Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δυσωπέω - δυσωπῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δυσωπέω - δυσωπῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δυσωπέω - δυσωπῶ»
 
δυσωπῶ: ταράζομαι, εξευμενίζω κάποιον με παρακλήσεις, παρακαλώ επίμονα
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δυσωπῶ, δυσωπεῖς, δυσωπεῖ, δυσωποῦμεν, δυσωπεῖτε, δυσωποῦσι(ν)
Υποτακτική
δυσωπῶ, δυσωπῇς, δυσωπῇ, δυσωπῶμεν, δυσωπῆτε, δυσωπῶσι(ν)
Ευκτική
δυσωποῖμι, δυσωποῖς, δυσωποῖ, ή δυσωποίην, δυσωποίης, δυσωποίη, δυσωποῖμεν, δυσωποῖτε, δυσωποῖεν
Προστακτική
---, δυσώπει, δυσωπείτω, ---, δυσωπεῖτε, δυσωπούντων
Απαρέμφατο
δυσωπεῖν
Μετοχή
δυσωπῶν, δυσωποῦσα, δυσωποῦν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δυσωπῶν, τοῦ δυσωποῦντος, τῷ δυσωποῦντι, τόν δυσωποῦντα, ὦ δυσωπῶν
οἱ δυσωποῦντες, τῶν δυσωπούντων, τοῖς δυσωποῦσι, τούς δυσωποῦντας, ὦ δυσωποῦντες
 
Θηλυκό
ἡ δυσωποῦσα, τῆς δυσωπούσης, τῇ δυσωπούσῃ, τήν δυσωποῦσαν, ὦ δυσωποῦσα
αἱ δυσωποῦσαι, τῶν δυσωπουσῶν, ταῖς δυσωπούσαις, τάς δυσωπούσας, ὦ δυσωποῦσαι
 
Ουδέτερο
τό δυσωποῦν, τοῦ δυσωποῦντος, τῷ δυσωποῦντι, τό δυσωποῦν, ὦ δυσωποῦν
τά δυσωποῦντα, τῶν δυσωπούντων, τοῖς δυσωποῦσι, τά δυσωποῦντα, ὦ δυσωποῦντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδυσώπουν, ἐδυσώπεις, ἐδυσώπει, ἐδυσωποῦμεν, ἐδυσωπεῖτε, ἐδυσώπουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
δυσωπήσω, δυσωπήσεις, δυσωπήσει, δυσωπήσομεν, δυσωπήσετε, δυσωπήσουσι(ν)
Ευκτική
δυσωπήσοιμι, δυσωπήσοις, δυσωπήσοι, δυσωπήσοιμεν, δυσωπήσοιτε, δυσωπήσοιεν
Απαρέμφατο
δυσωπήσειν
Μετοχή
δυσωπήσων, δυσωπήσουσα, δυσωπῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐδυσώπησα, ἐδυσώπησας, ἐδυσώπησε(ν), ἐδυσωπήσαμεν, ἐδυσωπήσατε, ἐδυσώπησαν
Υποτακτική
δυσωπήσω, δυσωπήσῃς, δυσωπήσῃ, δυσωπήσωμεν, δυσωπήσητε, δυσωπήσωσι(ν)
Ευκτική
δυσωπήσαιμι, δυσωπήσαις ή δυσωπήσειας, δυσωπήσαι ή δυσωπήσειε(ν), δυσωπήσαιμεν, δυσωπήσαιτε, δυσωπήσαιεν ή δυσωπήσειαν
Προστακτική
---, δυσώπησον, δυσωπησάτω, ---, δυσωπήσατε, δυσωπησάντων ή δυσωπησάτωσαν
Απαρέμφατο
δυσωπῆσαι
Μετοχή
δυσωπήσας, δυσωπήσασα, δυσωπῆσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δυσωποῦμαι, δυσωπῇ ή δυσωπεῖ, δυσωπεῖται, δυσωπούμεθα, δυσωπεῖσθε, δυσωποῦνται
Υποτακτική
δυσωπῶμαι, δυσωπῇ, δυσωπῆται, δυσωπώμεθα, δυσωπῆσθε, δυσωπῶνται
Ευκτική
δυσωποίμην, δυσωποῖο, δυσωποῖτο, δυσωποίμεθα, δυσωποῖσθε, δυσωποῖντο
Προστακτική
---, δυσωποῦ, δυσωπείσθω, ---, δυσωπεῖσθε, δυσωπείσθων
Απαρέμφατο
δυσωπεῖσθαι
Μετοχή
δυσωπούμενος
δυσωπουμένη
δυσωπούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδυσωπούμην, ἐδυσωποῦ, ἐδυσωπεῖτο, ἐδυσωπούμεθα, ἐδυσωπεῖσθε, ἐδυσωποῦντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου