Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαλέγομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαλέγομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Luis Sarmento

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαλέγομαι»
 
[διαλέγομαι: αποθ. μέσ. = συνομιλώ, συζητώ]
 
Ενεστώτας
Οριστική
διαλέγομαι, διαλέγῃ/διαλέγει, διαλέγεται, διαλεγόμεθα, διαλέγεσθε, διαλέγονται
Υποτακτική
διαλέγωμαι, διαλέγῃ, διαλέγηται, διαλεγώμεθα, διαλέγησθε, διαλέγωνται
Ευκτική
διαλεγοίμην, διαλέγοιο, διαλέγοιτο, διαλεγοίμεθα, διαλέγοισθε, διαλέγοιντο
Προστακτική
---, διαλέγου, διαλεγέσθω, ---, διαλέγεσθε, διαλεγέσθων ή διαλεγέσθωσαν
Απαρέμφατο
διαλέγεσθαι
Μετοχή
διαλεγόμενος
διαλεγομένη
διαλεγόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
διελεγόμην, διελέγου, διελέγετο, διελεγόμεθα, διελέγεσθε, διελέγοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
διαλέξομαι, διαλέξῃ/διαλέξει, διαλέξεται, διαλεξόμεθα, διαλέξεσθε, διαλέξονται
Ευκτική
διαλεξοίμην, διαλέξοιο, διαλέξοιτο, διαλεξοίμεθα, διαλέξοισθε, διαλέξοιντο
Απαρέμφατο
διαλέξεσθαι
Μετοχή
διαλεξόμενος
διαλεξομένη
διαλεξόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
διαλεχθήσομαι, διαλεχθήσῃ/διαλεχθήσει, διαλεχθήσεται, διαλεχθησόμεθα, διαλεχθήσεσθε, διαλεχθήσονται
Ευκτική
διαλεχθησοίμην, διαλεχθήσοιο, διαλεχθήσοιτο, διαλεχθησοίμεθα, διαλεχθήσοισθε, διαλεχθήσοιντο
Απαρέμφατο
διαλεχθήσεσθαι
Μετοχή
διαλεχθησόμενος
διαλεχθησομένη
διαλεχθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
διελέχθην, διελέχθης, διελέχθη, διελέχθημεν, διελέχθητε, διελέχθησαν
Υποτακτική
διαλεχθῶ, διαλεχθῇς, διαλεχθῇ, διαλεχθῶμεν, διαλεχθῆτε, διαλεχθῶσι(ν)
Ευκτική
διαλεχθείην, διαλεχθείης, διαλεχθείη, διαλεχθείημεν ή διαλεχθεῖμεν, διαλεχθείητε ή διαλεχθεῖτε, διαλεχθείησαν ή διαλεχθεῖεν
Προστακτική
---, διαλέχθητι, διαλεχθήτω, ---, διαλέχθητε, διαλεχθέντων ή διαλεχθήτωσαν
Απαρέμφατο
διαλεχθῆναι
Μετοχή
διαλεχθείς
διαλεχθεῖσα
διαλεχθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
διείλεγμαι, διείλεξαι, διείλεκται, διειλέγμεθα, δείλεχθε, διειλεγμένοι εἰσι(ν)
 
Υποτακτική
διειλεγμένος- διειλεγμένη-διειλεγμένον ὦ
διειλεγμένος- διειλεγμένη-διειλεγμένον ᾖς
διειλεγμένος- διειλεγμένη-διειλεγμένον ᾖ
διειλεγμένοι- διειλεγμέναι-διειλεγμένα ὦμεν
διειλεγμένοι- διειλεγμέναι-διειλεγμένα ἦτε
διειλεγμένοι- διειλεγμέναι-διειλεγμένα ὦσι
 
Ευκτική
διειλεγμένος- διειλεγμένη-διειλεγμένον εἴην
διειλεγμένος- διειλεγμένη-διειλεγμένον εἴης
διειλεγμένος- διειλεγμένη-διειλεγμένον εἴη
διειλεγμένοι- διειλεγμέναι-διειλεγμένα εἴημεν (εἶμεν)
διειλεγμένοι- διειλεγμέναι-διειλεγμένα εἴητε (εἶτε)
διειλεγμένοι- διειλεγμέναι-διειλεγμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, διείλεξο, διειλέχθω, --- διείλεχθε, διειλέχθων ή διειλέχθωσαν
 
Απαρέμφατο
διειλέχθαι
Μετοχή
διειλεγμένος,
διειλεγμένη,
διειλεγμένον
 
Υπερσυντέλικος
διειλέγμην, διείλεξο, διείλεκτο, διειλέγμεθα, διείλεχθε, διειλεγμένοι ἦσαν

1 σχόλια:

marianna είπε...

οι τυποι
διειλεγμένοι εἰσι(ν)
και διειλεγμένοι ἦσαν
δεν χρησιμοποιουνται πλεον
Αντιθετα, οι τυποι διειρημένοι εἰσι(ν) και διειρημένοι ἦσαν ειναι περισσοτερο δόκιμοι.

Δημοσίευση σχολίου