Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑγιαίνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑγιαίνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Steve Henderson
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑγιαίνω»
 
ὑγιαίνω: είμαι υγιής
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὑγιαίνω, ὑγιαίνεις, ὑγιαίνει, ὑγιαίνομεν, ὑγιαίνετε, ὑγιαίνουσι(ν)
Υποτακτική
ὑγιαίνω, ὑγιαίνῃς, ὑγιαίνῃ, ὑγιαίνωμεν, ὑγιαίνητε, ὑγιαίνωσι(ν)
Ευκτική
ὑγιαίνοιμι, ὑγιαίνοις, ὑγιαίνοι, ὑγιαίνοιμεν, ὑγιαίνοιτε, ὑγιαίνοιεν
Προστακτική
---, ὑγίαινε, ὑγιαινέτω, ---, ὑγιαίνετε, ὑγιαινόντων (ή ὑγιαινέτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑγιαίνειν
Μετοχή
ὑγιαίνων, ὑγιαίνουσα, ὑγιαῖνον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὑγιαίνων, τοῦ ὑγιαίνοντος, τῷ ὑγιαίνοντι, τόν ὑγιαίνοντα, ὦ ὑγιαίνων
οἱ ὑγιαίνοντες, τῶν ὑγιαινόντων, τοῖς ὑγιαίνουσι, τούς ὑγιαίνοντας, ὦ ὑγιαίνοντες
 
Θηλυκό
ἡ ὑγιαίνουσα, τῆς ὑγιαινούσης, τῇ ὑγιαινούσῃ, τήν ὑγιαίνουσαν, ὦ ὑγιαίνουσα
αἱ ὑγιαίνουσαι, τῶν ὑγιαινουσῶν, ταῖς ὑγιαινούσαις, τάς ὑγιαινούσας, ὦ ὑγιαίνουσαι
 
Ουδέτερο
τό ὑγιαῖνον, τοῦ ὑγιαίνοντος, τῷ ὑγιαίνοντι, τό ὑγιαῖνον, ὦ ὑγιαῖνον
τά ὑγιαίνοντα, τῶν ὑγιαινόντων, τοῖς ὑγιαίνουσι, τά ὑγιαίνοντα, ὦ ὑγιαίνοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ὑγίαινον, ὑγίαινες, ὑγίαινε, ὑγιαίνομεν, ὑγιαίνετε, ὑγίαινον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὑγιανῶ, ὑγιανεῖς, ὑγιανεῖ, ὑγιανοῦμεν, ὑγιανεῖτε, ὑγιανοῦσι(ν)
Ευκτική
ὑγιανοῖμι (ή ὑγιανοίην), ὑγιανοῖς (ή ὑγιανοίης), ὑγιανοῖ (ή ὑγιανοίη), ὑγιανοῖμεν, ὑγιανοῖτε, ὑγιανοῖεν
Απαρέμφατο
ὑγιανεῖν
Μετοχή
ὑγιανῶν, ὑγιανοῦσα, ὑγιανοῦν
 
Αόριστος
Οριστική
ὑγίανα, ὑγίανας, ὑγίανε, ὑγιάναμεν, ὑγιάνατε, ὑγίαναν
Υποτακτική
ὑγιάνω, ὑγιάνῃς, ὑγιάνῃ, ὑγιάνωμεν, ὑγιάνητε, ὑγιάνωσι(ν)
Ευκτική
ὑγιάναιμι, ὑγιάναις ή ὑγιάνειας, ὑγιάναι ή ὑγιάνειε, ὑγιάναιμεν, ὑγιάναιτε, ὑγιάναιεν ή ὑγιάνειαν
Προστακτική
---, ὑγίανον, ὑγιανάτω, ---, ὑγιάνατε, ὑγιανάντων (ή ὑγιανάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑγιᾶναι
Μετοχή
ὑγιάνας, ὑγιάνασα, ὑγίαναν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὑγίακα, ὑγίακας, ὑγίακε, ὑγιάκαμεν, ὑγιάκατε, ὑγιάκασι(ν)
 
Υποτακτική
ὑγιακὼς- ὑγιακυῖα- ὑγιακὸς ὦ
ὑγιακὼς- ὑγιακυῖα- ὑγιακὸς ᾖς
ὑγιακὼς- ὑγιακυῖα- ὑγιακὸς ᾖ
ὑγιακότες- ὑγιακυῖαι- ὑγιακότα ὦμεν
ὑγιακότες- ὑγιακυῖαι- ὑγιακότα ἦτε
ὑγιακότες- ὑγιακυῖαι- ὑγιακότα ὦσι
 
Ευκτική
ὑγιακὼς- ὑγιακυῖα- ὑγιακὸς εἴην
ὑγιακὼς- ὑγιακυῖα- ὑγιακὸς εἴης
ὑγιακὼς- ὑγιακυῖα- ὑγιακὸς εἴη
ὑγιακότες- ὑγιακυῖαι- ὑγιακότα εἶμεν
ὑγιακότες- ὑγιακυῖαι- ὑγιακότα εἶτε
ὑγιακότες- ὑγιακυῖαι- ὑγιακότα εἶεν
 
Προστακτική
---
ὑγιακὼς- ὑγιακυῖα- ὑγιακὸς ἴσθι
ὑγιακὼς- ὑγιακυῖα- ὑγιακὸς ἔστω
---
ὑγιακότες- ὑγιακυῖαι- ὑγιακότα ἔστε
ὑγιακότες- ὑγιακυῖαι- ὑγιακότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ὑγιακέναι
Μετοχή
ὑγιακὼς- ὑγιακυῖα- ὑγιακὸς
 
Παθητική Φωνή
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ὑγιασθήσομαι, ὑγιασθήσῃ (ή -ει), ὑγιασθήσεται, ὑγιασθησόμεθα, ὑγιασθήσεσθε, ὑγιασθήσονται
Ευκτική
ὑγιασθησοίμην, ὑγιασθήσοιο, ὑγιασθήσοιτο, ὑγιασθησοίμεθα, ὑγιασθήσοισθε, ὑγιασθήσοιντο
Απαρέμφατο
ὑγιασθήσεσθαι
Μετοχή
ὑγιασθησόμενος
ὑγιασθησομένη
ὑγιασθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ὑγιάνθην (και ὑγιάσθην), ὑγιάνθης, ὑγιάνθη, ὑγιάνθημεν, ὑγιάνθητε, ὑγιάνθησαν
Υποτακτική
ὑγιανθῶ, ὑγιανθῇς, ὑγιανθῇ, ὑγιανθῶμεν, ὑγιανθῆτε, ὑγιανθῶσι(ν)
Ευκτική
ὑγιανθείην, ὑγιανθείης, ὑγιανθείη, ὑγιανθεῖμεν, ὑγιανθεῖτε, ὑγιανθεῖεν
Προστακτική
---, ὑγιάνθητι, ὑγιανθήτω, ---, ὑγιάνθητε, ὑγιανθέντων ή ὑγιανθήτωσαν
Απαρέμφατο
ὑγιανθῆναι
Μετοχή
ὑγιανθείς
ὑγιανθεῖσα
ὑγιανθέν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου