Οι λαϊκές εξεγέρσεις στις κομμουνιστικές χώρες και η ελληνική ιντελιγκέντσια | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Οι λαϊκές εξεγέρσεις στις κομμουνιστικές χώρες και η ελληνική ιντελιγκέντσια

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Οι λαϊκές εξεγέρσεις στις κομμουνιστικές χώρες και η ελληνική ιντελιγκέντσια
 
     Τη δεκαετία του 1950, στην Ελλάδα του παράνομου ΚΚΕ και της με ελλείψεις κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, οι πολιτικοί και πνευματικοί ταγοί της Αριστεράς αγωνίζονταν για να επικρατήσουν πολιτικά και κοινωνικά στη χώρα οι ολοκληρωτικές ιδέες του ΚΚΕ, εν ονόματι «της αποκατάστασης των πλήρων πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών». Με ιδεολογικά όπλα τους την προπαγάνδα και την αποπληροφόρηση απέκρυπταν το γεγονός ότι στις κομμουνιστικές χώρες, το μοντέλο των οποίων επιδίωκαν να προωθήσουν στην Ελλάδα, δεν υπήρχε κανένα ανθρώπινο δικαίωμα, καμία πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική, συνδικαλιστική και ιδεολογική ελευθερία. Απέκρυπταν επίσης το γεγονός ότι εκεί βασανίζονταν οι αντιφρονούντες πολίτες και ιδιαίτερα οι λογοτέχνες και οι καλλιτέχνες, ότι δεν επιτρεπόταν σ’ αυτούς να δημοσιεύσουν οποιοδήποτε έργο τους, ότι τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν αυταρχικά, ολοκληρωτικά και τυραννικά.
 
     Χαρακτηριστικό παράδειγμα της νοοτροπίας της Αριστεράς ο ήρωας της Εθνικής Αντίστασης Μαν. Γλέζος. Το 1963 βρέθηκε στη Μόσχα της τότε ΕΣΣΔ για να παραλάβει το βραβείο Λένιν. Κατά την απονομή του βραβείου ενώπιον της ηγεσίας του ΚΚΣΕ κατήγγειλε ότι κομμουνιστές κρατούνται στις ελληνικές φυλακές και έκανε έκκληση να βοηθήσει η Σοβιετική Ένωση για την απελευθέρωσή τους. Ο Αλ. Σολζενίτσιν (1918-2008) στο βιβλίο του Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ επικρίνει τον Μαν. Γλέζο, γιατί μίλησε μόνο για τους λίγους κρατούμενους κομμουνιστές στην Ελλάδα και όχι για τα εκατομμύρια των Ρώσων που βρίσκονταν στις φυλακές, στα ψυχιατρεία και στα Γκουλάγκ –στα στρατόπεδα δηλαδή εργασίας– εξόντωσης στην πραγματικότητα. Γράφει ο Ρώσος συγγραφέας:
 
     Ο Μανώλης Γλέζος «στη φωτεινή και γεμάτη πάθος ομιλία του» διηγήθηκε στους σοβιετικούς συγγραφείς για τους συντρόφους τους, που σαπίζουν στις φυλακές της Ελλάδος. Τους είπε: «Αντιλαμβάνομαι ότι με την αφήγησή μου σφίχτηκαν οι καρδιές σας. Δεν το έκανα επίτηδες. Θέλω οι καρδιές σας να χτυπούν για εκείνους που σαπίζουν στη φυλακή... Υψώστε τη φωνή σας για την απελευθέρωση των Ελλήνων πατριωτών». Κι εκείνες οι τετραπέρατες φαλάκρες, φυσικά, τις ύψωσαν! Βλέπετε, στην Ελλάδα σάπιζαν δυο δεκάδες κατάδικοι! Ίσως ο ίδιος ο Μανώλης να μην καταλάβαινε την ξεδιαντροπιά του καλέσματός του, ίσως στην Ελλάδα να μην υπάρχει αυτή η παροιμία: «Γιατί να θλίβεσαι για άλλους, όταν στο σπίτι σου κλαίνε με λυγμούς;»
 
     Ο ψόγος του Σολζενίτσιν σε βάρος του Μανώλη Γλέζου είναι σοβαρός. Αντί να αναζητήσω βιβλιογραφίες και αναλύσεις για τη στάση του έναντι των βασανιστηρίων και των γκουλάγκ στη Σοβιετική Ένωση αποφάσισα να τον συναντήσω και να τον ερωτήσω προσωπικά. Είχα τη βεβαιότητα ότι θα μου πει την αλήθεια, όπως την πίστευε, χωρίς άλλες σκέψεις. Τον επισκέφθηκα στο γραφείο του, στο Νέο Ψυχικό, στις 22 Ιουνίου 2017, στις 12 το μεσημέρι. Με υποδέχθηκε με απλότητα και με ζεστασιά. Πάντα παλικάρι. «Συνεντεύξεις δεν δίνω», με προκατέλαβε. «Δεν θέλω συνέντευξη», του απάντησα, «θέλω μόνο να μου απαντήσετε σε αυτό που γράφει για σας ο Σολζενίτσιν στο ‘Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ’». «Τι γράφει;» με ρώτησε και πρόσθεσε, «μίλα μου στον ενικό». Του διάβασα το σχετικό κείμενο. Με κοίταξε στα μάτια και μου απάντησε:
 
     Δεν είχαμε μάθει τίποτε για τα όσα περνούσαν οι αντικαθεστωτικοί συγγραφείς στη Σοβιετική Ένωση (ΣΕ). Για να καταλάβεις, θα σου πω πότε έμαθα ότι υπήρχε θέμα με τους αντικαθεστωτικούς. Όταν ήμουν στη ΣΕ για να πάρω το βραβείο Λένιν [τέλος Ιουλίου του 1963] είχα, μεταξύ των άλλων, συνάντηση με τον Μπόρις Πονομαριόφ. Διερμηνέας ήταν ο Σαμακόφ, ο οποίος ήξερε καλά ελληνικά. Όταν τέλειωσε η συζήτηση, ο Σαμακόφ μου είπε ότι θέλει να με δει ένας Ρώσος γλύπτης. Από ό,τι κατάλαβα η πρόσκληση πρέπει να ήταν με την έγκριση των μπολσεβίκων. Όταν συνάντησα τον γλύπτη, μου έφερε και ελληνικά δώρα, να με καλοπιάσει. Μετά με πέρασε στο εργαστήριό του, όπου μου αποκάλυψε την προτομή μου. Του είπα ότι δεν μ’ ενδιαφέρουν οι προτομές. Είδα ότι στενοχωρήθηκε. Εκεί μου αποκάλυψε ότι το Κόμμα του είχε ζητήσει να κάνει την προτομή του Στάλιν και ότι αυτός είχε απαντήσει ότι κάνει προτομές ανθρώπων. Αυτό συνέβη στα 1963. Ξέρω ότι έπεσε σε δυσμένεια. Δεν ξέρω τι απέγινε.
 
     Θα σου πω κάτι ακόμη. Είχα συνάντηση και με τον Χρουστσόφ, για να με συγχαρεί για το βραβείο Λένιν. Μαζί ήσαν ο Πονομαριόφ και ο Σαμακόφ, ως διερμηνέας. Κάποια στιγμή ο Χρουστσόφ το γύρισε στον Εμφύλιο και μου είπε:
«Να σου εξηγήσω», μου είπε, «γιατί ο Τολμπούχιν δεν κατέβηκε στην Ελλάδα...»
«Δεν χρειάζεται να μου εξηγήσεις», του απάντησα.
«Γιατί;» με ρώτησε απορημένος.
«Γιατί ο Στάλιν έπαυσε να συμπεριφέρεται ως κομμουνιστής. Όταν στη Γιάλτα συζητούσε με τους Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ για το πώς θα συνέτριβαν τη Γερμανία, ο Στάλιν θα έπρεπε να τους ζητήσει μετά τον πόλεμο όλα τα στρατεύματα να αποσυρθούν, όπου κι αν ευρίσκονταν».
Τα λόγια μου έκαναν εντύπωση στον Χρουστσόφ. Ο Σαμακόφ μου είπε, μετά το γεύμα, ότι ο Χρουστσόφ θα με ξαναδεί στο επίσημο γεύμα που θα παρατεθεί προς τιμήν μου από το Πολιτικό Γραφείο. Συζητήσαμε για 4, 5 ώρες. Ταυτιστήκαμε σε πολλά, σε άλλα καυγαδίσαμε. Ένα καλό βγήκε από τη συζήτηση, ο Χρουστσόφ επείσθη να ματαιώσει την προσάρτηση της Βουλγαρίας στην ΕΣΣΔ. Καυγαδίσαμε στη μονοφωνική ενημέρωση του λαού. Του είπα ότι αν έρθουμε στα πράγματα, δεν θα θελήσω ποτέ να κλείσει ο αντιπολιτευόμενος Τύπος. Δεν θέλω να υπάρχει ένας Τύπος που να γράφει μόνο θετικά για την εξουσία, τους είπα. Πρέπει να υπάρχει και ο Τύπος που θα γράφει και όσα βλέπει αρνητικά. Και τους έφερα ως παράδειγμα την εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, που μπορεί να είναι αντίθετη από εμάς, αλλά έχει μια σοβαρότητα στις ειδήσεις και στα σχόλιά της.
     Δεν μου είπε τίποτε άλλο και με πήγε σε άλλα, ενδιαφέροντα, ζητήματα. Δεν επέμεινα στην απάντηση του Μανώλη Γλέζου, ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχαν αντιφρονούντες συγγραφείς και απλοί πολίτες στην ΕΣΣΔ, που βασανίζονταν και πενούσαν πολλά χρόνια της ζωής τους στα γκουλάγκ. Σκέφθηκα όμως ότι είναι εντυπωσιακό ότι δεν άκουσε τίποτε για τον Πάστερνακ λ.χ. Έγινε παγκόσμιος σάλος όταν του απαγορεύθηκε από το σοβιετικό καθεστώς να δημοσιεύσει το μυθιστόρημά του «Δρ Ζιβάγκο» στη Σοβιετική Ένωση και στη Δύση και με το θέμα είχε ασχοληθεί και η Αυγή, της οποίας ήταν διευθυντής... Επίσης είναι απορίας άξιο πώς δεν γνώριζε τον Σολζενίτσιν και το Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, που κυκλοφόρησε για κάποιο καιρό και στην ΕΣΣΔ. Ότι δεν είχε διαβάσει την κριτική για τα γκουλάγκ των Καμύ, Καστοριάδη, Παπαϊωάννου κ.ά. ...
 
Ως καταστάλαγμα στη συζήτησή μας ήσαν δύο τα συμπεράσματά του:
 
Το πρώτο ήταν πως σε όλους τους φίλους και συναγωνιστές του βάζει τα ακόλουθα ερωτήματα:
 
     Γιατί έγινε η δικτατορία του Μεταξά; Μπορούσαμε να την αποτρέψουμε; Γιατί δεχθήκαμε τον Λίβανο, την Καζέρτα, την Βάρκιζα, γιατί πήγαμε στον Εμφύλιο; Γιατί πατήσαμε όλες τις πεπονόφλουδες που μας έβαλε ο εχθρός, η διεθνής τάξη; Μήπως μπορούσαμε να τις αποφύγουμε; Θα έπρεπε να φέρουμε το λαό στην εξουσία, το λαό, όχι το Κόμμα. Ο πολίτης στην ΕΣΣΔ δεν είχε το δικαίωμα να αποφασίζει ο ίδιος. Αποφάσιζε το Κόμμα για το λαό. Αλλά αυτό δεν είναι Δημοκρατία. Δεν κυριαρχούσε ο Δήμος. Πόλις, πολίτης, πολιτική, πολιτισμός, όλες οι λέξεις παράγονται από την ίδια ρίζα. Χωρίς Πόλη, με την έννοια που είχε η Δημοκρατία στην Αρχαία Αθήνα, δεν υπάρχουν ούτε πολίτες, ούτε πολιτική, ούτε πολιτισμός.
 
Και το δεύτερο:
Το θαύμα που διατηρήσαμε την ταυτότητά μας για 400 χρόνια οφείλεται σε τέσσερα γεγονότα:
Πρώτον, ότι και στα χρόνια της σκλαβιάς συνερχόμασταν και αποφασίζαμε όλοι μαζί.
Δεύτερον, ότι πιστεύαμε σε μιαν Εκκλησία γέννημα δικό μας. Οι παπάδες ήσαν αγρότες, κτηνοτρόφοι, αγράμματοι κ.λπ., αλλά έβγαιναν από τα σπλάχνα του λαού μας και στέκονταν πάντα πλάι στο λαό και πρώτοι θυσιάζονταν γι’ αυτόν.
Τρίτον, γιατί είχαμε την ίδια γλώσσα, και
Τέταρτον, γιατί πάντα είχαμε την ιδεολογία της αντίστασης. Να θυμόμαστε ότι από το μηδίζειν, ως ύβρη θανατηφόρα, περάσαμε στο «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» του Κολοκοτρώνη.
 
     Η Αγγέλα Καστρινάκη περιγράφει γλαφυρά την κατάσταση στο βιβλίο της Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950 (Εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2005): «Η αριστερά βρέθηκε πράγματι σε περίεργη κατάσταση τούτη την εποχή: διωκόμενη στην Ελλάδα, αλλά καθεστωτική στη Σοβιετική Ένωση, όφειλε να υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου στον τόπο της και τη φίμωσή του στην ιδεατή πατρίδα».
 
     Η θετική στάση ιδιαίτερα των Ελλήνων διανοουμένων της Αριστεράς έναντι των διωγμών που συνέβαιναν στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού θα έπρεπε να τους είχε καταστήσει αναξιόπιστους και αξιοκατάκριτους στην ελληνική κοινή γνώμη. Ήταν αντιφατικό ως άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης να έχουν ευαισθησίες μόνο για τους διωκόμενους Έλληνες ομοτέχνους τους και να συμμεέχουν, με τον τρόπο τους, στα βασανιστήρια σε βάρος ομοτέχνων τους στη Σοβιετική Ένωση και στους δορυφόρους της. Και όμως η ελληνική κοινή γνώμη επηρεαζόταν από την αυτιστική σκέψη των διανοουμένων και των καλλιτεχνών της Κομμουνιστικής και της άλλης Αριστεράς και ήταν εγκλωβισμένη στη λογική τους.
 
Ο Κώστας Παπαϊωάννου στο έργο του Η κρίση του Μαρξισμού και ο διάλογος Μαρξ-Χέγκελ (Αθήνα, 1954), γράφει για την αντίληψη των τότε μαρξιστών:
 
     Στο όνομα της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού, ο σημερινός μαρξιστής καταδικάζει τη βαρβαρότητα των φασιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και των «εθνικών αναμορφωτηρίων» και, ταυτόχρονα, θέλει να πιστεύει ότι τα σοσιαλιστικά «αναμορφωτήρια» είναι «ένας από τους μεγαλύτερους τίτλους τιμής του σοβιετικού καθεστώτος». (Έτσι ονόμασε τα σοβιετικά στρατόπεδα ο Pierre Daix¹⁶⁰. Λίγο πρωτύτερα ένας άλλος κομμουνιστής, ο A. Wurmser, είχε αρνηθεί την ύπαρξή τους – Αυτά αναφέρονται από το περιοδικό Temps Modernes, No 51, 1950, σελ. 1156).
 
Και συνεχίζει ο Κ. Παπαϊάννου:
 
     Με ποιο δικαίωμα ο σημερινός μαρξιστής μπορεί να καταδικάζει τη φασιστική βαρβαρότητα, όταν ξέρει ότι ο φασισμός δεν έκανε άλλο από το να αντιγράψει τα πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού, από την οργάνωση του μονολιθικού κόμματος, την ολιγαρχία των «στελεχών» και τη «λατρεία του αρχηγού» μέχρι την εξόντωση των ιδεολογικών αντιπάλων και την ισοπέδωση των ατόμων και των ομάδων μέσα σε έναν απεριόριστο κομφορμισμό; Με ποιο δικαίωμα μπορεί να μιλάει για τις «συνδικαλιστικές ελευθερίες» και το «ιερό και απαραβίαστο δικαίωμα της απεργίας», όταν ξέρει ότι στη «χώρα του σοσιαλισμού» η απεργία έχει εξομοιωθεί με έγκλημα που τιμωρείται με θάνατο και τα συνδικάτα έχουν μετατραπεί σε εκτελεστικά όργανα ενός κράτους που έχει μονοπωλήσει όλες τις εξουσίες που έχουν, είχαν ή θα μπορούσαν να έχουν, αν δεν τους εμπόδιζε ο πολιτικός και ο συνδικαλιστικός έλεγχος των μαζών;
 
     Τα καθεστώτα που είχαν επιβληθεί από τη Σοβιετική Ένωση στην Ανατολική Γερμανία, στην Πολωνία, στην Ουγγαρία, στην Τσεχοσλοβακία και στις άλλες κομμουνιστικές χώρες, ήσαν τόσο καταπιεστικά, που οι λαοί τους εξεγέρθηκαν εναντίον των εξουσιαστών τους.
 
Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος, Εμφύλιες Μάχες Ιδεών, Ο ιδεολογικός εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, 1946-1960, Εκδόσεις Επίκεντρο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου