Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τρέφω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τρέφω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Martha Suherman
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τρέφω»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
τρέφω, τρέφεις, τρέφει, τρέφομεν, τρέφετε, τρέφουσι(ν)
Υποτακτική
τρέφω, τρέφς, τρέφ, τρέφωμεν, τρέφητε, τρέφωσι(ν)
Ευκτική
τρέφοιμι, τρέφοις, τρέφοι, τρέφοιμεν, τρέφοιτε, τρέφοιεν
Προστακτική
---, τρέφε, τρεφέτω, ---, τρέφετε, τρεφόντων (ή τρεφέτωσαν)
Απαρέμφατο
τρέφειν
Μετοχή
τρέφων, τρέφουσα, τρέφον
 
Παρατατικός
Οριστική
τρεφον, τρεφες, τρεφε, τρέφομεν, τρέφετε, τρεφον
 
Μέλλοντας
Οριστική
θρέψω, θρέψεις, θρέψει, θρέψομεν, θρέψετε, θρέψουσι(ν)
Ευκτική
θρέψοιμι, θρέψοις, θρέψοι, θρέψοιμεν, θρέψοιτε, θρέψοιεν
Απαρέμφατο
θρέψειν
Μετοχή
θρέψων, θρέψουσα, θρέψον
 
Αόριστος
Οριστική
θρεψα, θρεψας, θρεψε(ν), θρέψαμεν, θρέψατε, θρεψαν
Υποτακτική
θρέψω, θρέψς, θρέψ, θρέψωμεν, θρέψητε, θρέψωσι(ν)
Ευκτική
θρέψαιμι, θρέψαις ή θρέψειας, θρέψαι ή θρέψειε(ν), θρέψαιμεν, θρέψαιτε, θρέψαιεν ή θρέψειαν
Προστακτική
---, θρέψον, θρεψάτω, ---, θρέψατε, θρεψάντων (ή θρεψάτωσαν)
Απαρέμφατο
θρέψαι
Μετοχή
θρέψας, θρέψασα, θρέψαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τέτροφα, τέτροφας, τέτροφε, τετρόφαμεν, τετρόφατε, τετρόφασι(ν)
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
τρέφομαι, τρέφ ή τρέφει, τρέφεται, τρεφόμεθα, τρέφεσθε, τρέφονται
Υποτακτική
τρέφωμαι, τρέφ, τρέφηται, τρεφώμεθα, τρέφησθε, τρέφωνται
Ευκτική
τρεφοίμην, τρέφοιο, τρέφοιτο, τρεφοίμεθα, τρέφοισθε, τρέφοιντο
Προστακτική
---, τρέφου, τρεφέσθω, ---, τρέφεσθε, τρεφέσθων ή τρεφέσθωσαν
Απαρέμφατο
τρέφεσθαι
Μετοχή
τρεφόμενος
τρεφομένη
τρεφόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
τρεφόμην, τρέφου, τρέφετο, τρεφόμεθα, τρέφεσθε, τρέφοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
θρέψομαι, θρέψ ή θρέψει, θρέψεται, θρεψόμεθα, θρέψεσθε, θρέψονται
Ευκτική
θρεψοίμην, θρέψοιο, θρέψοιτο, θρεψοίμεθα, θρέψοισθε, θρέψοιντο
Απαρέμφατο
θρέψεσθαι
Μετοχή
θρεψόμενος
θρεψομένη
θρεψόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
τραφήσομαι, τραφήσ ή τραφήσει, τραφήσεται, τραφησόμεθα, τραφήσεσθε, τραφήσονται
Ευκτική
τραφησοίμην, τραφήσοιο, τραφήσοιτο, τραφησοίμεθα, τραφήσοισθε, τραφήσοιντο
Απαρέμφατο
τραφήσεσθαι
Μετοχή
τραφησόμενος
τραφησομένη
τραφησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
θρεψάμην, θρέψω, θρέψατο, θρεψάμεθα, θρέψασθε, θρέψαντο
Υποτακτική
θρέψωμαι, θρέψ, θρέψηται, θρεψώμεθα, θρέψησθε, θρέψωνται
Ευκτική
θρεψαίμην, θρέψαιο, θρέψαιτο, θρεψαίμεθα, θρέψαισθε, θρέψαιντο
Προστακτική
---, θρέψαι, θρεψάσθω, ---, θρέψασθε, θρεψάσθων ή θρεψάσθωσαν
Απαρέμφατο
θρέψασθαι
Μετοχή
θρεψάμενος
θρεψαμένη
θρεψάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
θρέφθην, θρέφθης, θρέφθη, θρέφθημεν, θρέφθητε, θρέφθησαν
Υποτακτική
θρεφθ, θρεφθς, θρεφθ, θρεφθμεν, θρεφθτε, θρεφθσι(ν)
Ευκτική
θρεφθείην, θρεφθείης, θρεφθείη, θρεφθείημεν ή θρεφθεμεν, θρεφθείητε ή θρεφθετε, θρεφθείησαν ή θρεφθεεν
Προστακτική
---, θρέφθητι, θρεφθήτω, ---, θρέφθητε, θρεφθέντων ή θρεφθήτωσαν
Απαρέμφατο
θρεφθναι
Μετοχή
θρεφθείς
θρεφθεσα
θρεφθέν
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
τράφην, τράφης, τράφη, τράφημεν, τράφητε, τράφησαν
Υποτακτική
τραφ, τραφς, τραφ, τραφμεν, τραφτε, τραφσι(ν)
Ευκτική
τραφείην, τραφείης, τραφείη, τραφείημεν ή τραφεμεν, τραφείητε ή τραφετε, τραφείησαν ή τραφεεν
Προστακτική
---, τράφηθι, τραφήτω, ---, τράφητε, τραφέντων ή τραφήτωσαν
Απαρέμφατο
τραφναι
Μετοχή
τραφείς
τραφεσα
τραφέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τέθραμμαι, τέθραψαι, τέθραπται, τεθράμμεθα, τέθραφθε, τεθραμμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
τεθραμμένος- τεθραμμένη- τεθραμμένον
τεθραμμένος- τεθραμμένη- τεθραμμένον ς
τεθραμμένος- τεθραμμένη- τεθραμμένον
τεθραμμένοι- τεθραμμέναι- τεθραμμένα μεν
τεθραμμένοι- τεθραμμέναι- τεθραμμένα τε
τεθραμμένοι- τεθραμμέναι- τεθραμμένα σι
 
Ευκτική
τεθραμμένος- τεθραμμένη- τεθραμμένον εην
τεθραμμένος- τεθραμμένη- τεθραμμένον εης
τεθραμμένος- τεθραμμένη- τεθραμμένον εη
τεθραμμένοι- τεθραμμέναι- τεθραμμένα εημεν (εμεν)
τεθραμμένοι- τεθραμμέναι- τεθραμμένα εητε (ετε)
τεθραμμένοι- τεθραμμέναι- τεθραμμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, τέθραψο, τεθράφθω, --- τέθραφθε, τεθράφθων ή τεθράφθωσαν
 
Απαρέμφατο
τεθράφθαι
Μετοχή
τεθραμμένος,
τεθραμμένη,
τεθραμμένον
 
Υπερσυντέλικος
τεθράμμην, τέθραψο, τέθραπτο, τεθράμμεθα, τέθραφθε, τεθραμμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...