Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «νύττω ή νύσσω»
[Το υ του ρήματος βραχύ]
Οριστική
νύττω ή νύσσω, νύττεις, νύττει, νύττομεν, νύττετε, νύττουσι(ν)
νύττω, νύττῃς, νύττῃ, νύττωμεν, νύττητε, νύττωσι(ν)
νύττοιμι, νύττοις, νύττοι, νύττοιμεν, νύττοιτε, νύττοιεν
Προστακτική
---, νύττε, νυττέτω, ---, νύττετε, νυττόντων (ή νυττέτωσαν)
Απαρέμφατο
νύττειν
Μετοχή
νύττων, νύττουσα, νύττον
Αρσενικό
ὁ νύττων, τοῦ νύττοντος, τῷ νύττοντι, τόν νύττοντα, ὦ νύττων
ἡ νύττουσα, τῆς νυττούσης, τῇ νυττούσῃ, τήν νύττουσαν, ὦ νύττουσα
τό νύττον, τοῦ νύττοντος, τῷ νύττοντι, τό νύττον, ὦ νύττον
Οριστική
ἔνυττον, ἔνυττες, ἔνυττε, ἐνύττομεν, ἐνύττετε, ἔνυττον
Οριστική
ἔνυξα, ἔνυξας, ἔνυξε(ν), ἐνύξαμεν, ἐνύξατε, ἔνυξαν
νύξω, νύξῃς, νύξῃ, νύξωμεν, νύξητε, νύξωσι(ν)
νύξαιμι, νύξαις / νύξειας, νύξαι / νύξειε(ν), νύξαιμεν, νύξαιτε, νύξαιεν / νύξειαν
Προστακτική
---, νύξον, νυξάτω, ---, νύξατε, νυξάντων (ή νυξάτωσαν)
Απαρέμφατο
νύξαι
Μετοχή
νύξας, νύξασα, νύξαν
Αρσενικό
ὁ νύξας, τοῦ νύξαντος, τῷ νύξαντι, τόν νύξαντα, ὦ νύξας
ἡ νύξασα, τῆς νυξάσης, τῇ νυξάσῃ, τήν νύξασαν, ὦ νύξασα
τό νύξαν, τοῦ νύξαντος, τῷ νύξαντι, τό νύξαν, ὦ νύξαν
Οριστική
ἐνύγην, ἐνύγης, ἐνύγη, ἐνύγημεν, ἐνύγητε, ἐνύγησαν
νυγῶ, νυγῇς, νυγῇ, νυγῶμεν, νυγῆτε, νυγῶσι(ν)
νυγείην, νυγείης, νυγείη, νυγεῖμεν, νυγεῖτε, νυγεῖεν
---, νύγηθι, νυγήτω, ---, νύγητε, νυγέντων
Απαρέμφατο
νυγῆναι
νυγείς, νυγεῖσα, νυγέν
Αρσενικό
ὁ νυγείς, τοῦ νυγέντος, τῷ νυγέντι, τόν νυγέντα, ὦ νυγείς
ἡ νυγεῖσα, τῆς νυγείσης, τῇ νυγείσῃ, τήν νυγεῖσαν, ὦ νυγεῖσα
τό νυγέν, τοῦ νυγέντος, τῷ νυγέντι, τό νυγέν, ὦ νυγέν
Οριστική
ἐνύχθην, ἐνύχθης, ἐνύχθη, ἐνύχθημεν, ἐνύχθητε, ἐνύχθησαν
νυχθῶ, νυχθῇς, νυχθῇ, νυχθῶμεν, νυχθῆτε, νυχθῶσι(ν)
νυχθείην, νυχθείης, νυχθείη, νυχθείμεν, νυχθείτε, νυχθείεν
Προστακτική
---, νύχθητι, νυχθήτω, ---, νύχθητε, νυχθέντων (ή νυχθήτωσαν)
Απαρέμφατο
νυχθῆναι
νυχθείς, νυχεῖσα, νυχθέν
Αρσενικό
ὁ νυχθείς, τοῦ νυχθέντος, τῷ νυχθέντι, τόν νυχθέντα, ὦ νυχθείς
ἡ νυχθεῖσα, τῆς νυχθείσης, τῇ νυχθείσῃ, τήν νυχθεῖσαν, ὦ νυχθεῖσα
τό νυχθέν, τοῦ νυχθέντος, τῷ νυχθέντι, τό νυχθέν, ὦ νυχθέν
Παρακείμενος (Μέσος)
Στον Μέσο Παρακείμενο απαντάται μόνο η μετοχή.
Μετοχή
νενυγμένος, νενυγμένη, νενυγμένον


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου