Ενεστώτας
Οριστική
ἱδρύω, ἱδρύεις, ἱδρύει, ἱδρύομεν, ἱδρύετε, ἱδρύουσι(ν)
Υποτακτική
ἱδρύω, ἱδρύῃς, ἱδρύῃ, ἱδρύωμεν, ἱδρύητε, ἱδρύωσι(ν)
Ευκτική
ἱδρύοιμι, ἱδρύοις, ἱδρύοι, ἱδρύοιμεν, ἱδρύοιτε, ἱδρύοιεν
Προστακτική
---, ἵδρυε, ἱδρυέτω, ---, ἱδρύετε, ἱδρυόντων (ή ἱδρυέτωσαν)
Απαρέμφατο
ἱδρύειν
Μετοχή
ἱδρύων, ἱδρύουσα, ἱδρῦον
Μετοχή Ενεστώτα
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρύων, ἡ ἱδρύουσα, τό ἱδρῦον
Γενική: τοῦ ἱδρύοντος, τῆς ἱδρυούσης, τοῦ ἱδρύοντος
Δοτική: τῷ ἱδρύοντι, τῇ ἱδρυούσῃ, τῷ ἱδρύοντι
Αιτιατική: τόν ἱδρύοντα, τήν ἱδρύουσαν, τό ἱδρῦον
Κλητική: (ὦ) ἱδρύων, ἱδρύουσα, ἱδρῦον
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρύοντες, αἱ ἱδρύουσαι, τά ἱδρύοντα
Γενική: τῶν ἱδρυόντων, τῶν ἱδρυουσῶν, τῶν ἱδρυόντων
Δοτική: τοῖς ἱδρύουσι(ν), ταῖς ἱδρυούσαις, τοῖς ἱδρύουσι(ν)
Αιτιατική: τούς ἱδρύοντας, τάς ἱδρυούσας, τά ἱδρύοντα
Κλητική: (ὦ) ἱδρύοντες, ἱδρύουσαι, ἱδρύοντα
Παρατατικός
Οριστική
ἵδρυον, ἵδρυες, ἵδρυε, ἱδρύομεν, ἱδρύετε, ἵδρυον
Μέλλοντας
Οριστική
ἱδρύσω, ἱδρύσεις, ἱδρύσει, ἱδρύσομεν, ἱδρύσετε, ἱδρύσουσι(ν)
Ευκτική
ἱδρύσοιμι, ἱδρύσοις, ἱδρύσοι, ἱδρύσοιμεν, ἱδρύσοιτε, ἱδρύσοιεν
Απαρέμφατο
ἱδρύσειν
Μετοχή
ἱδρύσων, ἱδρύσουσα, ἱδρῦσον
Μετοχή Μέλλοντα
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρύσων, ἡ ἱδρύσουσα, τό ἱδρῦσον
Γενική: τοῦ ἱδρύσοντος, τῆς ἱδρυσούσης, τοῦ ἱδρύσοντος
Δοτική: τῷ ἱδρύσοντι, τῇ ἱδρυσούσῃ, τῷ ἱδρύσοντι
Αιτιατική: τόν ἱδρύσοντα, τήν ἱδρύσουσαν, τό ἱδρῦσον
Κλητική: (ὦ) ἱδρύσων, ἱδρύσουσα, ἱδρῦσον
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρύσοντες, αἱ ἱδρύσουσαι, τά ἱδρύσοντα
Γενική: τῶν ἱδρυσόντων, τῶν ἱδρυσουσῶν, τῶν ἱδρυσόντων
Δοτική: τοῖς ἱδρύσουσι(ν), ταῖς ἱδρυσούσαις, τοῖς ἱδρύσουσι(ν)
Αιτιατική: τούς ἱδρύσοντας, τάς ἱδρυσούσας, τά ἱδρύσοντα
Κλητική: (ὦ) ἱδρύσοντες, ἱδρύσουσαι, ἱδρύσοντα
Αόριστος
Οριστική
ἵδρυσα, ἵδρυσας, ἵδρυσε, ἱδρύσαμεν, ἱδρύσατε, ἵδρυσαν
Υποτακτική
ἱδρύσω, ἱδρύσῃς, ἱδρύσῃ, ἱδρύσωμεν, ἱδρύσητε, ἱδρύσωσι(ν)
Ευκτική
ἱδρύσαιμι, ἱδρύσαις (ή ἱδρύσειας), ἱδρύσαι (ή ἱδρύσειε), ἱδρύσαιμεν, ἱδρύσαιτε, ἱδρύσαιεν (ή ἱδρύσειαν)
Προστακτική
---, ἵδρυσον, ἱδρυσάτω, ---, ἱδρύσατε, ἱδρυσάντων (ή ἱδρυσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἱδρῦσαι
Μετοχή
ἱδρύσας, ἱδρύσασα, ἱδρῦσαν
Μετοχή Αορίστου
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρύσας, ἡ ἱδρύσασα, τό ἱδρῦσαν
Γενική: τοῦ ἱδρύσαντος, τῆς ἱδρυσάσης, τοῦ ἱδρύσαντος
Δοτική: τῷ ἱδρύσαντι, τῇ ἱδρυσάσῃ, τῷ ἱδρύσαντι
Αιτιατική: τόν ἱδρύσαντα, τήν ἱδρύσασαν, τό ἱδρῦσαν
Κλητική: (ὦ) ἱδρύσας, ἱδρύσασα, ἱδρῦσαν
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρύσαντες, αἱ ἱδρύσασαι, τά ἱδρύσαντα
Γενική: τῶν ἱδρυσάντων, τῶν ἱδρυσασῶν, τῶν ἱδρυσάντων
Δοτική: τοῖς ἱδρύσασι(ν), ταῖς ἱδρυσάσαις, τοῖς ἱδρύσασι(ν)
Αιτιατική: τούς ἱδρύσαντας, τάς ἱδρυσάσας, τά ἱδρύσαντα
Κλητική: (ὦ) ἱδρύσαντες, ἱδρύσασαι, ἱδρύσαντα
Παρακείμενος
Οριστική
ἵδρυκα, ἵδρυκας, ἵδρυκε, ἱδρύκαμεν, ἱδρύκατε, ἱδρύκασι(ν)
Υποτακτική
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός ὦ
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός ᾖς
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός ᾖ
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα ὦμεν
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα ἦτε
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα ὦσι(ν)
Ευκτική
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός εἴην
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός εἴης
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός εἴη
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα εἴητε (εἶτε)
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
--
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός ἴσθι
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός ἔστω
--
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα ἔστε
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα ἔστων
Απαρέμφατο
ἱδρυκέναι
Μετοχή
ἱδρυκώς, ἱδρυκυῖα, ἱδρυκός
Μετοχή Παρακειμένου
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυκώς, ἡ ἱδρυκυῖα, τό ἱδρυκός
Γενική: τοῦ ἱδρυκότος, τῆς ἱδρυκυίας, τοῦ ἱδρυκότος
Δοτική: τῷ ἱδρυκότι, τῇ ἱδρυκυίᾳ, τῷ ἱδρυκότι
Αιτιατική: τόν ἱδρυκότα, τήν ἱδρυκυῖαν, τό ἱδρυκός
Κλητική: (ὦ) ἱδρυκώς, ἱδρυκυῖα, ἱδρυκός
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρυκότες, αἱ ἱδρυκυῖαι, τά ἱδρυκότα
Γενική: τῶν ἱδρυκότων, τῶν ἱδρυκυιῶν, τῶν ἱδρυκότων
Δοτική: τοῖς ἱδρυκόσι(ν), ταῖς ἱδρυκυίαις, τοῖς ἱδρυκόσι(ν)
Αιτιατική: τούς ἱδρυκότας, τάς ἱδρυκυίας, τά ἱδρυκότα
Κλητική: (ὦ) ἱδρυκότες, ἱδρυκυῖαι, ἱδρυκότα
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ἱδρύομαι, ἱδρύῃ (ή ἱδρύει), ἱδρύεται, ἱδρυόμεθα, ἱδρύεσθε, ἱδρύονται
Υποτακτική
ἱδρύωμαι, ἱδρύῃ, ἱδρύηται, ἱδρυώμεθα, ἱδρύησθε, ἱδρύωνται
Ευκτική
ἱδρυοίμην, ἱδρύοιο, ἱδρύοιτο, ἱδρυοίμεθα, ἱδρύοισθε, ἱδρύοιντο
Προστακτική
---, ἱδρύου, ἱδρυέσθω, ---, ἱδρύεσθε, ἱδρυέσθων (ή ἱδρυέσθωσαν)
Απαρέμφατο
ἱδρύεσθαι
Μετοχή
ἱδρυόμενος, ἱδρυομένη, ἱδρυόμενον
Μετοχή Ενεστώτα
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυόμενος, ἡ ἱδρυομένη, τό ἱδρυόμενον
Γενική: τοῦ ἱδρυομένου, τῆς ἱδρυομένης, τοῦ ἱδρυομένου
Δοτική: τῷ ἱδρυομένῳ, τῇ ἱδρυομένῃ, τῷ ἱδρυομένῳ
Αιτιατική: τόν ἱδρυόμενον, τήν ἱδρυομένην, τό ἱδρυόμενον
Κλητική: (ὦ) ἱδρυόμενε, ἱδρυομένη, ἱδρυόμενον
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρυόμενοι, αἱ ἱδρυόμεναι, τά ἱδρυόμενα
Γενική: τῶν ἱδρυομένων, τῶν ἱδρυομένων, τῶν ἱδρυομένων
Δοτική: τοῖς ἱδρυομένοις, ταῖς ἱδρυομέναις, τοῖς ἱδρυομένοις
Αιτιατική: τούς ἱδρυομένους, τάς ἱδρυομένας, τά ἱδρυόμενα
Κλητική: (ὦ) ἱδρυόμενοι, ἱδρυόμεναι, ἱδρυόμενα
Μέλλοντας
Οριστική
ἱδρύσομαι, ἱδρύσῃ (ή -ει), ἱδρύσεται, ἱδρυσόμεθα, ἱδρύσεσθε, ἱδρύσονται
Ευκτική
ἱδρυσοίμην, ἱδρύσοιο, ἱδρύσοιτο, ἱδρυσοίμεθα, ἱδρύσοισθε, ἱδρύσοιντο
Απαρέμφατο
ἱδρύσεσθαι
Μετοχή
ἱδρυσόμενος, ἱδρυσομένη, ἱδρυσόμενον
Μετοχή Μέλλοντα
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυσόμενος, ἡ ἱδρυσομένη, τό ἱδρυσόμενον
Γενική: τοῦ ἱδρυσομένου, τῆς ἱδρυσομένης, τοῦ ἱδρυσομένου
Δοτική: τῷ ἱδρυσομένῳ, τῇ ἱδρυσομένῃ, τῷ ἱδρυσομένῳ
Αιτιατική: τόν ἱδρυσόμενον, τήν ἱδρυσομένην, τό ἱδρυσόμενον
Κλητική: (ὦ) ἱδρυσόμενε, ἱδρυσομένη, ἱδρυσόμενον
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρυσόμενοι, αἱ ἱδρυσόμεναι, τά ἱδρυσόμενα
Γενική: τῶν ἱδρυσομένων, τῶν ἱδρυσομένων, τῶν ἱδρυσομένων
Δοτική: τοῖς ἱδρυσομένοις, ταῖς ἱδρυσομέναις, τοῖς ἱδρυσομένοις
Αιτιατική: τούς ἱδρυσομένους, τάς ἱδρυσομένας, τά ἱδρυσόμενα
Κλητική: (ὦ) ἱδρυσόμενοι, ἱδρυσόμεναι, ἱδρυσόμενα
Μέλλοντας Παθητικός
Οριστική
ἱδρυθήσομαι, ἱδρυθήσῃ (ή -ει), ἱδρυθήσεται, ἱδρυθησόμεθα, ἱδρυθήσεσθε, ἱδρυθήσονται
Ευκτική
ἱδρυθησοίμην, ἱδρυθήσοιο, ἱδρυθήσοιτο, ἱδρυθησοίμεθα, ἱδρυθήσοισθε, ἱδρυθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἱδρυθήσεσθαι
Μετοχή
ἱδρυθησόμενος, ἱδρυθησομένη, ἱδρυθησόμενον
Μετοχή Παθητικού Μέλλοντα
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυθησόμενος, ἡ ἱδρυθησομένη, τό ἱδρυθησόμενον
Γενική: τοῦ ἱδρυθησομένου, τῆς ἱδρυθησομένης, τοῦ ἱδρυθησομένου
Δοτική: τῷ ἱδρυθησομένῳ, τῇ ἱδρυθησομένῃ, τῷ ἱδρυθησομένῳ
Αιτιατική: τόν ἱδρυθησόμενον, τήν ἱδρυθησομένην, τό ἱδρυθησόμενον
Κλητική: (ὦ) ἱδρυθησόμενε, ἱδρυθησομένη, ἱδρυθησόμενον
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρυθησόμενοι, αἱ ἱδρυθησόμεναι, τά ἱδρυθησόμενα
Γενική: τῶν ἱδρυθησομένων, τῶν ἱδρυθησομένων, τῶν ἱδρυθησομένων
Δοτική: τοῖς ἱδρυθησομένοις, ταῖς ἱδρυθησομέναις, τοῖς ἱδρυθησομένοις
Αιτιατική: τούς ἱδρυθησομένους, τάς ἱδρυθησομένας, τά ἱδρυθησόμενα
Κλητική: (ὦ) ἱδρυθησόμενοι, ἱδρυθησόμεναι, ἱδρυθησόμενα
Αόριστος
Οριστική
ἱδρυσάμην, ἱδρύσω, ἱδρύσατο, ἱδρυσάμεθα, ἱδρύσασθε, ἱδρύσαντο
Υποτακτική
ἱδρύσωμαι, ἱδρύσῃ, ἱδρύσηται, ἱδρυσώμεθα, ἱδρύσησθε, ἱδρύσωνται
Ευκτική
ἱδρυσαίμην, ἱδρύσαιο, ἱδρύσαιτο, ἱδρυσαίμεθα, ἱδρύσαισθε, ἱδρύσαιντο
Προστακτική
---, ἵδρυσαι, ἱδρυσάσθω, ---, ἱδρύσασθε, ἱδρυσάσθων (ή ἱδρυσάσθωσαν)
Απαρέμφατο
ἱδρύσασθαι
Μετοχή
ἱδρυσάμενος, ἱδρυσαμένη, ἱδρυσάμενον
Μετοχή Αορίστου
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυσάμενος, ἡ ἱδρυσαμένη, τό ἱδρυσάμενον
Γενική: τοῦ ἱδρυσαμένου, τῆς ἱδρυσαμένης, τοῦ ἱδρυσαμένου
Δοτική: τῷ ἱδρυσαμένῳ, τῇ ἱδρυσαμένῃ, τῷ ἱδρυσαμένῳ
Αιτιατική: τόν ἱδρυσάμενον, τήν ἱδρυσαμένην, τό ἱδρυσάμενον
Κλητική: (ὦ) ἱδρυσάμενε, ἱδρυσαμένη, ἱδρυσάμενον
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρυσάμενοι, αἱ ἱδρυσάμεναι, τά ἱδρυσάμενα
Γενική: τῶν ἱδρυσαμένων, τῶν ἱδρυσαμένων, τῶν ἱδρυσαμένων
Δοτική: τοῖς ἱδρυσαμένοις, ταῖς ἱδρυσαμέναις, τοῖς ἱδρυσαμένοις
Αιτιατική: τούς ἱδρυσαμένους, τάς ἱδρυσαμένας, τά ἱδρυσάμενα
Κλητική: (ὦ) ἱδρυσάμενοι, ἱδρυσάμεναι, ἱδρυσάμενα
Αόριστος Παθητικός
Οριστική
ἱδρύθην, ἱδρύθης, ἱδρύθη, ἱδρύθημεν, ἱδρύθητε, ἱδρύθησαν
Υποτακτική
ἱδρυθῶ, ἱδρυθῇς, ἱδρυθῇ, ἱδρυθῶμεν, ἱδρυθῆτε, ἱδρυθῶσι(ν)
Ευκτική
ἱδρυθείην, ἱδρυθείης, ἱδρυθείη, ἱδρυθείημεν (ή ἱδρυθεῖμεν), ἱδρυθείητε (ή ἱδρυθεῖτε), ἱδρυθείησαν (ή ἱδρυθεῖεν)
Προστακτική
---, ἱδρύθητι, ἱδρυθήτω, ---, ἱδρύθητε, ἱδρυθέντων (ή ἱδρυθήτωσαν)
Απαρέμφατο
ἱδρυθῆναι
Μετοχή
ἱδρυθείς
ἱδρυθεῖσα
ἱδρυθέν
Μετοχή Παθητικού Αορίστου
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυθείς, ἡ ἱδρυθεῖσα, τό ἱδρυθέν
Γενική: τοῦ ἱδρυθέντος, τῆς ἱδρυθείσης, τοῦ ἱδρυθέντος
Δοτική: τῷ ἱδρυθέντι, τῇ ἱδρυθείσῃ, τῷ ἱδρυθέντι
Αιτιατική: τόν ἱδρυθέντα, τήν ἱδρυθεῖσαν, τό ἱδρυθέν
Κλητική: (ὦ) ἱδρυθείς, ἱδρυθεῖσα, ἱδρυθέν
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρυθέντες, αἱ ἱδρυθεῖσαι, τά ἱδρυθέντα
Γενική: τῶν ἱδρυθέντων, τῶν ἱδρυθεισῶν, τῶν ἱδρυθέντων
Δοτική: τοῖς ἱδρυθεῖσι(ν), ταῖς ἱδρυθείσαις, τοῖς ἱδρυθεῖσι(ν)
Αιτιατική: τούς ἱδρυθέντας, τάς ἱδρυθείσας, τά ἱδρυθέντα
Κλητική: (ὦ) ἱδρυθέντες, ἱδρυθεῖσαι, ἱδρυθέντα
Παρακείμενος
Οριστική
ἵδρυμαι, ἵδρυσαι, ἵδρυται, ἱδρύμεθα, ἵδρυσθε, ἵδρυνται
Υποτακτική
ἱδρυμένος - ἱδρυμένη - ἱδρυμένον ὦ
ἱδρυμένος - ἱδρυμένη - ἱδρυμένον ᾖς
ἱδρυμένος - ἱδρυμένη - ἱδρυμένον ᾖ
ἱδρυμένοι - ἱδρυμέναι - ἱδρυμένα ὦμεν
ἱδρυμένοι - ἱδρυμέναι - ἱδρυμένα ἦτε
ἱδρυμένοι - ἱδρυμέναι - ἱδρυμένα ὦσι(ν)
Ευκτική
ἱδρυμένος - ἱδρυμένη - ἱδρυμένον εἴην
ἱδρυμένος - ἱδρυμένη - ἱδρυμένον εἴης
ἱδρυμένος - ἱδρυμένη - ἱδρυμένον εἴη
ἱδρυμένοι - ἱδρυμέναι - ἱδρυμένα εἴημεν (ή εἶμεν)
ἱδρυμένοι - ἱδρυμέναι - ἱδρυμένα εἴητε (ή εἶτε)
ἱδρυμένοι - ἱδρυμέναι - ἱδρυμένα εἴησαν (ή εἶεν)
Προστακτική
--
ἵδρυσο
ἱδρύσθω
--
ἵδρυσθε
ἱδρύσθων
Απαρέμφατο
ἱδρῦσθαι
Μετοχή
ἱδρυμένος, ἱδρυμένη, ἱδρυμένον
Μετοχή Παρακειμένου
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυμένος, ἡ ἱδρυμένη, τό ἱδρυμένον
Γενική: τοῦ ἱδρυμένου, τῆς ἱδρυμένης, τοῦ ἱδρυμένου
Δοτική: τῷ ἱδρυμένῳ, τῇ ἱδρυμένῃ, τῷ ἱδρυμένῳ
Αιτιατική: τόν ἱδρυμένον, τήν ἱδρυμένην, τό ἱδρυμένον
Κλητική: (ὦ) ἱδρυμένε, ἱδρυμένη, ἱδρυμένον
Πληθυντικός Αριθμός
Ονομαστική: οἱ ἱδρυμένοι, αἱ ἱδρυμέναι, τά ἱδρυμένα
Γενική: τῶν ἱδρυμένων, τῶν ἱδρυμένων, τῶν ἱδρυμένων
Δοτική: τοῖς ἱδρυμένοις, ταῖς ἱδρυμέναις, τοῖς ἱδρυμένοις
Αιτιατική: τούς ἱδρυμένους, τάς ἱδρυμένας, τά ἱδρυμένα
Κλητική: (ὦ) ἱδρυμένοι, ἱδρυμέναι, ἱδρυμένα
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἱδρύμην, ἵδρυσο, ἵδρυτο, ἱδρύμεθα, ἵδρυσθε, ἵδρυντο
Οριστική
ἱδρύω, ἱδρύεις, ἱδρύει, ἱδρύομεν, ἱδρύετε, ἱδρύουσι(ν)
ἱδρύω, ἱδρύῃς, ἱδρύῃ, ἱδρύωμεν, ἱδρύητε, ἱδρύωσι(ν)
ἱδρύοιμι, ἱδρύοις, ἱδρύοι, ἱδρύοιμεν, ἱδρύοιτε, ἱδρύοιεν
---, ἵδρυε, ἱδρυέτω, ---, ἱδρύετε, ἱδρυόντων (ή ἱδρυέτωσαν)
ἱδρύειν
ἱδρύων, ἱδρύουσα, ἱδρῦον
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρύων, ἡ ἱδρύουσα, τό ἱδρῦον
Ονομαστική: οἱ ἱδρύοντες, αἱ ἱδρύουσαι, τά ἱδρύοντα
Οριστική
ἵδρυον, ἵδρυες, ἵδρυε, ἱδρύομεν, ἱδρύετε, ἵδρυον
Οριστική
ἱδρύσω, ἱδρύσεις, ἱδρύσει, ἱδρύσομεν, ἱδρύσετε, ἱδρύσουσι(ν)
ἱδρύσοιμι, ἱδρύσοις, ἱδρύσοι, ἱδρύσοιμεν, ἱδρύσοιτε, ἱδρύσοιεν
ἱδρύσειν
ἱδρύσων, ἱδρύσουσα, ἱδρῦσον
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρύσων, ἡ ἱδρύσουσα, τό ἱδρῦσον
Ονομαστική: οἱ ἱδρύσοντες, αἱ ἱδρύσουσαι, τά ἱδρύσοντα
Οριστική
ἵδρυσα, ἵδρυσας, ἵδρυσε, ἱδρύσαμεν, ἱδρύσατε, ἵδρυσαν
ἱδρύσω, ἱδρύσῃς, ἱδρύσῃ, ἱδρύσωμεν, ἱδρύσητε, ἱδρύσωσι(ν)
ἱδρύσαιμι, ἱδρύσαις (ή ἱδρύσειας), ἱδρύσαι (ή ἱδρύσειε), ἱδρύσαιμεν, ἱδρύσαιτε, ἱδρύσαιεν (ή ἱδρύσειαν)
---, ἵδρυσον, ἱδρυσάτω, ---, ἱδρύσατε, ἱδρυσάντων (ή ἱδρυσάτωσαν)
ἱδρῦσαι
ἱδρύσας, ἱδρύσασα, ἱδρῦσαν
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρύσας, ἡ ἱδρύσασα, τό ἱδρῦσαν
Ονομαστική: οἱ ἱδρύσαντες, αἱ ἱδρύσασαι, τά ἱδρύσαντα
Οριστική
ἵδρυκα, ἵδρυκας, ἵδρυκε, ἱδρύκαμεν, ἱδρύκατε, ἱδρύκασι(ν)
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός ὦ
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός ᾖς
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα ὦμεν
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός εἴην
--
ἱδρυκώς - ἱδρυκυῖα - ἱδρυκός ἴσθι
ἱδρυκότες - ἱδρυκυῖαι - ἱδρυκότα ἔστε
ἱδρυκέναι
ἱδρυκώς, ἱδρυκυῖα, ἱδρυκός
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυκώς, ἡ ἱδρυκυῖα, τό ἱδρυκός
Ονομαστική: οἱ ἱδρυκότες, αἱ ἱδρυκυῖαι, τά ἱδρυκότα
Οριστική
ἱδρύομαι, ἱδρύῃ (ή ἱδρύει), ἱδρύεται, ἱδρυόμεθα, ἱδρύεσθε, ἱδρύονται
ἱδρύωμαι, ἱδρύῃ, ἱδρύηται, ἱδρυώμεθα, ἱδρύησθε, ἱδρύωνται
ἱδρυοίμην, ἱδρύοιο, ἱδρύοιτο, ἱδρυοίμεθα, ἱδρύοισθε, ἱδρύοιντο
---, ἱδρύου, ἱδρυέσθω, ---, ἱδρύεσθε, ἱδρυέσθων (ή ἱδρυέσθωσαν)
ἱδρύεσθαι
ἱδρυόμενος, ἱδρυομένη, ἱδρυόμενον
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυόμενος, ἡ ἱδρυομένη, τό ἱδρυόμενον
Αιτιατική: τόν ἱδρυόμενον, τήν ἱδρυομένην, τό ἱδρυόμενον
Ονομαστική: οἱ ἱδρυόμενοι, αἱ ἱδρυόμεναι, τά ἱδρυόμενα
Οριστική
ἱδρύσομαι, ἱδρύσῃ (ή -ει), ἱδρύσεται, ἱδρυσόμεθα, ἱδρύσεσθε, ἱδρύσονται
ἱδρυσοίμην, ἱδρύσοιο, ἱδρύσοιτο, ἱδρυσοίμεθα, ἱδρύσοισθε, ἱδρύσοιντο
ἱδρύσεσθαι
ἱδρυσόμενος, ἱδρυσομένη, ἱδρυσόμενον
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυσόμενος, ἡ ἱδρυσομένη, τό ἱδρυσόμενον
Αιτιατική: τόν ἱδρυσόμενον, τήν ἱδρυσομένην, τό ἱδρυσόμενον
Ονομαστική: οἱ ἱδρυσόμενοι, αἱ ἱδρυσόμεναι, τά ἱδρυσόμενα
Οριστική
ἱδρυθήσομαι, ἱδρυθήσῃ (ή -ει), ἱδρυθήσεται, ἱδρυθησόμεθα, ἱδρυθήσεσθε, ἱδρυθήσονται
ἱδρυθησοίμην, ἱδρυθήσοιο, ἱδρυθήσοιτο, ἱδρυθησοίμεθα, ἱδρυθήσοισθε, ἱδρυθήσοιντο
ἱδρυθήσεσθαι
ἱδρυθησόμενος, ἱδρυθησομένη, ἱδρυθησόμενον
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυθησόμενος, ἡ ἱδρυθησομένη, τό ἱδρυθησόμενον
Αιτιατική: τόν ἱδρυθησόμενον, τήν ἱδρυθησομένην, τό ἱδρυθησόμενον
Ονομαστική: οἱ ἱδρυθησόμενοι, αἱ ἱδρυθησόμεναι, τά ἱδρυθησόμενα
Οριστική
ἱδρυσάμην, ἱδρύσω, ἱδρύσατο, ἱδρυσάμεθα, ἱδρύσασθε, ἱδρύσαντο
ἱδρύσωμαι, ἱδρύσῃ, ἱδρύσηται, ἱδρυσώμεθα, ἱδρύσησθε, ἱδρύσωνται
ἱδρυσαίμην, ἱδρύσαιο, ἱδρύσαιτο, ἱδρυσαίμεθα, ἱδρύσαισθε, ἱδρύσαιντο
---, ἵδρυσαι, ἱδρυσάσθω, ---, ἱδρύσασθε, ἱδρυσάσθων (ή ἱδρυσάσθωσαν)
ἱδρύσασθαι
ἱδρυσάμενος, ἱδρυσαμένη, ἱδρυσάμενον
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυσάμενος, ἡ ἱδρυσαμένη, τό ἱδρυσάμενον
Αιτιατική: τόν ἱδρυσάμενον, τήν ἱδρυσαμένην, τό ἱδρυσάμενον
Ονομαστική: οἱ ἱδρυσάμενοι, αἱ ἱδρυσάμεναι, τά ἱδρυσάμενα
Οριστική
ἱδρύθην, ἱδρύθης, ἱδρύθη, ἱδρύθημεν, ἱδρύθητε, ἱδρύθησαν
ἱδρυθῶ, ἱδρυθῇς, ἱδρυθῇ, ἱδρυθῶμεν, ἱδρυθῆτε, ἱδρυθῶσι(ν)
ἱδρυθείην, ἱδρυθείης, ἱδρυθείη, ἱδρυθείημεν (ή ἱδρυθεῖμεν), ἱδρυθείητε (ή ἱδρυθεῖτε), ἱδρυθείησαν (ή ἱδρυθεῖεν)
---, ἱδρύθητι, ἱδρυθήτω, ---, ἱδρύθητε, ἱδρυθέντων (ή ἱδρυθήτωσαν)
ἱδρυθῆναι
ἱδρυθείς
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυθείς, ἡ ἱδρυθεῖσα, τό ἱδρυθέν
Ονομαστική: οἱ ἱδρυθέντες, αἱ ἱδρυθεῖσαι, τά ἱδρυθέντα
Οριστική
ἵδρυμαι, ἵδρυσαι, ἵδρυται, ἱδρύμεθα, ἵδρυσθε, ἵδρυνται
ἱδρυμένος - ἱδρυμένη - ἱδρυμένον ὦ
ἱδρυμένος - ἱδρυμένη - ἱδρυμένον ᾖς
ἱδρυμένοι - ἱδρυμέναι - ἱδρυμένα ὦμεν
ἱδρυμένοι - ἱδρυμέναι - ἱδρυμένα ἦτε
ἱδρυμένοι - ἱδρυμέναι - ἱδρυμένα ὦσι(ν)
ἱδρυμένος - ἱδρυμένη - ἱδρυμένον εἴην
--
ἵδρυσο
ἵδρυσθε
ἱδρῦσθαι
ἱδρυμένος, ἱδρυμένη, ἱδρυμένον
Ενικός Αριθμός
Ονομαστική: ὁ ἱδρυμένος, ἡ ἱδρυμένη, τό ἱδρυμένον
Αιτιατική: τόν ἱδρυμένον, τήν ἱδρυμένην, τό ἱδρυμένον
Ονομαστική: οἱ ἱδρυμένοι, αἱ ἱδρυμέναι, τά ἱδρυμένα
Οριστική
ἱδρύμην, ἵδρυσο, ἵδρυτο, ἱδρύμεθα, ἵδρυσθε, ἵδρυντο


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου