Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀνειδίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀνειδίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «νειδίζω»
 
νειδίζω: κοροϊδεύω. επιτιμώ, βρίζω, κατηγορώ
[Το ι του ρήματος βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
νειδίζω, νειδίζεις, νειδίζει, νειδίζομεν, νειδίζετε, νειδίζουσι(ν)
Υποτακτική
νειδίζω, νειδίζς, νειδίζ, νειδίζωμεν, νειδίζητε, νειδίζωσι(ν)
Ευκτική
νειδίζοιμι, νειδίζοις, νειδίζοι, νειδίζοιμεν, νειδίζοιτε, νειδίζοιεν
Προστακτική
---, νείδιζε, νειδιζέτω, ---, νειδίζετε, νειδιζόντων (ή νειδιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
νειδίζειν
Μετοχή
νειδίζων, νειδίζουσα, νειδίζον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
νειδίζων, το νειδίζοντος, τ νειδίζοντι, τόν νειδίζοντα, νειδίζων
ο νειδίζοντες, τν νειδιζόντων, τος νειδίζουσι, τούς νειδίζοντας, νειδίζοντες
 
Θηλυκό
νειδίζουσα, τς νειδιζούσης, τ νειδιζούσ, τήν νειδίζουσαν, νειδίζουσα
α νειδίζουσαι, τν νειδιζουσν, τας νειδιζούσαις, τάς νειδιζούσας, νειδίζουσαι
 
Ουδέτερο
τό νειδίζον, το νειδίζοντος, τ νειδίζοντι, τό νειδίζον, νειδίζον
τά νειδίζοντα, τν νειδιζόντων, τος νειδίζουσι, τά νειδίζοντα, νειδίζοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
νείδιζον, νείδιζες, νείδιζε, νειδίζομεν, νειδίζετε, νείδιζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
νειδι, νειδιες, νειδιε, νειδιομεν, νειδιετε, νειδιοσι(ν)
Ευκτική
νειδιομι, νειδιος, νειδιο, ή νειδιοίην, νειδιοίης, νειδιοίη, νειδιομεν, νειδιοτε, νειδιοεν
Απαρέμφατο
νειδιεν
Μετοχή
νειδιν, νειδιοσα, νειδιον
 
Αόριστος
Οριστική
νείδισα, νείδισας, νείδισε(ν), νειδίσαμεν, νειδίσατε, νείδισαν
Υποτακτική
νειδίσω, νειδίσς, νειδίσ, νειδίσωμεν, νειδίσητε, νειδίσωσι(ν)
Ευκτική
νειδίσαιμι, νειδίσαις ή νειδίσειας, νειδίσαι ή νειδίσειε(ν), νειδίσαιμεν, νειδίσαιτε, νειδίσαιεν ή νειδίσειαν
Προστακτική
---, νείδισον, νειδισάτω, ---, νειδίσατε, νειδισάντων (ή νειδισάτωσαν)
Απαρέμφατο
νειδίσαι
Μετοχή
νειδίσας, νειδίσασα, νειδίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
νείδικα, νείδικας, νείδικε, νειδίκαμεν, νειδίκατε, νειδίκασι(ν)
 
Υποτακτική
νειδικώς - νειδικυα - νειδικός
νειδικώς - νειδικυα - νειδικός ς
νειδικώς - νειδικυα - νειδικός
νειδικότες - νειδικυαι - νειδικότα μεν
νειδικότες - νειδικυαι - νειδικότα τε
νειδικότες - νειδικυαι - νειδικότα σι
 
Ευκτική
νειδικώς - νειδικυα - νειδικός εην
νειδικώς - νειδικυα - νειδικός εης
νειδικώς - νειδικυα - νειδικός εη
νειδικότες - νειδικυαι - νειδικότα εημεν (εμεν)
νειδικότες - νειδικυαι - νειδικότα εητε (ετε)
νειδικότες - νειδικυαι - νειδικότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
νειδικώς - νειδικυα - νειδικός σθι
νειδικώς - νειδικυα - νειδικός στω
---
νειδικότες - νειδικυαι - νειδικότα στε
νειδικότες - νειδικυαι - νειδικότα στων
 
Απαρέμφατο
νειδικέναι
Μετοχή
νειδικώς - νειδικυα - νειδικός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
νειδίκειν, νειδίκεις, νειδίκει, νειδίκεμεν, νειδίκετε, νειδίκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
νειδίζομαι, νειδίζ ή νειδίζει, νειδίζεται, νειδιζόμεθα, νειδίζεσθε, νειδίζονται
Υποτακτική
νειδίζωμαι, νειδίζ, νειδίζηται, νειδιζώμεθα, νειδίζησθε, νειδίζωνται
Ευκτική
νειδιζοίμην, νειδίζοιο, νειδίζοιτο, νειδιζοίμεθα, νειδίζοισθε, νειδίζοιντο
Προστακτική
---, νειδίζου, νειδιζέσθω, ---, νειδίζεσθε, νειδιζέσθων ή νειδιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
νειδίζεσθαι
Μετοχή
νειδιζόμενος
νειδιζομένη
νειδιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
νειδιζόμην, νειδίζου, νειδίζετο, νειδιζόμεθα, νειδίζεσθε, νειδίζοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας Α΄
Οριστική
νειδισθήσομαι, νειδισθήσ ή νειδισθήσει, νειδισθήσεται, νειδισθησόμεθα, νειδισθήσεσθε, νειδισθήσονται
Ευκτική
νειδισθησοίμην, νειδισθήσοιο, νειδισθήσοιτο, νειδισθησοίμεθα, νειδισθήσοισθε, νειδισθήσοιντο
Απαρέμφατο
νειδισθήσεσθαι
Μετοχή
νειδισθησόμενος
νειδισθησομένη
νειδισθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
νειδίσθην, νειδίσθης, νειδίσθη, νειδίσθημεν, νειδίσθητε, νειδίσθησαν
Υποτακτική
νειδισθ, νειδισθς, νειδισθ, νειδισθμεν, νειδισθτε, νειδισθσι(ν)
Ευκτική
νειδισθείην, νειδισθείης, νειδισθείη, νειδισθείημεν ή νειδισθεμεν, νειδισθείητε ή νειδισθετε, νειδισθείησαν ή νειδισθεεν
Προστακτική
---, νειδίσθητι, νειδισθήτω, ---, νειδίσθητε, νειδισθέντων ή νειδισθήτωσαν
Απαρέμφατο
νειδισθναι
Μετοχή
νειδισθείς
νειδισθεσα
νειδισθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
νειδισθείς, το νειδισθέντος, τ νειδισθέντι, τόν νειδισθέντα, νειδισθείς
ο νειδισθέντες, τν νειδισθέντων, τος νειδισθεσι, τούς νειδισθέντας, νειδισθέντες
 
Θηλυκό
νειδισθεσα, τς νειδισθείσης, τ νειδισθείσ, τήν νειδισθεσαν, νειδισθεσα
α νειδισθεσαι, τν νειδισθεισν, τας νειδισθείσαις, τάς νειδισθείσας, νειδισθεσαι
 
Ουδέτερο
τό νειδισθέν, το νειδισθέντος, τ νειδισθέντι, τό νειδισθέν, νειδισθέν
τά νειδισθέντα, τν νειδισθέντων, τος νειδισθεσι, τά νειδισθέντα, νειδισθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
νείδισμαι, νείδισαι, νείδισται, νειδίσμεθα, νείδισθε, νειδισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
νειδισμένος - νειδισμένη - νειδισμένον
νειδισμένος - νειδισμένη - νειδισμένον ς
νειδισμένος - νειδισμένη - νειδισμένον
νειδισμένοι - νειδισμέναι - νειδισμένα μεν
νειδισμένοι - νειδισμέναι - νειδισμένα τε
νειδισμένοι - νειδισμέναι - νειδισμένα σι
 
Ευκτική
νειδισμένος - νειδισμένη - νειδισμένον εην
νειδισμένος - νειδισμένη - νειδισμένον εης
νειδισμένος - νειδισμένη - νειδισμένον εη
νειδισμένοι - νειδισμέναι - νειδισμένα εημεν (εμεν)
νειδισμένοι - νειδισμέναι - νειδισμένα εητε (ετε)
νειδισμένοι - νειδισμέναι - νειδισμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, νείδισο, νειδίσθω, ---, νείδισθε, νειδίσθων ή νειδίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
νειδίσθαι
Μετοχή
νειδισμένος,
νειδισμένη,
νειδισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
νειδίσμην, νείδισο, νείδιστο, νειδίσμεθα, νείδισθε, νειδισμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου