Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χρηματίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χρηματίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χρηματίζω»
 
χρηματίζω: διεξάγω πολιτικές ή εμπορικές υποθέσεις, συζητώ, διεξάγω διαπραγματεύσεις, αποκτώ χρήματα
[Το ι του ρήματος βραχύ]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χρηματίζω, χρηματίζεις, χρηματίζει, χρηματίζομεν, χρηματίζετε, χρηματίζουσι(ν)
Υποτακτική
χρηματίζω, χρηματίζς, χρηματίζ, χρηματίζωμεν, χρηματίζητε, χρηματίζωσι(ν)
Ευκτική
χρηματίζοιμι, χρηματίζοις, χρηματίζοι, χρηματίζοιμεν, χρηματίζοιτε, χρηματίζοιεν
Προστακτική
---, χρημάτιζε, χρηματιζέτω, ---, χρηματίζετε, χρηματιζόντων (ή χρηματιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
χρηματίζειν
Μετοχή
χρηματίζων, χρηματίζουσα, χρηματίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
χρημάτιζον, χρημάτιζες, χρημάτιζε, χρηματίζομεν, χρηματίζετε, χρημάτιζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
χρηματι, χρηματιες, χρηματιε, χρηματιομεν, χρηματιετε, χρηματιοσι(ν)
Ευκτική
χρηματιομι, χρηματιος, χρηματιο (ή χρηματιοίην, χρηματιοίης, χρηματιοίη), χρηματιομεν, χρηματιοτε, χρηματιοεν
Απαρέμφατο
χρηματιεν
Μετοχή
χρηματιν, χρηματιοσα, χρηματιον
 
Αόριστος
Οριστική
χρημάτισα, χρημάτισας, χρημάτισε(ν), χρηματίσαμεν, χρηματίσατε, χρημάτισαν
Υποτακτική
χρηματίσω, χρηματίσς, χρηματίσ, χρηματίσωμεν, χρηματίσητε, χρηματίσωσι(ν)
Ευκτική
χρηματίσαιμι, χρηματίσαις (ή χρηματίσειας), χρηματίσαι (ή χρηματίσειε), χρηματίσαιμεν, χρηματίσαιτε, χρηματίσαιεν (ή χρηματίσειαν)
Προστακτική
---, χρημάτισον, χρηματισάτω, ---, χρηματίσατε, χρηματισάντων (ή χρηματισάτωσαν)
Απαρέμφατο
χρηματίσαι
Μετοχή
χρηματίσας, χρηματίσασα, χρηματίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεχρημάτικα, κεχρημάτικας, κεχρημάτικε, κεχρηματίκαμεν, κεχρηματίκατε, κεχρηματίκασι(ν)
 
Υποτακτική
κεχρηματικώς - κεχρηματικυα - κεχρηματικός
κεχρηματικώς - κεχρηματικυα - κεχρηματικός ς
κεχρηματικώς - κεχρηματικυα - κεχρηματικός
κεχρηματικότες - κεχρηματικυαι - κεχρηματικότα μεν
κεχρηματικότες - κεχρηματικυαι - κεχρηματικότα τε
κεχρηματικότες - κεχρηματικυαι - κεχρηματικότα σι
 
Ευκτική
κεχρηματικώς - κεχρηματικυα - κεχρηματικός εην
κεχρηματικώς - κεχρηματικυα - κεχρηματικός εης
κεχρηματικώς - κεχρηματικυα - κεχρηματικός εη
κεχρηματικότες - κεχρηματικυαι - κεχρηματικότα εμεν
κεχρηματικότες - κεχρηματικυαι - κεχρηματικότα ετε
κεχρηματικότες - κεχρηματικυαι - κεχρηματικότα εεν
 
Προστακτική
---
κεχρηματικώς - κεχρηματικυα - κεχρηματικός σθι
κεχρηματικώς - κεχρηματικυα - κεχρηματικός στω
---
κεχρηματικότες - κεχρηματικυαι - κεχρηματικότα στε
κεχρηματικότες - κεχρηματικυαι - κεχρηματικότα στων
 
Απαρέμφατο
κεχρηματικέναι
Μετοχή
κεχρηματικώς - κεχρηματικυα - κεχρηματικός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χρηματίζομαι, χρηματίζ (ή χρηματίζει), χρηματίζεται, χρηματιζόμεθα, χρηματίζεσθε, χρηματίζονται
Υποτακτική
χρηματίζωμαι, χρηματίζ, χρηματίζηται, χρηματιζώμεθα, χρηματίζησθε, χρηματίζωνται
Ευκτική
χρηματιζοίμην, χρηματίζοιο, χρηματίζοιτο, χρηματιζοίμεθα, χρηματίζοισθε, χρηματίζοιντο
Προστακτική
---, χρηματίζου, χρηματιζέσθω, ---, χρηματίζεσθε, χρηματιζέσθων (ή χρηματιζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
χρηματίζεσθαι
Μετοχή
χρηματιζόμενος
χρηματιζομένη
χρηματιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
χρηματιζόμην, χρηματίζου, χρηματίζετο, χρηματιζόμεθα, χρηματίζεσθε, χρηματίζοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
χρηματιομαι, χρηματι (ή χρηματιε), χρηματιεται, χρηματιούμεθα, χρηματιεσθε, χρηματιονται
Ευκτική
χρηματιοίμην, χρηματιοο, χρηματιοτο, χρηματιοίμεθα, χρηματιοσθε, χρηματιοντο
Απαρέμφατο
χρηματιεσθαι
Μετοχή
χρηματιούμενος
χρηματιουμένη
χρηματιούμενον
 
Αόριστος
Οριστική
χρηματισάμην, χρηματίσω, χρηματίσατο, χρηματισάμεθα, χρηματίσασθε, χρηματίσαντο
Υποτακτική
χρηματίσωμαι, χρηματίσ, χρηματίσηται, χρηματισώμεθα, χρηματίσησθε, χρηματίσωνται
Ευκτική
χρηματισαίμην, χρηματίσαιο, χρηματίσαιτο, χρηματισαίμεθα, χρηματίσαισθε, χρηματίσαιντο
Προστακτική
---, χρημάτισαι, χρηματισάσθω, ---, χρηματίσασθε, χρηματισάσθων (ή χρηματισάσθωσαν)
Απαρέμφατο
χρηματίσασθαι
Μετοχή
χρηματισάμενος
χρηματισαμένη
χρηματισάμενον
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεχρημάτισμαι, κεχρημάτισαι, κεχρημάτισται, κεχρηματίσμεθα, κεχρημάτισθε, κεχρηματισμένοι εσί
 
Υποτακτική
κεχρηματισμένος - κεχρηματισμένη - κεχρηματισμένον
κεχρηματισμένος - κεχρηματισμένη - κεχρηματισμένον ς
κεχρηματισμένος - κεχρηματισμένη - κεχρηματισμένον
κεχρηματισμένοι - κεχρηματισμέναι - κεχρηματισμένα μεν
κεχρηματισμένοι - κεχρηματισμέναι - κεχρηματισμένα τε
κεχρηματισμένοι - κεχρηματισμέναι - κεχρηματισμένα σι
 
Ευκτική
κεχρηματισμένος - κεχρηματισμένη - κεχρηματισμένον εην
κεχρηματισμένος - κεχρηματισμένη - κεχρηματισμένον εης
κεχρηματισμένος - κεχρηματισμένη - κεχρηματισμένον εη
κεχρηματισμένοι - κεχρηματισμέναι - κεχρηματισμένα εμεν
κεχρηματισμένοι - κεχρηματισμέναι - κεχρηματισμένα ετε
κεχρηματισμένοι - κεχρηματισμέναι - κεχρηματισμένα εεν
 
Προστακτική
---, κεχρημάτισο, κεχρηματίσθω, ---, κεχρημάτισθε, κεχρηματίσθων
 
Απαρέμφατο
κεχρηματίσθαι
Μετοχή
κεχρηματισμένος
κεχρηματισμένη
κεχρηματισμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου