Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κωμάζω»
[Το α του ρήματος είναι βραχύ]
Οριστική
κωμάζω, κωμάζεις, κωμάζει, κωμάζομεν, κωμάζετε, κωμάζουσι(ν)
κωμάζω, κωμάζῃς, κωμάζῃ, κωμάζωμεν, κωμάζητε, κωμάζωσι(ν)
κωμάζοιμι, κωμάζοις, κωμάζοι, κωμάζοιμεν, κωμάζοιτε, κωμάζοιεν
Προστακτική
---, κώμαζε, κωμαζέτω, ---, κωμάζετε, κωμαζόντων (ή κωμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
κωμάζειν
Μετοχή
κωμάζων, κωμάζουσα, κωμάζον
Οριστική
ἐκώμαζον, ἐκώμαζες, ἐκώμαζε, ἐκωμάζομεν, ἐκωμάζετε, ἐκώμαζον
Οριστική
κωμάσω, κωμάσεις, κωμάσει, κωμάσομεν, κωμάσετε, κωμάσουσι(ν)
κωμάσοιμι, κωμάσοις, κωμάσοι, κωμάσοιμεν, κωμάσοιτε, κωμάσοιεν
(ή κωμασοίμην, κωμάσοιο, κωμάσοιτο, κωμασοίμεθα, κωμάσοισθε, κωμάσοιντο)
Απαρέμφατο
κωμάσειν ή κωμάσεσθαι
Μετοχή
κωμάσων, κωμάσουσα, κωμάσον
(ή κωμασόμενος, -η, -ον)
Οριστική
ἐκώμασα, ἐκώμασας, ἐκώμασε(ν), ἐκωμάσαμεν, ἐκωμάσατε, ἐκώμασαν
κωμάσω, κωμάςῃς, κωμάςῃ, κωμάσωμεν, κωμάσητε, κωμάσωσι(ν)
κωμάσαιμι, κωμάσαις ή κωμάσειας, κωμάσαι ή κωμάσειε(ν), κωμάσαιμεν, κωμάσαιτε, κωμάσαιεν ή κωμάσειαν
Προστακτική
---, κώμασον, κωμασάτω, ---, κωμάσατε, κωμασάντων (ή κωμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
κωμάσαι
Μετοχή
κωμάσας, κωμάσασα, κωμάσαν
Οριστική
κεκώμακα, κεκώμακας, κεκώμακε, κεκωμάκαμεν, κεκωμάκατε, κεκωμάκασι(ν)
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός ὦ (ή κεκωμάκω)
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός εἴην (ή κεκωμάκοιμι)
---
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός ἴσθι
κεκωμακότες- κεκωμακυῖαι- κεκωμακότα ἔστε
κεκωμακέναι
Μετοχή
κεκωμακώς- κεκωμακυῖα- κεκωμακός
Οριστική
ἐκεκωμάκειν, ἐκεκωμάκεις, ἐκεκωμάκει, ἐκεκωμάκεμεν, ἐκεκωμάκετε, ἐκεκωμάκεσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου