Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρυλέω - θρυλῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρυλέω - θρυλῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Paul Klee
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θρυλέω - θρυλ»
 
θρυλ: διαδίδω, ψιθυρίζω, μιλώ συνεχώς για κάποιο πράγμα, είμαι θέμα κοινής συζήτησης
 
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
θρυλ, θρυλες, θρυλε, θρυλομεν, θρυλετε, θρυλοσι(ν)
Υποτακτική
θρυλ, θρυλς, θρυλ, θρυλμεν, θρυλτε, θρυλσι(ν)
Ευκτική
θρυλοίμι, θρυλος, θρυλο (ή θρυλοίην, θρυλοίης, θρυλοίη), θρυλομεν, θρυλοτε, θρυλοεν
Προστακτική
---, θρύλει, θρυλείτω, ---, θρυλετε, θρυλούντων
Απαρέμφατο
θρυλεν
Μετοχή
θρυλν, θρυλοσα, θρυλον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
θρυλν, το θρυλοντος, τ θρυλοντι, τόν θρυλοντα, θρυλν
ο θρυλοντες, τν θρυλούντων, τος θρυλοσι, τούς θρυλοντας, θρυλοντες
 
Θηλυκό
θρυλοσα, τς θρυλούσης, τ θρυλούσ, τήν θρυλοσαν, θρυλοσα
α θρυλοσαι, τν θρυλουσν, τας θρυλούσαις, τάς θρυλούσας, θρυλοσαι
 
Ουδέτερο
τό θρυλον, το θρυλοντος, τ θρυλοντι, τό θρυλον, θρυλον
τά θρυλοντα, τν θρυλούντων, τος θρυλοσι, τά θρυλοντα, θρυλοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
θρύλουν, θρύλεις, θρύλει, θρυλομεν, θρυλετε, θρύλουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
θρυλήσω, θρυλήσεις, θρυλήσει, θρυλήσομεν, θρυλήσετε, θρυλήσουσι(ν)
Ευκτική
θρυλήσοιμι, θρυλήσοις, θρυλήσοι, θρυλήσοιμεν, θρυλήσοιτε, θρυλήσοιεν
Απαρέμφατο
θρυλήσειν
Μετοχή
θρυλήσων, θρυλήσουσα, θρυλσον
 
Αόριστος
Οριστική
θρύλησα, θρύλησας, θρύλησε(ν), θρυλήσαμεν, θρυλήσατε, θρύλησαν
Υποτακτική
θρυλήσω, θρυλήςς, θρυλής, θρυλήσωμεν, θρυλήσητε, θρυλήσωσι(ν)
Ευκτική
θρυλήσαιμι, θρυλήσαις ή θρυλήσειας, θρυλήσαι ή θρυλήσειε(ν), θρυλήσαιμεν, θρυλήσαιτε, θρυλήσαιεν ή θρυλήσειαν
Προστακτική
---, θρύλησον, θρυλησάτω, ---, θρυλήσατε, θρυλησάντων ή θρυλησάτωσαν
Απαρέμφατο
θρυλσαι
Μετοχή
θρυλήσας, θρυλήσασα, θρυλσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τεθρύληκα, τεθρύληκας, τεθρύληκε(ν), τεθρυλήκαμεν, τεθρυλήκατε, τεθρυλήκασι(ν)
 
Υποτακτική
τεθρυληκώς- τεθρυληκυα- τεθρυληκός
τεθρυληκώς- τεθρυληκυα- τεθρυληκός ς
τεθρυληκώς- τεθρυληκυα- τεθρυληκός
τεθρυληκότες- τεθρυληκυαι- τεθρυληκότα μεν
τεθρυληκότες- τεθρυληκυαι- τεθρυληκότα τε
τεθρυληκότες- τεθρυληκυαι- τεθρυληκότα σι
 
Ευκτική
τεθρυληκώς- τεθρυληκυα- τεθρυληκός εην
τεθρυληκώς- τεθρυληκυα- τεθρυληκός εης
τεθρυληκώς- τεθρυληκυα- τεθρυληκός εη
τεθρυληκότες- τεθρυληκυαι- τεθρυληκότα εμεν
τεθρυληκότες- τεθρυληκυαι- τεθρυληκότα ετε
τεθρυληκότες- τεθρυληκυαι- τεθρυληκότα εεν
 
Προστακτική
---
τεθρυληκώς- τεθρυληκυα- τεθρυληκός σθι
τεθρυληκώς- τεθρυληκυα- τεθρυληκός στω
---
τεθρυληκότες- τεθρυληκυαι- τεθρυληκότα στε
τεθρυληκότες- τεθρυληκυαι- τεθρυληκότα στων
 
Απαρέμφατο
τεθρυληκέναι
Μετοχή
τεθρυληκώς, τεθρυληκυα, τεθρυληκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
τεθρυλήκειν, τεθρυλήκεις, τεθρυλήκει, τεθρυλήκεμεν, τεθρυλήκετε, τεθρυλήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
θρυλομαι, θρυλ / θρυλε, θρυλεται, θρυλούμεθα, θρυλεσθε, θρυλονται
Υποτακτική
θρυλμαι, θρυλ, θρυλται, θρυλώμεθα, θρυλσθε, θρυλνται
Ευκτική
θρυλοίμην, θρυλοο, θρυλοτο, θρυλοίμεθα, θρυλοσθε, θρυλοντο
Προστακτική
---, θρυλο, θρυλείσθω, ---, θρυλεσθε, θρυλείσθων
Απαρέμφατο
θρυλεσθαι
Μετοχή
θρυλούμενος
θρυλουμένη
θρυλούμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
θρυλούμενος, το θρυλουμένου, τ θρυλουμέν, τόν θρυλούμενον, θρυλούμενε
ο θρυλούμενοι, τν θρυλουμένων, τος θρυλουμένοις, τούς θρυλουμένους, θρυλούμενοι
 
Θηλυκό
θρυλουμένη, τς θρυλουμένης, τ θρυλουμέν, τήν θρυλουμένην, θρυλουμένη
α θρυλούμεναι, τν θρυλουμένων, τας θρυλουμέναις, τάς θρυλουμένας, θρυλούμεναι
 
Ουδέτερο
τό θρυλούμενον, το θρυλουμένου, τ θρυλουμέν, τό θρυλούμενον, θρυλούμενον
τά θρυλούμενα, τν θρυλουμένων, τος θρυλουμένοις, τά θρυλούμενα, θρυλούμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
θρυλούμην, θρυλο, θρυλετο, θρυλούμεθα, θρυλεσθε, θρυλοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θρυληθήσομαι, θρυληθήσ (ή θρυληθήσει), θρυληθήσεται, θρυληθησόμεθα, θρυληθήσεσθε, θρυληθήσονται
Ευκτική
θρυληθησοίμην, θρυληθήσοιο, θρυληθήσοιτο, θρυληθησοίμεθα, θρυληθήσοισθε, θρυληθήσοιντο
Απαρέμφατο
θρυληθήσεσθαι
Μετοχή
θρυληθησόμενος
θρυληθησομένη
θρυληθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
θρυλήθην, θρυλήθης, θρυλήθη, θρυλήθημεν, θρυλήθητε, θρυλήθησαν
Υποτακτική
θρυληθ, θρυληθς, θρυληθ, θρυληθμεν, θρυληθτε, θρυληθσι(ν)
Ευκτική
θρυληθείην, θρυληθείης, θρυληθείη, θρυληθεμεν, θρυληθετε, θρυληθεεν
Προστακτική
---, θρυλήθητι, θρυληθήτω, ---, θρυλήθητε, θρυληθέντων ή θρυληθήτωσαν
Απαρέμφατο
θρυληθναι
Μετοχή
θρυληθείς
θρυληθεσα
θρυληθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τεθρύλημαι, τεθρύλησαι, τεθρύληται, τεθρυλήμεθα, τεθρύλησθε, τεθρύληνται
 
Υποτακτική
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον ς
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα μεν
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα τε
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα σι
 
Ευκτική
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον εην
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον εης
τεθρυλημένος- τεθρυλημένη-τεθρυλημένον εη
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα εμεν
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα ετε
τεθρυλημένοι- τεθρυλημέναι-τεθρυλημένα εεν
 
Προστακτική
---, τεθρύλησο, τεθρυλήσθω, --- τεθρύλησθε, τεθρυλήσθων
 
Απαρέμφατο
τεθρυλσθαι
Μετοχή
τεθρυλημένος,
τεθρυλημένη,
τεθρυλημένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
τεθρυλήμην, τεθρύλησο, τεθρύλητο, τεθρυλήμεθα, τεθρύλησθε, τεθρύληντο


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου