Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁπλίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁπλίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

AM FineArtPrints

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πλίζω»
 
πλίζω: εξοπλίζω, ετοιμάζω, δίνω σε κάποιον όπλα
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
πλίζω, πλίζεις, πλίζει, πλίζομεν, πλίζετε, πλίζουσι(ν)
Υποτακτική
πλίζω, πλίζς, πλίζ, πλίζωμεν, πλίζητε, πλίζωσι(ν)
Ευκτική
πλίζοιμι, πλίζοις, πλίζοι, πλίζοιμεν, πλίζοιτε, πλίζοιεν
Προστακτική
---, πλιζε, πλιζέτω, ---, πλίζετε, πλιζόντων (ή πλιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
πλίζειν
Μετοχή
πλίζων, πλίζουσα, πλίζον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
πλίζων, το πλίζοντος, τ πλίζοντι, τόν πλίζοντα, πλίζων
ο πλίζοντες, τν πλιζόντων, τος πλίζουσι(ν), τούς πλίζοντας, πλίζοντες
 
Θηλυκό
πλίζουσα, τς πλιζούσης, τ πλιζούσ, τήν πλίζουσαν, πλίζουσα
α πλίζουσαι, τν πλιζουσν, τας πλιζούσαις, τάς πλιζούσας, πλίζουσαι
 
Ουδέτερο
τό πλζον, το πλίζοντος, τ πλίζοντι, τό πλζον, πλζον
τά πλίζοντα, τν πλιζόντων, τος πλίζουσι(ν), τά πλίζοντα, πλίζοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
πλιζον, πλιζες, πλιζε, πλίζομεν, πλίζετε, πλιζον
 
Αόριστος
Οριστική
πλισα, πλισας, πλισε(ν), πλίσαμεν, πλίσατε, πλισαν
Υποτακτική
πλίσω, πλίσς, πλίσ, πλίσωμεν, πλίσητε, πλίσωσι(ν)
Ευκτική
πλίσαιμι, πλίσαις ή πλίσειας, πλίσαι ή πλίσειε(ν), πλίσαιμεν, πλίσαιτε, πλίσαιεν ή πλίσειαν
Προστακτική
---, πλισον, πλισάτω, ---, πλίσατε, πλισάντων (ή πλισάτωσαν)
Απαρέμφατο
πλίσαι
Μετοχή
πλίσας, πλίσασα, πλίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πλικα, πλικας, πλικε, πλίκαμεν, πλίκατε, πλίκασι(ν)
 
Υποτακτική
πλικώς- πλικυα- πλικός
πλικώς- πλικυα- πλικός ς
πλικώς- πλικυα- πλικός
πλικότες- πλικυαι- πλικότα μεν
πλικότες- πλικυαι- πλικότα τε
πλικότες- πλικυαι- πλικότα σι
 
Ευκτική
πλικώς- πλικυα- πλικός εην
πλικώς- πλικυα- πλικός εης
πλικώς- πλικυα- πλικός εη
πλικότες- πλικυαι- πλικότα εμεν
πλικότες- πλικυαι- πλικότα ετε
πλικότες- πλικυαι- πλικότα εεν
 
Προστακτική
---
πλικώς- πλικυα- πλικός σθι
πλικώς- πλικυα- πλικός στω
---
πλικότες- πλικυαι- πλικότα στε
πλικότες- πλικυαι- πλικότα στων
 
Απαρέμφατο
πλικέναι
Μετοχή
πλικώς- πλικυα- πλικός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
πλίκειν, πλίκεις, πλίκει, πλίκεμεν, πλίκετε, πλίκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
πλίζομαι, πλίζ ή πλίζει, πλίζεται, πλιζόμεθα, πλίζεσθε, πλίζονται
Υποτακτική
πλίζωμαι, πλίζ, πλίζηται, πλιζώμεθα, πλίζησθε, πλίζωνται
Ευκτική
πλιζοίμην, πλίζοιο, πλίζοιτο, πλιζοίμεθα, πλίζοισθε, πλίζοιντο
Προστακτική
---, πλίζου, πλιζέσθω, ---, πλίζεσθε, πλιζέσθων ή πλιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
πλίζεσθαι
Μετοχή
πλιζόμενος
πλιζομένη
πλιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
πλιζόμην, πλίζου, πλίζετο, πλιζόμεθα, πλίζεσθε, πλίζοντο
 
Μέλλοντας Μέσος
Οριστική
πλιομαι, πλι ή πλιε, πλιεται, πλιούμεθα, πλιεσθε, πλιονται
(και φοπλίσομαι, φοπλίση ή φοπλίσει, φοπλίσεται, φοπλισόμεθα, φοπλίσεσθε, φοπλίσονται)
Ευκτική
πλιοίμην, πλιοο, πλιοτο, πλιοίμεθα, πλιοσθε, πλιοντο
(και πλισοίμην, πλισοιο, πλισοιτο, πλισοίμεθα, πλισοισθε, πλισοιντο)
Απαρέμφατο
πλιεσθαι (και πλίσεσθαι)
Μετοχή
πλιούμενος, πλιουμένη, πλιούμενον
(και πλισόμενος, πλισομένη, πλισόμενον)
 
Αόριστος Μέσος
Οριστική
πλισάμην, πλίσω, πλίσατο, πλισάμεθα, πλίσασθε, πλίσαντο
Υποτακτική
πλίσωμαι, πλίσ, πλίσηται, πλισώμεθα, πλίσησθε, πλίσωνται
Ευκτική
πλισαίμην, πλίσαιο, πλίσαιτο, πλισαίμεθα, πλίσαισθε, πλίσαιντο
Προστακτική
---, πλισαι, πλισάσθω, ---, πλίσασθε, πλισάσθων ή πλισάσθωσαν
Απαρέμφατο
πλίσασθαι
Μετοχή
πλισάμενος
πλισαμένη
πλισάμενον
 
Παθητικός Αόριστος (ως Μέσος)
Οριστική
πλίσθην, πλίσθης, πλίσθη, πλίσθημεν, πλίσθητε, πλίσθησαν
Υποτακτική
πλισθ, πλισθς, πλισθ, πλισθμεν, πλισθτε, πλισθσι(ν)
Ευκτική
πλισθείην, πλισθείης, πλισθείη, πλισθεμεν ή πλισθείημεν, πλισθετε ή πλισθείητε, πλισθεεν ή πλισθείησαν
Προστακτική
---, πλίσθητι, πλισθήτω, ---, πλίσθητε, πλισθέντων ή πλισθήτωσαν
Απαρέμφατο
πλισθναι
Μετοχή
πλισθείς
πλισθεσα
πλισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πλισμαι, πλισαι, πλισται, πλίσμεθα, πλισθε, πλισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
πλισμένος- πλισμένη- πλισμένον
πλισμένος- πλισμένη- πλισμένον ς
πλισμένος- πλισμένη- πλισμένον
πλισμένοι- πλισμέναι- πλισμένα μεν
πλισμένοι- πλισμέναι- πλισμένα τε
πλισμένοι- πλισμέναι- πλισμένα σι
 
Ευκτική
πλισμένος- πλισμένη- πλισμένον εην
πλισμένος- πλισμένη- πλισμένον εης
πλισμένος- πλισμένη- πλισμένον εη
πλισμένοι- πλισμέναι- πλισμένα εμεν
πλισμένοι- πλισμέναι- πλισμένα ετε
πλισμένοι- πλισμέναι- πλισμένα εεν
 
Προστακτική
---, πλισο, πλίσθω, ---, πλισθε, πλίσθων ή πλίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
πλίσθαι
Μετοχή
πλισμένος,
πλισμένη,
πλισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
πλίσμην, πλισο, πλιστο, πλίσμεθα, πλισθε, πλισμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου