Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀνειδίζω»
Οριστική
ὀνειδίζω, ὀνειδίζεις, ὀνειδίζει, ὀνειδίζομεν, ὀνειδίζετε, ὀνειδίζουσι(ν)
ὀνειδίζω, ὀνειδίζῃς, ὀνειδίζῃ, ὀνειδίζωμεν, ὀνειδίζητε, ὀνειδίζωσι(ν)
ὀνειδίζοιμι, ὀνειδίζοις, ὀνειδίζοι, ὀνειδίζοιμεν, ὀνειδίζοιτε, ὀνειδίζοιεν
---, ὀνείδιζε, ὀνειδιζέτω, ---, ὀνειδίζετε, ὀνειδιζόντων (ή ὀνειδιζέτωσαν)
ὀνειδίζειν
ὀνειδίζων, ὀνειδίζουσα, ὀνειδίζον
Αρσενικό
ὁ ὀνειδίζων, τοῦ ὀνειδίζοντος, τῷ ὀνειδίζοντι, τόν ὀνειδίζοντα, ὦ ὀνειδίζων
ἡ ὀνειδίζουσα, τῆς ὀνειδιζούσης, τῇ ὀνειδιζούσῃ, τήν ὀνειδίζουσαν, ὦ ὀνειδίζουσα
τό ὀνειδίζον, τοῦ ὀνειδίζοντος, τῷ ὀνειδίζοντι, τό ὀνειδίζον, ὦ ὀνειδίζον
Οριστική
ὠνείδιζον, ὠνείδιζες, ὠνείδιζε, ὠνειδίζομεν, ὠνειδίζετε, ὠνείδιζον
Οριστική
ὀνειδιῶ, ὀνειδιεῖς, ὀνειδιεῖ, ὀνειδιοῦμεν, ὀνειδιεῖτε, ὀνειδιοῦσι(ν)
ὀνειδιοῖμι, ὀνειδιοῖς, ὀνειδιοῖ, ή ὀνειδιοίην, ὀνειδιοίης, ὀνειδιοίη, ὀνειδιοῖμεν, ὀνειδιοῖτε, ὀνειδιοῖεν
ὀνειδιεῖν
ὀνειδιῶν, ὀνειδιοῦσα, ὀνειδιοῦν
Οριστική
ὠνείδισα, ὠνείδισας, ὠνείδισε(ν), ὠνειδίσαμεν, ὠνειδίσατε, ὠνείδισαν
ὀνειδίσω, ὀνειδίσῃς, ὀνειδίσῃ, ὀνειδίσωμεν, ὀνειδίσητε, ὀνειδίσωσι(ν)
ὀνειδίσαιμι, ὀνειδίσαις ή ὀνειδίσειας, ὀνειδίσαι ή ὀνειδίσειε(ν), ὀνειδίσαιμεν, ὀνειδίσαιτε, ὀνειδίσαιεν ή ὀνειδίσειαν
---, ὀνείδισον, ὀνειδισάτω, ---, ὀνειδίσατε, ὀνειδισάντων (ή ὀνειδισάτωσαν)
ὀνειδίσαι
ὀνειδίσας, ὀνειδίσασα, ὀνειδίσαν
Οριστική
ὠνείδικα, ὠνείδικας, ὠνείδικε, ὠνειδίκαμεν, ὠνειδίκατε, ὠνειδίκασι(ν)
ὠνειδικώς - ὠνειδικυῖα - ὠνειδικός ὦ
ὠνειδικώς - ὠνειδικυῖα - ὠνειδικός ᾖς
ὠνειδικότες - ὠνειδικυῖαι - ὠνειδικότα ὦμεν
ὠνειδικώς - ὠνειδικυῖα - ὠνειδικός εἴην
---
ὠνειδικώς - ὠνειδικυῖα - ὠνειδικός ἴσθι
ὠνειδικότες - ὠνειδικυῖαι - ὠνειδικότα ἔστε
ὠνειδικέναι
ὠνειδικώς - ὠνειδικυῖα - ὠνειδικός
Οριστική
ὠνειδίκειν, ὠνειδίκεις, ὠνειδίκει, ὠνειδίκεμεν, ὠνειδίκετε, ὠνειδίκεσαν
Οριστική
ὀνειδίζομαι, ὀνειδίζῃ ή ὀνειδίζει, ὀνειδίζεται, ὀνειδιζόμεθα, ὀνειδίζεσθε, ὀνειδίζονται
ὀνειδίζωμαι, ὀνειδίζῃ, ὀνειδίζηται, ὀνειδιζώμεθα, ὀνειδίζησθε, ὀνειδίζωνται
ὀνειδιζοίμην, ὀνειδίζοιο, ὀνειδίζοιτο, ὀνειδιζοίμεθα, ὀνειδίζοισθε, ὀνειδίζοιντο
---, ὀνειδίζου, ὀνειδιζέσθω, ---, ὀνειδίζεσθε, ὀνειδιζέσθων ή ὀνειδιζέσθωσαν
ὀνειδίζεσθαι
ὀνειδιζόμενος
Οριστική
ὠνειδιζόμην, ὠνειδίζου, ὠνειδίζετο, ὠνειδιζόμεθα, ὠνειδίζεσθε, ὠνειδίζοντο
Οριστική
ὀνειδισθήσομαι, ὀνειδισθήσῃ ή ὀνειδισθήσει, ὀνειδισθήσεται, ὀνειδισθησόμεθα, ὀνειδισθήσεσθε, ὀνειδισθήσονται
ὀνειδισθησοίμην, ὀνειδισθήσοιο, ὀνειδισθήσοιτο, ὀνειδισθησοίμεθα, ὀνειδισθήσοισθε, ὀνειδισθήσοιντο
ὀνειδισθήσεσθαι
ὀνειδισθησόμενος
Οριστική
ὠνειδίσθην, ὠνειδίσθης, ὠνειδίσθη, ὠνειδίσθημεν, ὠνειδίσθητε, ὠνειδίσθησαν
ὀνειδισθῶ, ὀνειδισθῇς, ὀνειδισθῇ, ὀνειδισθῶμεν, ὀνειδισθῆτε, ὀνειδισθῶσι(ν)
ὀνειδισθείην, ὀνειδισθείης, ὀνειδισθείη, ὀνειδισθείημεν ή ὀνειδισθεῖμεν, ὀνειδισθείητε ή ὀνειδισθεῖτε, ὀνειδισθείησαν ή ὀνειδισθεῖεν
---, ὀνειδίσθητι, ὀνειδισθήτω, ---, ὀνειδίσθητε, ὀνειδισθέντων ή ὀνειδισθήτωσαν
ὀνειδισθῆναι
ὀνειδισθείς
Αρσενικό
ὁ ὀνειδισθείς, τοῦ ὀνειδισθέντος, τῷ ὀνειδισθέντι, τόν ὀνειδισθέντα, ὦ ὀνειδισθείς
ἡ ὀνειδισθεῖσα, τῆς ὀνειδισθείσης, τῇ ὀνειδισθείσῃ, τήν ὀνειδισθεῖσαν, ὦ ὀνειδισθεῖσα
τό ὀνειδισθέν, τοῦ ὀνειδισθέντος, τῷ ὀνειδισθέντι, τό ὀνειδισθέν, ὦ ὀνειδισθέν
Οριστική
ὠνείδισμαι, ὠνείδισαι, ὠνείδισται, ὠνειδίσμεθα, ὠνείδισθε, ὠνειδισμένοι εἰσί(ν)
ὠνειδισμένος - ὠνειδισμένη - ὠνειδισμένον ὦ
ὠνειδισμένος - ὠνειδισμένη - ὠνειδισμένον ᾖς
ὠνειδισμένοι - ὠνειδισμέναι - ὠνειδισμένα ὦμεν
ὠνειδισμένος - ὠνειδισμένη - ὠνειδισμένον εἴην
---, ὠνείδισο, ὠνειδίσθω, ---, ὠνείδισθε, ὠνειδίσθων ή ὠνειδίσθωσαν
ὠνειδίσθαι
ὠνειδισμένος,
Οριστική
ὠνειδίσμην, ὠνείδισο, ὠνείδιστο, ὠνειδίσμεθα, ὠνείδισθε, ὠνειδισμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου