Λογοτεχνία Κατεύθυνσης: Διαγώνισμα στον Κρητικό του Σολωμού

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Brooke Shaden 

Λογοτεχνία Κατεύθυνσης: Διαγώνισμα στον Κρητικό του Σολωμού

Διονύσιος Σολωμός «Ο Κρητικός»

Ενότητες 3η & 4η
«Ακόμη εβάστουνε η βροντή.... / Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο.»

1. Να αναφερθείτε στις επιδράσεις που έχει δεχτεί ο Διονύσιος Σολωμός από τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου, τα Σονέτα του Πετράρχη και τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του Schiller. Επικουρικά σας δίνονται αποσπάσματα από έργα των δημιουργών αυτών. [Μονάδες 15]

Ερωτόκριτος
«Ήρχισε κ’ εμεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι
κ’ επλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση και στη χάρη
εγίνηκε της ηλικιάς παντόθες εγροικήθη
πώς για να το ‘χου θάμασμα στον κόσμο εγεννήθη
και τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Αρετούσα
οι ομορφιές τση ήσαν πολλές, τα κάλλη τση ήσα πλούσα.»

Μετάφραση της ωδής του Πετράρχη, από τον Διονύσιο Σολωμό
«Άνθια, θυμούμαι, επέφτανε
Απ’ τα κλωνάρια πλήθος,
Συρμένα από τον Έρωτα
Στο μαλακό το στήθος
Κι έστεκε με ταπείνωση
Σε τόσην δόξα αυτή,
Ολόλαμπρη, ολοστόλιστη,
Απ’ την ανθοβολή.

Και ποιο από τ’ άνθια ησύχαζε
Απάνου στην ποδιά της,
Ποιο στα μαργαριτόπλεχτα
Λαμπρόξανθα μαλλιά της
Στην όψη ποιο του ρεύματος
Του λιβαδιού, και ποιο
Λες κι έλεε αεροπλέοντας:
Ο Έρως είν’ εδώ.

Πόσες φορές το πνεύμα μου
Από τρομάρα επιάσθη,
Και: Τούτη, τούτη, εφώναξα,
Στον Ουρανόν επλάσθη!
Γιατί όλα τότε μούκαναν
Τα φρένα εκστατικά, -
Το σώμα, το γλυκόγελο,
Το πρόσωπο, η λαλιά»

Friedrich Schiller, Über das Pathetische (Περί πάθους) 
«Η ψυχή τόσο περισσότερο εκτείνεται μέσα της, όσο περισσότερους περιορισμούς ευρίσκει έξω της. Διωγμένοι από όλα τα οχυρώματα, όσα δύνανται να δώσουν μιαν φυσικήν προστασία του αισθητού ανθρώπου, προσφεύγουμε εις τον ακαταμάχητον πύργο της ηθικής μας ελευθερίας, και αποχτούμε μίαν απόλυτη και άπειρη ασφάλεια, ενώ αφήνουμε ένα απλώς σχετικό και προσωρινό υπεράσπισμα μέσα εις το πεδίον των φαινομένων. Αλλά μάλιστα για τούτο, ότι πρέπει να μας πλακώση τούτη η φυσική βία, όπως αναγκασθούμε να ζητήσουμε βοήθεια εις την ηθική μας φύση, δεν ημπορούμε να φτάσουμε εις τούτη την υψηλή συναίσθηση της ελευθερίας με άλλο παρά με το πάθος. Η κοινή ψυχή μένει απλώς εις τούτο το πάθος και μέσα εις το ύψος του πάθους ποτέ δεν αισθάνεται άλλο τι παρά τον τρόμο μια αυτόνομη ψυχή εξ εναντίας μάλιστα από αυτό το πάθος σπρώχνεται να μεταβή εις τη συναίσθηση της άκρας ενέργειας, και από κάθε φοβερό αντικείμενο ηξεύρει να γεννήση ένα υψηλό.»

2 α) Στους ακόλουθους στίχους να εντοπίσετε 5 σχήματα λόγου και να εξηγήσετε πως λειτουργούν σε σχέση με το περιεχόμενο του ποιήματος. [Μονάδες 10]
«Κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μια φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.»

β) Να σχολιάσετε τις αφηγηματικές τεχνικές που εντοπίζετε στο απόσπασμα που σας δόθηκε. [Μονάδες 10]

3. Η φεγγαροντυμένη, λοιπόν, αποτελεί μια προσπάθεια σύστασης-σύνθεσης ενός πλάσματος φαντασιακού, μιας εικόνας ποιητικής, ενός σχήματος που δε θα είναι θεωρητικό [...], αλλά θα αποτελεί μιαν απόδοση-αναπαράσταση-ερμηνεία του αισθητού, το οποίο πλάσμα-εικόνα-σχήμα θα συνασπίζει τις τρεις υποστάσεις-διαστάσεις του φυσικού: την εξωτερική φύση, τον ηθικοπνευματικό χαρακτήρα του ανθρώπου και το Θεό...
[Βαγγέλης Αθανασόπουλος, «Φως-Σώμα: Φως και Υπερβατική Σωματικότητα στο Ποιητικό Τοπίο του Σολωμού»]
Να αιτιολογήσετε την παραπάνω άποψη με βάση το απόσπασμα του ποιήματος που σας δόθηκε. [Μονάδες 20]

4. Να σχολιάσετε σε μία παράγραφο (100-120 λέξεων) το περιεχόμενο των ακόλουθων στίχων. [Μονάδες 25]
«Τέλος σ’ εμέ που βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
Καταπώς στέκει στο Βορρά η πετροκαλαμίθρα,
Όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει
Την κοίταζα ο βαριόμοιρος, μ’ εκοίταζε κι εκείνη.»

5. Να εντοπίσετε ομοιότητες και διαφορές ως προς το περιεχόμενο ανάμεσα στο απόσπασμα από τον Κρητικό του Σολωμού και το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, Το τραγούδι της Καλυψώς. [Μονάδες 20]

 Άγγελος Σικελιανός «Το τραγούδι της Καλυψώς» [απόσπασμα]

Το ευρύχωρο άντρο, γιόμιζεν από τα κυπαρίσσια
            Μιαν ήρεμη ευωδιά –
Κι από των ξέρρηχων φυκιών την ακροπελαγίσια
            Πνοήν, η θεία βραδυά.

Έτσι, ως μπροστά της έπλεχε, μιά κι’ άλληνε πλεξούδα,
            Γιομάτη και χρυσή,
Αργά, το ηλιοβασίλεμμα, η Νύφη, ορτή, τραγούδα
            Και βόγγαε το νησί.

Και καθώς πλέρια στα πυκνά του δάσου, αχτίδα νάμπει,
            Στο γέρσιμο του Ηλιού,
Μέσα της ξάφνου απόκρυφος χορός φτεράει και λάμπει
            Στο διάνεμα πουλιού –

Κι’ απ’ την ισκιά ζερβόδεξα, στων μούσκλων τα βελούδα,
            Αν την ακουμπά ο κρουνός,
Άγνωρη ανάβρα ολόγυρα σαλεύει η πεταλούδα
            Και κόσμος εαρινός

Μ’ ανεβρυτό περνάει φτερό κι ανεβοκατεβαίνει
            Στη φλόγινη αστραπή
Χρυσός, πρασινογάλανος, φωτιά, σε μαγεμένη
            Διαβατική σιωπή –

Κι όπως, αν γύρει στ’ ανοιχτά, σε πέλαγο ή σε κάμπο,
            Τα πάντα διαπερνά,
Τα ξερά ‘γκάθια διάφωτα με κρουσταλλένιο λάμπο
            Σαλεύουν φωτεινά,

Τ’ άσπρα τα πέλαα των σταχυών και τα βουνά, τελειώνει
            Με διαμαντένια ακμή –
Κ’ αχτίδα σα βροχόσταλα στου πεύκου το βελόνι
            Γλιστράει κάθε στιγμή,

Τ’ άγριο το κύμα, ως τάλογο, που ωρτώθη στα καπούλια
            Κρεμάει – κι’ από ψηλά,
Σα βρύση αφίνει τον αφρόν, από άμετρα κανούλια,
            Φλογάτος να κυλά,

Έτσι, απ’ την άκρατη λαμπρή φωνήν, ό,τι διαβαίνει,
            Διαβαίνει δίχως σκιά
Και στης αθάνατης χαράς τον ήλιον ανεβαίνει
            Που τραγουδά η Θεά –

Και μ’ άγνωρο βαθύ παλμό τριγύρα σταματάνε
            Στη βαθουλή σπηλιά,
Τ’ αλάφια Διοκαταίβατα, να ποτιστούνε ως πάνε
            Και τα τρανά πουλιά,

«Λαμπρέ θνητέ σε χαιρετώ – Σου θέρισε, σα στάχυα
            Τα κύματα μακριά
Η ευκή μου και τραβήχτηκε, πάνω απ’ τα μαύρα βράχια
            Η θλιβερή σου σκιά.

Με το καλόν οπ’ ώφυγες και πια δε σου προσμένω
            Τα μέλη τα γερά,
Οπ’ ώσβυνα τον πόθο σου, σα σίδερο αναμμένο
            Μέσα στα κρύα νερά –

Μαζί σου, αν γεύτηκα, θνητέ, της γης αδρό σα μέλι
            Στη βαθουλή σπηλιά,
Των Ολυμπίων τον έρωτα κιάν ένιωσες στα μέλη
            Σε αργόπορη αγκαλιά,

Δε χάρηκες μ’ ελεύτερη καρδιά, με αστρίτη μάτι,
            Τη θεϊκή μου ορμή
Που ως κύμα εγλίστρα απάνω σου – κι’ η νοσταλγία σ’ επάτει,
            Για μιας θνητής κορμί;
...

διάνεμα = νεύμα
μούσκλα = βρύα
κρουνός = βρύση
ανάβρα = πηγή νερού που αναβλύζει


Απαντήσεις Διαγωνίσματος

1. Στο επίπεδο της έκφρασης και του λεξιλογίου διαπιστώνουμε συγκεκριμένα εκφραστικά (αλλά και θεματικά) δάνεια από τον Ερωτόκριτο. Ο Σολωμός, πέρα από την υιοθέτηση κοινού μέτρου και ομοιοκαταληξίας με το έργο του Κορνάρου (ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία), θα βρει στον Ερωτόκριτο τη θεματική της περιπέτειας και των δοκιμασιών του ήρωα, που ανταποκρινόταν και στις δικές του επιδιώξεις. Η γλώσσα, άλλωστε, του Κορνάρου που με ιδιαίτερη μαεστρία δίνει ζωντάνια στην Κρητική διάλεκτο, ενισχύει την πεποίθηση του εθνικού μας ποιητή πως μπορεί με την ανόθευτη δημοτική γλώσσα του ελληνικού λαού να αποδώσει όλο το βάθος των συλλογισμών του.
Ο Σολωμός θα επηρεαστεί επίσης από τα σονέτα του Πετράρχη, όπου κυριαρχούν οι περιγραφές της ιδανικής και αγαπημένης γυναίκας σε στενή συνάρτηση με την ομορφιά της φύσης. Η εξαίσια γυναίκα που με το άπειρο κάλλος της υποδουλώνει την καρδιά του ποιητή και συνάμα ασκεί μια μαγική επίδραση στο φυσικό περιβάλλον που δονείται από έρωτα και θαυμασμό, δίνει στο Σολωμό μια πρώτη εικόνα για τη δική του Φεγγαροντυμένη.
Βαθύτερη επίδραση θα δεχτεί ο ποιητής από τη σκέψη και το έργο του Γερμανού ποιητή Σίλερ. Ο Σίλερ μιλά για την ηθική ελευθερία του ατόμου και για την υπεροχή του πνεύματος απέναντι σε οποιαδήποτε εξωτερική δύναμη, ζητώντας συνάμα την επιδίωξη του ποιητή για μια υψηλή τέχνη, όπου το πνεύμα κυριαρχεί, απογυμνωμένο από κάθε αδυναμία και ατέλεια. Ο Σολωμός θα ακολουθήσει τα παραγγέλματα του Σίλερ και θα επιχειρήσει με ιδιαίτερη προσήλωση να δώσει στην ποίησή του έναν υψηλό χαρακτήρα, όπου ο εξαγνισμός και η κάθαρση των ηρώων θα δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για την πλήρη δικαίωση του πνεύματος και της ηθικής ελευθερίας.


2 α) φεγγαροντυμένη: η μεταφορά που εντοπίζουμε στη λέξη αυτή υποδηλώνει πως η θεϊκή μορφή είναι ενδεδυμένη με το φως του φεγγαριού, αφήνοντας όμως περιθώρια και μιας δεύτερης ανάγνωσης πως το φως του φεγγαριού αποτελεί ίσως το γενεσιουργό αίτιο και συνάμα την ίδια της την υπόσταση.
δροσάτο φως: με τη φράση αυτή αποδίδονται οι ανταύγειες του φεγγαρόφωτου στη μορφή της μυστηριακής γυναίκας. Έχουμε σχήμα συναισθησίας, εφόσον συμφύρονται δύο διαφορετικές αισθήσεις, αλλά και οξύμωρο, αν ληφθεί υπόψη ότι το φως αποτελεί πηγή θερμότητας. Η θεϊκή μορφή που είναι ενδεδυμένη με το φως του φεγγαριού συνιστά μια θαυμαστή παρουσία που ανατρέπει κάθε γνωστή σχέση με τα πράγματα. Το φως (όραση) που την περιβάλλει μοιάζει δροσερό (αφή) κι όχι θερμό, όπως θα έπρεπε να είναι. 
θεϊκιά θωριά: η μεταφορά αυτή έρχεται αφενός να τονίσει την εξαιρετική ομορφιά της γυναικείας μορφής, που μόνο με κάποια θεότητα θα μπορούσε να συγκριθεί, ενώ συνάμα υπονοεί την υπερβατική της υπόσταση.
μάτια ολόμαυρα – χρυσά μαλλιά: η αντίθεση που σχηματίζεται ανάμεσα στα ξανθά μαλλιά και τα μαύρα μάτια της θεϊκής μορφής, εντείνει το μυστηριακό στοιχείο της εμφάνισής της, ενώ τα μαύρα, σκοτεινά μάτια της προϊδεάζουν για την αδυναμία του ήρωα να αντιληφθεί καθαρά τις προθέσεις της.

β) Ο αφηγητής του ποιήματος είναι δραματοποιημένος, ομοδιηγητικός και μας αφηγείται την ιστορία του με εσωτερική εστίαση, γεγονός που δεν του επιτρέπει να έχει πλήρη γνώση των σκέψεων και προθέσεων των άλλων προσώπων που εμφανίζονται στην αφηγούμενη εμπειρία. Έτσι η Φεγγαροντυμένη παραμένει μια αινιγματική μορφή ακόμη και για τον αφηγητή.
Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, οπότε έχουμε μίμηση.
Στο απόσπασμα 3 τα γεγονότα μας δίνονται με γραμμική σειρά, ενώ στο απόσπασμα 4 έχουμε δύο αναδρομές. Η πρώτη αναδρομή γίνεται καθώς ο ήρωας επιχειρεί να θυμηθεί που και πότε έχει ξαναδεί τη μορφή της Φεγγαροντυμένης, ενώ η δεύτερη παρέχει στον ήρωα την ευκαιρία να μας μιλήσει για την τύχη της οικογένειάς του και τη δραματική φυγή του από την πατρική γη της Κρήτης.
Στα δύο αποσπάσματα κυριαρχεί η αφήγηση, έχουμε επίσης στοιχεία περιγραφής (περιγράφεται η φύση και η Φεγγαροντυμένη), καθώς και εσωτερικό μονόλογο τόσο όταν ο ήρωας αναλογίζεται που μπορεί να έχει δει ξανά τη θεϊκή μορφή, όσο και τη στιγμή που αναφέρεται στα βαθιά συναισθήματα που του προκαλεί η αίσθηση πως η Φεγγαροντυμένη μπορούσε να δει στα βάθη της ψυχής του (στίχοι 23 έως 28).
Επίσης, το μοτίβο της σιγής του κόσμου στο 3ο απόσπασμα αποτελεί προϊδεασμό για την επικείμενη εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης.

3. Ο Σολωμός δημιουργώντας την υποβλητική μορφή της Φεγγαροντυμένης επιχειρεί να συνδυάσει σε αυτή υπερβατικές αλλά και εγκόσμιες ιδιότητες στην ιδανική τους έκφανση. Επιδίωξη του ποιητή είναι η γυναικεία αυτή μορφή, παρά τη θεϊκή της υπόσταση, να διατηρεί τα ανθρώπινα εκείνα στοιχεία που θα την καθιστούσαν προσιτή και οικεία στον ήρωα, ώστε αυτός να μπορεί να αισθανθεί την αναγκαία οικειότητα που θα ξυπνούσε μέσα του μια έλξη ερωτική αλλά και πνευματική.
Έτσι η Φεγγαροντυμένη συνδυάζει τρία βασικά στοιχεία:α) την εξωτερική φύση, β) τον ηθικοπνευματικό χαρακτήρα του ανθρώπου και γ) το Θεό.
α) Η εξωτερική φύση της θεότητας συνίσταται σε αμιγώς ανθρώπινα στοιχεία, καθώς η Φεγγαροντυμένη είναι μια εξαιρετικά όμορφη γυναίκα με μαύρα μάτια, ξανθά μαλλιά και καμαρωτό παράστημα. Συνάμα, η Φεγγαροντυμένη βρίσκεται σε διαρκή και βαθιά επαφή με την εξωτερική φύση, καθώς όχι μόνο αποτελεί γέννημα του φυσικού περιβάλλοντος -αναδύεται από το νερό της θάλασσας και το φως του φεγγαριού-, αλλά συσχετίζεται συνεχώς με τα στοιχεία της φύσης. Κοιτάζει τα αστέρια προκαλώντας τους χαρά, ανοίγει την αγκαλιά της με έρωτα και ταπεινοσύνη προς το φυσικό χώρο γύρω της, διαχέει παντού φως και πατά στο νερό χωρίς διόλου να το αναταράζει. 
β) Ο ηθικοπνευματικός χαρακτήρας της θεϊκής μορφής αποδίδεται με την αναφορά στην ταπεινοσύνη που τη διακρίνει, παρά την εξαίσια ομορφιά της, και την καλοσύνη της, που είναι εμφανής όταν ανοίγει την αγκαλιά της. Η θεϊκή μορφή εμφανίζεται επίσης να έχει έρωτα, μια βαθιά δηλαδή αγάπη για την πλάση που την περιβάλλει.
γ) Ο Θεός ενυπάρχει σε μεγάλο βαθμό στη Φεγγαροντυμένη, η οποία εμφανίζεται να έχει δυνάμεις υπέρλογες. Το αιφνίδιο γαλήνεμα της φύσης, η αδυναμία των άστρων που ακτινοβολούν να καλύψουν τη λαμπρή παρουσία της, η ικανότητά της να πατά πάνω στα νερά της θάλασσας, η φωτοχυσία που φέρνει φως μεσημεριού μες στη νύχτα, είναι μερικά από τα στοιχεία που καθιστούν σαφές πως η γυναικεία αυτή μορφή έχει θεϊκή υπόσταση.

4. Ο ποιητής θέλοντας να τονίσει την έντονη ψυχική αλλά και σωματική έλξη που αισθάνεται ο ήρωας για τη θεϊκή μορφή, υποδηλώνοντας παράλληλα την αίσθηση της αμοιβαιότητας των συναισθημάτων, αξιοποιεί, όπως έχει γίνει σε πολλά κείμενα ήδη από την αρχαιότητα, το φαινόμενο του μαγνητισμού χρησιμοποιώντας την παρομοίωση με την πετροκαλαμίθρα. Έτσι, η Φεγγαροντυμένη στρέφεται προς τον ήρωα εξίσου μαγνητικά και άμεσα, όπως η βελόνα της πυξίδας στρέφεται προς το βορρά. Η αίσθηση πως η θεϊκή γυναίκα έλκεται από τον Κρητικό είναι βασικό στοιχείο προκειμένου ο ήρωας να αφεθεί ευκολότερα στη θελκτική παρουσία της. Ο ποιητής εδώ χρησιμοποιεί μια βασική αρχή του ερωτικού συναισθήματος, το οποίο καθίσταται ισχυρότερο όταν οι ερωτευμένοι αισθάνονται βέβαιοι για την αμοιβαιότητα των συναισθημάτων τους.  

5. Το περιεχόμενο του ποιήματος

Περιληπτικά
Μόλις ο Οδυσσέας φεύγει από το νησί της Καλυψώς, η νύμφη ξεκινά το τραγούδι της που αναστατώνει όλο το νησί κι επιβάλλει τη μαγεία του σε όλη τη φύση. Η επίδραση του τραγουδιού συγκρίνεται διαδοχικά με αυτή μιας αχτίδας του ήλιου κι ενός μεγάλου κύματος της θάλασσας.
Η θεά αφού έχει γαληνέψει τη θάλασσα για να διευκολύνει το ταξίδι του Οδυσσέα, τον μέμφεται που δεν εκτίμησε την ένταση της αγάπης της και συνέχισε να νοσταλγεί επίμονα την αγάπη μιας θνητής γυναίκας.

Αναλυτικά
Η σπηλιά της Καλυψώς, καθώς βράδιαζε, γέμιζε ευωδιά από τα κυπαρίσσια και δροσιά από τα φύκια στην άκρη της ακτής και καθώς η νύμφη έπλεκε τα χρυσά μαλλιά της, την ώρα που ο ήλιος έδυε, τραγουδούσε όρθια, κι απ’ το τραγούδι της αναστέναζε όλο το νησί.
Κι όπως μια τελευταία αχτίδα του ήλιου, λίγο προτού αυτός δύσει, διαπερνά τα πυκνά φυλλώματα του δάσους, έτσι μέσα της ξαφνικά γεννήθηκε μια εύθυμη διάθεση, ένας χορός, που έλαμψε στην ψυχή της, τόσο γοργά όσο ένα φτερούγισμα πουλιού.

Στις επόμενες 4 στροφές ο ποιητής παρουσιάζοντας την επίδραση που ασκεί στη φύση η αχτίδα του ήλιου που κατάφερε να διαπεράσει τη σκιά, επιχειρεί να τονίσει την επίδραση που είχε το τραγούδι της θεάς.

Έτσι, όπως μια πεταλούδα που μέσα στη σκιά, στα απαλά βρύα, αν την ακουμπήσει ο κρουνός, η βρύση του φωτός, απ’ την τελευταία αχτίδα του ήλιου, ξεκινά να πετά ολόγυρα κι ο κόσμος γίνεται ανοιξιάτικος. Και με το χαρωπό πέταγμά της ανεβοκατεβαίνει μέσα στην αστραπή του φωτός και μοιάζουν τα χρωματισμένα της φτερά να έχουν πάρει φωτιά, αφήνοντας άφωνους με την ομορφιά της τους διαβάτες.
Κι όπως, αν η αχτίδα του ήλιου πέσει στα ανοιχτά είτε της θάλασσας είτε της πεδιάδας, διαπερνά και φωτίζει τα πάντα, λαμπρύνοντας ακόμη και τα ξερά αγκάθια και σβήνει με μια κορύφωση, αφού πρώτα έχει φωτίσει τα στάχυα και τα βουνά.
Όπως και το άγριο κύμα της θάλασσας που κυλά κάθε στιγμή, σαν τη δροσιά που στάζει από τις πευκοβελόνες, και κάποτε ορθώνεται, σαν το άλογο που στέκεται στα πισινά του πόδια, κι ύστερα ξεχύνεται προς τα κάτω σαν μια τεράστια βρύση που αφήνει τον αφρό να τρέχει παντού σαν από αμέτρητες κάνουλες. 

Έτσι, από την καθαρή και λαμπρή φωνή της θεάς, φωτίζεται κάθε τι που κινείται στο νησί σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν έχει πια σκιά, κι υψώνεται στον ήλιο της χαράς που αισθάνεται η αθάνατη θεά. Κι είναι τέτοια η ομορφιά του τραγουδιού της, ώστε ακόμη και τα ελάφια που έχουν σταλθεί απ’ τον Δία και πηγαίνουν να πιουν νερό μένουν ακίνητα, όπως και τα αγέρωχα πουλιά στον ουρανό.

Αμέσως μετά ο ποιητής δίνει το λόγο στην Καλυψώ η οποία αποχαιρετά τον Οδυσσέα, εκφράζοντάς του συνάμα τα παράπονά της. Η θεά, λοιπόν, επισημαίνει πως η δική της ευχή θέρισε τα κύματα της θάλασσας, σα να ήταν στάχυα, κι έτσι ο ήρωας έχει ξεκινήσει ήδη με ασφάλεια το ταξίδι της επιστροφής.
Η Καλυψώ δεν προσμένει πια το γερό σώμα του Οδυσσέα για να σβήσει τους πόθους του, όπως σβήνεται το αναμμένο σίδερο στα κρύα νερά.
Κι αν με τον Οδυσσέα γεύτηκε τον θεϊκό έρωτα, κι αν εκείνος δέχτηκε το ερωτικό της αγκάλιασμα, εντούτοις δε χάρηκε ποτέ τη θεϊκή ορμή του έρωτά της μ’ ελεύθερη καρδιά, δεν είδε καθαρά τη θεϊκή της ομορφιά, γιατί κρατούσε πάντοτε στη σκέψη του την αγάπη του για τη θνητή γυναίκα του.

Ομοιότητες ανάμεσα στα δύο ποιήματα:

  • Κεντρικό πρόσωπο και στα δύο ποιήματα είναι μια γυναικεία θεϊκή μορφή, η οποία παρουσιάζεται σε συνάρτηση προς έναν δοκιμαζόμενο ήρωα.
  • Οι θεϊκές μορφές (Φεγγαροντυμένη – Καλυψώ) έχουν παρόμοια εμφάνιση, με χρυσά μαλλιά και θεϊκή ομορφιά, καθώς και δυνάμεις που ξεπερνούν κατά πολύ τα ανθρώπινα μέτρα.
  • Κοινές εκφάνσεις της δύναμης που χαρακτηρίζει τις δύο θεότητες είναι: α) το γαλήνεμα της θάλασσας (λίγο προτού εμφανιστεί η Φεγγαροντυμένη – με την ευχή της Καλυψώς για να διευκολύνει το ταξίδι του Οδυσσέα), β) η διάχυση φωτός που κυριαρχεί στην πλάση (η Φεγγαροντυμένη φέρνει φως μεσημεριού μες τη νύχτα – η Καλυψώ με τη λαμπρή φωνή της φωτίζει κάθε τι, ώστε κι ό,τι κινείται είναι πια δίχως σκιά) γ) το μοτίβο της σιγής που προμηνύει την εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης, βρίσκει το ανάλογό του στην επίδραση που έχει το τραγούδι της Καλυψώς που καθηλώνει τα ζώα και τα πουλιά με την ομορφιά του.
  • Ανάμεσα στις θεότητες και τους ήρωες των δύο ποιημάτων δημιουργείται μια ερωτική έλξη, η οποία όμως ενώ στον Κρητικό απομένει στο επίπεδο μιας έντονης ψυχικής επικοινωνίας, στο τραγούδι της Καλυψώς είναι σαφές πως ο ήρωας έχει κοιμηθεί με τη νύμφη.
  • Κι οι δύο ποιητές προκειμένου να αναδείξουν την ιδιαίτερη υπόσταση των θεϊκών γυναικών αξιοποιούν την επίδραση που ασκούν αυτές στο φυσικό περιβάλλον. Ο Σολωμός με το γαλήνεμα της θάλασσας, το στόλισμα της φύσης, τη χαροποιά αντίδραση των άστρων και φυσικά τη διάχυση φωτός σ’ όλη τη γύρω φύση. Ο Σικελιανός, πέρα από την ανάλογη επίδραση της θεάς στη θάλασσα και το λαμπρότητα που διαχέει το τραγούδι της, χρησιμοποιεί μια εκτεταμένη αναλογία, όπου παρομοιάζει την επίδραση που έχει το τραγούδι της θεάς, με αυτή μιας αχτίδας του ήλιου, η οποία όπου φτάνει φέρνει μια ανοιξιάτικη ευδαιμονία και λαμπρύνει κάθε στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος.
  • Οι ήρωες και των δύο ποιημάτων (Κρητικός – Οδυσσέας) παρά το γεγονός ότι έχουν αντικρίσει τις θεϊκές μορφές, δεν παύουν να έχουν στη σκέψη τους τις αγαπημένες του γυναίκες (αρραβωνιαστικιά – Πηνελόπη), έστω κι αν εκείνες είναι θνητές και δεν έχουν τα χαρίσματα και την ομορφιά που έχουν οι θεότητες.

Διαφορές ανάμεσα στα δύο ποιήματα:

  • Το τραγούδι της Καλυψώς είναι το τραγούδι αποχαιρετισμού της νύμφης προς τον Οδυσσέα, τη στιγμή που ο ήρωας έχει ήδη αποχωρήσει από το νησί της, αντίθετα στο απόσπασμα του Κρητικού μας δίνεται ως παροντικό γεγονός η εμφάνιση της θεϊκής μορφής στον ήρωα.
  • Ενώ στον Κρητικό η Φεγγαροντυμένη ασκεί μια μυστηριακή επίδραση στον ήρωα και αποτελεί γι’ αυτόν συνάμα μια δοκιμασία, αλλά και το έναυσμα μιας καίριας εσωτερικής αλλαγής, με τον ποιητή να εστιάζει στα συναισθήματα του ήρωα, στο τραγούδι της Καλυψώς η προσοχή στρέφεται στη θεϊκή μορφή και στα δικά της συναισθήματα ο Οδυσσέας βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο.
  • Ενώ η Καλυψώ αισθάνεται μια πηγαία χαρά αμέσως μετά την αποχώρηση του Οδυσσέα, η Φεγγαροντυμένη λίγο προτού εξαφανιστεί απ’ τα μάτια του Κρητικού δακρύζει.
  • Η σχέση ανάμεσα στους ήρωες και τις θεότητες ενέχει διαφορετική δυναμική, υπό την έννοια πως ενώ η Καλυψώ αισθάνεται έρωτα για τον Οδυσσέα κι εκφράζει εδώ την απογοήτευσή της για την αποχώρησή του, στον Κρητικό η δυναμική είναι αντίστροφη. Ο ήρωας είναι δέσμιος της θεϊκής γυναίκας, αισθανόμενος απέναντί της έντονα συναισθήματα έλξης και βαθύτατου θαυμασμού.
  • Η ταυτότητα της Φεγγαροντυμένης παραμένει άγνωστη στους αναγνώστες αλλά και στον ίδιο τον Κρητικό, παρά το γεγονός ότι ο ήρωας αισθάνεται πως η υπερβατική αυτή μορφή του είναι πολύ οικεία, σε αντίθεση βέβαια με τη νύμφη Καλυψώ που αποτελεί μια γνωστή μυθική μορφή.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X