Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ψιλόω - ψιλῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ψιλόω - ψιλῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ψιλόω - ψιλῶ»
 
ψιλῶ: αποψιλώνω, απογυμνώνω, στερώ κάτι από κάποιον
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ψιλῶ, ψιλοῖς, ψιλοῖ, ψιλοῦμεν, ψιλοῦτε, ψιλοῦσι(ν)
Υποτακτική
ψιλῶ, ψιλοῖς, ψιλοῖ, ψιλῶμεν, ψιλῶτε, ψιλῶσι(ν)
Ευκτική
ψιλοῖμι, ψιλοῖς, ψιλοῖ, ή ψιλοίην, ψιλοίης, ψιλοίη, ψιλοῖμεν, ψιλοῖτε, ψιλοῖεν
Προστακτική
---, ψίλου, ψιλούτω, ---, ψιλοῦτε, ψιλούντων
Απαρέμφατο
ψιλοῦν
Μετοχή
ψιλῶν, ψιλοῦσα, ψιλοῦν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ψιλῶν, τοῦ ψιλοῦντος, τῷ ψιλοῦντι, τόν ψιλοῦντα, ὦ ψιλῶν
οἱ ψιλοῦντες, τῶν ψιλούντων, τοῖς ψιλοῦσι(ν), τούς ψιλοῦντας, ὦ ψιλοῦντες
 
Θηλυκό
ἡ ψιλοῦσα, τῆς ψιλούσης, τῇ ψιλούσῃ, τήν ψιλοῦσαν, ὦ ψιλοῦσα
αἱ ψιλοῦσαι, τῶν ψιλουσῶν, ταῖς ψιλούσαις, τάς ψιλούσας, ὦ ψιλοῦσαι
 
Ουδέτερο
τό ψιλοῦν, τοῦ ψιλοῦντος, τῷ ψιλοῦντι, τό ψιλοῦν, ὦ ψιλοῦν
τά ψιλοῦντα, τῶν ψιλούντων, τοῖς ψιλοῦσι(ν), τά ψιλοῦντα, ὦ ψιλοῦντα
 
Μέλλοντας
Οριστική
ψιλώσω, ψιλώσεις, ψιλώσει, ψιλώσομεν, ψιλώσετε, ψιλώσουσι(ν)
Ευκτική
ψιλώσοιμι, ψιλώσοις, ψιλώσοι, ψιλώσοιμεν, ψιλώσοιτε, ψιλώσοιεν
Απαρέμφατο
ψιλώσειν
Μετοχή
ψιλώσων, ψιλώσουσα, ψιλῶσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐψίλωσα, ἐψίλωσας, ἐψίλωσε(ν), ἐψιλώσαμεν, ἐψιλώσατε, ἐψίλωσαν
Υποτακτική
ψιλώσω, ψιλώσῃς, ψιλώσῃ, ψιλώσωμεν, ψιλώσητε, ψιλώσωσι(ν)
Ευκτική
ψιλώσαιμι, ψιλώσαις ή ψιλώσειας, ψιλώσαι ή ψιλώσειε(ν), ψιλώσαιμεν, ψιλώσαιτε, ψιλώσαιεν ή ψιλώσειαν
Προστακτική
---, ψίλωσον, ψιλωσάτω, ---, ψιλώσατε, ψιλωσάντων (ή ψιλωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ψιλῶσαι
Μετοχή
ψιλώσας, ψιλώσασα, ψιλῶσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ψιλοῦμαι, ψιλοῖ, ψιλοῦται, ψιλούμεθα, ψιλοῦσθε, ψιλοῦνται
Υποτακτική
ψιλῶμαι, ψιλοῖ, ψιλῶται, ψιλώμεθα, ψιλῶσθε, ψιλῶνται
Ευκτική
ψιλοίμην, ψιλοῖο, ψιλοῖτο, ψιλοίμεθα, ψιλοῖσθε, ψιλοῖντο
Προστακτική
---, ψιλοῦ, ψιλούσθω, ---, ψιλοῦσθε, ψιλούσθων
Απαρέμφατο
ψιλοῦσθαι
Μετοχή
ψιλούμενος, ψιλουμένη, ψιλούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐψιλούμην, ἐψιλοῦ, ἐψιλοῦτο, ἐψιλούμεθα, ἐψιλοῦσθε, ἐψιλοῦντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐψιλώθην, ἐψιλώθης, ἐψιλώθη, ἐψιλώθημεν, ἐψιλώθητε, ἐψιλώθησαν
Υποτακτική
ψιλωθῶ, ψιλωθῇς, ψιλωθῇ, ψιλωθῶμεν, ψιλωθῆτε, ψιλωθῶσι(ν)
Ευκτική
ψιλωθείην, ψιλωθείης, ψιλωθείη, ψιλωθείμεν, ψιλωθεῖτε, ψιλωθεῖεν
Προστακτική
---, ψιλώθητι, ψιλωθήτω, ---, ψιλώθητε, ψιλωθέντων ή ψιλωθήτωσαν
Απαρέμφατο
ψιλωθῆναι
Μετοχή
ψιλωθείς, ψιλωθεῖσα, ψιλωθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἐψίλωμαι, ἐψίλωσαι, ἐψίλωται, ἐψιλώμεθα, ἐψίλωσθε, ἐψίλωνται
 
Υποτακτική
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον ὦ
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον ᾖς
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον ᾖ
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα ὦμεν
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα ἦτε
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον εἴην
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον εἴης
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον εἴη
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα εἶμεν
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα εἶτε
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα εἶεν
 
Προστακτική
---, ἐψίλωσο, ἐψιλώσθω, ---, ἐψίλωσθε, ἐψιλώσθων
 
Απαρέμφατο
ἐψιλῶσθαι
Μετοχή
ἐψιλωμένος, ἐψιλωμένη, ἐψιλωμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου