Chad Hyde
1822 «Εικόνες πολέμου και ειρηνικού βίου»
ΑΝΑΜΕΣΑ στους Ευρωπαίους αξιωματικούς που
ταξίδεψαν στην Ελλάδα για μισθοφορία και ύστερα από τις απογοητεύσεις τους
δυσφήμισαν τον Αγώνα είναι και ο Πρώσσος ανθυπολοχαγός Ludwig von Bollmann.
Επιστρέφοντας στη Μασσαλία, ύστερα από εξάμηνη περίπου παραμονή στο Μωριά, τύπωσε
ένα χρονικό – λίβελλο – όπου οι Έλληνες παρουσιάζονται «βάρβαροι, φονιάδες
και άπληστοι λαφυραγωγοί».
Ο πρόλογος του βιβλίου είναι μια «διαφωτιστική» προκήρυξη προς την ευρωπαϊκή νεολαία. Προσοχή! Μακριά από την Ελλάδα!
«Έλεγα στον εαυτό μου: πηγαίνεις να πολεμήσεις κάτω από τη σημαία του Αχιλλέα, με τους ήρωες της πολιορκίας της Τροίας. Νεολαία της Ευρώπης, οι Έλληνες εκείνης της εποχής δεν υπάρχουν πια! Η τυφλή αμάθεια διαδέχτηκε τον Σόλωνα, τον Σωκράτη, τον Δημοσθένη και η βαρβαρότητα αντικατέστησε τους σοφούς νόμους της Αθήνας. Βέβαια, ωραίο είναι να πολεμάει κανείς για την ελευθερία. Αλλά δεν την αγοράζει πολύ ακριβά όταν την αποκτά με την καταστροφή του ανθρώπινου γένους; Αν είναι να την κερδίσουν οι Έλληνες πολεμώντας νόμιμα, δείχνοντας σεβασμό στον νικημένο εχθρό, η Ευρώπη θα τους θαυμάσει. Αλλά αν η δίψα για οθωμανικό αίμα, η φριχτή μανία για λαφυραγωγία, η παράδοση στη μάχαιρα και τη φωτιά όλων των αθώων που πέφτουν στα χέρια τους, γυναικών, παιδιών, γερόντων εξακολουθούν να είναι το κυριώτερο κίνητρο, η ιστορία θα τους κρίνει. Η απληστία τους, η ανήκουστη βαρβαρότητά τους θα κηλιδώσουν για πάντα τη δόξα των προγόνων τους».
Ο αξιωματικός von Bollmann, όπως και τόσοι άλλοι Ευρωπαίοι εθελοντές, περίμενε πως οι Έλληνες θα του ανέθεταν διοίκηση, περίμενε βαθμούς και κυρίως μισθό μεγάλο. Η διάψευση των προσδοκιών του ήταν τόσο πικρή που προβλέπει με αγαλλίαση το θρίαμβο των Τούρκων. «Οι Έλληνες θα υποκύψουν και οι Τούρκοι, παρά τη σφαγή που έχουν υποστεί, θα αναστηθούν σαν τον φοίνικα από την τέφρα τους».
Ωστόσο, στο οδοιπορικό του Πρώσσου ανθυπολοχαγού, παρά το μισελληνισμό και τις υπερβολές του, υπάρχουν αρκετές σημαντικές πληροφορίες, για γεγονότα και πρόσωπα στο δεύτερο μισό του 1822.
Έφθασε από τη Μασσαλία στην Κυπαρισσία με μια ομάδα εθελοντών, στις 29 Ιουνίου 1822, ύστερα από ταξίδι 16 ημερών. Οι προεστοί τους καλοδέχτηκαν.
«Μας σύστησαν, όμως, να αποφεύγουμε και την παραμικρή οικειότητα με τις γυναίκες γιατί οι κάτοικοι είναι πολύ ζηλότυποι και βάρβαροι προς τους ξένους, έστω και αν αυτοί περιορίζονται μόνο να τις κυττάζουν. Οι Έλληνες κρατούν τα θηλυκά σε σκλαβιά χειρότερη από όσο οι Τούρκοι τα δικά τους. Η ίδια σύσταση μας έγινε και στην Ύδρα. Εκεί πρόσθεσαν ότι φοβερή τιμωρία περιμένει όποιον παραγνωρίσει αυτή την απαγόρευση».
Επειδή δεν υπήρχαν καταλύματα διανυκτέρευσαν στο ύπαιθρο, κάτω από μια συκιά. Πολλοί Έλληνες πήγαν να τους επισκεφθούν. Αλλά όχι από φιλόξενα αισθήματα, γράφει ο Γερμανός αξιωματικός. «Παρ’ όλες τις προφυλάξεις μας κατόρθωσαν να κλέψουν τα πιο απαραίτητα πράγματά μας: ένα μέρος από τα όπλα και τα πολεμοφόδιά μας».
Επειδή υπήρχε στη συντροφιά ένας γιατρός «όλες οι γυναίκες και τα κορίτσια έτρεξαν να τον συμβουλευθούν. Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων τοποθέτησα γύρω φρουρούς για λόγους ασφαλείας». Ωστόσο, «μερικά βόλια που σφύριξαν πάνω από τα κεφάλια μας ήταν προειδοποίηση πως οι Έλληνες είχαν προσέξει ότι το ενδιαφέρον του ωραίου φύλου προς τους ξένους ήταν κάτι περισσότερο από περιέργεια».
Βρήκε την Τριπολιτσά μισοκαταστραμμένη από την πολιορκία. Όλα τα τζαμιά είχαν κιόλας μεταμορφωθεί σε εκκλησίες. Τα χριστιανικά σύμβολα κυριαρχούσαν παντού. Σταυροί και εικόνες των Παθών στόλιζαν τα όπλα και τα λάβαρα. Οι ελληνικές σημαίες είχαν όλα τα χρώματα: γαλάζιες, άσπρες, μαύρες.
Τα τείχη ήταν σε μεγάλο μέρος καταστραμμένα. Μπροστά στην πύλη από όπου έγινε η εισβολή είχαν χτίσει μια εκκλησία, για να τιμήσουν το μεγάλο γεγονός. «Ήταν ένα κακόγουστο μνημείο, χωρίς αρχιτεκτονική, που νόμιζες πως προοριζόταν για μπυραρία κι’ όχι για ναό αφιερωμένο στο Θεό της Ειρήνης και του Ελέους». Την άλλη μέρα παρουσιάστηκαν στη Γερουσία. «Πρόεδρός της ήταν ένας αρχιεπίσκοπος ολοστρόγγυλος από τα πάχια. Μας υποδέχτηκε με ένα σωρό ευγένειες και εγκώμια. Το κατάλυμα που μας έδωσε ήταν ένα σπίτι που θύμιζε τους δικούς μας στάβλους: ρυπαρό και γεμάτο ζωύφια».
Ωστόσο είχαν διατηρηθεί ανέπαφα πολλά από τα τούρκικα αρχοντικά. Τρείς περίπου μήνες πριν από τον von Bollmann (24 ή 25 Μαρτίου 1822) πέρασε από την πόλη ο Γερμανός υπολοχαγός Karl Theodor Striebeck της ομάδας των εθελοντών του στρατηγού Normann. Στην πύλη τους περίμενε αντιπροσωπεία των επάρχων του Μωριά. Ύστερα από την προσφώνηση σχηματίσθηκε πομπή με επικεφαλής τρείς οργανοπαίχτες (πίπιζα, βιολί και νταούλι). Ο τυμπανιστής, γράφει ο Γερμανός εθελοντής Striebeck, έκανε κάθε τόσο άσχετες παρεμβολές, ενώ οι χαιρετιστήριες βροντές των κανονιών έδιναν κάποιον επίσημο τόνο στην υποδοχή. Υπό τις επευφημίες των κατοίκων έφθασαν στο Διοικητήριο – το σεράϊ του μουφτή – όπου είχαν παραταχθεί 300 άνδρες. Στη μεγάλη χρυσοστόλιστη αίθουσα τους περίμεναν οι προεστοί. Φορούσαν τζουμπέ γαρνιρισμένο με σαμουρόγουνα ή αλουπόγουνα μαύρη ή άσπρη. Από κάτω χρυσογέλεκα, ζουνάρι μαλαμοκεντημένο, πιστόλες και χαντζάρια καταστόλιστα από διαμαντικά.
Ύστερα από τις καθιερωμένες θερμές προσφωνήσεις και αντιφωνήσεις οι εθελοντές περιεργάσθηκαν το κτίριο. «Σε καθηλώνει με το μεγαλείο και τον αρχιτεκτονικό του πλούτο. Το εξωτερικό αντάξιο του εσωτερικού. Οι διακοσμήσεις πολλών δωματίων είναι όμοιες με εκείνες της μεγάλης αίθουσας. Στα παράθυρα υπήρχαν εκλεκτά τζάμια. Τα διαμερίσματα του χαρεμιού έβλεπαν σε έναν απέραντο γραφικό κήπο. Σ’ αυτό τον κήπο διακρίνονταν, ανάμεσα σε λεμονιές και μυρσίνες, μαρμάρινα λουτρά. Η κάτω ακρινή πτέρυγα ήταν κρατητήριο για 200 Τούρκους αιχμαλώτους. Οι υπόλοιποι φυλάσσονταν σε άλλα σπίτια».
Και ο στρατηγός Normann περιγράφει, σε επιστολή της 9 Απριλίου 1822, από την Κόρινθο προς φίλο του, την είσοδο του σώματος των εθελοντών στην Τριπολιτσά: «Ένα τέταρτο πριν φθάσουμε στην πόλη αφίππευσα, υψώθηκε η άσπρη σημαία με τον κόκκινο σταυρό και ήχησαν οι σάλπιγγες. Στην είσοδο της πόλης με υποδέχτηκε η φρουρά της Γερουσίας. Όλοι κρατούσαν τουρκικά όπλα και φορούσαν στολίδια αξίας 2.000 φιορινίων. Ο διοικητής τους, μόνο για το σπαθί του, ζητούσε 10.000 γρόσια. Η είσοδός μου χαιρετίστηκε με κανονιοβολισμούς, το πλήθος επευφημούσε στους δρόμους κάνοντας το σημείο του σταυρού. Η Γερουσία με υποδέχτηκε αρκετές φορές με ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια».
Ύστερα από τέσσερις μέρες η ομάδα των εθελοντών ξεκίνησε για το Άργος. Το μόνο χωριό που πέρασαν ήταν το Αρνί. «Παρά τις διαταγές να μας εφοδιάσουν με τρόφιμα δεν μας έδωσαν τίποτα. Καταφύγαμε όμως στη βία και πετύχαμε από μιά μερίδα κριθαρóψωμο ψημένο στη χόβολη και παλιότυρο».
Στο Άργος εγκαταστάθηκαν σ’ ένα άθλιο σπίτι και αναγκάζονταν να ζήσουν με δικά τους χρήματα. Τους παρουσίασαν ύστερα στον Υψηλάντη. «Μιλούσε με ένα τόνο έρρινο σαν καπουκίνος. Βλέπετε, κύριοι, δεν έχουμε ακόμα τακτοποιηθεί. Είσαστε παλιοί στρατιωτικοί, ξέρετε το επάγγελμα του πολέμου, ελπίζω πως θα υπηρετήσετε παραδειγματίζοντας τους νέους στρατιώτες. Και τελείωσε το λογύδριο με τις δύο λέξεις που συνήθιζε πάντοτε: υπομονή κύριοι!».
«Ο Κωλέττης τους δέχτηκε καπνίζοντας το τσιμπούκι του. "Η Ελλάδα θα σας ανταμείψει", τους είπε. "Θα παίρναμε ένα γρόσι την ημέρα για τροφή".
Την ίδια μέρα παρακολούθησαν μιά φρικαλέα σκηνή στους δρόμους του Άργους. «Πλήθος Έλληνες τραβολογούσαν ένα νεαρό Τούρκο δεμένο με μακρύ σκοινί. Αφού τον έριξαν, οι βάρβαροι, ζωντανό σε ένα λάκκο τον λιθοβόλησαν. Μερικοί κατέβαιναν και τον μαχαίρωναν αλλά όχι βαθιά, για να παρατείνουν το μαρτύριό του. Ύστερα τον έδεσαν σε μια σανίδα και τον έκαψαν.
Είδε επίσης να καίνε ζωντανή μια τούρκικη οικογένεια, πατέρα μάνα και τρία παιδιά.
Διασχίζοντας το Μωριά πρόσεξε τη φτώχεια και την καθυστέρηση. Η καλύτερη πόλη ταίριαζε με το χειρότερο γερμανικό παλιοχώρι. Τα σπίτια μικρά, ρυπαρά και ανθυγιεινά».
Οι γυναίκες είχαν φορτωθεί όλες τις δουλειές. «Τις βλέπεις να τρέφουν κουκούλια, να υφαίνουν, να καλλιεργούν τη γη, «ενώ οι άνδρες περνούν τις ώρες τους φουμάροντας και παίζοντας χαρτιά μ’ ένα φλυτζάνι καφέ χωρίς ζάχαρη μπροστά τους». Ζώντας σ’ αυτή την καθημερινή απραξία «περιμένουν ανυπόμονοι νέα από τον πόλεμο, που θα φέρει κάποιος ταχυδρόμος και θα τα αναγγείλει στις πλατείες». Είναι πολύ συγκρατημένοι μπροστά στις γυναίκες. «Ποτέ δεν θα βγει μια άσεμνη λέξη από το στόμα ενός Έλληνα μπροστά σε άτομο του άλλου φύλου».
Διασκέδασή τους ο χορός και το τραγούδι με συνοδεία «ενός άθλιου βιολιού ή ενός μαντολίνου». Πολλοί στρατιώτες κουβαλούσαν, μαζί με τα άρματά τους, παρόμοια μουσικά όργανα. Όλα τα τραγούδια τους έχουν ως θέμα τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων τους ή τα βάσανα ενός Έλληνα μάρτυρα της ελευθερίας.
«Για να χορέψουν σχηματίζουν πρώτα ένα μεγάλο γύρο κι’ ύστερα αρχίζουν να τραγουδούν, να πηδούν όλοι μαζί και να κάνουν μορφασμούς σαν πραγματικοί άγριοι».
Περιγράφει και τους κατοίκους: «Μέτριο ανάστημα αλλά ρωμαλέοι και καλοκαμωμένοι, σοβαροί και επιβλητικοί, όλο αυτοπεποίθηση, το βάδισμά τους ελεύθερο και γρήγορο, το βλέμμα τους περήφανο. Ακαταπόνητοι πεζοπόροι αντέχουν στην πείνα και στη δίψα. Μερικές ελιές, τυρί και ψωμί, αυτή είναι η τροφή τους. Απ’ αυτή την πλευρά είναι ανώτεροι από τους Τούρκους, που συνηθισμένοι στη μαλθακότητα, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα χωρίς τσιμπούκι και καφέ».
Ο Γερμανός αξιωματικός περιγράφει τον οπλισμό των Ελλήνων αγωνιστών. Δύο πιστόλες μακρύκαννες και μεγάλου βεληνεκούς, ένα χαντζάρι και ένα άθλιο τουφέκι. «Είναι τόσο αδέξιοι, που, αντί να στηρίζουν το κοντάκι στον ώμο και να σημαδεύουν ακουμπώντας το όπλο στο μάγουλο, πυροβολούν στην τύχη χωρίς να σκοπεύουν, στηρίζοντας το κοντάκι στον μηρό».
Κάθε στρατιωτικό σώμα είχε δώδεκα σημαίες, «χονδροειδέστατα ζωγραφισμένες με θρησκευτικές παραστάσεις». Ο Υψηλάντης έδωσε μία και στους ξένους εθελοντές. Το κοντάρι ήταν ένα άθλιο μπαστούνι. «Ο σημαιοφόρος μας, ένας Πολωνός λοχαγός που πληγώθηκε μπροστά στ’ Ανάπλι, τη χρησιμοποιούσε τη νύχτα για σκέπασμα». Σάλπιγγες δεν υπήρχαν. Μόνο οι Μανιάτες είχαν δύο ξύλινα νταούλια που τα χτυπούσαν «λες και ήθελαν να χορέψουν αρκούδες».
Δεν υπήρχαν ούτε επιμελητεία, ούτε αποθήκες, ούτε νοσοκομεία. «Όλες οι αρρώστιες είναι εδώ επικίνδυνες και κάθε τραύμα καταντά θανατηφόρο γιατί δεν υπάρχουν ούτε φάρμακα ούτε γιατροί. Είδα να πεθαίνουν μπροστά στ’ Ανάπλι, πολλοί σύντροφοί μου χωρίς να μπορώ να τους προσφέρω καμμιά βοήθεια.
Ο Γερμανός εθελοντής συγκέντρωσε πληροφορίες και για τους Έλληνες ηγέτες. Καθώς όλοι οι ξένοι, γράφει πως ο Κολοκοτρώνης έγινε πάμπλουτος μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. Η λεία του, κάπου σαράντα εκατομμύρια γρόσια (30 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα), μεταφέρθηκε σε τράπεζα της Ζακύνθου.
Ο Υψηλάντης, κοντός και αδύνατος, δεν έχει ούτε πολιτικό ούτε στρατιωτικό τάλαντο. «Είναι όμως αποφασισμένος να ελευθερώσει την πατρίδα του. Την τελευταία φορά που τον είδα διοικούσε 500 μόνο άνδρες σε άθλια κατάσταση, πειναλέους και σχεδόν γυμνούς».
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, «καλός αρχηγός ανταρτών», είναι «γοργοπόδαρος και ανδρείος» σαν τον Αχιλλέα. «Με ηρωική γενναιότητα ορμάει πρώτος στη μάχη με το μαχαίρι στα δόντια, το σπαθί στο ένα χέρι και την πιστόλα στο άλλο. Δίνει το παράδειγμα στους κινδύνους, γι’ αυτό οι στρατιώτες πειθαρχούν στις διαταγές του».
Ο Νικηταράς, ο ανδρείος καπετάνιος που πολιορκεί τ’ Ανάπλι, είναι δίκαιος και γενναιόψυχος και λατρεύεται από τους στρατιώτες του».
Για τη Μπουμπουλίνα, «σύγχρονη ηρωίδα, 40 - 45 χρόνων», γράφει ότι «η εξωτερική της εμφάνιση δεν ανταποκρίνεται στην ευγένεια των αισθημάτων της». Παρουσιάζεται πάντοτε με σπαθί ακριβό και πιστόλες βαρύτιμες. «Την είδα στο Άργος πάνω σ’ ένα υπέροχο αράπικο άτι. Την ακολουθούσαν ένα πλήθος αρματωμένοι στρατιώτες που έτρεχαν πλάι της σαν λαγοί, βγάζοντας χαρούμενες κραυγές».
Ο Γερμανός αξιωματικός παρουσίασε στη Γερουσία σχέδια για την οχύρωση της Τριπολιτσάς και του Ισθμού της Κορίνθου. Πρότεινε επίσης και σχέδιο συνθήκης για την παράδοση των Τούρκων του Παλαμηδιού. «Για αμοιβή στο ζήλο μου πήρα την απάντηση: Δεν έχουμε ανάγκη ούτε από μηχανικό, ούτε από πυροβολητές και πολύ λιγώτερο από συμβούλους».
Κατά την εισβολή του Δράμαλη υπερασπιζόταν τον Ισθμό ένα σώμα 1.300 ανδρών με διοικητή τον νεαρό Σέκερη. Είχε σπουδάσει στο Παρίσι, γράφει ο Γερμανός εθελοντής von Bollmann, αλλά του έλειπαν οι στρατιωτικές ικανότητες. «Αυτός ο αλαζονικός και ματαιόδοξος άνθρωπος δεν άκουσε τις συμβουλές ενός Ιταλού αξιωματικού να επιτεθεί πριν ο εχθρός αντιληφθεί την αριθμητική υπεροχή του. Με αποτέλεσμα να τραπεί εις φυγήν το στράτευμα μόλις εμφανίσθηκε το τουρκικό ιππικό. Σ’ αυτή τη σύγκρουση αιχμαλωτίσθηκαν τρεις Ευρωπαίοι εθελοντές. Ένας Γερμανός γιατρός, ο Γάλλος(;) Hosemann και ένας νεαρός Άγγλος. Και οι τρεις αποκεφαλίσθηκαν αμέσως».
Ο ανθυπολοχαγός von Bollmann βρισκόταν στο Άργος κατά τη δραματική φυγή του πληθυσμού προς τα βουνά και τη θάλασσα.
«Στις 18 Ιουλίου (1822) διαδόθηκε πως οι Τούρκοι πλησιάζουν. Όλοι οι κάτοικοι, ακολουθώντας το παράδειγμα των γερουσιαστών, που πρώτοι πήραν το δρόμο της φυγής, εγκατέλειψαν την πόλη και έτρεξαν στα βουνά και σε μερικά καράβια που είχαν αράξει στον κόλπο του Αναπλιού. Οι Μανιάτες έφυγαν από την πόλη αφού τη λεηλάτησαν, την πυρπόλησαν και κατέστρεψαν τη συγκομιδή. Ο Υψηλάντης ήταν αποφασισμένος να βαδίσει κατά του Ισθμού επικεφαλής 9.000 ανδρών αλλά τα στρατεύματα δεν υπάκουσαν. Ο υπουργός του Πολέμου διάλεξε τους συντρόφους μου και μένα για φρουρά του κατά την υποχώρηση.
«Νύχτα κατευθυνθήκαμε προς τους Μύλους. Ο δρόμος ήταν γεμάτος πρόσφυγες. Μέσα σ’ αυτό το πλήθος των φυγάδων έβλεπα συχνά σπαρακτικές σκηνές. Πολλούς γιους φορτωμένους, όπως ο Αινείας, τον άρρωστο ή γέροντα πατέρα του. Μανάδες φορτωμένες τα παιδιά τους ενώ ο σύζυγος ακολουθούσε λυγίζοντας κάτω από το βάρος μερικών λειψάνων του νοικοκυριού. Πίσω μας η πόλη και ο κάμπος με τη σοδειά παραδομένη στις φλόγες. Ήταν ένα σπαρακτικό θέαμα τρόμου και μεγαλείου.
»Ύστερα από πορεία μερικών λευγών ένα σώμα από εκατό Μανιάτες ρίχτηκαν πάνω στις αποσκευές και τους θησαυρούς του υπουργού. Οι σύντροφοί μου είδαν κι’ έπαθαν για να καταδιώξουν αυτούς τους ληστές. Ο υπουργός μας διαβεβαίωσε πως σε μας χρωστάει τη σωτηρία της ζωής και της περιουσίας του. Αλλά η ευγνωμοσύνη του δεν κράτησε πολύ. Μόλις φθάσαμε στους Μύλους ο εκλαμπρότατος μπαρκάρησε με τους θησαυρούς του εγκαταλείποντάς μας χωρίς κανένα πόρο ζωής».
Την άλλη μέρα διαδόθηκε πως η προφυλακή της τουρκικής στρατιάς πέρασε το Άργος και πλησίαζε στους Μύλους. Καινούργιος, φοβερώτερος πανικός. «Κάπου πέντε χιλιάδες Έλληνες, κυρίως γυναικόπαιδα, χύμηξαν προς τη θάλασσα για να σωθούν στα καράβια. Αλλά στην τρομάρα τους, επειδή οι σαλούπες δεν προλάβαιναν να τους μεταφέρουν, έπεφταν στη θάλασσα για να φθάσουν κολυμπώντας στα αραγμένα πλοία. Δεν ήταν Τούρκοι, αλλά ο Υψηλάντης με 500 στρατιώτες. Το πλήθος ανάσανε. Την απελπισία και τον πανικό διαδέχτηκε ο ενθουσιασμός. Ένας αρχιεπίσκοπος μίλησε στους στρατιώτες. Αμέσως ύστερα άρχισε η επίθεση κατά του εχθρού».
Ο Υψηλάντης κάλεσε τους ξένους εθελοντές να τον ακολουθήσουν στην επιχείρηση αποκλεισμού του δρόμου που οδηγούσε από το Άργος στην Τρίπολη. Αλλά είχαν την ατυχία να χάσουν όλες τις αποσκευές και τα τρία μουλάρια τους. Τα άρπαξαν οι Μανιάτες.
Παρουσιάσθηκαν στον Υψηλάντη. «Μας απάντησε πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα αν δεν του δείξουμε τους κλέφτες».
«Λίγη ώρα αργότερα μέτρησα στην παραλία των
Μύλων 127 πτώματα Τούρκων αιχμαλώτων, ακρωτηριασμένα και μισοκαμένα.
Εξοντώθηκαν όταν άρχισε η φυγή από το Άργος».
Ο Γερμανός εθελοντής εκφράζει τον αποτροπιασμό του για το έγκλημα, ενώ γνωρίζει ότι ο εχθρός ζύγωνε στο Άργος, ότι σκηνές αλλοφροσύνης διαδραματίζονταν στις ακτές και ότι τα πάντα είχαν διαλυθεί. Ποιος θα μπορούσε να προστατέψει σε ώρα φυγής και πανικού τους αιχμαλώτους;
Καταπογοητευμένοι οι εθελοντές δήλωσαν στον Υψηλάντη πως επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Είχαν ναυαγήσει οι ελπίδες για διάκριση, δόξες και πλούτη.
Ο Υψηλάντης τους έστειλε στην Τριπολιτσά για να εξοικονομηθούν. Εκεί ασχολήθηκαν με την αναζήτηση θησαυρών. Αλλά βρήκαν μόνο πτώματα και σκορπιούς.
Τον Σεπτέμβριο του 1822 πέρασαν στις Σπέτσες. Οι κάτοικοι είχαν μετακινηθεί στην Ύδρα. Από στιγμή σε στιγμή θα κατέπλεε στον Αργοσαρωνικό ο οθωμανικός στόλος. «Μερικοί Χιώτες πρόσφυγες είχαν απομείνει στην πόλη αντιμετωπίζοντας την εξαθλίωση και το θάνατο».
Από τις Σπέτσες διαπεραιώθηκαν στο Καστρί, την αρχαία Ερμιόνη, «καταφύγιο πειρατών». Ο βαρκάρης διηγήθηκε στους ξένους πως οι πειρατές του Καστριού αιχμαλώτισαν ένα καράβι φορτωμένο λάδι, που αναγκάστηκε να ποδίσει στο λιμάνι εξαιτίας του καιρού, σκότωσαν το πλήρωμα κι’ έκοψαν το δάχτυλο της γυναίκας ενός ναυτικού για να πάρουν το χρυσό δαχτυλίδι που δεν έβγαινε».
Από το Καστρί στην Ύδρα. «Μπαίνοντας στην πόλη διαπιστώσαμε τα ίδια συμπτώματα τρόμου που είχαμε παρατηρήσει και στις Σπέτσες. Οι προεστοί, δηλαδή οι πιο πλούσιοι, είχαν αποπειραθεί να δραπετεύσουν με τους θησαυρούς τους, αλλά το σχέδιο της φυγής αποκαλύφθηκε. Ακολούθησε αναταραχή, συναγερμός και οι προεστοί υποχρεώθηκαν να παραμείνουν στο νησί και να συμβάλουν στις δαπάνες του πολέμου».
Τελικά οι ξένοι εθελοντές έφθασαν, διαμέσου Μήλου, στη Σμύρνη και με τη βοήθεια του εκεί προξένου της Γαλλίας David γύρισαν στην Μασσαλία.
Τον Σεπτέμβριο του 1822 και ενώ προετοιμαζόταν στη Μασσαλία η τελευταία μεγάλη αποστολή εθελοντών, γύρισε από το Μωριά ο Πρώσσος υπολοχαγός (γαλλικής καταγωγής) W. von LeFebre. Λίγους μήνες αργότερα κυκλοφόρησε το χρονικό των περιπετειών του, πραγματικός λίβελλος. Οι Έλληνες παρουσιάζουν θλιβερό θέαμα, δεν θυμίζουν τίποτα από τους αρχαίους προγόνους, ο Υψηλάντης είναι νέος αλλά «ετοιμόρροπος, πανάσχημος και φοβιτσιάρης». Ο Κολοκοτρώνης, ένας γίγαντας που δεν άφησε τις συνήθειες του ληστή και φρόντισε να σιγουρέψει τα εκατομμύρια των λαφυραγωγιών του στην Αγγλία.
Ανακατεύει αλήθειες και ψευτιές. Ένας νεαρός Γερμανός γιατρός αυτοκτόνησε με δηλητήριο μόλις είδε τη σφαγή των Τούρκων στην Τριπολιτσά. Αλλά κανένας Γερμανός δεν βρισκόταν στην Τριπολιτσά κατά την πολιορκία και την άλωση.
Οι Έλληνες είναι δειλοί. Δέκα χιλιάδες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους μπροστά σε τρεις χιλιάδες Τούρκους. Το αντίθετο έγινε. Οι Έλληνες κατόρθωσαν να συντρίψουν τρεις οθωμανικές στρατιές.
Οι προεστοί της Ύδρας και των Σπετσών φιλονικούσαν για την κατοχή μιας φρεγάτας που αιχμαλώτισαν κι’ επειδή δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν την πυρπόλησαν.
Γράφει ότι οι Έλληνες πουλούσαν στους εθελοντές μερικά άθλια λαχανικά με χρυσάφι και ότι ήθελαν να αρπάξουν τα όπλα τους. Ότι ανέθεταν σ’ αυτούς τις επικίνδυνες αποστολές. Ότι οι ξένοι πέθαιναν χωρίς καμμιά περιποίηση όταν δεν εγκαταλείπονταν στο έλεος των Τούρκων.
Και προειδοποιεί τους συμπατριώτες του για την τύχη που τους περιμένει: «Δεν θα βρείτε στην ξένη γη, που θαρείτε πως σας χαμογελάει, παρά τη δυστυχία και το θάνατο. Ή τουλάχιστον την αχαριστία εκείνων που πηγαίνετε να συμπαρασταθείτε. Αν οι ανιδιοτελείς παραινέσεις μου αντιμετωπισθούν με περιφρόνηση θα συνέλθετε από την πλάνη σας, όπως εμείς, και θα αντιμετωπίσετε την αποστροφή ενός λαού που για να δικαιολογήσει την έλλειψη φιλόξενων αισθημάτων λέει πως δεν σας κάλεσε να τον υπερασπισθήτε, θα προσγειωθήτε σύντομα, όπως εμείς που δεν ζητούσαμε παρά μια πεντάρα και ένα πεδίο μάχης. Και σείς μπορεί να είσαστε λιγώτερο τυχεροί από μας, μπορεί να μη ξαναδήτε το πατρικό σας σπίτι».
Δεν ήταν ο μόνος που δημοσίευσε μισελληνικές προκηρύξεις. Λίγους μήνες πριν κυκλοφόρησαν στη Μασσαλία δυσφημιστικά για τους Έλληνες και την Επανάσταση κείμενα του Γάλλου αξιωματικού Maurice Persat, αμέσως μετά την επιστροφή του από το Μωριά. Την πολύμορφη μισελληνική εκστρατεία υποκινούσαν και χρηματοδοτούσαν οι γαλλικές Αρχές. Εκμεταλλεύονταν τις απογοητεύσεις, τις πικρίες και τις μνησικακίες των αξιωματικών κατά το γυρισμό τους στη Μασσαλία και τους παρωθούσαν σε «διαφωτιστικές» εξομολογήσεις με σκοπό την υπονόμευση του φιλελληνικού κινήματος και τη διάβρωση του φιλελευθέρου πνεύματος που δονούσε σ’ αυτή την περίοδο την Ευρώπη.
Κυριάκος
Σιμόπουλος «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», Τόμος Δεύτερος 1822-1823,
Εκδόσεις Πιρόγα
1822 «Εικόνες πολέμου και ειρηνικού βίου»
Ο πρόλογος του βιβλίου είναι μια «διαφωτιστική» προκήρυξη προς την ευρωπαϊκή νεολαία. Προσοχή! Μακριά από την Ελλάδα!
«Έλεγα στον εαυτό μου: πηγαίνεις να πολεμήσεις κάτω από τη σημαία του Αχιλλέα, με τους ήρωες της πολιορκίας της Τροίας. Νεολαία της Ευρώπης, οι Έλληνες εκείνης της εποχής δεν υπάρχουν πια! Η τυφλή αμάθεια διαδέχτηκε τον Σόλωνα, τον Σωκράτη, τον Δημοσθένη και η βαρβαρότητα αντικατέστησε τους σοφούς νόμους της Αθήνας. Βέβαια, ωραίο είναι να πολεμάει κανείς για την ελευθερία. Αλλά δεν την αγοράζει πολύ ακριβά όταν την αποκτά με την καταστροφή του ανθρώπινου γένους; Αν είναι να την κερδίσουν οι Έλληνες πολεμώντας νόμιμα, δείχνοντας σεβασμό στον νικημένο εχθρό, η Ευρώπη θα τους θαυμάσει. Αλλά αν η δίψα για οθωμανικό αίμα, η φριχτή μανία για λαφυραγωγία, η παράδοση στη μάχαιρα και τη φωτιά όλων των αθώων που πέφτουν στα χέρια τους, γυναικών, παιδιών, γερόντων εξακολουθούν να είναι το κυριώτερο κίνητρο, η ιστορία θα τους κρίνει. Η απληστία τους, η ανήκουστη βαρβαρότητά τους θα κηλιδώσουν για πάντα τη δόξα των προγόνων τους».
Ο αξιωματικός von Bollmann, όπως και τόσοι άλλοι Ευρωπαίοι εθελοντές, περίμενε πως οι Έλληνες θα του ανέθεταν διοίκηση, περίμενε βαθμούς και κυρίως μισθό μεγάλο. Η διάψευση των προσδοκιών του ήταν τόσο πικρή που προβλέπει με αγαλλίαση το θρίαμβο των Τούρκων. «Οι Έλληνες θα υποκύψουν και οι Τούρκοι, παρά τη σφαγή που έχουν υποστεί, θα αναστηθούν σαν τον φοίνικα από την τέφρα τους».
Ωστόσο, στο οδοιπορικό του Πρώσσου ανθυπολοχαγού, παρά το μισελληνισμό και τις υπερβολές του, υπάρχουν αρκετές σημαντικές πληροφορίες, για γεγονότα και πρόσωπα στο δεύτερο μισό του 1822.
Έφθασε από τη Μασσαλία στην Κυπαρισσία με μια ομάδα εθελοντών, στις 29 Ιουνίου 1822, ύστερα από ταξίδι 16 ημερών. Οι προεστοί τους καλοδέχτηκαν.
«Μας σύστησαν, όμως, να αποφεύγουμε και την παραμικρή οικειότητα με τις γυναίκες γιατί οι κάτοικοι είναι πολύ ζηλότυποι και βάρβαροι προς τους ξένους, έστω και αν αυτοί περιορίζονται μόνο να τις κυττάζουν. Οι Έλληνες κρατούν τα θηλυκά σε σκλαβιά χειρότερη από όσο οι Τούρκοι τα δικά τους. Η ίδια σύσταση μας έγινε και στην Ύδρα. Εκεί πρόσθεσαν ότι φοβερή τιμωρία περιμένει όποιον παραγνωρίσει αυτή την απαγόρευση».
Επειδή δεν υπήρχαν καταλύματα διανυκτέρευσαν στο ύπαιθρο, κάτω από μια συκιά. Πολλοί Έλληνες πήγαν να τους επισκεφθούν. Αλλά όχι από φιλόξενα αισθήματα, γράφει ο Γερμανός αξιωματικός. «Παρ’ όλες τις προφυλάξεις μας κατόρθωσαν να κλέψουν τα πιο απαραίτητα πράγματά μας: ένα μέρος από τα όπλα και τα πολεμοφόδιά μας».
Επειδή υπήρχε στη συντροφιά ένας γιατρός «όλες οι γυναίκες και τα κορίτσια έτρεξαν να τον συμβουλευθούν. Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων τοποθέτησα γύρω φρουρούς για λόγους ασφαλείας». Ωστόσο, «μερικά βόλια που σφύριξαν πάνω από τα κεφάλια μας ήταν προειδοποίηση πως οι Έλληνες είχαν προσέξει ότι το ενδιαφέρον του ωραίου φύλου προς τους ξένους ήταν κάτι περισσότερο από περιέργεια».
Βρήκε την Τριπολιτσά μισοκαταστραμμένη από την πολιορκία. Όλα τα τζαμιά είχαν κιόλας μεταμορφωθεί σε εκκλησίες. Τα χριστιανικά σύμβολα κυριαρχούσαν παντού. Σταυροί και εικόνες των Παθών στόλιζαν τα όπλα και τα λάβαρα. Οι ελληνικές σημαίες είχαν όλα τα χρώματα: γαλάζιες, άσπρες, μαύρες.
Τα τείχη ήταν σε μεγάλο μέρος καταστραμμένα. Μπροστά στην πύλη από όπου έγινε η εισβολή είχαν χτίσει μια εκκλησία, για να τιμήσουν το μεγάλο γεγονός. «Ήταν ένα κακόγουστο μνημείο, χωρίς αρχιτεκτονική, που νόμιζες πως προοριζόταν για μπυραρία κι’ όχι για ναό αφιερωμένο στο Θεό της Ειρήνης και του Ελέους». Την άλλη μέρα παρουσιάστηκαν στη Γερουσία. «Πρόεδρός της ήταν ένας αρχιεπίσκοπος ολοστρόγγυλος από τα πάχια. Μας υποδέχτηκε με ένα σωρό ευγένειες και εγκώμια. Το κατάλυμα που μας έδωσε ήταν ένα σπίτι που θύμιζε τους δικούς μας στάβλους: ρυπαρό και γεμάτο ζωύφια».
Ωστόσο είχαν διατηρηθεί ανέπαφα πολλά από τα τούρκικα αρχοντικά. Τρείς περίπου μήνες πριν από τον von Bollmann (24 ή 25 Μαρτίου 1822) πέρασε από την πόλη ο Γερμανός υπολοχαγός Karl Theodor Striebeck της ομάδας των εθελοντών του στρατηγού Normann. Στην πύλη τους περίμενε αντιπροσωπεία των επάρχων του Μωριά. Ύστερα από την προσφώνηση σχηματίσθηκε πομπή με επικεφαλής τρείς οργανοπαίχτες (πίπιζα, βιολί και νταούλι). Ο τυμπανιστής, γράφει ο Γερμανός εθελοντής Striebeck, έκανε κάθε τόσο άσχετες παρεμβολές, ενώ οι χαιρετιστήριες βροντές των κανονιών έδιναν κάποιον επίσημο τόνο στην υποδοχή. Υπό τις επευφημίες των κατοίκων έφθασαν στο Διοικητήριο – το σεράϊ του μουφτή – όπου είχαν παραταχθεί 300 άνδρες. Στη μεγάλη χρυσοστόλιστη αίθουσα τους περίμεναν οι προεστοί. Φορούσαν τζουμπέ γαρνιρισμένο με σαμουρόγουνα ή αλουπόγουνα μαύρη ή άσπρη. Από κάτω χρυσογέλεκα, ζουνάρι μαλαμοκεντημένο, πιστόλες και χαντζάρια καταστόλιστα από διαμαντικά.
Ύστερα από τις καθιερωμένες θερμές προσφωνήσεις και αντιφωνήσεις οι εθελοντές περιεργάσθηκαν το κτίριο. «Σε καθηλώνει με το μεγαλείο και τον αρχιτεκτονικό του πλούτο. Το εξωτερικό αντάξιο του εσωτερικού. Οι διακοσμήσεις πολλών δωματίων είναι όμοιες με εκείνες της μεγάλης αίθουσας. Στα παράθυρα υπήρχαν εκλεκτά τζάμια. Τα διαμερίσματα του χαρεμιού έβλεπαν σε έναν απέραντο γραφικό κήπο. Σ’ αυτό τον κήπο διακρίνονταν, ανάμεσα σε λεμονιές και μυρσίνες, μαρμάρινα λουτρά. Η κάτω ακρινή πτέρυγα ήταν κρατητήριο για 200 Τούρκους αιχμαλώτους. Οι υπόλοιποι φυλάσσονταν σε άλλα σπίτια».
Και ο στρατηγός Normann περιγράφει, σε επιστολή της 9 Απριλίου 1822, από την Κόρινθο προς φίλο του, την είσοδο του σώματος των εθελοντών στην Τριπολιτσά: «Ένα τέταρτο πριν φθάσουμε στην πόλη αφίππευσα, υψώθηκε η άσπρη σημαία με τον κόκκινο σταυρό και ήχησαν οι σάλπιγγες. Στην είσοδο της πόλης με υποδέχτηκε η φρουρά της Γερουσίας. Όλοι κρατούσαν τουρκικά όπλα και φορούσαν στολίδια αξίας 2.000 φιορινίων. Ο διοικητής τους, μόνο για το σπαθί του, ζητούσε 10.000 γρόσια. Η είσοδός μου χαιρετίστηκε με κανονιοβολισμούς, το πλήθος επευφημούσε στους δρόμους κάνοντας το σημείο του σταυρού. Η Γερουσία με υποδέχτηκε αρκετές φορές με ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια».
Ύστερα από τέσσερις μέρες η ομάδα των εθελοντών ξεκίνησε για το Άργος. Το μόνο χωριό που πέρασαν ήταν το Αρνί. «Παρά τις διαταγές να μας εφοδιάσουν με τρόφιμα δεν μας έδωσαν τίποτα. Καταφύγαμε όμως στη βία και πετύχαμε από μιά μερίδα κριθαρóψωμο ψημένο στη χόβολη και παλιότυρο».
Στο Άργος εγκαταστάθηκαν σ’ ένα άθλιο σπίτι και αναγκάζονταν να ζήσουν με δικά τους χρήματα. Τους παρουσίασαν ύστερα στον Υψηλάντη. «Μιλούσε με ένα τόνο έρρινο σαν καπουκίνος. Βλέπετε, κύριοι, δεν έχουμε ακόμα τακτοποιηθεί. Είσαστε παλιοί στρατιωτικοί, ξέρετε το επάγγελμα του πολέμου, ελπίζω πως θα υπηρετήσετε παραδειγματίζοντας τους νέους στρατιώτες. Και τελείωσε το λογύδριο με τις δύο λέξεις που συνήθιζε πάντοτε: υπομονή κύριοι!».
«Ο Κωλέττης τους δέχτηκε καπνίζοντας το τσιμπούκι του. "Η Ελλάδα θα σας ανταμείψει", τους είπε. "Θα παίρναμε ένα γρόσι την ημέρα για τροφή".
Την ίδια μέρα παρακολούθησαν μιά φρικαλέα σκηνή στους δρόμους του Άργους. «Πλήθος Έλληνες τραβολογούσαν ένα νεαρό Τούρκο δεμένο με μακρύ σκοινί. Αφού τον έριξαν, οι βάρβαροι, ζωντανό σε ένα λάκκο τον λιθοβόλησαν. Μερικοί κατέβαιναν και τον μαχαίρωναν αλλά όχι βαθιά, για να παρατείνουν το μαρτύριό του. Ύστερα τον έδεσαν σε μια σανίδα και τον έκαψαν.
Είδε επίσης να καίνε ζωντανή μια τούρκικη οικογένεια, πατέρα μάνα και τρία παιδιά.
Διασχίζοντας το Μωριά πρόσεξε τη φτώχεια και την καθυστέρηση. Η καλύτερη πόλη ταίριαζε με το χειρότερο γερμανικό παλιοχώρι. Τα σπίτια μικρά, ρυπαρά και ανθυγιεινά».
Οι γυναίκες είχαν φορτωθεί όλες τις δουλειές. «Τις βλέπεις να τρέφουν κουκούλια, να υφαίνουν, να καλλιεργούν τη γη, «ενώ οι άνδρες περνούν τις ώρες τους φουμάροντας και παίζοντας χαρτιά μ’ ένα φλυτζάνι καφέ χωρίς ζάχαρη μπροστά τους». Ζώντας σ’ αυτή την καθημερινή απραξία «περιμένουν ανυπόμονοι νέα από τον πόλεμο, που θα φέρει κάποιος ταχυδρόμος και θα τα αναγγείλει στις πλατείες». Είναι πολύ συγκρατημένοι μπροστά στις γυναίκες. «Ποτέ δεν θα βγει μια άσεμνη λέξη από το στόμα ενός Έλληνα μπροστά σε άτομο του άλλου φύλου».
Διασκέδασή τους ο χορός και το τραγούδι με συνοδεία «ενός άθλιου βιολιού ή ενός μαντολίνου». Πολλοί στρατιώτες κουβαλούσαν, μαζί με τα άρματά τους, παρόμοια μουσικά όργανα. Όλα τα τραγούδια τους έχουν ως θέμα τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων τους ή τα βάσανα ενός Έλληνα μάρτυρα της ελευθερίας.
«Για να χορέψουν σχηματίζουν πρώτα ένα μεγάλο γύρο κι’ ύστερα αρχίζουν να τραγουδούν, να πηδούν όλοι μαζί και να κάνουν μορφασμούς σαν πραγματικοί άγριοι».
Περιγράφει και τους κατοίκους: «Μέτριο ανάστημα αλλά ρωμαλέοι και καλοκαμωμένοι, σοβαροί και επιβλητικοί, όλο αυτοπεποίθηση, το βάδισμά τους ελεύθερο και γρήγορο, το βλέμμα τους περήφανο. Ακαταπόνητοι πεζοπόροι αντέχουν στην πείνα και στη δίψα. Μερικές ελιές, τυρί και ψωμί, αυτή είναι η τροφή τους. Απ’ αυτή την πλευρά είναι ανώτεροι από τους Τούρκους, που συνηθισμένοι στη μαλθακότητα, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα χωρίς τσιμπούκι και καφέ».
Ο Γερμανός αξιωματικός περιγράφει τον οπλισμό των Ελλήνων αγωνιστών. Δύο πιστόλες μακρύκαννες και μεγάλου βεληνεκούς, ένα χαντζάρι και ένα άθλιο τουφέκι. «Είναι τόσο αδέξιοι, που, αντί να στηρίζουν το κοντάκι στον ώμο και να σημαδεύουν ακουμπώντας το όπλο στο μάγουλο, πυροβολούν στην τύχη χωρίς να σκοπεύουν, στηρίζοντας το κοντάκι στον μηρό».
Κάθε στρατιωτικό σώμα είχε δώδεκα σημαίες, «χονδροειδέστατα ζωγραφισμένες με θρησκευτικές παραστάσεις». Ο Υψηλάντης έδωσε μία και στους ξένους εθελοντές. Το κοντάρι ήταν ένα άθλιο μπαστούνι. «Ο σημαιοφόρος μας, ένας Πολωνός λοχαγός που πληγώθηκε μπροστά στ’ Ανάπλι, τη χρησιμοποιούσε τη νύχτα για σκέπασμα». Σάλπιγγες δεν υπήρχαν. Μόνο οι Μανιάτες είχαν δύο ξύλινα νταούλια που τα χτυπούσαν «λες και ήθελαν να χορέψουν αρκούδες».
Δεν υπήρχαν ούτε επιμελητεία, ούτε αποθήκες, ούτε νοσοκομεία. «Όλες οι αρρώστιες είναι εδώ επικίνδυνες και κάθε τραύμα καταντά θανατηφόρο γιατί δεν υπάρχουν ούτε φάρμακα ούτε γιατροί. Είδα να πεθαίνουν μπροστά στ’ Ανάπλι, πολλοί σύντροφοί μου χωρίς να μπορώ να τους προσφέρω καμμιά βοήθεια.
Ο Γερμανός εθελοντής συγκέντρωσε πληροφορίες και για τους Έλληνες ηγέτες. Καθώς όλοι οι ξένοι, γράφει πως ο Κολοκοτρώνης έγινε πάμπλουτος μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. Η λεία του, κάπου σαράντα εκατομμύρια γρόσια (30 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα), μεταφέρθηκε σε τράπεζα της Ζακύνθου.
Ο Υψηλάντης, κοντός και αδύνατος, δεν έχει ούτε πολιτικό ούτε στρατιωτικό τάλαντο. «Είναι όμως αποφασισμένος να ελευθερώσει την πατρίδα του. Την τελευταία φορά που τον είδα διοικούσε 500 μόνο άνδρες σε άθλια κατάσταση, πειναλέους και σχεδόν γυμνούς».
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, «καλός αρχηγός ανταρτών», είναι «γοργοπόδαρος και ανδρείος» σαν τον Αχιλλέα. «Με ηρωική γενναιότητα ορμάει πρώτος στη μάχη με το μαχαίρι στα δόντια, το σπαθί στο ένα χέρι και την πιστόλα στο άλλο. Δίνει το παράδειγμα στους κινδύνους, γι’ αυτό οι στρατιώτες πειθαρχούν στις διαταγές του».
Ο Νικηταράς, ο ανδρείος καπετάνιος που πολιορκεί τ’ Ανάπλι, είναι δίκαιος και γενναιόψυχος και λατρεύεται από τους στρατιώτες του».
Για τη Μπουμπουλίνα, «σύγχρονη ηρωίδα, 40 - 45 χρόνων», γράφει ότι «η εξωτερική της εμφάνιση δεν ανταποκρίνεται στην ευγένεια των αισθημάτων της». Παρουσιάζεται πάντοτε με σπαθί ακριβό και πιστόλες βαρύτιμες. «Την είδα στο Άργος πάνω σ’ ένα υπέροχο αράπικο άτι. Την ακολουθούσαν ένα πλήθος αρματωμένοι στρατιώτες που έτρεχαν πλάι της σαν λαγοί, βγάζοντας χαρούμενες κραυγές».
Ο Γερμανός αξιωματικός παρουσίασε στη Γερουσία σχέδια για την οχύρωση της Τριπολιτσάς και του Ισθμού της Κορίνθου. Πρότεινε επίσης και σχέδιο συνθήκης για την παράδοση των Τούρκων του Παλαμηδιού. «Για αμοιβή στο ζήλο μου πήρα την απάντηση: Δεν έχουμε ανάγκη ούτε από μηχανικό, ούτε από πυροβολητές και πολύ λιγώτερο από συμβούλους».
Κατά την εισβολή του Δράμαλη υπερασπιζόταν τον Ισθμό ένα σώμα 1.300 ανδρών με διοικητή τον νεαρό Σέκερη. Είχε σπουδάσει στο Παρίσι, γράφει ο Γερμανός εθελοντής von Bollmann, αλλά του έλειπαν οι στρατιωτικές ικανότητες. «Αυτός ο αλαζονικός και ματαιόδοξος άνθρωπος δεν άκουσε τις συμβουλές ενός Ιταλού αξιωματικού να επιτεθεί πριν ο εχθρός αντιληφθεί την αριθμητική υπεροχή του. Με αποτέλεσμα να τραπεί εις φυγήν το στράτευμα μόλις εμφανίσθηκε το τουρκικό ιππικό. Σ’ αυτή τη σύγκρουση αιχμαλωτίσθηκαν τρεις Ευρωπαίοι εθελοντές. Ένας Γερμανός γιατρός, ο Γάλλος(;) Hosemann και ένας νεαρός Άγγλος. Και οι τρεις αποκεφαλίσθηκαν αμέσως».
Ο ανθυπολοχαγός von Bollmann βρισκόταν στο Άργος κατά τη δραματική φυγή του πληθυσμού προς τα βουνά και τη θάλασσα.
«Στις 18 Ιουλίου (1822) διαδόθηκε πως οι Τούρκοι πλησιάζουν. Όλοι οι κάτοικοι, ακολουθώντας το παράδειγμα των γερουσιαστών, που πρώτοι πήραν το δρόμο της φυγής, εγκατέλειψαν την πόλη και έτρεξαν στα βουνά και σε μερικά καράβια που είχαν αράξει στον κόλπο του Αναπλιού. Οι Μανιάτες έφυγαν από την πόλη αφού τη λεηλάτησαν, την πυρπόλησαν και κατέστρεψαν τη συγκομιδή. Ο Υψηλάντης ήταν αποφασισμένος να βαδίσει κατά του Ισθμού επικεφαλής 9.000 ανδρών αλλά τα στρατεύματα δεν υπάκουσαν. Ο υπουργός του Πολέμου διάλεξε τους συντρόφους μου και μένα για φρουρά του κατά την υποχώρηση.
«Νύχτα κατευθυνθήκαμε προς τους Μύλους. Ο δρόμος ήταν γεμάτος πρόσφυγες. Μέσα σ’ αυτό το πλήθος των φυγάδων έβλεπα συχνά σπαρακτικές σκηνές. Πολλούς γιους φορτωμένους, όπως ο Αινείας, τον άρρωστο ή γέροντα πατέρα του. Μανάδες φορτωμένες τα παιδιά τους ενώ ο σύζυγος ακολουθούσε λυγίζοντας κάτω από το βάρος μερικών λειψάνων του νοικοκυριού. Πίσω μας η πόλη και ο κάμπος με τη σοδειά παραδομένη στις φλόγες. Ήταν ένα σπαρακτικό θέαμα τρόμου και μεγαλείου.
»Ύστερα από πορεία μερικών λευγών ένα σώμα από εκατό Μανιάτες ρίχτηκαν πάνω στις αποσκευές και τους θησαυρούς του υπουργού. Οι σύντροφοί μου είδαν κι’ έπαθαν για να καταδιώξουν αυτούς τους ληστές. Ο υπουργός μας διαβεβαίωσε πως σε μας χρωστάει τη σωτηρία της ζωής και της περιουσίας του. Αλλά η ευγνωμοσύνη του δεν κράτησε πολύ. Μόλις φθάσαμε στους Μύλους ο εκλαμπρότατος μπαρκάρησε με τους θησαυρούς του εγκαταλείποντάς μας χωρίς κανένα πόρο ζωής».
Την άλλη μέρα διαδόθηκε πως η προφυλακή της τουρκικής στρατιάς πέρασε το Άργος και πλησίαζε στους Μύλους. Καινούργιος, φοβερώτερος πανικός. «Κάπου πέντε χιλιάδες Έλληνες, κυρίως γυναικόπαιδα, χύμηξαν προς τη θάλασσα για να σωθούν στα καράβια. Αλλά στην τρομάρα τους, επειδή οι σαλούπες δεν προλάβαιναν να τους μεταφέρουν, έπεφταν στη θάλασσα για να φθάσουν κολυμπώντας στα αραγμένα πλοία. Δεν ήταν Τούρκοι, αλλά ο Υψηλάντης με 500 στρατιώτες. Το πλήθος ανάσανε. Την απελπισία και τον πανικό διαδέχτηκε ο ενθουσιασμός. Ένας αρχιεπίσκοπος μίλησε στους στρατιώτες. Αμέσως ύστερα άρχισε η επίθεση κατά του εχθρού».
Ο Υψηλάντης κάλεσε τους ξένους εθελοντές να τον ακολουθήσουν στην επιχείρηση αποκλεισμού του δρόμου που οδηγούσε από το Άργος στην Τρίπολη. Αλλά είχαν την ατυχία να χάσουν όλες τις αποσκευές και τα τρία μουλάρια τους. Τα άρπαξαν οι Μανιάτες.
Παρουσιάσθηκαν στον Υψηλάντη. «Μας απάντησε πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα αν δεν του δείξουμε τους κλέφτες».
Ο Γερμανός εθελοντής εκφράζει τον αποτροπιασμό του για το έγκλημα, ενώ γνωρίζει ότι ο εχθρός ζύγωνε στο Άργος, ότι σκηνές αλλοφροσύνης διαδραματίζονταν στις ακτές και ότι τα πάντα είχαν διαλυθεί. Ποιος θα μπορούσε να προστατέψει σε ώρα φυγής και πανικού τους αιχμαλώτους;
Καταπογοητευμένοι οι εθελοντές δήλωσαν στον Υψηλάντη πως επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Είχαν ναυαγήσει οι ελπίδες για διάκριση, δόξες και πλούτη.
Ο Υψηλάντης τους έστειλε στην Τριπολιτσά για να εξοικονομηθούν. Εκεί ασχολήθηκαν με την αναζήτηση θησαυρών. Αλλά βρήκαν μόνο πτώματα και σκορπιούς.
Τον Σεπτέμβριο του 1822 πέρασαν στις Σπέτσες. Οι κάτοικοι είχαν μετακινηθεί στην Ύδρα. Από στιγμή σε στιγμή θα κατέπλεε στον Αργοσαρωνικό ο οθωμανικός στόλος. «Μερικοί Χιώτες πρόσφυγες είχαν απομείνει στην πόλη αντιμετωπίζοντας την εξαθλίωση και το θάνατο».
Από τις Σπέτσες διαπεραιώθηκαν στο Καστρί, την αρχαία Ερμιόνη, «καταφύγιο πειρατών». Ο βαρκάρης διηγήθηκε στους ξένους πως οι πειρατές του Καστριού αιχμαλώτισαν ένα καράβι φορτωμένο λάδι, που αναγκάστηκε να ποδίσει στο λιμάνι εξαιτίας του καιρού, σκότωσαν το πλήρωμα κι’ έκοψαν το δάχτυλο της γυναίκας ενός ναυτικού για να πάρουν το χρυσό δαχτυλίδι που δεν έβγαινε».
Από το Καστρί στην Ύδρα. «Μπαίνοντας στην πόλη διαπιστώσαμε τα ίδια συμπτώματα τρόμου που είχαμε παρατηρήσει και στις Σπέτσες. Οι προεστοί, δηλαδή οι πιο πλούσιοι, είχαν αποπειραθεί να δραπετεύσουν με τους θησαυρούς τους, αλλά το σχέδιο της φυγής αποκαλύφθηκε. Ακολούθησε αναταραχή, συναγερμός και οι προεστοί υποχρεώθηκαν να παραμείνουν στο νησί και να συμβάλουν στις δαπάνες του πολέμου».
Τελικά οι ξένοι εθελοντές έφθασαν, διαμέσου Μήλου, στη Σμύρνη και με τη βοήθεια του εκεί προξένου της Γαλλίας David γύρισαν στην Μασσαλία.
Τον Σεπτέμβριο του 1822 και ενώ προετοιμαζόταν στη Μασσαλία η τελευταία μεγάλη αποστολή εθελοντών, γύρισε από το Μωριά ο Πρώσσος υπολοχαγός (γαλλικής καταγωγής) W. von LeFebre. Λίγους μήνες αργότερα κυκλοφόρησε το χρονικό των περιπετειών του, πραγματικός λίβελλος. Οι Έλληνες παρουσιάζουν θλιβερό θέαμα, δεν θυμίζουν τίποτα από τους αρχαίους προγόνους, ο Υψηλάντης είναι νέος αλλά «ετοιμόρροπος, πανάσχημος και φοβιτσιάρης». Ο Κολοκοτρώνης, ένας γίγαντας που δεν άφησε τις συνήθειες του ληστή και φρόντισε να σιγουρέψει τα εκατομμύρια των λαφυραγωγιών του στην Αγγλία.
Ανακατεύει αλήθειες και ψευτιές. Ένας νεαρός Γερμανός γιατρός αυτοκτόνησε με δηλητήριο μόλις είδε τη σφαγή των Τούρκων στην Τριπολιτσά. Αλλά κανένας Γερμανός δεν βρισκόταν στην Τριπολιτσά κατά την πολιορκία και την άλωση.
Οι Έλληνες είναι δειλοί. Δέκα χιλιάδες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους μπροστά σε τρεις χιλιάδες Τούρκους. Το αντίθετο έγινε. Οι Έλληνες κατόρθωσαν να συντρίψουν τρεις οθωμανικές στρατιές.
Οι προεστοί της Ύδρας και των Σπετσών φιλονικούσαν για την κατοχή μιας φρεγάτας που αιχμαλώτισαν κι’ επειδή δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν την πυρπόλησαν.
Γράφει ότι οι Έλληνες πουλούσαν στους εθελοντές μερικά άθλια λαχανικά με χρυσάφι και ότι ήθελαν να αρπάξουν τα όπλα τους. Ότι ανέθεταν σ’ αυτούς τις επικίνδυνες αποστολές. Ότι οι ξένοι πέθαιναν χωρίς καμμιά περιποίηση όταν δεν εγκαταλείπονταν στο έλεος των Τούρκων.
Και προειδοποιεί τους συμπατριώτες του για την τύχη που τους περιμένει: «Δεν θα βρείτε στην ξένη γη, που θαρείτε πως σας χαμογελάει, παρά τη δυστυχία και το θάνατο. Ή τουλάχιστον την αχαριστία εκείνων που πηγαίνετε να συμπαρασταθείτε. Αν οι ανιδιοτελείς παραινέσεις μου αντιμετωπισθούν με περιφρόνηση θα συνέλθετε από την πλάνη σας, όπως εμείς, και θα αντιμετωπίσετε την αποστροφή ενός λαού που για να δικαιολογήσει την έλλειψη φιλόξενων αισθημάτων λέει πως δεν σας κάλεσε να τον υπερασπισθήτε, θα προσγειωθήτε σύντομα, όπως εμείς που δεν ζητούσαμε παρά μια πεντάρα και ένα πεδίο μάχης. Και σείς μπορεί να είσαστε λιγώτερο τυχεροί από μας, μπορεί να μη ξαναδήτε το πατρικό σας σπίτι».
Δεν ήταν ο μόνος που δημοσίευσε μισελληνικές προκηρύξεις. Λίγους μήνες πριν κυκλοφόρησαν στη Μασσαλία δυσφημιστικά για τους Έλληνες και την Επανάσταση κείμενα του Γάλλου αξιωματικού Maurice Persat, αμέσως μετά την επιστροφή του από το Μωριά. Την πολύμορφη μισελληνική εκστρατεία υποκινούσαν και χρηματοδοτούσαν οι γαλλικές Αρχές. Εκμεταλλεύονταν τις απογοητεύσεις, τις πικρίες και τις μνησικακίες των αξιωματικών κατά το γυρισμό τους στη Μασσαλία και τους παρωθούσαν σε «διαφωτιστικές» εξομολογήσεις με σκοπό την υπονόμευση του φιλελληνικού κινήματος και τη διάβρωση του φιλελευθέρου πνεύματος που δονούσε σ’ αυτή την περίοδο την Ευρώπη.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου