Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διανοοῦμαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διανοοῦμαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Thinklosophy
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διανοομαι»
 
διανοομαι: σκέφτομαι σχετικά με κάτι, σκοπεύω, έχω κατά νου κάτι
 
Ενεστώτας
Οριστική
διανοομαι, διανο ή διανοε, διανοεται, διανοούμεθα, διανοεσθε, διανοονται
Υποτακτική
διανομαι, διανο, διανοται, διανοώμεθα, διανοσθε, διανονται
Ευκτική
διανοοίμην, διανοοο, διανοοτο, διανοοίμεθα, διανοοσθε, διανοοντο
Προστακτική
---, διανοο, διανοείσθω, ---, διανοεσθε, διανοείσθων ή διανοείσθωσαν
Απαρέμφατο
διανοεσθαι
Μετοχή
διανοούμενος
διανοουμένη
διανοούμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
διανοούμενος, το διανοουμένου, τ διανοουμέν, τόν διανοούμενον, διανοούμενε
ο διανοούμενοι, τν διανοουμένων, τος διανοουμένοις, τούς διανοουμένους, διανοούμενοι
 
Θηλυκό
διανοουμένη, τς διανοουμένης, τ διανοουμέν, τήν διανοουμένην, διανοουμένη
α διανοούμεναι, τν διανοουμένων, τας διανοουμέναις, τάς διανοουμένας, διανοούμεναι
 
Ουδέτερο
τό διανοούμενον, το διανοουμένου, τ διανοουμέν, τό διανοούμενον, διανοούμενον
τά διανοούμενα, τν διανοουμένων, τος διανοουμένοις, τά διανοούμενα, διανοούμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
διενοούμην, διενοο, διενοετο, διενοούμεθα, διενοεσθε, διενοοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
διανοήσομαι, διανοήσ ή διανοήσει, διανοήσεται, διανοησόμεθα, διανοήσεσθε, διανοήσονται
Ευκτική
διανοησοίμην, διανοήσοιο, διανοήσοιτο, διανοησοίμεθα, διανοήσοισθε, διανοήσοιντο
Απαρέμφατο
διανοήσεσθαι
Μετοχή
διανοησόμενος
διανοησομένη
διανοησόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
διανοηθήσομαι, διανοηθήσ ή διανοηθήσει, διανοηθήσεται, διανοηθησόμεθα, διανοηθήσεσθε, διανοηθήσονται
Ευκτική
διανοηθησοίμην, διανοηθήσοιο, διανοηθήσοιτο, διανοηθησοίμεθα, διανοηθήσοισθε, διανοηθήσοιντο
Απαρέμφατο
διανοηθήσεσθαι
Μετοχή
διανοηθησόμενος
διανοηθησομένη
διανοηθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
διενοησάμην, διενοήσω, διενοήσατο, διενοησάμεθα, διενοήσασθε, διενοήσαντο
Υποτακτική
διανοήσωμαι, διανοήσ, διανοήσηται, διανοησώμεθα, διανοήσησθε, διανοήσωνται
Ευκτική
διανοησαίμην, διανοήσαιο, διανοήσαιτο, διανοησαίμεθα, διανοήσαισθε, διανοήσαιντο
Προστακτική
---, διανοήσαι, διανοησάσθω, ---, διανοήσασθε, διανοησάσθων ή διανοησάσθωσαν
Απαρέμφατο
διανοήσασθαι
Μετοχή
διανοησάμενος
διανοησαμένη
διανοησάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
διενοήθην, διενοήθης, διενοήθη, διενοήθημεν, διενοήθητε, διενοήθησαν
Υποτακτική
διανοηθ, διανοηθς, διανοηθ, διανοηθμεν, διανοηθτε, διανοηθσι(ν)
Ευκτική
διανοηθείην, διανοηθείης, διανοηθείη, διανοηθείημεν ή διανοηθεμεν, διανοηθείητε ή διανοηθετε, διανοηθείησαν ή διανοηθεεν
Προστακτική
---, διανοήθητι, διανοηθήτω, ---, διανοήθητε, διανοηθέντων ή διανοηθήτωσαν
Απαρέμφατο
διανοηθναι
Μετοχή
διανοηθείς
διανοηθεσα
διανοηθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
διανοηθείς, το διανοηθέντος, τ διανοηθέντι, τόν διανοηθέντα, διανοηθείς
ο διανοηθέντες, τν διανοηθέντων, τος διανοηθεσι, τούς διανοηθέντας, διανοηθέντες
 
Θηλυκό
διανοηθεσα, τς διανοηθείσης, τ διανοηθείσ, τήν διανοηθεσαν, διανοηθεσα
α διανοηθεσαι, τν διανοηθεισν, τας διανοηθείσαις, τάς διανοηθείσας, διανοηθεσαι
 
Ουδέτερο
τό διανοηθέν, το διανοηθέντος, τ διανοηθέντι, τό διανοηθέν, διανοηθέν
τά διανοηθέντα, τν διανοηθέντων, τος διανοηθεσι, τά διανοηθέντα, διανοηθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
διανενόημαι, διανενόησαι, διανενόηται, διανενοήμεθα, διανενόησθε, διανενόηνται
 
Υποτακτική
διανενοημένος- διανενοημένη-διανενοημένον
διανενοημένος- διανενοημένη-διανενοημένον ς
διανενοημένος- διανενοημένη-διανενοημένον
διανενοημένοι- διανενοημέναι-διανενοημένα μεν
διανενοημένοι- διανενοημέναι-διανενοημένα τε
διανενοημένοι- διανενοημέναι-διανενοημένα σι
 
Ευκτική
διανενοημένος- διανενοημένη-διανενοημένον εην
διανενοημένος- διανενοημένη-διανενοημένον εης
διανενοημένος- διανενοημένη-διανενοημένον εη
διανενοημένοι- διανενοημέναι-διανενοημένα εημεν (εμεν)
διανενοημένοι- διανενοημέναι-διανενοημένα εητε (ετε)
διανενοημένοι- διανενοημέναι-διανενοημένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, διανενόησο, διανενοήσθω, ---, διανενόησθε, διανενοήσθων ή διανενοήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
διανενοσθαι
Μετοχή
διανενοημένος,
διανενοημένη,
διανενοημένον
 
Υπερσυντέλικος
διενενοήμην, διενενόησο, διενενόητο, διενενοήμεθα, διενενόησθε, διενενόηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου