John Dominis
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «γεραίρω»
(γεραίρω = τιμώ,
δοξάζω, ανταμείβω)
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
γεραίρω, γεραίρεις, γεραίρει, γεραίρομεν, γεραίρετε, γεραίρουσι(ν)
Υποτακτική
γεραίρω, γεραίρῃς, γεραίρῃ, γεραίρωμεν, γεραίρητε, γεραίρωσι(ν)
Ευκτική
γεραίροιμι, γεραίροις, γεραίροι, γεραίροιμεν, γεραίροιτε, γεραίροιεν
Προστακτική
---, γέραιρε, γεραιρέτω, ---, γεραίρετε, γεραιρόντων (ή γεραιρέτωσαν)
Απαρέμφατο
γεραίρειν
Μετοχή
γεραίρων, γεραίρουσα, γεραῖρον
Παρατατικός
Οριστική
ἐγέραιρον, ἐγέραιρες, ἐγέραιρε, ἐγεραίρομεν, ἐγεραίρετε, ἐγέραιρον
Μέλλοντας
Οριστική
γεραρῶ, γεραρεῖς, γεραρεῖ, γεραροῦμεν, γεραρεῖτε, γεραροῦσι(ν)
Ευκτική
γεραροῖμι, γεραροῖς, γεραροῖ, ή γεραροίην, γεραροίης, γεραροίη, γεραροῖμεν, γεραροῖτε, γεραροῖεν
Απαρέμφατο
γεραρεῖν
Μετοχή
γεραρῶν, γεραροῦσα, γεραροῦν
Αόριστος
Οριστική
ἐγέραρα & ἐγέρηρα, ἐγέραρας, ἐγέραρε(ν), ἐγεράραμεν, ἐγεράρατε, ἐγέραραν
Υποτακτική
γεράρω, γεράρῃς, γεράρῃ, γεράρωμεν, γεράρητε, γεράρωσι(ν)
Ευκτική
γεράραιμι, γεράραις ή γεράρειας, γεράραι ή γεράρειε(ν), γεράραιμεν, γεράραιτε, γεράραιεν ή γεράρειαν
Προστακτική
---, γέραρον, γεραράτω, ---, γεράρατε, γεραράντων (ή γεραράτωσαν)
Απαρέμφατο
γεράραι
Μετοχή
γεράρας, γεράρασα, γεράραν
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐγέραρον, ἐγέραρες, ἐγέραρε(ν), ἐγεράρομεν, ἐγεράρετε, ἐγέραρον
Υποτακτική
γεράρω, γεράρῃς, γεράρῃ, γεράρωμεν, γεράρητε, γεράρωσι(ν)
Ευκτική
γεράροιμι, γεράροις, γεράροι, γεράροιμεν, γεράροιτε, γεράροιεν
Προστακτική
---, γέραρε, γεραρέτω, ---, γεράρετε, γεραρόντων (ή γεραρέτωσαν)
Απαρέμφατο
γεραρεῖν
Μετοχή
γεραρών, γεραροῦσα, γεραρόν
Μέση φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
γεραίρομαι, γεραίρῃ/γεραίρει, γεραίρεται, γεραιρόμεθα, γεραίρεσθε, γεραίρονται
Υποτακτική
γεραίρωμαι, γεραίρῃ, γεραίρηται, γεραιρώμεθα, γεραίρησθε, γεραίρωνται
Ευκτική
γεραιροίμην, γεραίροιο, γεραίροιτο, γεραιροίμεθα, γεραίροισθε, γεραίροιντο
Προστακτική
---, γεραίρου, γεραιρέσθω, ---, γεραίρεσθε, γεραιρέσθων ή γεραιρέσθωσαν
Απαρέμφατο
γεραίρεσθαι
Μετοχή
γεραιρόμενος
γεραιρομένη
γεραιρόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐγεραιρόμην, ἐγεραίρου, ἐγεραίρετο, ἐγεραιρόμεθα, ἐγεραίρεσθε, ἐγεραίροντο
Αόριστος
Οριστική
ἐγερασάμην, ἐγεράσω, ἐγεράσατο, ἐγερασάμεθα, ἐγεράσασθε, ἐγεράσαντο
Υποτακτική
γεράσωμαι, γεράσῃ, γεράσηται, γερασώμεθα, γεράσησθε, γεράσωνται
Ευκτική
γερασαίμην, γεράσαιο, γεράσαιτο, γερασαίμεθα, γεράσαισθε, γεράσαιντο
Προστακτική
---, γέρασαι, γερασάσθω, ---, γεράσασθε, γερασάσθων ή γερασάσθωσαν
Απαρέμφατο
γεράσασθαι
Μετοχή
γερασάμενος
γερασαμένη
γερασάμενον
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «γεραίρω»
Ενεστώτας
Οριστική
γεραίρω, γεραίρεις, γεραίρει, γεραίρομεν, γεραίρετε, γεραίρουσι(ν)
γεραίρω, γεραίρῃς, γεραίρῃ, γεραίρωμεν, γεραίρητε, γεραίρωσι(ν)
γεραίροιμι, γεραίροις, γεραίροι, γεραίροιμεν, γεραίροιτε, γεραίροιεν
Προστακτική
---, γέραιρε, γεραιρέτω, ---, γεραίρετε, γεραιρόντων (ή γεραιρέτωσαν)
Απαρέμφατο
γεραίρειν
Μετοχή
γεραίρων, γεραίρουσα, γεραῖρον
Παρατατικός
Οριστική
ἐγέραιρον, ἐγέραιρες, ἐγέραιρε, ἐγεραίρομεν, ἐγεραίρετε, ἐγέραιρον
Οριστική
γεραρῶ, γεραρεῖς, γεραρεῖ, γεραροῦμεν, γεραρεῖτε, γεραροῦσι(ν)
γεραροῖμι, γεραροῖς, γεραροῖ, ή γεραροίην, γεραροίης, γεραροίη, γεραροῖμεν, γεραροῖτε, γεραροῖεν
γεραρεῖν
γεραρῶν, γεραροῦσα, γεραροῦν
Οριστική
ἐγέραρα & ἐγέρηρα, ἐγέραρας, ἐγέραρε(ν), ἐγεράραμεν, ἐγεράρατε, ἐγέραραν
γεράρω, γεράρῃς, γεράρῃ, γεράρωμεν, γεράρητε, γεράρωσι(ν)
γεράραιμι, γεράραις ή γεράρειας, γεράραι ή γεράρειε(ν), γεράραιμεν, γεράραιτε, γεράραιεν ή γεράρειαν
Προστακτική
---, γέραρον, γεραράτω, ---, γεράρατε, γεραράντων (ή γεραράτωσαν)
Απαρέμφατο
γεράραι
Μετοχή
γεράρας, γεράρασα, γεράραν
Οριστική
ἐγέραρον, ἐγέραρες, ἐγέραρε(ν), ἐγεράρομεν, ἐγεράρετε, ἐγέραρον
γεράρω, γεράρῃς, γεράρῃ, γεράρωμεν, γεράρητε, γεράρωσι(ν)
γεράροιμι, γεράροις, γεράροι, γεράροιμεν, γεράροιτε, γεράροιεν
Προστακτική
---, γέραρε, γεραρέτω, ---, γεράρετε, γεραρόντων (ή γεραρέτωσαν)
Απαρέμφατο
γεραρεῖν
γεραρών, γεραροῦσα, γεραρόν
Οριστική
γεραίρομαι, γεραίρῃ/γεραίρει, γεραίρεται, γεραιρόμεθα, γεραίρεσθε, γεραίρονται
γεραίρωμαι, γεραίρῃ, γεραίρηται, γεραιρώμεθα, γεραίρησθε, γεραίρωνται
γεραιροίμην, γεραίροιο, γεραίροιτο, γεραιροίμεθα, γεραίροισθε, γεραίροιντο
Προστακτική
---, γεραίρου, γεραιρέσθω, ---, γεραίρεσθε, γεραιρέσθων ή γεραιρέσθωσαν
Απαρέμφατο
γεραίρεσθαι
Μετοχή
γεραιρόμενος
γεραιρομένη
γεραιρόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐγεραιρόμην, ἐγεραίρου, ἐγεραίρετο, ἐγεραιρόμεθα, ἐγεραίρεσθε, ἐγεραίροντο
Οριστική
ἐγερασάμην, ἐγεράσω, ἐγεράσατο, ἐγερασάμεθα, ἐγεράσασθε, ἐγεράσαντο
γεράσωμαι, γεράσῃ, γεράσηται, γερασώμεθα, γεράσησθε, γεράσωνται
γερασαίμην, γεράσαιο, γεράσαιτο, γερασαίμεθα, γεράσαισθε, γεράσαιντο
Προστακτική
---, γέρασαι, γερασάσθω, ---, γεράσασθε, γερασάσθων ή γερασάσθωσαν
Απαρέμφατο
γεράσασθαι
Μετοχή
γερασάμενος
γερασαμένη
γερασάμενον


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου