Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀμφισβητέω - ἀμφισβητῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀμφισβητέω - ἀμφισβητῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μφισβητέω - μφισβητ»
 
μφισβητ: έχω διαφορετική γνώμη, διαφωνώ
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μφισβητ, μφισβητες, μφισβητε, μφισβητομεν, μφισβητετε, μφισβητοσι(ν)
Υποτακτική
μφισβητ, μφισβητς, μφισβητ, μφισβητμεν, μφισβηττε, μφισβητσι(ν)
Ευκτική
μφισβητομι, μφισβητος, μφισβητομφισβητοίην, μφισβητοίης, μφισβητοίη), μφισβητομεν, μφισβητοτε, μφισβητοεν
Προστακτική
---, μφισβήτει, μφισβητείτω, ---, μφισβητετε, μφισβητούντων
Απαρέμφατο
μφισβητεν
Μετοχή
μφισβητν, μφισβητοσα, μφισβητον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μφισβητν, το μφισβητοντος, τ μφισβητοντι, τόν μφισβητοντα, μφισβητν
ο μφισβητοντες, τν μφισβητούντων, τος μφισβητοσι, τούς μφισβητοντας, μφισβητοντες
 
Θηλυκό
μφισβητοσα, τς μφισβητούσης, τ μφισβητούσ, τήν μφισβητοσαν, μφισβητοσα
α μφισβητοσαι, τν μφισβητουσν, τας μφισβητούσαις, τάς μφισβητούσας, μφισβητοσαι
 
Ουδέτερο
τό μφισβητον, το μφισβητοντος, τ μφισβητοντι, τό μφισβητον, μφισβητον
τά μφισβητοντα, τν μφισβητούντων, τος μφισβητοσι, τά μφισβητοντα, μφισβητοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
μφεσβήτουν, μφεσβήτεις, μφεσβήτει, μφεσβητομεν, μφεσβητετε, μφεσβήτουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
μφισβητήσω, μφισβητήσεις, μφισβητήσει, μφισβητήσομεν, μφισβητήσετε, μφισβητήσουσι(ν)
Ευκτική
μφισβητήσοιμι, μφισβητήσοις, μφισβητήσοι, μφισβητήσοιμεν, μφισβητήσοιτε, μφισβητήσοιεν
Απαρέμφατο
μφισβητήσειν
Μετοχή
μφισβητήσων, μφισβητήσουσα, μφισβητσον
 
Κλίση μετοχής
μφισβητήσων, το μφισβητήσοντος, τ μφισβητήσοντι, τόν μφισβητήσοντα, μφισβητήσων
Πληθυντικός: ο μφισβητήσοντες, τν μφισβητησόντων, τος μφισβητήσουσι, τούς μφισβητήσοντας, μφισβητήσοντες
 
μφισβητήσουσα, τς μφισβητησούσης, τ μφισβητησούσ, τήν μφισβητήσουσαν, μφισβητήσουσα
Πληθυντικός: α μφισβητήσουσαι, τν μφισβητησουσν, τας μφισβητησούσαις, τάς
μφισβητησούσας, μφισβητήσουσαι
 
τό μφισβητσον, το μφισβητήσοντος, τ μφισβητήσοντι, τό μφισβητσον, μφισβητσον
Πληθυντικός: τά μφισβητήσοντα, τν μφισβητησόντων, τος μφισβητήσουσι, τά μφισβητήσοντα, μφισβητήσοντα
 
Αόριστος
Οριστική
μφεσβήτησα, μφεσβήτησας, μφεσβήτησε(ν), μφεσβητήσαμεν, μφεσβητήσατε, μφεσβήτησαν
Υποτακτική
μφισβητήσω, μφισβητήσς, μφισβητήσ, μφισβητήσωμεν, μφισβητήσητε, μφισβητήσωσι(ν)
Ευκτική
μφισβητήσαιμι, μφισβητήσαις - μφισβητήσειας, μφισβητήσαι - μφισβητήσειε(ν), μφισβητήσαιμεν, μφισβητήσαιτε, μφισβητήσαιεν - μφισβητήσειαν
Προστακτική
---, μφισβήτησον, μφισβητησάτω, ---, μφισβητήσατε, μφισβητησάντων (ή μφισβητησάτωσαν)
Απαρέμφατο
μφισβητσαι
Μετοχή
μφισβητήσας, μφισβητήσασα, μφισβητσαν

Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μφισβητήσας, το μφισβητήσαντος, τ μφισβητήσαντι, τόν μφισβητήσαντα, μφισβητήσας
ο μφισβητήσαντες, τν μφισβητησάντων, τος μφισβητήσασι, τούς μφισβητήσαντας, μφισβητήσαντες
 
Θηλυκό
μφισβητήσασα, τς μφισβητησάσης, τ μφισβητησάσ, τήν μφισβητήσασαν, μφισβητήσασα
α μφισβητήσασαι, τν μφισβητησασν, τας μφισβητησάσαις, τάς μφισβητησάσας, μφισβητήσασαι
 
Ουδέτερο
τό μφισβητσαν, το μφισβητήσαντος, τ μφισβητήσαντι, τό μφισβητσαν, μφισβητσαν
τά μφισβητήσαντα, τν μφισβητησάντων, τος μφισβητήσασι, τά μφισβητήσαντα, μφισβητήσαντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
μφεσβήτηκα, μφεσβήτηκας, μφεσβήτηκε, μφεσβητήκαμεν, μφεσβητήκατε, μφεσβητήκασι(ν)
 
Υποτακτική
μφεσβητηκώς- μφεσβητηκυα- μφεσβητηκός
μφεσβητηκώς- μφεσβητηκυα- μφεσβητηκός ς
μφεσβητηκώς- μφεσβητηκυα- μφεσβητηκός
μφεσβητηκότες- μφεσβητηκυαι- μφεσβητηκότα μεν
μφεσβητηκότες- μφεσβητηκυαι- μφεσβητηκότα τε
μφεσβητηκότες- μφεσβητηκυαι- μφεσβητηκότα σι
 
Ευκτική
μφεσβητηκώς- μφεσβητηκυα- μφεσβητηκός εην
μφεσβητηκώς- μφεσβητηκυα- μφεσβητηκός εης
μφεσβητηκώς- μφεσβητηκυα- μφεσβητηκός εη
μφεσβητηκότες- μφεσβητηκυαι- μφεσβητηκότα εημεν (εμεν)
μφεσβητηκότες- μφεσβητηκυαι- μφεσβητηκότα εητε (ετε)
μφεσβητηκότες- μφεσβητηκυαι- μφεσβητηκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
μφεσβητηκώς- μφεσβητηκυα- μφεσβητηκός σθι
μφεσβητηκώς- μφεσβητηκυα- μφεσβητηκός στω
μφεσβητηκότες- μφεσβητηκυαι- μφεσβητηκότα στε
μφεσβητηκότες- μφεσβητηκυαι- μφεσβητηκότα στων
 
Απαρέμφατο
μφεσβητηκέναι
Μετοχή
μφεσβητηκώς- μφεσβητηκυα- μφεσβητηκός
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μφεσβητηκώς, το μφεσβητηκότος, τ μφεσβητηκότι, τόν μφεσβητηκότα, μφεσβητηκώς
ο μφεσβητηκότες, τν μφεσβητηκότων, τος μφεσβητηκόσι, τούς μφεσβητηκότας, μφεσβητηκότες
 
Θηλυκό
μφεσβητηκυα, τς μφεσβητηκυίας, τ μφεσβητηκυί, τήν μφεσβητηκυαν, μφεσβητηκυα
α μφεσβητηκυαι, τν μφεσβητηκυιν, τας μφεσβητηκυίαις, τάς μφεσβητηκυίας, μφεσβητηκυαι
 
Ουδέτερο
τό μφεσβητηκός, το μφεσβητηκότος, τ μφεσβητηκότι, τό μφεσβητηκός, μφεσβητηκός
τά μφεσβητηκότα, τν μφεσβητηκότων, τος μφεσβητηκόσι, τά μφεσβητηκότα, μφεσβητηκότα
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
μφεσβητήκειν, μφεσβητήκεις, μφεσβητήκει, μφεσβητήκεμεν, μφεσβητήκετε, μφεσβητήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μφισβητομαι, μφισβητ-μφισβητε, μφισβητεται, μφισβητούμεθα, μφισβητεσθε, μφισβητονται
Υποτακτική
μφισβητμαι, μφισβητ, μφισβητται, μφισβητώμεθα, μφισβητσθε, μφισβητνται
Ευκτική
μφισβητοίμην, μφισβητοο, μφισβητοτο, μφισβητοίμεθα, μφισβητοσθε, μφισβητοντο
Προστακτική
---, μφισβητο, μφισβητείσθω, ---, μφισβητεσθε, μφισβητείσθων ή μφισβητείσθωσαν
Απαρέμφατο
μφισβητεσθαι
Μετοχή
μφισβητούμενος
μφισβητουμένη
μφισβητούμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μφισβητούμενος, το μφισβητουμένου, τ μφισβητουμέν, τόν μφισβητούμενον, μφισβητούμενε
ο μφισβητούμενοι, τν μφισβητουμένων, τος μφισβητουμένοις, τούς μφισβητουμένους, μφισβητούμενοι
 
Θηλυκό
μφισβητουμένη, τς μφισβητουμένης, τ μφισβητουμέν, τήν μφισβητουμένην, μφισβητουμένη
α μφισβητούμεναι, τν μφισβητουμένων, τας μφισβητουμέναις, τάς μφισβητουμένας, μφισβητούμεναι
 
Ουδέτερο
τό μφισβητούμενον, το μφισβητουμένου, τ μφισβητουμέν, τό μφισβητούμενον, μφισβητούμενον
τά μφισβητούμενα, τν μφισβητουμένων, τος μφισβητουμένοις, τά μφισβητούμενα, μφισβητούμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
μφεσβητούμην, μφεσβητο, μφεσβητετο, μφεσβητούμεθα, μφεσβητεσθε, μφεσβητοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
μφισβητήσομαι, μφισβητήσ-μφισβητήσει, μφισβητήσεται, μφισβητησόμεθα, μφισβητήσεσθε, μφισβητήσονται
Ευκτική
μφισβητησοίμην, μφισβητήσοιο, μφισβητήσοιτο, μφισβητησοίμεθα, μφισβητήσοισθε, μφισβητήσοιντο
Απαρέμφατο
μφισβητήσεσθαι
Μετοχή
μφισβητησόμενος
μφισβητησομένη
μφισβητησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
μφεσβητήθην, μφεσβητήθης, μφεσβητήθη, μφεσβητήθημεν, μφεσβητήθητε, μφεσβητήθησαν
Υποτακτική
μφισβητηθ, μφισβητηθς, μφισβητηθ, μφισβητηθμεν, μφισβητηθτε, μφισβητηθσι(ν)
Ευκτική
μφισβητηθείην, μφισβητηθείης, μφισβητηθείη, μφισβητηθείημεν ή μφισβητηθεμεν, μφισβητηθείητε ή μφισβητηθετε, μφισβητηθείησαν ή μφισβητηθεεν
Προστακτική
---, μφισβητήθητι, μφισβητηθήτω, ---, μφισβητήθητε, μφισβητηθέντων ή μφισβητηθήτωσαν
Απαρέμφατο
μφισβητηθναι
Μετοχή
μφισβητηθείς
μφισβητηθεσα
μφισβητηθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
μφισβητηθείς, το μφισβητηθέντος, τ μφισβητηθέντι, τόν μφισβητηθέντα, μφισβητηθείς
ο μφισβητηθέντες, τν μφισβητηθέντων, τος μφισβητηθεσι, τούς μφισβητηθέντας, μφισβητηθέντες
Θηλυκό
μφισβητηθεσα, τς μφισβητηθείσης, τ μφισβητηθείσ, τήν μφισβητηθεσαν, μφισβητηθεσα
α μφισβητηθεσαι, τν μφισβητηθεισν, τας μφισβητηθείσαις, τάς μφισβητηθείσας, μφισβητηθεσαι
Ουδέτερο
τό μφισβητηθέν, το μφισβητηθέντος, τ μφισβητηθέντι, τό μφισβητηθέν, μφισβητηθέν
τά μφισβητηθέντα, τν μφισβητηθέντων, τος μφισβητηθεσι, τά μφισβητηθέντα, μφισβητηθέντα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου