Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κωμάζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κωμάζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κωμάζω»
 
κωμάζω: ευθυμώ, περιφέρομαι τραγουδώντας και χορεύοντας βακχικώς
[Το α του ρήματος είναι βραχύ]  
 
Ενεστώτας
Οριστική
κωμάζω, κωμάζεις, κωμάζει, κωμάζομεν, κωμάζετε, κωμάζουσι(ν)
Υποτακτική
κωμάζω, κωμάζῃς, κωμάζῃ, κωμάζωμεν, κωμάζητε, κωμάζωσι(ν)
Ευκτική
κωμάζοιμι, κωμάζοις, κωμάζοι, κωμάζοιμεν, κωμάζοιτε, κωμάζοιεν
Προστακτική
---, κώμαζε, κωμαζέτω, ---, κωμάζετε, κωμαζόντων (ή κωμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
κωμάζειν
Μετοχή
κωμάζων, κωμάζουσα, κωμάζον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐκώμαζον, ἐκώμαζες, ἐκώμαζε, ἐκωμάζομεν, ἐκωμάζετε, ἐκώμαζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
κωμάσω, κωμάσεις, κωμάσει, κωμάσομεν, κωμάσετε, κωμάσουσι(ν)
(ή κωμάσομαι, κωμάσῃ/κωμάσει, κωμάσεται, κωμασόμεθα, κωμάσεσθε, κωμάσονται)
Ευκτική
κωμάσοιμι, κωμάσοις, κωμάσοι, κωμάσοιμεν, κωμάσοιτε, κωμάσοιεν
(ή κωμασοίμην, κωμάσοιο, κωμάσοιτο, κωμασοίμεθα, κωμάσοισθε, κωμάσοιντο)
Απαρέμφατο
κωμάσειν ή κωμάσεσθαι
Μετοχή
κωμάσων, κωμάσουσα, κωμάσον
(ή κωμασόμενος, -η, -ον)
 
Αόριστος
Οριστική
ἐκώμασα, ἐκώμασας, ἐκώμασε(ν), ἐκωμάσαμεν, ἐκωμάσατε, ἐκώμασαν
Υποτακτική
κωμάσω, κωμάςῃς, κωμάςῃ, κωμάσωμεν, κωμάσητε, κωμάσωσι(ν)
Ευκτική
κωμάσαιμι, κωμάσαις ή κωμάσειας, κωμάσαι ή κωμάσειε(ν), κωμάσαιμεν, κωμάσαιτε, κωμάσαιεν ή κωμάσειαν
Προστακτική
---, κώμασον, κωμασάτω, ---, κωμάσατε, κωμασάντων (ή κωμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
κωμάσαι
Μετοχή
κωμάσας, κωμάσασα, κωμάσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεκώμακα, κεκώμακας, κεκώμακε, κεκωμάκαμεν, κεκωμάκατε, κεκωμάκασι(ν)
 
Υποτακτική
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός ὦ (ή κεκωμάκω)
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός ᾖς (ή κεκωμάκῃς)
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός ᾖ (ή κεκωμάκῃ)
κεκωμακότες- κεκωμακυῖαι- κεκωμακότα ὦμεν (ή κεκωμάκωμεν)
κεκωμακότες- κεκωμακυῖαι- κεκωμακότα ἦτε (ή κεκωμάκητε)
κεκωμακότες- κεκωμακυῖαι- κεκωμακότα ὦσι(ν) (ή κεκωμάκωσι)
 
Ευκτική
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός εἴην (ή κεκωμάκοιμι)
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός εἴης (ή κεκωμάκοις)
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός εἴη (ή κεκωμάκοι)
κεκωμακότες- κεκωμακυῖαι- κεκωμακότα εἴημεν (εἶμεν)
κεκωμακότες- κεκωμακυῖαι- κεκωμακότα εἴητε (εἶτε)
κεκωμακότες- κεκωμακυῖαι- κεκωμακότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός ἴσθι
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός ἔστω
---
κεκωμακότες- κεκωμακυῖαι- κεκωμακότα ἔστε
κεκωμακότες- κεκωμακυῖαι- κεκωμακότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
κεκωμακέναι
Μετοχή
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐκεκωμάκειν, ἐκεκωμάκεις, ἐκεκωμάκει, ἐκεκωμάκεμεν, ἐκεκωμάκετε, ἐκεκωμάκεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου