Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Οράτιος εν Αθήναις» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Οράτιος εν Αθήναις»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Οράτιος εν Αθήναις»
 
Ες τς ταίρας Λέας το δωμάτιον,
που κομψότης, πλοτος, κλίνη παλή,
νέος, με ασμας ες τας χερας, μιλε.
Κοσμοσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,
 
κ’ κ σηρικο λευκο φορε μάτιον
με νατολικά κεντήματ’ ρυθρ.
γλσσα του εν’ ττικ καί καθαρά,
λλ’ λαφρός τις τόνος ν τ προφορ
 
τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.
νέος την γάπην του μολογε,
κ’ θηναία τον κούει ν σιγ
 
τον εγλωττόν της ραστν ράτιον·
κ’ κθαμβος βλέπει νέους κόσμους το Καλο
ντός το πάθους το μεγάλου ταλο.
 
[1897]
 
Κ. Π. Καβάφης, Αποκηρυγμένα Ποιήματα και Μεταφράσεις (1886-1898), Φιλολογική Επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης, Εκδόσεις Ίκαρος.
 
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο αποκηρυγμένο αυτό ποίημα παρουσιάζει ένα πιθανά φανταστικό επεισόδιο από την περίοδο που ο ποιητής Οράτιος συμπλήρωνε τις σπουδές του στην Αθήνα. Ο Καβάφης εκφράζει την εκτίμησή του για τον Ρωμαίο ομότεχνό του και εμμέσως υπενθυμίζει την ελληνομάθειά του, η οποία στα χρόνια του Οράτιου θεωρούταν ακόμη αναγκαία γνώση για κάθε καλλιεργημένο άνθρωπο.
 
Ες τς ταίρας Λέας το δωμάτιον,
που κομψότης, πλοτος, κλίνη παλή,
νέος, με ασμας ες τας χερας, μιλε.
 
Ο Οράτιος βρίσκεται στην Αθήνα, όταν είναι ακόμη πολύ νέος, περίπου δεκαοκτώ με είκοσι ετών, οπότε δεν έχει αποκτήσει ακόμη φήμη. Είναι ένας νέος που έχει τη δυνατότητα να απολαμβάνει αμέριμνος τα όσα έχει να προσφέρει η ιστορική πόλη των γραμμάτων, αλλά και της σαρκικής ευδαιμονίας. Το δωμάτιο της εταίρας Λέας είναι κομψό, γεγονός που υποδηλώνει το εκλεπτυσμένο της γούστο, καθώς και πλούσιο, κάτι που φανερώνει πως η συγκεκριμένη εταίρα είναι διάσημη και δέχεται ευκατάστατους επισκέπτες. Το κρεβάτι της, επίσης, είναι απαλό, κάτι που υπονοεί πως γνωρίζει να προσφέρει εξαίσιες απολαύσεις στους επισκέπτες της.
Ο νέος ποιητής μιλάει, έχοντας γιασεμιά στα χέρια, και προφανώς έχει την οικονομική άνεση να απασχολεί τον χρόνο της περιζήτητης εταίρας. Ο Οράτιος δεν είχε χάσει ακόμη την πατρική του περιουσία και δεν είχε βιώσει την ανάγκη της συνεχούς εργασίας για τη διασφάλιση της επιβίωσής του.
 
Κοσμοσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,
 
κ’ κ σηρικο λευκο φορε μάτιον
με νατολικά κεντήματ’ ρυθρ.
 
Τα δάχτυλα του νέου ποιητή κοσμούνται με πολύτιμους λίθους και το ένδυμά του είναι από λευκό μετάξι, το οποίο έχει κόκκινα κεντήματα ανατολικής τεχνοτροπίας. Ο Οράτιος επιδεικνύει όχι μόνο την οικονομική του άνεση, αλλά και τη συνειδητή ενδυματολογική του διαφοροποίηση από τους υπόλοιπους ως στοιχείο δήλωσης της προσωπικής του ταυτότητας. Φροντίζει, άρα, να ξεχωρίζει από τους άλλους, γεγονός που προοιωνίζει και τη μετέπειτα πνευματική του πορεία.
 
γλσσα του εν’ ττικ καί καθαρά,
λλ’ λαφρός τις τόνος ν τ προφορ
 
τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.
 
Ο Ρωμαίος ποιητής γνωρίζει άριστα την αττική διάλεκτο και την ομιλεί με καθαρότητα, χωρίς ωστόσο να αποκρύπτεται πλήρως η καταγωγή του, εφόσον στην προφορά του υπάρχει, έστω και ανεπαίσθητος, ένας τόνος που φανερώνει τις ιταλικές του ρίζες. Με την αναφορά, μάλιστα, στον ποταμό Τίβερη και στην περιοχή του Λάτιου, ο Καβάφης φροντίζει να παραπέμψει ειδικότερα στη Ρώμη, παρ’ όλο που ο Οράτιος αντλούσε την καταγωγή του από τη νότια Ιταλία.
 
νέος την γάπην του μολογε,
κ’ θηναία τον κούει ν σιγ
 
τον εγλωττόν της ραστν ράτιον·
 
Η νεότητα του Οράτιου τον παρασύρει να εξομολογηθεί στην εταίρα τα αισθήματα αγάπης που νιώθει, κι εκείνη τον ακούει σιωπηλή όχι τόσο γιατί γνωρίζει πως ο νέος μπερδεύει μέσα του τον ενθουσιασμό και τη λαγνεία με την αγάπη, αλλά γιατί η εκφραστική του ευχέρεια τής προκαλεί θαυμασμό. Ο νεαρός Οράτιος μπορεί να έχει ακόμη την αγαθότητα της ηλικίας του και να μην κατανοεί πλήρως τα συναισθήματά του για την Αθηναία εταίρα, αυτός όμως δεν σημαίνει πως οι ιδέες του και ο τρόπος που τις εκφράζει δεν φέρουν τη σφραγίδα του ευφυή μελλοντικού ποιητή.
 
κ’ κθαμβος βλέπει νέους κόσμους το Καλο
ντός το πάθους το μεγάλου ταλο.
 
Η εταίρα, αν και έχει επίγνωση πως τα συναισθήματα του νεαρού Οράτιου δεν γίνεται να οδηγήσουν κάπου, μένει έκπληκτη από το βάθος και την αγαθότητα των λεγομένων του. Το πάθος του νεαρού Ιταλού τής επιτρέπει να αντικρίσει νέους κόσμους της αρετής και του Καλού, γεγονός που πιστοποιεί την πρώιμη ευφυΐα του μεγάλου Ιταλού ποιητή, καθώς και το πώς ο ίδιος αντίκριζε το νόημα της αγάπης και του έρωτα. Ο Οράτιος αφήνεται να νιώσει αισθήματα αγάπης για μια γυναίκα που δεν μπορεί να του τα ανταποδώσει, κατορθώνει, εντούτοις, να τη συνεπάρει με την καθαρότητα των ιδεών του και με τον εντυπωσιακό τρόπο που τής παρουσιάζει τη φύση της αγάπης, όπως εκείνος τη νιώθει και την καταλαβαίνει.
 
Σχόλια του Γ. Π. Σαββίδη:
     Το σονέτο αυτό είναι γραμμένο σε 12σύλλαβους με ομοιοκαταληξία αβββ, αγγγ, αδδ, αεε. Οι στ. 1, 5, 9, 12 (όλοι με ομοιοκαταληξία α) είναι προπαροξύτονοι, και όλοι οι υπόλοιποι οξύτονοι.
 
     Πρώτη εμφάνιση του θέματος ξενόγλωσσου ποιητή ο οποίος εκφράζεται ελληνικά.
 
     Ο Οράτιος Φλάκκος (65-8 π.Χ.) πράγματι σπούδασε στην Αθήνα σε ηλικία π. 18-21 ετών — λέγεται μάλιστα πως έγραψε τους πρώτους στίχους του ελληνικά. Η σκηνή που περιγράφει το ποίημα, είναι πιθανότατα φανταστική. Το όνομα Λέα δεν είναι ελληνικό, αλλά προφανώς λατινική μορφή του Λέαινα που μάλλον ως παρατσούκλι αποδίδεται σε τουλάχιστον δύο διάσημες εταίρες: η πρώτη συνδέονταν με τον Αρμόδιο ή τον Αριστογείτονα· η δεύτερη με τον Δημήτριο Πολιορκητή.
     Ενδέχεται ο Καβάφης να εταύτιζε ώς ένα βαθμό τον εαυτό του με τον Οράτιο: η προφορά και η περιβολή του ήταν «αγγλίζουσα ελαφρότατα» (Ξενόπουλος), και ο Οράτιος έχασε και αυτός την πατρική του περιουσία και αναγκάστηκε να γίνει δημόσιος υπάλληλος. Εκτός από τον επίτιτλο του «Ένας Γέρος» (Ωδές, Β΄, 14, 1), ο ποιητής πιθανόν να οφείλει στον Οράτιο τον πυρήνα του «Η Πόλις» (πρβ. Επιστολές, Α, 11). Το θέμα απαιτεί ειδικότερη μελέτη.
 
Πληροφορίες για τον Οράτιο από τον Michael Von Albrecht:
     Ο Κόιντος Οράτιος Φλάκκος (Q. Horatius Flaccus) γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 65 π.Χ. στη Βενουσία. Έτσι, συγκαταλέγεται μαζί με τον Λίβιο Ανδρόνικο και τον Έννιο στους ποιητές που χάρισε στη Ρώμη η νότια Ιταλία. Ο πατέρας του, ένας απελεύθερος, του έδωσε με αυτοθυσία την καλύτερη δυνατή ανατροφή.
     Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων στην πρωτεύουσα οι αυταρχικές παιδαγωγικές αντιλήψεις του περίφημου Ορβιλίου τού εμφύτευσαν μιαν αποστροφή προς την αρχαϊκή λατινική γραμματεία. Ο Οράτιος σπουδάζει ελληνική φιλοσοφία και λογοτεχνία στην Αθήνα (epist. 2, 2, 44). Εκεί προσχωρεί στην παράταξη του Βρούτου· μάχεται κατά των οπαδών του Καίσαρα με έναν εκπληκτικά υψηλό στρατιωτικό βαθμό – ως tribunus, δηλ. χιλίαρχος. Μετά την ήττα στους Φιλίππους (42 π.Χ., carm. 2, 7) και την απώλεια των πατρικών του κτημάτων, η φτώχεια πρέπει να τον έκανε ποιητή: έτσι υποστηρίζει ο ίδιος με σατιρική αυτοειρωνεία (epist. 2, 2, 50-52). Επιστρέφοντας στην Αιώνια Πόλη εξαγοράζει την ευπόληπτη θέση ενός γραφέα στο δημόσιο ταμείο (scriba quaestorius).
     Συναντά γνωστούς πάτρωνες της λογοτεχνικής ζωής, μεταξύ των οποίων τον Ασίνιο Πολλίωνα (πρβ. carm. 2, 1) και τον Μάρκο Βαλέριο Μεσσάλλα (πρβ. ars 371). Ο Βεργίλιος και ο Βάριος μετά από υπόδειξη πρόσεξαν τα ποιήματά του και τον συνέστησαν στον Μαικήνα (38 π.Χ.). Αυτός τον δέχεται στον κύκλο του και του δωρίζει ένα κτήμα στη Σαβίνη μετά το 35 π.Χ., όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το πρώτο βιβλίο των Σατιρών. Η φιλία τους μένει ουσιαστικά αλώβητη, καθώς ο Μαικήνας ξέρει πράγματι να σέβεται τη μεγάλη ανάγκη του ποιητή για ελευθερία (epist. 1, 7). Ακόμη και ο Αύγουστος, που του προσέφερε τη θέση ιδιαίτερου γραμματέα, πρέπει να διαπίστωσε ότι ο ποιητής δεν εξαγοράζεται και τελικά συμβιβάστηκε μ’ αυτό. Το έτος 17 π.Χ. ανατίθεται στον Οράτιο η τιμητική εντολή να συνθέσει τον Ύμνο της Εκατονταετίας και να διδάξει ένα χορό αγοριών και κοριτσιών. Έτσι είχε την τύχη να δει τον εαυτό του να αναγνωρίζεται από τον πολιτισμένο κόσμο ως ο κατ’ εξοχήν ρωμαίος λυρικός – δηλ. ο ποιητής, ο μουσικός, ο μεσίτης προς το θεό. Ο Οράτιος πεθαίνει στις 27 Νοεμβρίου του έτους 8 π.Χ. – λίγο μετά τον Μαικήνα, με τον οποίο ήδη από πολύ καιρό ένιωθε πως τον είχε συνδέσει η μοίρα του (carm. 2, 17), και θάβεται πλάι του.
     Η ζωή οδήγησε τον Οράτιο από τη «θύελλα και ορμή» και από τη δημοκρατική στράτευση στην ησυχία και την αποχώρηση. Μόνον όποιος αποτιμήσει σωστά τον νεανικό ενθουσιασμό και τη φιλοδοξία του μπορεί να υπολογίσει πόσο δύσκολα κατακτάται η αταραξία των γηρατειών, η οποία μόνο σ’ έναν βιαστικό αναγνώστη θα μπορούσε να φανεί αυτονόητη.
 
ΠΗΓΕΣ, ΠΡΟΤΥΠΑ, ΕΙΔΗ
     Η πολλαπλότητα των λογοτεχνικών ειδών που καλλιέργησε ο Οράτιος αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα της ιδιοσυγκρασίας του. Πρότυπο της ιαμβικής του ποίησης είναι ο Αρχίλοχος από την Πάρο· αυτό βέβαια ισχύει περισσότερο για το μέτρο και τη γενικότερη επιθετική διάθεση παρά για τη θεματολογία (epist. 1, 19, 23-25). Ο Οράτιος αποφεύγει τον ασυμβίβαστο προσωπικό ψόγο που χαρακτηρίζει τον Αρχίλοχο· επιτίθεται μόνο σε ανώνυμα ή ασήμαντα πρόσωπα. Μετασχηματίζει μια παραδεδομένη λογοτεχνική φόρμα με ένα νέο πνεύμα και έτσι δημιουργεί κάτι καινούριο στη ρωμαϊκή λογοτεχνία· έχει εκπαιδευτεί στην τεχνική της ελληνιστικής ποίησης, στους Ίάμβους του Καλλιμάχου καθώς και στο επίγραμμα. Έτσι, τον διακρίνει εντυπωσιακή υφολογική κομψότητα.
 
     Ο Οράτιος κατονομάζει ως πρότυπα των Ωδών τον Αλκαίο και τη Σαπφώ· η σύνδεση με τον πρώτο διαπιστώνεται πολύ σαφέστερα· η ωδή 1, 23 θυμίζει τον Ανακρέοντα (απόσπ. 39 D.)· αυτός είναι δυνατόν να είχε επηρεάσει τον ποιητή ήδη και στις Επωδούς, ο Πίνδαρος π.χ. είναι παρών στην ωδή 1, 12 (πρβ. Ολ. 2)· ο Ύμνος της Εκατονταετίας παρουσιάζει επίσης πινδαρική δομή. Ο Οράτιος στην ωδή 4, 2 απορρίπτει ρητά –σε σχέση προς τον Αύγουστο– ένα συναγωνισμό με τον έλληνα τιτάνα της λυρικής ποίησης, ωστόσο και μόνο η λοιπή υψηλή θεματική του τέταρτου βιβλίου δημιουργεί ένα παράλληλο προς τον Πίνδαρο. Εξάλλου, η επίδραση της αλεξανδρινής ποίησης στις Ωδές είναι πολύ μεγάλη· και εδώ εμφανίζονται πολλές φορές οι τεχνικές του ελληνιστικού επιγράμματος. Παραινετικές ωδές (όπως οι 2, 14· 15· 16· 3, 24) θυμίζουν τη διατριβή, αυτός όμως ο συσχετισμός δεν μας δίνει τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε τη λυρική τους δύναμη. Ο φιλοσοφικός προβληματισμός αποτελεί ένα ενοποιητικό στοιχείο σ’ αυτό το έργο ζωής του Ορατίου.
     Στις Σάτιρες ο Οράτιος ακολουθεί τον Λουκίλιο και τον ανταγωνίζεται με κριτικό πνεύμα (βλ. παρακάτω Ιδεολογία Ι: Λογοτεχνικός στοχασμός). Πέραν αυτών σημαντικός για τον Οράτιο είναι ο Λουκρήτιος ως επικούρειος και συγχρόνως ως ποιητής φιλοσοφικών εξαμέτρων· την παράδοση της διατριβής θυμίζουν κάποιες αναφορές στις ανάγκες της φύσης, η μνεία των τιμωριών του Κάτω Κόσμου, το μοτίβο της προσκυνηματικής μετάβασης σε κρυφές πηγές. Εδώ εμφανίζονται στωικά και κυνικά στοιχεία. Ο Οράτιος επικαλείται ρητά τον Βίωνα τον Βορυσθενίτη (epist. 2, 2, 60)· ωστόσο δεν θα ήταν σωστό να υπερτονίσουμε την επιρροή της διατριβής. Για επιμέρους θέματα ο ποιητής είναι δυνατόν να έχει και άλλους ορίζοντες: έτσι σε θέματα καλοφαγίας (sat. 2, 4· 2, 8) ενδέχεται να οφείλει ερεθίσματα στον Αρχέστρατο από τη Γέλα (έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου) και στον Έννιο. Η αρχή της σάτιρας 2, 4 θυμίζει έντονα τον πλατωνικό διάλογο Φαίδρο (228 b).
     Όσον αφορά τις Επιστολές, ήδη ο Λουκίλιοs είχε γράψει παλαιότερα ποιητικές επιστολές. Ο Οράτιος όμως τώρα δημιουργεί ένα εντελώς νέο λογοτεχνικό είδος, που δίνει τη δυνατότητα πραγμάτευσης ποικίλων θεμάτων της καθημερινής ζωής και της ηθικής ολοκλήρωσης από μια προσωπική σκοπιά. Ο Οράτιος γνωρίζει τον στωικισμό καθώς και τον επικουρισμό, στον οποίο μάλιστα βρίσκεται πλησιέστερα (π.χ. epist. 1, 4, 16), απέχει όμως πολύ από μια δογματική στάση: θέλει να μεταδώσει μια πρακτική φιλοσοφία της ζωής.
     Για την Ars poetica ο Οράτιος στηρίζεται, κατά τη μαρτυρία του Πορφυρίου, στον Νεοπτόλεμο από το Πάριον· είναι όμως δύσκολο να εντοπισθούν αδιαμφισβήτητα παράλληλα.
 
Michael Von Albrecht, Ιστορία της Ρωμαϊκής Λογοτεχνίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου