Paul Klee
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρυλέω - θρυλῶ»
θρυλῶ: διαδίδω, ψιθυρίζω, μιλώ συνεχώς για
κάποιο πράγμα, είμαι θέμα κοινής συζήτησης
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
θρυλῶ, θρυλεῖς, θρυλεῖ, θρυλοῦμεν, θρυλεῖτε, θρυλοῦσι(ν)
Υποτακτική
θρυλῶ, θρυλῇς, θρυλῇ, θρυλῶμεν, θρυλῆτε, θρυλῶσι(ν)
Ευκτική
θρυλοίμι, θρυλοῖς, θρυλοῖ (ή θρυλοίην, θρυλοίης, θρυλοίη), θρυλοῖμεν, θρυλοῖτε, θρυλοῖεν
Προστακτική
---, θρύλει, θρυλείτω, ---, θρυλεῖτε, θρυλούντων
Απαρέμφατο
θρυλεῖν
Μετοχή
θρυλῶν, θρυλοῦσα, θρυλοῦν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ θρυλῶν, τοῦ θρυλοῦντος, τῷ θρυλοῦντι, τόν θρυλοῦντα, ὦ θρυλῶν
οἱ θρυλοῦντες, τῶν θρυλούντων, τοῖς θρυλοῦσι, τούς θρυλοῦντας, ὦ θρυλοῦντες
Θηλυκό
ἡ θρυλοῦσα, τῆς θρυλούσης, τῇ θρυλούσῃ, τήν θρυλοῦσαν, ὦ θρυλοῦσα
αἱ θρυλοῦσαι, τῶν θρυλουσῶν, ταῖς θρυλούσαις, τάς θρυλούσας, ὦ θρυλοῦσαι
Ουδέτερο
τό θρυλοῦν, τοῦ θρυλοῦντος, τῷ θρυλοῦντι, τό θρυλοῦν, ὦ θρυλοῦν
τά θρυλοῦντα, τῶν θρυλούντων, τοῖς θρυλοῦσι, τά θρυλοῦντα, ὦ θρυλοῦντα
Παρατατικός
Οριστική
ἐθρύλουν, ἐθρύλεις, ἐθρύλει, ἐθρυλοῦμεν, ἐθρυλεῖτε, ἐθρύλουν
Μέλλοντας
Οριστική
θρυλήσω, θρυλήσεις, θρυλήσει, θρυλήσομεν, θρυλήσετε, θρυλήσουσι(ν)
Ευκτική
θρυλήσοιμι, θρυλήσοις, θρυλήσοι, θρυλήσοιμεν, θρυλήσοιτε, θρυλήσοιεν
Απαρέμφατο
θρυλήσειν
Μετοχή
θρυλήσων, θρυλήσουσα, θρυλῆσον
Αόριστος
Οριστική
ἐθρύλησα, ἐθρύλησας, ἐθρύλησε(ν), ἐθρυλήσαμεν, ἐθρυλήσατε, ἐθρύλησαν
Υποτακτική
θρυλήσω, θρυλήςῃς, θρυλήςῃ, θρυλήσωμεν, θρυλήσητε, θρυλήσωσι(ν)
Ευκτική
θρυλήσαιμι, θρυλήσαις ή θρυλήσειας, θρυλήσαι ή θρυλήσειε(ν), θρυλήσαιμεν, θρυλήσαιτε, θρυλήσαιεν ή θρυλήσειαν
Προστακτική
---, θρύλησον, θρυλησάτω, ---, θρυλήσατε, θρυλησάντων ή θρυλησάτωσαν
Απαρέμφατο
θρυλῆσαι
Μετοχή
θρυλήσας, θρυλήσασα, θρυλῆσαν
Παρακείμενος
Οριστική
τεθρύληκα, τεθρύληκας, τεθρύληκε(ν), τεθρυλήκαμεν, τεθρυλήκατε, τεθρυλήκασι(ν)
Υποτακτική
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός ὦ
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός ᾖς
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός ᾖ
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα ὦμεν
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα ἦτε
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα ὦσι
Ευκτική
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός εἴην
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός εἴης
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός εἴη
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα εἶμεν
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα εἶτε
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα εἶεν
Προστακτική
---
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός ἴσθι
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός ἔστω
---
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα ἔστε
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα ἔστων
Απαρέμφατο
τεθρυληκέναι
Μετοχή
τεθρυληκώς, τεθρυληκυῖα, τεθρυληκός
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐτεθρυλήκειν, ἐτεθρυλήκεις, ἐτεθρυλήκει, ἐτεθρυλήκεμεν, ἐτεθρυλήκετε, ἐτεθρυλήκεσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
θρυλοῦμαι, θρυλῇ / θρυλεῖ, θρυλεῖται, θρυλούμεθα, θρυλεῖσθε, θρυλοῦνται
Υποτακτική
θρυλῶμαι, θρυλῇ, θρυλῆται, θρυλώμεθα, θρυλῆσθε, θρυλῶνται
Ευκτική
θρυλοίμην, θρυλοῖο, θρυλοῖτο, θρυλοίμεθα, θρυλοῖσθε, θρυλοῖντο
Προστακτική
---, θρυλοῦ, θρυλείσθω, ---, θρυλεῖσθε, θρυλείσθων
Απαρέμφατο
θρυλεῖσθαι
Μετοχή
θρυλούμενος
θρυλουμένη
θρυλούμενον
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ θρυλούμενος, τοῦ θρυλουμένου, τῷ θρυλουμένῳ, τόν θρυλούμενον, ὦ θρυλούμενε
οἱ θρυλούμενοι, τῶν θρυλουμένων, τοῖς θρυλουμένοις, τούς θρυλουμένους, ὦ θρυλούμενοι
Θηλυκό
ἡ θρυλουμένη, τῆς θρυλουμένης, τῇ θρυλουμένῃ, τήν θρυλουμένην, ὦ θρυλουμένη
αἱ θρυλούμεναι, τῶν θρυλουμένων, ταῖς θρυλουμέναις, τάς θρυλουμένας, ὦ θρυλούμεναι
Ουδέτερο
τό θρυλούμενον, τοῦ θρυλουμένου, τῷ θρυλουμένῳ, τό θρυλούμενον, ὦ θρυλούμενον
τά θρυλούμενα, τῶν θρυλουμένων, τοῖς θρυλουμένοις, τά θρυλούμενα, ὦ θρυλούμενα
Παρατατικός
Οριστική
ἐθρυλούμην, ἐθρυλοῦ, ἐθρυλεῖτο, ἐθρυλούμεθα, ἐθρυλεῖσθε, ἐθρυλοῦντο
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θρυληθήσομαι, θρυληθήσῃ (ή θρυληθήσει), θρυληθήσεται, θρυληθησόμεθα, θρυληθήσεσθε, θρυληθήσονται
Ευκτική
θρυληθησοίμην, θρυληθήσοιο, θρυληθήσοιτο, θρυληθησοίμεθα, θρυληθήσοισθε, θρυληθήσοιντο
Απαρέμφατο
θρυληθήσεσθαι
Μετοχή
θρυληθησόμενος
θρυληθησομένη
θρυληθησόμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐθρυλήθην, ἐθρυλήθης, ἐθρυλήθη, ἐθρυλήθημεν, ἐθρυλήθητε, ἐθρυλήθησαν
Υποτακτική
θρυληθῶ, θρυληθῇς, θρυληθῇ, θρυληθῶμεν, θρυληθῆτε, θρυληθῶσι(ν)
Ευκτική
θρυληθείην, θρυληθείης, θρυληθείη, θρυληθεῖμεν, θρυληθεῖτε, θρυληθεῖεν
Προστακτική
---, θρυλήθητι, θρυληθήτω, ---, θρυλήθητε, θρυληθέντων ή θρυληθήτωσαν
Απαρέμφατο
θρυληθῆναι
Μετοχή
θρυληθείς
θρυληθεῖσα
θρυληθέν
Παρακείμενος
Οριστική
τεθρύλημαι, τεθρύλησαι, τεθρύληται, τεθρυλήμεθα, τεθρύλησθε, τεθρύληνται
Υποτακτική
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον ὦ
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον ᾖς
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον ᾖ
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα ὦμεν
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα ἦτε
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα ὦσι
Ευκτική
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον εἴην
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον
εἴης
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον
εἴη
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα
εἶμεν
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα
εἶτε
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα
εἶεν
Προστακτική
---, τεθρύλησο, τεθρυλήσθω, --- τεθρύλησθε, τεθρυλήσθων
Απαρέμφατο
τεθρυλῆσθαι
Μετοχή
τεθρυλημένος,
τεθρυλημένη,
τεθρυλημένον
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐτεθρυλήμην, ἐτεθρύλησο, ἐτεθρύλητο, ἐτεθρυλήμεθα, ἐτεθρύλησθε, ἐτεθρύληντο
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρυλέω - θρυλῶ»
Ενεστώτας
Οριστική
θρυλῶ, θρυλεῖς, θρυλεῖ, θρυλοῦμεν, θρυλεῖτε, θρυλοῦσι(ν)
θρυλῶ, θρυλῇς, θρυλῇ, θρυλῶμεν, θρυλῆτε, θρυλῶσι(ν)
θρυλοίμι, θρυλοῖς, θρυλοῖ (ή θρυλοίην, θρυλοίης, θρυλοίη), θρυλοῖμεν, θρυλοῖτε, θρυλοῖεν
---, θρύλει, θρυλείτω, ---, θρυλεῖτε, θρυλούντων
θρυλεῖν
θρυλῶν, θρυλοῦσα, θρυλοῦν
Αρσενικό
ὁ θρυλῶν, τοῦ θρυλοῦντος, τῷ θρυλοῦντι, τόν θρυλοῦντα, ὦ θρυλῶν
ἡ θρυλοῦσα, τῆς θρυλούσης, τῇ θρυλούσῃ, τήν θρυλοῦσαν, ὦ θρυλοῦσα
τό θρυλοῦν, τοῦ θρυλοῦντος, τῷ θρυλοῦντι, τό θρυλοῦν, ὦ θρυλοῦν
Οριστική
ἐθρύλουν, ἐθρύλεις, ἐθρύλει, ἐθρυλοῦμεν, ἐθρυλεῖτε, ἐθρύλουν
Οριστική
θρυλήσω, θρυλήσεις, θρυλήσει, θρυλήσομεν, θρυλήσετε, θρυλήσουσι(ν)
θρυλήσοιμι, θρυλήσοις, θρυλήσοι, θρυλήσοιμεν, θρυλήσοιτε, θρυλήσοιεν
Απαρέμφατο
θρυλήσειν
Μετοχή
θρυλήσων, θρυλήσουσα, θρυλῆσον
Οριστική
ἐθρύλησα, ἐθρύλησας, ἐθρύλησε(ν), ἐθρυλήσαμεν, ἐθρυλήσατε, ἐθρύλησαν
θρυλήσω, θρυλήςῃς, θρυλήςῃ, θρυλήσωμεν, θρυλήσητε, θρυλήσωσι(ν)
θρυλήσαιμι, θρυλήσαις ή θρυλήσειας, θρυλήσαι ή θρυλήσειε(ν), θρυλήσαιμεν, θρυλήσαιτε, θρυλήσαιεν ή θρυλήσειαν
Προστακτική
---, θρύλησον, θρυλησάτω, ---, θρυλήσατε, θρυλησάντων ή θρυλησάτωσαν
Απαρέμφατο
θρυλῆσαι
θρυλήσας, θρυλήσασα, θρυλῆσαν
Οριστική
τεθρύληκα, τεθρύληκας, τεθρύληκε(ν), τεθρυλήκαμεν, τεθρυλήκατε, τεθρυλήκασι(ν)
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός ὦ
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός ᾖς
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα ὦμεν
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός εἴην
---
τεθρυληκώς- τεθρυληκυῖα- τεθρυληκός ἴσθι
τεθρυληκότες- τεθρυληκυῖαι- τεθρυληκότα ἔστε
τεθρυληκέναι
Μετοχή
τεθρυληκώς, τεθρυληκυῖα, τεθρυληκός
Οριστική
ἐτεθρυλήκειν, ἐτεθρυλήκεις, ἐτεθρυλήκει, ἐτεθρυλήκεμεν, ἐτεθρυλήκετε, ἐτεθρυλήκεσαν
Οριστική
θρυλοῦμαι, θρυλῇ / θρυλεῖ, θρυλεῖται, θρυλούμεθα, θρυλεῖσθε, θρυλοῦνται
θρυλῶμαι, θρυλῇ, θρυλῆται, θρυλώμεθα, θρυλῆσθε, θρυλῶνται
θρυλοίμην, θρυλοῖο, θρυλοῖτο, θρυλοίμεθα, θρυλοῖσθε, θρυλοῖντο
---, θρυλοῦ, θρυλείσθω, ---, θρυλεῖσθε, θρυλείσθων
θρυλεῖσθαι
θρυλούμενος
θρυλουμένη
θρυλούμενον
Αρσενικό
ὁ θρυλούμενος, τοῦ θρυλουμένου, τῷ θρυλουμένῳ, τόν θρυλούμενον, ὦ θρυλούμενε
ἡ θρυλουμένη, τῆς θρυλουμένης, τῇ θρυλουμένῃ, τήν θρυλουμένην, ὦ θρυλουμένη
τό θρυλούμενον, τοῦ θρυλουμένου, τῷ θρυλουμένῳ, τό θρυλούμενον, ὦ θρυλούμενον
Οριστική
ἐθρυλούμην, ἐθρυλοῦ, ἐθρυλεῖτο, ἐθρυλούμεθα, ἐθρυλεῖσθε, ἐθρυλοῦντο
Οριστική
θρυληθήσομαι, θρυληθήσῃ (ή θρυληθήσει), θρυληθήσεται, θρυληθησόμεθα, θρυληθήσεσθε, θρυληθήσονται
θρυληθησοίμην, θρυληθήσοιο, θρυληθήσοιτο, θρυληθησοίμεθα, θρυληθήσοισθε, θρυληθήσοιντο
Απαρέμφατο
θρυληθήσεσθαι
Μετοχή
θρυληθησόμενος
θρυληθησομένη
θρυληθησόμενον
Οριστική
ἐθρυλήθην, ἐθρυλήθης, ἐθρυλήθη, ἐθρυλήθημεν, ἐθρυλήθητε, ἐθρυλήθησαν
θρυληθῶ, θρυληθῇς, θρυληθῇ, θρυληθῶμεν, θρυληθῆτε, θρυληθῶσι(ν)
θρυληθείην, θρυληθείης, θρυληθείη, θρυληθεῖμεν, θρυληθεῖτε, θρυληθεῖεν
---, θρυλήθητι, θρυληθήτω, ---, θρυλήθητε, θρυληθέντων ή θρυληθήτωσαν
Απαρέμφατο
θρυληθῆναι
θρυληθείς
θρυληθεῖσα
Οριστική
τεθρύλημαι, τεθρύλησαι, τεθρύληται, τεθρυλήμεθα, τεθρύλησθε, τεθρύληνται
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον ὦ
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον ᾖς
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα ὦμεν
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον εἴην
---, τεθρύλησο, τεθρυλήσθω, --- τεθρύλησθε, τεθρυλήσθων
τεθρυλῆσθαι
τεθρυλημένος,
τεθρυλημένη,
τεθρυλημένον
Οριστική
ἐτεθρυλήμην, ἐτεθρύλησο, ἐτεθρύλητο, ἐτεθρυλήμεθα, ἐτεθρύλησθε, ἐτεθρύληντο


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου