχειρισθέντες, τῶν μεταχειρισθέντων, τοῖς μεταχειρισθεῖσι, τούς μεταχειρισθέντας, ὦ μεταχειρισθέντες
Θηλυκό
ἡ μεταχειρισθεῖσα, τῆς μεταχειρισθείσης, τῇ μεταχειρισθείσῃ, τήν μεταχειρισθεῖσαν, ὦ μεταχειρισθεῖσα
αἱ μεταχειρισθεῖσαι, τῶν μεταχειρισθεισῶν, ταῖς μεταχειρισθείσαις, τάς
μεταχειρισθείσας, ὦ
μεταχειρισθεῖσαι
Ουδέτερο
τό μεταχειρισθέν, τοῦ μεταχειρισθέντος, τῷ μεταχειρισθέντι, τό μεταχειρισθέν, ὦ μεταχειρισθέν
τά μεταχειρισθέντα, τῶν μεταχειρισθέντων, τοῖς μεταχειρισθεῖσι, τά μεταχειρισθέντα, ὦ μεταχειρισθέντα
Παρακείμενος
Οριστική
μετακεχείρισμαι, μετακεχείρισαι, μετακεχείρισται, μετακεχειρίσμεθα, μετακεχείρισθε, μετακεχειρισμένοι εἰσί(ν)
Υποτακτική
μετακεχειρισμένος -η -ον ὦ
μετακεχειρισμένος -η -ον ᾖς
μετακεχειρισμένος -η -ον ᾖ
μετακεχειρισμένοι -αι -α ὦμεν
μετακεχειρισμένοι -αι -α ἦτε
μετακεχειρισμένοι -αι -α ὦσι
Ευκτική
μετακεχειρισμένος -η -ον εἴην
μετακεχειρισμένος -η -ον εἴης
μετακεχειρισμένος -η -ον εἴη
μετακεχειρισμένοι -αι -α εἴημεν (εἶμεν)
μετακεχειρισμένοι -αι -α εἴητε (εἶτε)
μετακεχειρισμένοι -αι -α εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---, μετακεχείρισο, μετακεχειρίσθω, ---, μετακεχείρισθε, μετακεχειρίσθων ή μετακεχειρίσθωσαν
Απαρέμφατο
μετακεχειρίσθαι
Μετοχή
μετακεχειρισμένος,
μετακεχειρισμένη,
μετακεχειρισμένον
Υπερσυντέλικος
Οριστική
μετεκεχειρίσμην, μετεκεχείρισο, μετεκεχείριστο, μετεκεχειρίσμεθα, μετεκεχείρισθε, μετακεχειρισμένοι ἦσαν
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μεταχειρίζω»
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Οριστική
μεταχειρίζω, μεταχειρίζεις, μεταχειρίζει, μεταχειρίζομεν, μεταχειρίζετε, μεταχειρίζουσι(ν)
μεταχειρίζω, μεταχειρίζῃς, μεταχειρίζῃ, μεταχειρίζωμεν, μεταχειρίζητε, μεταχειρίζωσι(ν)
μεταχειρίζοιμι, μεταχειρίζοις, μεταχειρίζοι, μεταχειρίζοιμεν, μεταχειρίζοιτε, μεταχειρίζοιεν
Προστακτική
---, μεταχείριζε, μεταχειριζέτω, ---, μεταχειρίζετε, μεταχειριζόντων (ή μεταχειριζέτωσαν)
Απαρέμφατο
μεταχειρίζειν
Μετοχή
μεταχειρίζων, μεταχειρίζουσα, μεταχειρίζον
Οριστική
μετεχείριζον, μετεχείριζες, μετεχείριζε, μετεχειρίζομεν, μετεχειρίζετε, μετεχείριζον
Οριστική
μεταχειριῶ, μεταχειριεῖς, μεταχειριεῖ, μεταχειριοῦμεν, μεταχειριεῖτε, μεταχειριοῦσι(ν)
μεταχειριοῖμι (ή μεταχειριοίην), μεταχειριοῖς (ή μεταχειριοίης), μεταχειριοῖ (ή μεταχειριοίη), μεταχειριοῖμεν, μεταχειριοῖτε, μεταχειριοῖεν
μεταχειριεῖν
μεταχειριῶν, μεταχειριοῦσα, μεταχειριοῦν
Οριστική
μετεχείρισα, μετεχείρισας, μετεχείρισε(ν), μετεχειρίσαμεν, μετεχειρίσατε, μετεχείρισαν
μεταχειρίσω, μεταχειρίσῃς, μεταχειρίσῃ, μεταχειρίσωμεν, μεταχειρίσητε, μεταχειρίσωσι(ν)
μεταχειρίσαιμι, μεταχειρίσαις ή μεταχειρίσειας, μεταχειρίσαι ή μεταχειρίσειε(ν), μεταχειρίσαιμεν, μεταχειρίσαιτε, μεταχειρίσαιεν ή μεταχειρίσειαν
Προστακτική
---, μεταχείρισον, μεταχειρισάτω, ---, μεταχειρίσατε, μεταχειρισάντων (ή μεταχειρισάτωσαν)
Απαρέμφατο
μεταχειρίσαι
Μετοχή
μεταχειρίσας, μεταχειρίσασα, μεταχειρίσαν
Οριστική
μεταχειρίζομαι, μεταχειρίζῃ ή μεταχειρίζει, μεταχειρίζεται, μεταχειριζόμεθα, μεταχειρίζεσθε, μεταχειρίζονται
μεταχειρίζωμαι, μεταχειρίζῃ, μεταχειρίζηται, μεταχειριζώμεθα, μεταχειρίζησθε, μεταχειρίζωνται
μεταχειριζοίμην, μεταχειρίζοιο, μεταχειρίζοιτο, μεταχειριζοίμεθα, μεταχειρίζοισθε, μεταχειρίζοιντο
Προστακτική
---, μεταχειρίζου, μεταχειριζέσθω, ---, μεταχειρίζεσθε, μεταχειριζέσθων ή μεταχειριζέσθωσαν
Απαρέμφατο
μεταχειρίζεσθαι
Μετοχή
μεταχειριζόμενος
μεταχειριζομένη
μεταχειριζόμενον
Αρσενικό
ὁ μεταχειριζόμενος, τοῦ μεταχειριζομένου, τῷ μεταχειριζομένῳ, τόν μεταχειριζόμενον, ὦ μεταχειριζόμενε
ἡ μεταχειριζομένη, τῆς μεταχειριζομένης, τῇ μεταχειριζομένῃ, τήν μεταχειριζομένην, ὦ μεταχειριζομένη
τό μεταχειριζόμενον, τοῦ μεταχειριζομένου, τῷ μεταχειριζομένῳ, τό μεταχειριζόμενον, ὦ μεταχειριζόμενον
Οριστική
μετεχειριζόμην, μετεχειρίζου, μετεχειρίζετο, μετεχειριζόμεθα, μετεχειρίζεσθε, μετεχειρίζοντο
Οριστική
μεταχειριοῦμαι, μεταχειριῇ ή μεταχειριεῖ, μεταχειριεῖται, μεταχειριούμεθα, μεταχειριεῖσθε, μεταχειριοῦνται
μεταχειριοίμην, μεταχειριοῖο, μεταχειριοῖτο, μεταχειριοίμεθα, μεταχειριοῖσθε, μεταχειριοῖντο
μεταχειριεῖσθαι
μεταχειριούμενος
μεταχειριουμένη
μεταχειριούμενον
Αρσενικό
ὁ μεταχειριούμενος, τοῦ μεταχειριουμένου, τῷ μεταχειριουμένῳ, τόν μεταχειριούμενον, ὦ μεταχειριούμενε
ἡ μεταχειριουμένη, τῆς μεταχειριουμένης, τῇ μεταχειριουμένῃ, τήν μεταχειριουμένην, ὦ μεταχειριουμένη
τό μεταχειριούμενον, τοῦ μεταχειριουμένου, τῷ μεταχειριουμένῳ, τό μεταχειριούμενον, ὦ μεταχειριούμενον
Οριστική
μεταχειρισθήσομαι, μεταχειρισθήσῃ ή μεταχειρισθήσει, μεταχειρισθήσεται, μεταχειρισθησόμεθα, μεταχειρισθήσεσθε, μεταχειρισθήσονται
μεταχειρισθησοίμην, μεταχειρισθήσοιο, μεταχειρισθήσοιτο, μεταχειρισθησοίμεθα, μεταχειρισθήσοισθε, μεταχειρισθήσοιντο
Απαρέμφατο
μεταχειρισθήσεσθαι
Μετοχή
μεταχειρισθησόμενος
μεταχειρισθησομένη
μεταχειρισθησόμενον
Οριστική
μετεχειρισάμην, μετεχειρίσω, μετεχειρίσατο, μετεχειρισάμεθα, μετεχειρίσασθε, μετεχειρίσαντο
Υποτακτική
μεταχειρίσωμαι, μεταχειρίσῃ, μεταχειρίσηται, λυσώμεθα, μεταχειρίσησθε, μεταχειρίσωνται
μεταχειρισαίμην, μεταχειρίσαιο, μεταχειρίσαιτο, μεταχειρισαίμεθα, μεταχειρίσαισθε, μεταχειρίσαιντο
Προστακτική
---, μεταχείρισαι, μεταχειρισάσθω, ---, μεταχειρίσασθε, μεταχειρισάσθων ή μεταχειρισάσθωσαν
Απαρέμφατο
μεταχειρίσασθαι
Μετοχή
μεταχειρισάμενος
μεταχειρισαμένη
μεταχειρισάμενον
Οριστική
μετεχειρίσθην, μετεχειρίσθης, μετεχειρίσθη, μετεχειρίσθημεν, μετεχειρίσθητε, μετεχειρίσθησαν
μεταχειρισθῶ, μεταχειρισθῇς, μεταχειρισθῇ, μεταχειρισθῶμεν, μεταχειρισθῆτε, μεταχειρισθῶσι(ν)
μεταχειρισθείην, μεταχειρισθείης, μεταχειρισθείη, μεταχειρισθείημεν ή μεταχειρισθεῖμεν, μεταχειρισθείητε ή μεταχειρισθεῖτε, μεταχειρισθείησαν ή μεταχειρισθεῖεν
---, μεταχειρίσθητι, μεταχειρισθήτω, ---, μεταχειρίσθητε, μεταχειρισθέντων ή μεταχειρισθήτωσαν
Απαρέμφατο
μεταχειρισθῆναι
μεταχειρισθείς
μεταχειρισθεῖσα
Αρσενικό
ὁ μεταχειρισθείς, τοῦ μεταχειρισθέντος, τῷ μεταχειρισθέντι, τόν μεταχειρισθέντα, ὦ μεταχειρισθείς
ἡ μεταχειρισθεῖσα, τῆς μεταχειρισθείσης, τῇ μεταχειρισθείσῃ, τήν μεταχειρισθεῖσαν, ὦ μεταχειρισθεῖσα
τό μεταχειρισθέν, τοῦ μεταχειρισθέντος, τῷ μεταχειρισθέντι, τό μεταχειρισθέν, ὦ μεταχειρισθέν
Οριστική
μετακεχείρισμαι, μετακεχείρισαι, μετακεχείρισται, μετακεχειρίσμεθα, μετακεχείρισθε, μετακεχειρισμένοι εἰσί(ν)
μετακεχειρισμένος -η -ον ὦ
μετακεχειρισμένος -η -ον ᾖς
μετακεχειρισμένοι -αι -α ὦμεν
μετακεχειρισμένος -η -ον εἴην
---, μετακεχείρισο, μετακεχειρίσθω, ---, μετακεχείρισθε, μετακεχειρίσθων ή μετακεχειρίσθωσαν
μετακεχειρίσθαι
Μετοχή
μετακεχειρισμένος,
μετακεχειρισμένη,
μετακεχειρισμένον
Οριστική
μετεκεχειρίσμην, μετεκεχείρισο, μετεκεχείριστο, μετεκεχειρίσμεθα, μετεκεχείρισθε, μετακεχειρισμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου