Paul Kruchowski
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρύπτω»
θρύπτω: θρυμματίζω, μεταφορικά:
διαφθείρω
[Το υ του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
θρύπτω, θρύπτεις, θρύπτει, θρύπτομεν, θρύπτετε, θρύπτουσι(ν)
Υποτακτική
θρύπτω, θρύπτῃς, θρύπτῃ, θρύπτωμεν, θρύπτητε, θρύπτωσι(ν)
Ευκτική
θρύπτοιμι, θρύπτοις, θρύπτοι, θρύπτοιμεν, θρύπτοιτε, θρύπτοιεν
Προστακτική
---, θρῦπτε, θρυπτέτω, ---, θρύπτετε, θρυπτόντων (ή θρυπτέτωσαν)
Απαρέμφατο
θρύπτειν
Μετοχή
θρύπτων, θρύπτουσα, θρῦπτον
Παρατατικός
Οριστική
ἔθρυπτον, ἔθρυπτες, ἔθρυπτε, ἐθρύπτομεν, ἐθρύπτετε, ἔθρυπτον
Μέλλοντας
Οριστική
θρύψω, θρύψεις, θρύψει, θρύψομεν, θρύψετε, θρύψουσι(ν)
Ευκτική
θρύψοιμι, θρύψοις, θρύψοι, θρύψοιμεν, θρύψοιτε, θρύψοιεν
Απαρέμφατο
θρύψειν
Μετοχή
θρύψων, θρύψουσα, θρῦψον
Αόριστος
Οριστική
ἔθρυψα, ἔθρυψας, ἔθρυψε(ν), ἐθρύψαμεν, ἐθρύψατε, ἔθρυψαν
Υποτακτική
θρύψω, θρύψῃς, θρύψῃ, θρύψωμεν, θρύψητε, θρύψωσι(ν)
Ευκτική
θρύψαιμι, θρύψαις ή θρύψειας, θρύψαι ή θρύψειε(ν), θρύψαιμεν, θρύψαιτε, θρύψαιεν ή θρύψειαν
Προστακτική
---, θρῦψον, θρυψάτω, ---, θρύψατε, θρυψάντων (ή θρυψάτωσαν)
Απαρέμφατο
θρῦψαι
Μετοχή
θρύψας, θρύψασα, θρῦψαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
θρύπτομαι, θρύπτῃ ή θρύπτει, θρύπτεται, θρυπτόμεθα, θρύπτεσθε, θρύπτονται
Υποτακτική
θρύπτωμαι, θρύπτῃ, θρύπτηται, θρυπτώμεθα, θρύπτησθε, θρύπτωνται
Ευκτική
θρυπτοίμην, θρύπτοιο, θρύπτοιτο, θρυπτοίμεθα, θρύπτοισθε, θρύπτοιντο
Προστακτική
---, θρύπτου, θρυπτέσθω, ---, θρύπτεσθε, θρυπτέσθων (ή θρυπτέσθωσαν)
Απαρέμφατο
θρύπτεσθαι
Μετοχή
θρυπτόμενος, θρυπτομένη, θρυπτόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐθρυπτόμην, ἐθρύπτου, ἐθρύπτετο, ἐθρυπτόμεθα, ἐθρύπτεσθε, ἐθρύπτοντο
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
θρύψομαι, θρύψῃ ή θρύψει, θρύψεται, θρυψόμεθα, θρύψεσθε, θρύψονται
Ευκτική
θρυψοίμην, θρύψοιο, θρύψοιτο, θρυψοίμεθα, θρύψοισθε, θρύψοιντο
Απαρέμφατο
θρύψεσθαι
Μετοχή
θρυψόμενος, θρυψομένη, θρυψόμενον
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θρυφθήσομαι, θρυφθήσῃ ή θρυφθήσει, θρυφθήσεται, θρυφθησόμεθα, θρυφθήσεσθε, θρυφθήσονται
Ευκτική
θρυφθησοίμην, θρυφθήσοιο, θρυφθήσοιτο, θρυφθησοίμεθα, θρυφθήσοισθε, θρυφθήσοιντο
Απαρέμφατο
θρυφθήσεσθαι
Μετοχή
θρυφθησόμενος, θρυφθησομένη, θρυφθησόμενον
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἐθρύφθην, ἐθρύφθης, ἐθρύφθη, ἐθρύφθημεν, ἐθρύφθητε, ἐθρύφθησαν
Υποτακτική
θρυφθῶ, θρυφθῇς, θρυφθῇ, θρυφθῶμεν, θρυφθῆτε, θρυφθῶσι(ν)
Ευκτική
θρυφθείην, θρυφθείης, θρυφθείη, θρυφθείημεν ή θρυφθεῖμεν, θρυφθείητε ή θρυφθεῖτε, θρυφθείησαν ή θρυφθεῖεν
Προστακτική
---, θρύφθητι, θρυφθήτω, ---, θρύφθητε, θρυφθέντων (ή θρυφθήτωσαν)
Απαρέμφατο
θρυφθῆναι
Μετοχή
θρυφθείς, θρυφθεῖσα, θρυφθέν
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐτρύφην, ἐτρύφης, ἐτρύφη, ἐτρύφημεν, ἐτρύφητε, ἐτρύφησαν
Υποτακτική
τρυφῶ, τρυφῇς, τρυφῇ, τρυφῶμεν, τρυφῆτε, τρυφῶσι(ν)
Ευκτική
τρυφείην, τρυφείης, τρυφείη, τρυφείημεν ή τρυφεῖμεν, τρυφείητε ή τρυφεῖτε, τρυφείησαν ή τρυφεῖεν
Προστακτική
---, τρύφηθι, τρυφήτω, ---, τρύφητε, τρυφέντων (ή τρυφήτωσαν)
Απαρέμφατο
τρυφῆναι
Μετοχή
τρυφείς, τρυφεῖσα, τρυφέν
Παρακείμενος
Οριστική
τέθρυμμαι, τέθρυψαι, τέθρυπται, τεθρύμμεθα, τέθρυφθε, τεθρυμμένοι εἰσί(ν)
Υποτακτική
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον ὦ
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον ᾖς
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον ᾖ
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα ὦμεν
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα ἦτε
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα ὦσι
Ευκτική
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον εἴην
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον εἴης
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον εἴη
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα εἴημεν (εἶμεν)
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα εἴητε (εἶτε)
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---, τέθρυψο, τεθρύφθω, ---, τέθρυφθε, τεθρύφθων (ή τεθρύφθωσαν)
Απαρέμφατο
τεθρύφθαι
Μετοχή
τεθρυμμένος, τεθρυμμένη, τεθρυμμένον
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐτεθρύμμην, ἐτέθρυψο, ἐτέθρυπτο, ἐτεθρύμμεθα, ἐτέθρυφθε, τεθρυμμένοι ἦσαν
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρύπτω»
[Το υ του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Οριστική
θρύπτω, θρύπτεις, θρύπτει, θρύπτομεν, θρύπτετε, θρύπτουσι(ν)
θρύπτω, θρύπτῃς, θρύπτῃ, θρύπτωμεν, θρύπτητε, θρύπτωσι(ν)
θρύπτοιμι, θρύπτοις, θρύπτοι, θρύπτοιμεν, θρύπτοιτε, θρύπτοιεν
Προστακτική
---, θρῦπτε, θρυπτέτω, ---, θρύπτετε, θρυπτόντων (ή θρυπτέτωσαν)
θρύπτειν
Μετοχή
θρύπτων, θρύπτουσα, θρῦπτον
Οριστική
ἔθρυπτον, ἔθρυπτες, ἔθρυπτε, ἐθρύπτομεν, ἐθρύπτετε, ἔθρυπτον
Οριστική
θρύψω, θρύψεις, θρύψει, θρύψομεν, θρύψετε, θρύψουσι(ν)
θρύψοιμι, θρύψοις, θρύψοι, θρύψοιμεν, θρύψοιτε, θρύψοιεν
Απαρέμφατο
θρύψειν
Μετοχή
θρύψων, θρύψουσα, θρῦψον
Οριστική
ἔθρυψα, ἔθρυψας, ἔθρυψε(ν), ἐθρύψαμεν, ἐθρύψατε, ἔθρυψαν
θρύψω, θρύψῃς, θρύψῃ, θρύψωμεν, θρύψητε, θρύψωσι(ν)
θρύψαιμι, θρύψαις ή θρύψειας, θρύψαι ή θρύψειε(ν), θρύψαιμεν, θρύψαιτε, θρύψαιεν ή θρύψειαν
Προστακτική
---, θρῦψον, θρυψάτω, ---, θρύψατε, θρυψάντων (ή θρυψάτωσαν)
θρῦψαι
θρύψας, θρύψασα, θρῦψαν
Οριστική
θρύπτομαι, θρύπτῃ ή θρύπτει, θρύπτεται, θρυπτόμεθα, θρύπτεσθε, θρύπτονται
θρύπτωμαι, θρύπτῃ, θρύπτηται, θρυπτώμεθα, θρύπτησθε, θρύπτωνται
θρυπτοίμην, θρύπτοιο, θρύπτοιτο, θρυπτοίμεθα, θρύπτοισθε, θρύπτοιντο
Προστακτική
---, θρύπτου, θρυπτέσθω, ---, θρύπτεσθε, θρυπτέσθων (ή θρυπτέσθωσαν)
Απαρέμφατο
θρύπτεσθαι
Μετοχή
θρυπτόμενος, θρυπτομένη, θρυπτόμενον
Οριστική
ἐθρυπτόμην, ἐθρύπτου, ἐθρύπτετο, ἐθρυπτόμεθα, ἐθρύπτεσθε, ἐθρύπτοντο
Οριστική
θρύψομαι, θρύψῃ ή θρύψει, θρύψεται, θρυψόμεθα, θρύψεσθε, θρύψονται
θρυψοίμην, θρύψοιο, θρύψοιτο, θρυψοίμεθα, θρύψοισθε, θρύψοιντο
Απαρέμφατο
θρύψεσθαι
Μετοχή
θρυψόμενος, θρυψομένη, θρυψόμενον
Οριστική
θρυφθήσομαι, θρυφθήσῃ ή θρυφθήσει, θρυφθήσεται, θρυφθησόμεθα, θρυφθήσεσθε, θρυφθήσονται
θρυφθησοίμην, θρυφθήσοιο, θρυφθήσοιτο, θρυφθησοίμεθα, θρυφθήσοισθε, θρυφθήσοιντο
Απαρέμφατο
θρυφθήσεσθαι
Μετοχή
θρυφθησόμενος, θρυφθησομένη, θρυφθησόμενον
Οριστική
ἐθρύφθην, ἐθρύφθης, ἐθρύφθη, ἐθρύφθημεν, ἐθρύφθητε, ἐθρύφθησαν
θρυφθῶ, θρυφθῇς, θρυφθῇ, θρυφθῶμεν, θρυφθῆτε, θρυφθῶσι(ν)
θρυφθείην, θρυφθείης, θρυφθείη, θρυφθείημεν ή θρυφθεῖμεν, θρυφθείητε ή θρυφθεῖτε, θρυφθείησαν ή θρυφθεῖεν
---, θρύφθητι, θρυφθήτω, ---, θρύφθητε, θρυφθέντων (ή θρυφθήτωσαν)
Απαρέμφατο
θρυφθῆναι
θρυφθείς, θρυφθεῖσα, θρυφθέν
Οριστική
ἐτρύφην, ἐτρύφης, ἐτρύφη, ἐτρύφημεν, ἐτρύφητε, ἐτρύφησαν
τρυφῶ, τρυφῇς, τρυφῇ, τρυφῶμεν, τρυφῆτε, τρυφῶσι(ν)
τρυφείην, τρυφείης, τρυφείη, τρυφείημεν ή τρυφεῖμεν, τρυφείητε ή τρυφεῖτε, τρυφείησαν ή τρυφεῖεν
---, τρύφηθι, τρυφήτω, ---, τρύφητε, τρυφέντων (ή τρυφήτωσαν)
Απαρέμφατο
τρυφῆναι
τρυφείς, τρυφεῖσα, τρυφέν
Οριστική
τέθρυμμαι, τέθρυψαι, τέθρυπται, τεθρύμμεθα, τέθρυφθε, τεθρυμμένοι εἰσί(ν)
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον ὦ
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον ᾖς
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα ὦμεν
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον εἴην
---, τέθρυψο, τεθρύφθω, ---, τέθρυφθε, τεθρύφθων (ή τεθρύφθωσαν)
Απαρέμφατο
τεθρύφθαι
Μετοχή
τεθρυμμένος, τεθρυμμένη, τεθρυμμένον
Οριστική
ἐτεθρύμμην, ἐτέθρυψο, ἐτέθρυπτο, ἐτεθρύμμεθα, ἐτέθρυφθε, τεθρυμμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου