Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαιτάω - διαιτῶ»
Οριστική
διαιτῶ, διαιτᾷς, διαιτᾷ, διαιτῶμεν, διαιτᾶτε, διαιτῶσι(ν)
διαιτῶ, διαιτᾷς, διαιτᾷ, διαιτῶμεν, διαιτᾶτε, διαιτῶσι(ν)
διαιτῷμι, διαιτῷς, διαιτῷ ή διαιτῴην, διαιτῴης, διαιτῴη, διαιτῷμεν, διαιτῷτε, διαιτῷεν
---, διαίτα, διαιτάτω, ---, διαιτᾶτε, διαιτώντων ή διαιτάτωσαν
διαιτᾶν
διαιτῶν, διαιτῶσα, διαιτῶν
Αρσενικό
ὁ διαιτῶν, τοῦ διαιτῶντος, τῷ διαιτῶντι, τόν διαιτῶντα, ὦ διαιτῶν
ἡ διαιτῶσα, τῆς διαιτώσης, τῇ διαιτώσῃ, τήν διαιτῶσαν, ὦ διαιτῶσα
τό διαιτῶν, τοῦ διαιτῶντος, τῷ διαιτῶντι, τό διαιτῶν, ὦ διαιτῶν
διῄτων, διῄτας, διῄτα, διῃτῶμεν, διῃτᾶτε, διῄτων
Οριστική
διαιτήσω, διαιτήσεις, διαιτήσει, διαιτήσομεν, διαιτήσετε, διαιτήσουσι(ν)
διαιτήσοιμι, διαιτήσοις, διαιτήσοι, διαιτήσοιμεν, διαιτήσοιτε, διαιτήσοιεν
Απαρέμφατο
διαιτήσειν
Μετοχή
διαιτήσων, διαιτήσουσα, διαιτῆσον
Οριστική
διῄτησα, διῄτησας, διῄτησε(ν), διῃτήσαμεν, διῃτήσατε, διῄτησαν
διαιτήσω, διαιτήσῃς, διαιτήσῃ, διαιτήσωμεν, διαιτήσητε, διαιτήσωσι(ν)
διαιτήσαιμι, διαιτήσαις ή διαιτήσειας, διαιτήσαι ή διαιτήσειε(ν), διαιτήσαιμεν, διαιτήσαιτε, διαιτήσαιεν ή διαιτήσειαν
Προστακτική
---, διαίτησον, διαιτησάτω, ---, διαιτήσατε, διαιτησάντων (ή διαιτησάτωσαν)
Απαρέμφατο
διαιτῆσαι
διαιτήσας, διαιτήσασα, διαιτῆσαν
Οριστική
δεδιῄτηκα, δεδιῄτηκας, δεδιῄτηκε, δεδιῃτήκαμεν, δεδιῃτήκατε, δεδιῃτήκασι(ν)
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός ὦ
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός ᾖς
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα ὦμεν
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός εἴην
---
δεδιῃτηκώς-δεδιῃτηκυῖα-δεδιῃτηκός ἴσθι
δεδιῃτηκότες-δεδιῃτηκυῖαι-δεδιῃτηκότα ἔστε
δεδιῃτηκέναι
δεδιῃτηκώς, δεδιῃτηκυῖα, δεδιῃτηκός
ἐδεδιῃτήκειν, ἐδεδιῃτήκεις, ἐδεδιῃτήκει, ἐδεδιῃτήκεμεν, ἐδεδιῃτήκετε, ἐδεδιῃτήκεσαν
Οριστική
διαιτῶμαι, διαιτᾷ, διαιτᾶται, διαιτώμεθα, διαιτᾶσθε, διαιτῶνται
διαιτῶμαι, διαιτᾷ, διαιτᾶται, διαιτώμεθα, διαιτᾶσθε, διαιτῶνται
διαιτῴμην, διαιτῷο, διαιτῷτο, διαιτῴμεθα, διαιτῷσθε, διαιτῷντο
---, διαιτῶ, διαιτάσθω, ---, διαιτᾶσθε, διαιτάσθων ή διαιτάσθωσαν
διαιτᾶσθαι
διαιτώμενος, διαιτωμένη, διαιτώμενον
διῃτώμην, διῃτῶ, διῃτᾶτο, διῃτώμεθα, διῃτᾶσθε, διῃτῶντο
Οριστική
διαιτήσομαι, διαιτήσῃ ή διαιτήσει, διαιτήσεται, διαιτησόμεθα, διαιτήσεσθε, διαιτήσονται
διαιτησοίμην, διαιτήσοιο, διαιτήσοιτο, διαιτησοίμεθα, διαιτήσοισθε, διαιτήσοιντο
Απαρέμφατο
διαιτήσεσθαι
Μετοχή
διαιτησόμενος, διαιτησομένη, διαιτησόμενον
Οριστική
διῃτησάμην, διῃτήσω, διῃτήσατο, διῃτησάμεθα, διῃτήσασθε, διῃτήσαντο
διαιτήσωμαι, διαιτήσῃ, διαιτήσηται, διαιτησώμεθα, διαιτήσησθε, διαιτήσωνται
διαιτησαίμην, διαιτήσαιο, διαιτήσαιτο, διαιτησαίμεθα, διαιτήσαισθε, διαιτήσαιντο
Προστακτική
---, διαίτησαι, διαιτησάσθω, ---, διαιτήσασθε, διαιτησάσθων ή διαιτησάσθωσαν
Απαρέμφατο
διαιτήσασθαι
Μετοχή
διαιτησάμενος, διαιτησαμένη, διαιτησάμενον
Οριστική
διῃτήθην, διῃτήθης, διῃτήθη, διῃτήθημεν, διῃτήθητε, διῃτήθησαν
διαιτηθῶ, διαιτηθῇς, διαιτηθῇ, διαιτηθῶμεν, διαιτηθῆτε, διαιτηθῶσι(ν)
διαιτηθείην, διαιτηθείης, διαιτηθείη, διαιτηθείημεν ή διαιτηθεῖμεν, διαιτηθείητε ή διαιτηθεῖτε, διαιτηθείησαν ή διαιτηθεῖεν
---, διαιτήθητι, διαιτηθήτω, ---, διαιτήθητε, διαιτηθέντων ή διαιτηθήτωσαν
Απαρέμφατο
διαιτηθῆναι
διαιτηθείς, διαιτηθεῖσα, διαιτηθέν
Αρσενικό
ὁ διαιτηθείς, τοῦ διαιτηθέντος, τῷ διαιτηθέντι, τόν διαιτηθέντα, ὦ διαιτηθείς
ἡ διαιτηθεῖσα, τῆς διαιτηθείσης, τῇ διαιτηθείσῃ, τήν διαιτηθεῖσαν, ὦ διαιτηθεῖσα
τό διαιτηθέν, τοῦ διαιτηθέντος, τῷ διαιτηθέντι, τό διαιτηθέν, ὦ διαιτηθέν
Οριστική
δεδιῄτημαι, δεδιῄτησαι, δεδιῄτηται, δεδιῃτήμεθα, δεδιῄτησθε, δεδιῄτηνται
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον ὦ
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον ᾖς
δεδιῃτημένοι-δεδιῃτημέναι-δεδιῃτημένα ὦμεν
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον εἴην
---, δεδιῄτησο, δεδιῃτήσθω, ---, δεδιῄτησθε, δεδιῃτήσθων ή δεδιῃτήσθωσαν
δεδιῃτῆσθαι
δεδιῃτημένος-δεδιῃτημένη-δεδιῃτημένον
ἐδεδιῃτήμην, ἐδεδιῄτησο, ἐδεδιῄτητο, ἐδεδιῃτήμεθα, ἐδεδιῄτησθε, ἐδεδιῄτηντο


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου