Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «γεραίρω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «γεραίρω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
John Dominis
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «γεραίρω»
 
(γεραίρω = τιμώ, δοξάζω, ανταμείβω)
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
γεραίρω, γεραίρεις, γεραίρει, γεραίρομεν, γεραίρετε, γεραίρουσι(ν)
Υποτακτική
γεραίρω, γεραίρς, γεραίρ, γεραίρωμεν, γεραίρητε, γεραίρωσι(ν)
Ευκτική
γεραίροιμι, γεραίροις, γεραίροι, γεραίροιμεν, γεραίροιτε, γεραίροιεν
Προστακτική
---, γέραιρε, γεραιρέτω, ---, γεραίρετε, γεραιρόντων (ή γεραιρέτωσαν)
Απαρέμφατο
γεραίρειν
Μετοχή
γεραίρων, γεραίρουσα, γεραρον
 
Παρατατικός
Οριστική
γέραιρον, γέραιρες, γέραιρε, γεραίρομεν, γεραίρετε, γέραιρον
 
Μέλλοντας
Οριστική
γεραρ, γεραρες, γεραρε, γεραρομεν, γεραρετε, γεραροσι(ν)
Ευκτική
γεραρομι, γεραρος, γεραρο, ή γεραροίην, γεραροίης, γεραροίη, γεραρομεν, γεραροτε, γεραροεν
Απαρέμφατο
γεραρεν
Μετοχή
γεραρν, γεραροσα, γεραρον
 
Αόριστος
Οριστική
γέραρα & γέρηρα, γέραρας, γέραρε(ν), γεράραμεν, γεράρατε, γέραραν
Υποτακτική
γεράρω, γεράρς, γεράρ, γεράρωμεν, γεράρητε, γεράρωσι(ν)
Ευκτική
γεράραιμι, γεράραις ή γεράρειας, γεράραι ή γεράρειε(ν), γεράραιμεν, γεράραιτε, γεράραιεν ή γεράρειαν
Προστακτική
---, γέραρον, γεραράτω, ---, γεράρατε, γεραράντων (ή γεραράτωσαν)
Απαρέμφατο
γεράραι
Μετοχή
γεράρας, γεράρασα, γεράραν
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
γέραρον, γέραρες, γέραρε(ν), γεράρομεν, γεράρετε, γέραρον
Υποτακτική
γεράρω, γεράρς, γεράρ, γεράρωμεν, γεράρητε, γεράρωσι(ν)
Ευκτική
γεράροιμι, γεράροις, γεράροι, γεράροιμεν, γεράροιτε, γεράροιεν
Προστακτική
---, γέραρε, γεραρέτω, ---, γεράρετε, γεραρόντων (ή γεραρέτωσαν)
Απαρέμφατο
γεραρεν
Μετοχή
γεραρών, γεραροσα, γεραρόν
 
Μέση φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
γεραίρομαι, γεραίρ/γεραίρει, γεραίρεται, γεραιρόμεθα, γεραίρεσθε, γεραίρονται
Υποτακτική
γεραίρωμαι, γεραίρ, γεραίρηται, γεραιρώμεθα, γεραίρησθε, γεραίρωνται
Ευκτική
γεραιροίμην, γεραίροιο, γεραίροιτο, γεραιροίμεθα, γεραίροισθε, γεραίροιντο
Προστακτική
---, γεραίρου, γεραιρέσθω, ---, γεραίρεσθε, γεραιρέσθων ή γεραιρέσθωσαν
Απαρέμφατο
γεραίρεσθαι
Μετοχή
γεραιρόμενος
γεραιρομένη
γεραιρόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
γεραιρόμην, γεραίρου, γεραίρετο, γεραιρόμεθα, γεραίρεσθε, γεραίροντο
 
Αόριστος
Οριστική
γερασάμην, γεράσω, γεράσατο, γερασάμεθα, γεράσασθε, γεράσαντο
Υποτακτική
γεράσωμαι, γεράσ, γεράσηται, γερασώμεθα, γεράσησθε, γεράσωνται
Ευκτική
γερασαίμην, γεράσαιο, γεράσαιτο, γερασαίμεθα, γεράσαισθε, γεράσαιντο
Προστακτική
---, γέρασαι, γερασάσθω, ---, γεράσασθε, γερασάσθων ή γερασάσθωσαν
Απαρέμφατο
γεράσασθαι
Μετοχή
γερασάμενος
γερασαμένη
γερασάμενον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου