Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρύπτω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρύπτω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Paul Kruchowski
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρύπτω»
 
θρύπτω: θρυμματίζω, μεταφορικά: διαφθείρω
[Το υ του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
θρύπτω, θρύπτεις, θρύπτει, θρύπτομεν, θρύπτετε, θρύπτουσι(ν)
Υποτακτική
θρύπτω, θρύπτς, θρύπτ, θρύπτωμεν, θρύπτητε, θρύπτωσι(ν)
Ευκτική
θρύπτοιμι, θρύπτοις, θρύπτοι, θρύπτοιμεν, θρύπτοιτε, θρύπτοιεν
Προστακτική
---, θρπτε, θρυπτέτω, ---, θρύπτετε, θρυπτόντων (ή θρυπτέτωσαν)
Απαρέμφατο
θρύπτειν
Μετοχή
θρύπτων, θρύπτουσα, θρπτον
 
Παρατατικός
Οριστική
θρυπτον, θρυπτες, θρυπτε, θρύπτομεν, θρύπτετε, θρυπτον
 
Μέλλοντας
Οριστική
θρύψω, θρύψεις, θρύψει, θρύψομεν, θρύψετε, θρύψουσι(ν)
Ευκτική
θρύψοιμι, θρύψοις, θρύψοι, θρύψοιμεν, θρύψοιτε, θρύψοιεν
Απαρέμφατο
θρύψειν
Μετοχή
θρύψων, θρύψουσα, θρψον
 
Αόριστος
Οριστική
θρυψα, θρυψας, θρυψε(ν), θρύψαμεν, θρύψατε, θρυψαν
Υποτακτική
θρύψω, θρύψς, θρύψ, θρύψωμεν, θρύψητε, θρύψωσι(ν)
Ευκτική
θρύψαιμι, θρύψαις ή θρύψειας, θρύψαι ή θρύψειε(ν), θρύψαιμεν, θρύψαιτε, θρύψαιεν ή θρύψειαν
Προστακτική
---, θρψον, θρυψάτω, ---, θρύψατε, θρυψάντων (ή θρυψάτωσαν)
Απαρέμφατο
θρψαι
Μετοχή
θρύψας, θρύψασα, θρψαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
θρύπτομαι, θρύπτ ή θρύπτει, θρύπτεται, θρυπτόμεθα, θρύπτεσθε, θρύπτονται
Υποτακτική
θρύπτωμαι, θρύπτ, θρύπτηται, θρυπτώμεθα, θρύπτησθε, θρύπτωνται
Ευκτική
θρυπτοίμην, θρύπτοιο, θρύπτοιτο, θρυπτοίμεθα, θρύπτοισθε, θρύπτοιντο
Προστακτική
 ---, θρύπτου, θρυπτέσθω, ---, θρύπτεσθε, θρυπτέσθων (ή θρυπτέσθωσαν)
Απαρέμφατο
θρύπτεσθαι
Μετοχή
θρυπτόμενος, θρυπτομένη, θρυπτόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
θρυπτόμην, θρύπτου, θρύπτετο, θρυπτόμεθα, θρύπτεσθε, θρύπτοντο
 
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
θρύψομαι, θρύψ ή θρύψει, θρύψεται, θρυψόμεθα, θρύψεσθε, θρύψονται
Ευκτική
θρυψοίμην, θρύψοιο, θρύψοιτο, θρυψοίμεθα, θρύψοισθε, θρύψοιντο
Απαρέμφατο
θρύψεσθαι
Μετοχή
θρυψόμενος, θρυψομένη, θρυψόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θρυφθήσομαι, θρυφθήσ ή θρυφθήσει, θρυφθήσεται, θρυφθησόμεθα, θρυφθήσεσθε, θρυφθήσονται
Ευκτική
θρυφθησοίμην, θρυφθήσοιο, θρυφθήσοιτο, θρυφθησοίμεθα, θρυφθήσοισθε, θρυφθήσοιντο
Απαρέμφατο
θρυφθήσεσθαι
Μετοχή
θρυφθησόμενος, θρυφθησομένη, θρυφθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
θρύφθην, θρύφθης, θρύφθη, θρύφθημεν, θρύφθητε, θρύφθησαν
Υποτακτική
θρυφθ, θρυφθς, θρυφθ, θρυφθμεν, θρυφθτε, θρυφθσι(ν)
Ευκτική
θρυφθείην, θρυφθείης, θρυφθείη, θρυφθείημεν ή θρυφθεμεν, θρυφθείητε ή θρυφθετε, θρυφθείησαν ή θρυφθεεν
Προστακτική
---, θρύφθητι, θρυφθήτω, ---, θρύφθητε, θρυφθέντων (ή θρυφθήτωσαν)
Απαρέμφατο
θρυφθναι
Μετοχή
θρυφθείς, θρυφθεσα, θρυφθέν
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
τρύφην, τρύφης, τρύφη, τρύφημεν, τρύφητε, τρύφησαν
Υποτακτική
τρυφ, τρυφς, τρυφ, τρυφμεν, τρυφτε, τρυφσι(ν)
Ευκτική
τρυφείην, τρυφείης, τρυφείη, τρυφείημεν ή τρυφεμεν, τρυφείητε ή τρυφετε, τρυφείησαν ή τρυφεεν
Προστακτική
---, τρύφηθι, τρυφήτω, ---, τρύφητε, τρυφέντων (ή τρυφήτωσαν)
Απαρέμφατο
τρυφναι
Μετοχή
τρυφείς, τρυφεσα, τρυφέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τέθρυμμαι, τέθρυψαι, τέθρυπται, τεθρύμμεθα, τέθρυφθε, τεθρυμμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον ς
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα μεν
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα τε
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα σι
 
Ευκτική
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον εην
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον εης
τεθρυμμένος- τεθρυμμένη- τεθρυμμένον εη
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα εημεν (εμεν)
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα εητε (ετε)
τεθρυμμένοι- τεθρυμμέναι- τεθρυμμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, τέθρυψο, τεθρύφθω, ---, τέθρυφθε, τεθρύφθων (ή τεθρύφθωσαν)
Απαρέμφατο
τεθρύφθαι
Μετοχή
τεθρυμμένος, τεθρυμμένη, τεθρυμμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
τεθρύμμην, τέθρυψο, τέθρυπτο, τεθρύμμεθα, τέθρυφθε, τεθρυμμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου