Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βασιλεύω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βασιλεύω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Tim Davis
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βασιλεύω»
 
βασιλεύω: είμαι βασιλιάς, κυβερνώ, διοικώ
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βασιλεύω, βασιλεύεις, βασιλεύει, βασιλεύομεν, βασιλεύετε, βασιλεύουσι(ν)
Υποτακτική
βασιλεύω, βασιλεύς, βασιλεύ, βασιλεύωμεν, βασιλεύητε, βασιλεύωσι(ν)
Ευκτική
βασιλεύοιμι, βασιλεύοις, βασιλεύοι, βασιλεύοιμεν, βασιλεύοιτε, βασιλεύοιεν
Προστακτική
---, βασίλευε, βασιλευέτω, ---, βασιλεύετε, βασιλευόντων (ή βασιλευέτωσαν)
Απαρέμφατο
βασιλεύειν
Μετοχή
βασιλεύων, βασιλεύουσα, βασιλεον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
βασιλεύων, το βασιλεύοντος, τ βασιλεύοντι, τόν βασιλεύοντα, βασιλεύων
ο βασιλεύοντες, τν βασιλευόντων, τος βασιλεύουσι, τούς βασιλεύοντας, βασιλεύοντες
 
Θηλυκό
βασιλεύουσα, τς βασιλευούσης, τ βασιλευούσ, τήν βασιλεύουσαν, βασιλεύουσα
α βασιλεύουσαι, τν βασιλευουσν, τας βασιλευούσαις, τάς βασιλευούσας, βασιλεύουσαι
 
Ουδέτερο
τό βασιλεον, το βασιλεύοντος, τ βασιλεύοντι, τό βασιλεον, βασιλεον
τά βασιλεύοντα, τν βασιλευόντων, τος βασιλεύουσι, τά βασιλεύοντα, βασιλεύοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
βασίλευον, βασίλευες, βασίλευε, βασιλεύομεν, βασιλεύετε, βασίλευον
 
Μέλλοντας
Οριστική
βασιλεύσω, βασιλεύσεις, βασιλεύσει, βασιλεύσομεν, βασιλεύσετε, βασιλεύσουσι(ν)
Ευκτική
βασιλεύσοιμι, βασιλεύσοις, βασιλεύσοι, βασιλεύσοιμεν, βασιλεύσοιτε, βασιλεύσοιεν
Απαρέμφατο
βασιλεύσειν
Μετοχή
βασιλεύσων, βασιλεύσουσα, βασιλεσον
 
Αόριστος
Οριστική
βασίλευσα, βασίλευσας, βασίλευσε(ν), βασιλεύσαμεν, βασιλεύσατε, βασίλευσαν
Υποτακτική
βασιλεύσω, βασιλεύσς, βασιλεύσ, βασιλεύσωμεν, βασιλεύσητε, βασιλεύσωσι(ν)
Ευκτική
βασιλεύσαιμι, βασιλεύσαις ή βασιλεύσειας, βασιλεύσαι ή βασιλεύσειε(ν), βασιλεύσαιμεν, βασιλεύσαιτε, βασιλεύσαιεν ή βασιλεύσειαν
Προστακτική
---, βασίλευσον, βασιλευσάτω, ---, βασιλεύσατε, βασιλευσάντων (ή βασιλευσάτωσαν)
Απαρέμφατο
βασιλεσαι
Μετοχή
βασιλεύσας, βασιλεύσασα, βασιλεσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βεβασίλευκα, βεβασίλευκας, βεβασίλευκε, βεβασιλεύκαμεν, βεβασιλεύκατε, βεβασιλεύκασι(ν) (ή βασιλες γέγονα)
 
Υποτακτική
βεβασιλευκώς - βεβασιλευκυα - βεβασιλευκός
βεβασιλευκώς - βεβασιλευκυα - βεβασιλευκός ς
βεβασιλευκώς - βεβασιλευκυα - βεβασιλευκός
βεβασιλευκότες - βεβασιλευκυαι - βεβασιλευκότα μεν
βεβασιλευκότες - βεβασιλευκυαι - βεβασιλευκότα τε
βεβασιλευκότες - βεβασιλευκυαι - βεβασιλευκότα σι
 
Ευκτική
βεβασιλευκώς - βεβασιλευκυα - βεβασιλευκός εην
βεβασιλευκώς - βεβασιλευκυα - βεβασιλευκός εης
βεβασιλευκώς - βεβασιλευκυα - βεβασιλευκός εη
βεβασιλευκότες - βεβασιλευκυαι - βεβασιλευκότα εημεν (εμεν)
βεβασιλευκότες - βεβασιλευκυαι - βεβασιλευκότα εητε (ετε)
βεβασιλευκότες - βεβασιλευκυαι - βεβασιλευκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, βεβασιλευκς σθι, βεβασιλευκς στω, ---, βεβασιλευκότες στε, βεβασιλευκότες στων
Απαρέμφατο
βεβασιλευκέναι
Μετοχή
βεβασιλευκώς, βεβασιλευκυα, βεβασιλευκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
βεβασιλεύκειν, βεβασιλεύκεις, βεβασιλεύκει, βεβασιλεύκεμεν, βεβασιλεύκετε, βεβασιλεύκεσαν (ή βασιλες γεγόνειν)
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βασιλεύομαι, βασιλεύ/βασιλεύει, βασιλεύεται, βασιλευόμεθα, βασιλεύεσθε, βασιλεύονται
Υποτακτική
βασιλεύωμαι, βασιλεύ, βασιλεύηται, βασιλευώμεθα, βασιλεύησθε, βασιλεύωνται
Ευκτική
βασιλευοίμην, βασιλεύοιο, βασιλεύοιτο, βασιλευοίμεθα, βασιλεύοισθε, βασιλεύοιντο
Προστακτική
---, βασιλεύου, βασιλευέσθω, ---, βασιλεύεσθε, βασιλευέσθων (ή βασιλευέσθωσαν)
Απαρέμφατο
βασιλεύεσθαι
Μετοχή
βασιλευόμενος, βασιλευομένη, βασιλευόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
βασιλεύθην, βασιλεύθης, βασιλεύθη, βασιλεύθημεν, βασιλεύθητε, βασιλεύθησαν
Υποτακτική
βασιλευθ, βασιλευθς, βασιλευθ, βασιλευθμεν, βασιλευθτε, βασιλευθσι(ν)
Ευκτική
βασιλευθείην, βασιλευθείης, βασιλευθείη, βασιλευθείημεν, βασιλευθείητε, βασιλευθεεν
Προστακτική
---, βασιλεύθητι, βασιλευθήτω, ---, βασιλεύθητε, βασιλευθέντων (ή βασιλευθήτωσαν)
Απαρέμφατο
βασιλευθναι
Μετοχή
βασιλευθείς, βασιλευθεσα, βασιλευθέν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου