Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁπλίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁπλίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

AM FineArtPrints

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁπλίζω»
 
ὁπλίζω: εξοπλίζω, ετοιμάζω, δίνω σε κάποιον όπλα
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὁπλίζω, ὁπλίζεις, ὁπλίζει, ὁπλίζομεν, ὁπλίζετε, ὁπλίζουσι(ν)
Υποτακτική
ὁπλίζω, ὁπλίζῃς, ὁπλίζῃ, ὁπλίζωμεν, ὁπλίζητε, ὁπλίζωσι(ν)
Ευκτική
ὁπλίζοιμι, ὁπλίζοις, ὁπλίζοι, ὁπλίζοιμεν, ὁπλίζοιτε, ὁπλίζοιεν
Προστακτική
---, ὅπλιζε, ὁπλιζέτω, ---, ὁπλίζετε, ὁπλιζόντων (ή ὁπλιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
ὁπλίζειν
Μετοχή
ὁπλίζων, ὁπλίζουσα, ὁπλίζον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὁπλίζων, τοῦ ὁπλίζοντος, τῷ ὁπλίζοντι, τόν ὁπλίζοντα, ὦ ὁπλίζων
οἱ ὁπλίζοντες, τῶν ὁπλιζόντων, τοῖς ὁπλίζουσι(ν), τούς ὁπλίζοντας, ὦ ὁπλίζοντες
 
Θηλυκό
ἡ ὁπλίζουσα, τῆς ὁπλιζούσης, τῇ ὁπλιζούσῃ, τήν ὁπλίζουσαν, ὦ ὁπλίζουσα
αἱ ὁπλίζουσαι, τῶν ὁπλιζουσῶν, ταῖς ὁπλιζούσαις, τάς ὁπλιζούσας, ὦ ὁπλίζουσαι
 
Ουδέτερο
τό ὁπλῖζον, τοῦ ὁπλίζοντος, τῷ ὁπλίζοντι, τό ὁπλῖζον, ὦ ὁπλῖζον
τά ὁπλίζοντα, τῶν ὁπλιζόντων, τοῖς ὁπλίζουσι(ν), τά ὁπλίζοντα, ὦ ὁπλίζοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ὥπλιζον, ὥπλιζες, ὥπλιζε, ὡπλίζομεν, ὡπλίζετε, ὥπλιζον
 
Αόριστος
Οριστική
ὥπλισα, ὥπλισας, ὥπλισε(ν), ὡπλίσαμεν, ὡπλίσατε, ὥπλισαν
Υποτακτική
ὁπλίσω, ὁπλίσῃς, ὁπλίσῃ, ὁπλίσωμεν, ὁπλίσητε, ὁπλίσωσι(ν)
Ευκτική
ὁπλίσαιμι, ὁπλίσαις ή ὁπλίσειας, ὁπλίσαι ή ὁπλίσειε(ν), ὁπλίσαιμεν, ὁπλίσαιτε, ὁπλίσαιεν ή ὁπλίσειαν
Προστακτική
---, ὅπλισον, ὁπλισάτω, ---, ὁπλίσατε, ὁπλισάντων (ή ὁπλισάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὁπλίσαι
Μετοχή
ὁπλίσας, ὁπλίσασα, ὁπλίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὥπλικα, ὥπλικας, ὥπλικε, ὡπλίκαμεν, ὡπλίκατε, ὡπλίκασι(ν)
 
Υποτακτική
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός ὦ
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός ᾖς
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός ᾖ
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα ὦμεν
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα ἦτε
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα ὦσι
 
Ευκτική
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός εἴην
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός εἴης
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός εἴη
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα εἶμεν
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα εἶτε
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα εἶεν
 
Προστακτική
---
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός ἴσθι
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός ἔστω
---
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα ἔστε
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ὡπλικέναι
Μετοχή
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ὡπλίκειν, ὡπλίκεις, ὡπλίκει, ὡπλίκεμεν, ὡπλίκετε, ὡπλίκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὁπλίζομαι, ὁπλίζῃ ή ὁπλίζει, ὁπλίζεται, ὁπλιζόμεθα, ὁπλίζεσθε, ὁπλίζονται
Υποτακτική
ὁπλίζωμαι, ὁπλίζῃ, ὁπλίζηται, ὁπλιζώμεθα, ὁπλίζησθε, ὁπλίζωνται
Ευκτική
ὁπλιζοίμην, ὁπλίζοιο, ὁπλίζοιτο, ὁπλιζοίμεθα, ὁπλίζοισθε, ὁπλίζοιντο
Προστακτική
---, ὁπλίζου, ὁπλιζέσθω, ---, ὁπλίζεσθε, ὁπλιζέσθων ή ὁπλιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
ὁπλίζεσθαι
Μετοχή
ὁπλιζόμενος
ὁπλιζομένη
ὁπλιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ὡπλιζόμην, ὡπλίζου, ὡπλίζετο, ὡπλιζόμεθα, ὡπλίζεσθε, ὡπλίζοντο
 
Μέλλοντας Μέσος
Οριστική
ὁπλιοῦμαι, ὁπλιῇ ή ὁπλιεῖ, ὁπλιεῖται, ὁπλιούμεθα, ὁπλιεῖσθε, ὁπλιοῦνται
(και ἐφοπλίσομαι, ἐφοπλίση ή ἐφοπλίσει, ἐφοπλίσεται, ἐφοπλισόμεθα, ἐφοπλίσεσθε, ἐφοπλίσονται)
Ευκτική
ὁπλιοίμην, ὁπλιοῖο, ὁπλιοῖτο, ὁπλιοίμεθα, ὁπλιοῖσθε, ὁπλιοῖντο
(και ὁπλισοίμην, ὁπλισοιο, ὁπλισοιτο, ὁπλισοίμεθα, ὁπλισοισθε, ὁπλισοιντο)
Απαρέμφατο
ὁπλιεῖσθαι (και ὁπλίσεσθαι)
Μετοχή
ὁπλιούμενος, ὁπλιουμένη, ὁπλιούμενον
(και ὁπλισόμενος, ὁπλισομένη, ὁπλισόμενον)
 
Αόριστος Μέσος
Οριστική
ὡπλισάμην, ὡπλίσω, ὡπλίσατο, ὡπλισάμεθα, ὡπλίσασθε, ὡπλίσαντο
Υποτακτική
ὁπλίσωμαι, ὁπλίσῃ, ὁπλίσηται, ὁπλισώμεθα, ὁπλίσησθε, ὁπλίσωνται
Ευκτική
ὁπλισαίμην, ὁπλίσαιο, ὁπλίσαιτο, ὁπλισαίμεθα, ὁπλίσαισθε, ὁπλίσαιντο
Προστακτική
---, ὅπλισαι, ὁπλισάσθω, ---, ὁπλίσασθε, ὁπλισάσθων ή ὁπλισάσθωσαν
Απαρέμφατο
ὁπλίσασθαι
Μετοχή
ὁπλισάμενος
ὁπλισαμένη
ὁπλισάμενον
 
Παθητικός Αόριστος (ως Μέσος)
Οριστική
ὡπλίσθην, ὡπλίσθης, ὡπλίσθη, ὡπλίσθημεν, ὡπλίσθητε, ὡπλίσθησαν
Υποτακτική
ὁπλισθῶ, ὁπλισθῇς, ὁπλισθῇ, ὁπλισθῶμεν, ὁπλισθῆτε, ὁπλισθῶσι(ν)
Ευκτική
ὁπλισθείην, ὁπλισθείης, ὁπλισθείη, ὁπλισθεῖμεν ή ὁπλισθείημεν, ὁπλισθεῖτε ή ὁπλισθείητε, ὁπλισθεῖεν ή ὁπλισθείησαν
Προστακτική
---, ὁπλίσθητι, ὁπλισθήτω, ---, ὁπλίσθητε, ὁπλισθέντων ή ὁπλισθήτωσαν
Απαρέμφατο
ὁπλισθῆναι
Μετοχή
ὁπλισθείς
ὁπλισθεῖσα
ὁπλισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὥπλισμαι, ὥπλισαι, ὥπλισται, ὡπλίσμεθα, ὥπλισθε, ὡπλισμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ὡπλισμένος- ὡπλισμένη- ὡπλισμένον ὦ
ὡπλισμένος- ὡπλισμένη- ὡπλισμένον ᾖς
ὡπλισμένος- ὡπλισμένη- ὡπλισμένον ᾖ
ὡπλισμένοι- ὡπλισμέναι- ὡπλισμένα ὦμεν
ὡπλισμένοι- ὡπλισμέναι- ὡπλισμένα ἦτε
ὡπλισμένοι- ὡπλισμέναι- ὡπλισμένα ὦσι
 
Ευκτική
ὡπλισμένος- ὡπλισμένη- ὡπλισμένον εἴην
ὡπλισμένος- ὡπλισμένη- ὡπλισμένον εἴης
ὡπλισμένος- ὡπλισμένη- ὡπλισμένον εἴη
ὡπλισμένοι- ὡπλισμέναι- ὡπλισμένα εἶμεν
ὡπλισμένοι- ὡπλισμέναι- ὡπλισμένα εἶτε
ὡπλισμένοι- ὡπλισμέναι- ὡπλισμένα εἶεν
 
Προστακτική
---, ὥπλισο, ὡπλίσθω, ---, ὥπλισθε, ὡπλίσθων ή ὡπλίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ὡπλίσθαι
Μετοχή
ὡπλισμένος,
ὡπλισμένη,
ὡπλισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ὡπλίσμην, ὥπλισο, ὥπλιστο, ὡπλίσμεθα, ὥπλισθε, ὡπλισμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου