Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαιτάω - διαιτῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαιτάω - διαιτῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαιτάω - διαιτῶ»
 
διαιτῶ: είμαι κριτής ή διαιτητής, αποφασίζω για κάτι, ζω, διαμένω, τρέφομαι
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διαιτῶ, διαιτᾷς, διαιτᾷ, διαιτῶμεν, διαιτᾶτε, διαιτῶσι(ν)
Υποτακτική
διαιτῶ, διαιτᾷς, διαιτᾷ, διαιτῶμεν, διαιτᾶτε, διαιτῶσι(ν)
Ευκτική
διαιτῷμι, διαιτῷς, διαιτῷ ή διαιτῴην, διαιτῴης, διαιτῴη, διαιτῷμεν, διαιτῷτε, διαιτῷεν
Προστακτική
---, διαίτα, διαιτάτω, ---, διαιτᾶτε, διαιτώντων ή διαιτάτωσαν
Απαρέμφατο
διαιτᾶν
Μετοχή
διαιτῶν, διαιτῶσα, διαιτῶν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ διαιτῶν, τοῦ διαιτῶντος, τῷ διαιτῶντι, τόν διαιτῶντα, ὦ διαιτῶν
οἱ διαιτῶντες, τῶν διαιτώντων, τοῖς διαιτῶσι, τούς διαιτῶντας, ὦ διαιτῶντες
Θηλυκό
ἡ διαιτῶσα, τῆς διαιτώσης, τῇ διαιτώσῃ, τήν διαιτῶσαν, ὦ διαιτῶσα
αἱ διαιτῶσαι, τῶν διαιτωσῶν, ταῖς διαιτώσαις, τάς διαιτώσας, ὦ διαιτῶσαι
Ουδέτερο
τό διαιτῶν, τοῦ διαιτῶντος, τῷ διαιτῶντι, τό διαιτῶν, ὦ διαιτῶν
τά διαιτῶντα, τῶν διαιτώντων, τοῖς διαιτῶσι, τά διαιτῶντα, ὦ διαιτῶντα
 
Παρατατικός
διῄτων, διῄτας, διῄτα, διῃτῶμεν, διῃτᾶτε, διῄτων
 
Μέλλοντας
Οριστική
διαιτήσω, διαιτήσεις, διαιτήσει, διαιτήσομεν, διαιτήσετε, διαιτήσουσι(ν)
Ευκτική
διαιτήσοιμι, διαιτήσοις, διαιτήσοι, διαιτήσοιμεν, διαιτήσοιτε, διαιτήσοιεν
Απαρέμφατο
διαιτήσειν
Μετοχή
διαιτήσων, διαιτήσουσα, διαιτῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
διῄτησα, διῄτησας, διῄτησε(ν), διῃτήσαμεν, διῃτήσατε, διῄτησαν
Υποτακτική
διαιτήσω, διαιτήσῃς, διαιτήσῃ, διαιτήσωμεν, διαιτήσητε, διαιτήσωσι(ν)
Ευκτική
διαιτήσαιμι, διαιτήσαις ή διαιτήσειας, διαιτήσαι ή διαιτήσειε(ν), διαιτήσαιμεν, διαιτήσαιτε, διαιτήσαιεν ή διαιτήσειαν
Προστακτική
---, διαίτησον, διαιτησάτω, ---, διαιτήσατε, διαιτησάντων (ή διαιτησάτωσαν)
Απαρέμφατο
διαιτῆσαι
Μετοχή
διαιτήσας, διαιτήσασα, διαιτῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδιῄτηκα, δεδιῄτηκας, δεδιῄτηκε, δεδιῃτήκαμεν, δεδιῃτήκατε, δεδιῃτήκασι(ν)
 
Υποτακτική
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός ὦ
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός ᾖς
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός ᾖ
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα ὦμεν
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα ἦτε
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα ὦσι(ν)
 
Ευκτική
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός εἴην
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός εἴης
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός εἴη
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα εἴημεν/ εἶμεν
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα εἴητε/ εἶτε
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα εἴησαν/ εἶεν
 
Προστακτική
---
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός ἴσθι
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός ἔστω
---
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα ἔστε
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
δεδιῃτηκέναι
Μετοχή
δεδιῃτηκώς, δεδιῃτηκυῖα, δεδιῃτηκός
 
Υπερσυντέλικος
ἐδεδιῃτήκειν, ἐδεδιῃτήκεις, ἐδεδιῃτήκει, ἐδεδιῃτήκεμεν, ἐδεδιῃτήκετε, ἐδεδιῃτήκεσαν
 
Μέση φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διαιτῶμαι, διαιτᾷ, διαιτᾶται, διαιτώμεθα, διαιτᾶσθε, διαιτῶνται
Υποτακτική
διαιτῶμαι, διαιτᾷ, διαιτᾶται, διαιτώμεθα, διαιτᾶσθε, διαιτῶνται
Ευκτική
διαιτῴμην, διαιτῷο, διαιτῷτο, διαιτῴμεθα, διαιτῷσθε, διαιτῷντο
Προστακτική
---, διαιτῶ, διαιτάσθω, ---, διαιτᾶσθε, διαιτάσθων ή διαιτάσθωσαν
Απαρέμφατο
διαιτᾶσθαι
Μετοχή
διαιτώμενος, διαιτωμένη, διαιτώμενον
 
Παρατατικός
διῃτώμην, διῃτῶ, διῃτᾶτο, διῃτώμεθα, διῃτᾶσθε, διῃτῶντο
 
Μέλλοντας Μέσος
Οριστική
διαιτήσομαι, διαιτήσῃ ή διαιτήσει, διαιτήσεται, διαιτησόμεθα, διαιτήσεσθε, διαιτήσονται
Ευκτική
διαιτησοίμην, διαιτήσοιο, διαιτήσοιτο, διαιτησοίμεθα, διαιτήσοισθε, διαιτήσοιντο
Απαρέμφατο
διαιτήσεσθαι
Μετοχή
διαιτησόμενος, διαιτησομένη, διαιτησόμενον
 
Αόριστος Μέσος
Οριστική
διῃτησάμην, διῃτήσω, διῃτήσατο, διῃτησάμεθα, διῃτήσασθε, διῃτήσαντο
Υποτακτική
διαιτήσωμαι, διαιτήσῃ, διαιτήσηται, διαιτησώμεθα, διαιτήσησθε, διαιτήσωνται
Ευκτική
διαιτησαίμην, διαιτήσαιο, διαιτήσαιτο, διαιτησαίμεθα, διαιτήσαισθε, διαιτήσαιντο
Προστακτική
---, διαίτησαι, διαιτησάσθω, ---, διαιτήσασθε, διαιτησάσθων ή διαιτησάσθωσαν
Απαρέμφατο
διαιτήσασθαι
Μετοχή
διαιτησάμενος, διαιτησαμένη, διαιτησάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
διῃτήθην, διῃτήθης, διῃτήθη, διῃτήθημεν, διῃτήθητε, διῃτήθησαν
Υποτακτική
διαιτηθῶ, διαιτηθῇς, διαιτηθῇ, διαιτηθῶμεν, διαιτηθῆτε, διαιτηθῶσι(ν)
Ευκτική
διαιτηθείην, διαιτηθείης, διαιτηθείη, διαιτηθείημεν ή διαιτηθεῖμεν, διαιτηθείητε ή διαιτηθεῖτε, διαιτηθείησαν ή διαιτηθεῖεν
Προστακτική
---, διαιτήθητι, διαιτηθήτω, ---, διαιτήθητε, διαιτηθέντων ή διαιτηθήτωσαν
Απαρέμφατο
διαιτηθῆναι
Μετοχή
διαιτηθείς, διαιτηθεῖσα, διαιτηθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ διαιτηθείς, τοῦ διαιτηθέντος, τῷ διαιτηθέντι, τόν διαιτηθέντα, ὦ διαιτηθείς
οἱ διαιτηθέντες, τῶν διαιτηθέντων, τοῖς διαιτηθεῖσι, τούς διαιτηθέντας, ὦ διαιτηθέντες
Θηλυκό
ἡ διαιτηθεῖσα, τῆς διαιτηθείσης, τῇ διαιτηθείσῃ, τήν διαιτηθεῖσαν, ὦ διαιτηθεῖσα
αἱ διαιτηθεῖσαι, τῶν διαιτηθεισῶν, ταῖς διαιτηθείσαις, τάς διαιτηθείσας, ὦ διαιτηθεῖσαι
Ουδέτερο
τό διαιτηθέν, τοῦ διαιτηθέντος, τῷ διαιτηθέντι, τό διαιτηθέν, ὦ διαιτηθέν
τά διαιτηθέντα, τῶν διαιτηθέντων, τοῖς διαιτηθεῖσι, τά διαιτηθέντα, ὦ διαιτηθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδιῄτημαι, δεδιῄτησαι, δεδιῄτηται, δεδιῃτήμεθα, δεδιῄτησθε, δεδιῄτηνται
 
Υποτακτική
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον ὦ
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον ᾖς
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον ᾖ
δεδιῃτημένοι-δεδιῃτημέναι-δεδιῃτημένα ὦμεν
δεδιῃτημένοι-δεδιῃτημέναι-δεδιῃτημένα ἦτε
δεδιῃτημένοι-δεδιῃτημέναι-δεδιῃτημένα ὦσι(ν)
 
Ευκτική
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον εἴην
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον εἴης
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον εἴη
δεδιῃτημένοι-δεδιῃτημέναι-δεδιῃτημένα εἴημεν/ εἶμεν
δεδιῃτημένοι-δεδιῃτημέναι-δεδιῃτημένα εἴητε/ εἶτε
δεδιῃτημένοι-δεδιῃτημέναι-δεδιῃτημένα εἴησαν/ εἶεν
 
Προστακτική
---, δεδιῄτησο, δεδιῃτήσθω, ---, δεδιῄτησθε, δεδιῃτήσθων ή δεδιῃτήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
δεδιῃτῆσθαι
Μετοχή
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐδεδιῃτήμην, ἐδεδιῄτησο, ἐδεδιῄτητο, ἐδεδιῃτήμεθα, ἐδεδιῄτησθε, ἐδεδιῄτηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου