Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δαμάζω»
Οριστική
δαμάζω, δαμάζεις, δαμάζει, δαμάζομεν, δαμάζετε, δαμάζουσι(ν)
δαμάζω, δαμάζῃς, δαμάζῃ, δαμάζωμεν, δαμάζητε, δαμάζωσι(ν)
δαμάζοιμι, δαμάζοις, δαμάζοι, δαμάζοιμεν, δαμάζοιτε, δαμάζοιεν
Προστακτική
---, δάμαζε, δαμαζέτω, ---, δαμάζετε, δαμαζόντων (ή δαμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάζειν
Μετοχή
δαμάζων, δαμάζουσα, δαμάζον
Οριστική
ἐδάμαζον, ἐδάμαζες, ἐδάμαζε, ἐδαμάζομεν, ἐδαμάζετε, ἐδάμαζον
Οριστική
δαμάσω, δαμάσεις, δαμάσει, δαμάσομεν, δαμάσετε, δαμάσουσι(ν)
δαμάσοιμι, δαμάσοις, δαμάσοι, δαμάσοιμεν, δαμάσοιτε, δαμάσοιεν
Απαρέμφατο
δαμάσειν
Μετοχή
δαμάσων, δαμάσουσα, δαμάσον
Οριστική
ἐδάμασα, ἐδάμασας, ἐδάμασε(ν), ἐδαμάσαμεν, ἐδαμάσατε, ἐδάμασαν
δαμάσω, δαμάσῃς, δαμάσῃ, δαμάσωμεν, δαμάσητε, δαμάσωσι(ν)
δαμάσαιμι, δαμάσαις (ή δαμάσειας), δαμάσαι (ή δαμάσειε), δαμάσαιμεν, δαμάσαιτε, δαμάσαιεν (ή δαμάσειαν)
Προστακτική
---, δάμασον, δαμασάτω, ---, δαμάσατε, δαμασάντων (ή δαμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάσαι
Μετοχή
δαμάσας, δαμάσασα, δαμάσαν
Οριστική
δεδάμακα, δεδάμακας, δεδάμακε, δεδαμάκαμεν, δεδαμάκατε, δεδαμάκασι(ν)
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός ὦ
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός ᾖς
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα ὦμεν
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός εἴην
---
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός ἴσθι
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα ἔστε
δεδαμακέναι
Μετοχή
δεδαμακώς, δεδαμακυῖα, δεδαμακός
Οριστική
ἐδεδμήκειν, ἐδεδμήκεις, ἐδεδμήκει, ἐδεδμήκεμεν, ἐδεδμήκετε, ἐδεδμήκεσαν
Οριστική
δαμάζομαι, δαμάζῃ (ή -ει), δαμάζεται, δαμαζόμεθα, δαμάζεσθε, δαμάζονται
δαμάζωμαι, δαμάζῃ, δαμάζηται, δαμαζώμεθα, δαμάζησθε, δαμάζωνται
δαμαζοίμην, δαμάζοιο, δαμάζοιτο, δαμαζοίμεθα, δαμάζοισθε, δαμάζοιντο
Προστακτική
---, δαμάζου, δαμαζέσθω, ---, δαμάζεσθε, δαμαζέσθων (ή δαμαζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάζεσθαι
Μετοχή
δαμαζόμενος, δαμαζομένη, δαμαζόμενον
Οριστική
ἐδαμαζόμην, ἐδαμάζου, ἐδαμάζετο, ἐδαμαζόμεθα, ἐδαμάζεσθε, ἐδαμάζοντο
Οριστική
δαμάσομαι, δαμάσῃ (ή -ει), δαμάσεται, δαμασόμεθα, δαμάσεσθε, δαμάσονται
δαμασοίμην, δαμάσοιο, δαμάσοιτο, δαμασοίμεθα, δαμάσοισθε, δαμάσοιντο
Απαρέμφατο
δαμάσεσθαι
Μετοχή
δαμασόμενος, δαμασομένη, δαμασόμενον
Οριστική
δαμασθήσομαι, δαμασθήσει, δαμασθήσεται, δαμασθησόμεθα, δαμασθήσεσθε, δαμασθήσονται
δαμασθησοίμην, δαμασθήσοιο, δαμασθήσοιτο, δαμασθησοίμεθα, δαμασθήσοισθε, δαμασθήσοιντο
Απαρέμφατο
δαμασθήσεσθαι
Μετοχή
δαμασθησόμενος, δαμασθησομένη, δαμασθησόμενον
Οριστική
ἐδαμασάμην, ἐδαμάσω, ἐδαμάσατο, ἐδαμασάμεθα, ἐδαμάσασθε, ἐδαμάσαντο
δαμάσωμαι, δαμάσῃ, δαμάσηται, δαμασώμεθα, δαμάσησθε, δαμάσωνται
δαμασαίμην, δαμάσαιο, δαμάσαιτο, δαμασαίμεθα, δαμάσαισθε, δαμάσαιντο
Προστακτική
---, δάμασαι, δαμασάσθω, ---, δαμάσασθε, δαμασάσθων (ή δαμασάσθωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάσασθαι
Μετοχή
δαμασάμενος, δαμασαμένη, δαμασάμενον
Οριστική
ἐδαμάσθην, ἐδαμάσθης, ἐδαμάσθη, ἐδαμάσθημεν, ἐδαμάσθητε, ἐδαμάσθησαν
δαμασθῶ, δαμασθῇς, δαμασθῇ, δαμασθῶμεν, δαμασθῆτε, δαμασθῶσι
δαμασθείην, δαμασθείης, δαμασθείη, δαμασθείημεν (ή -θεῖμεν), δαμασθείητε (ή -θεῖτε), δαμασθείησαν (ή -θεῖεν)
---, δαμάσθητι, δαμασθήτω, ---, δαμάσθητε, δαμασθέντων (ή -ήτωσαν)
& ---, δμήθητι, δμηθήτω, ---, δμήθητε, δμηθέντων (ή -ήτωσαν)
δαμασθῆναι ή δμηθῆναι
δαμασθείς, δαμασθεῖσα, δαμασθέν
Οριστική
ἐδάμην, ἐδάμης, ἐδάμη, ἐδάμημεν, ἐδάμητε, ἐδάμησαν
δαμῶ, δαμῇς, δαμῇ, δαμῶμεν, δαμῆτε, δαμῶσι
δαμείην, δαμείης, δαμείη, δαμεῖμεν, δαμεῖτε, δαμεῖεν
---, δάμηθι, δαμήτω, ---, δάμητε, δαμέντων
Απαρέμφατο
δαμῆναι
δαμείς, δαμεῖσα, δαμέν
Οριστική
δεδάμασμαι, δεδάμασαι, δεδάμασται, δεδαμάσμεθα, δεδάμασθε, δεδαμασμένοι εἰσί(ν)
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον ὦ
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον ᾖς
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα ὦμεν
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον εἴην
---, δέδμησο, δεδμήσθω, ---, δέδμησθε, δεδμήσθων
δεδαμάσθαι και δεδμῆσθαι
δεδαμασμένος και δεδμημένος
Οριστική
ἐδεδμήμην, ἐδέδμησο, ἐδέδμητο, ἐδεδμήμεθα, ἐδέδμησθε, δεδμημένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου