Η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα
Ενώ οι Δυνάμεις συνέχιζαν τις άκαρπες διαβουλεύσεις, στην Ελλάδα σημειώθηκε νέα κυβερνητική αλλαγή. Ο Τρικούπης ηττήθηκε στη βουλή και ο βασιλιάς, που επέστρεψε από το εξωτερικό, ανέθεσε στις 2 Οκτωβρίου στον Κουμουνδούρο το σχηματισμό νέας κυβερνήσεως. Τη φορά αυτή ο Μεσσήνιος ηγέτης διατήρησε και το υπουργείο Εξωτερικών. Από την πρώτη στιγμή, όπως τον Ιανουάριο του 1878, άφησε να γίνει γνωστό ότι πρόθεσή του ήταν να προκαλέσει γενικό ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο βασίλειο μεριμνούσε για τον εξοπλισμό όλων των ανδρών που ήταν σε θέση να φέρουν όπλα. Ενώ όμως μικρές ανταρτικές ομάδες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, η πίεση των Δυνάμεων στην Αθήνα εξουδετέρωσε κάθε δυνατότητα δυναμικής εμπλοκής.
Μέσα σε αφόρητη ένταση διέρρευσαν τέσσερις περίπου μήνες με άκαρπες διαπραγματεύσεις μεταξύ των Δυνάμεων, που είχαν απαυδήσει με το ελληνικό ζήτημα, αφού καμιά τους δεν είχε ιδιαίτερα συμφέροντα να προωθήσει την επίλυση του θέματος αυτού. Γι’ αυτό όταν η Πύλη ανανέωσε την πρότασή της για διαπραγματεύσεις με τους πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, η πρόταση έγινε δεκτή, παρόλο που σήμαινε την ανατροπή των αποφάσεων της διασκέψεως του Βερολίνου, τουλάχιστον ως προς την Ήπειρο.
Ήταν φανερό ότι η νέα τουρκική πρόταση είχε εξουδετερώσει και τις τελευταίες δυνατότητες συλλογικής ενέργειας προς την Πύλη. Παρά τις επιφυλάξεις της Αγγλίας και την συνειδητοποίηση από μέρους όλων ότι η αποδοχή των τουρκικών όρων — που σημαντικά υστερούσαν σε σχέση με τις αποφάσεις της διασκέψεως του Βερολίνου — αποτελούσε μείωση για την Ευρώπη, όλες οι κυβερνήσεις συμφώνησαν ότι δεν υπήρχε άλλη εκλογή. Με κοινή διακοίνωσή τους, στις 26 Μαρτίου/7 Απριλίου 1881, ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση να δεχθεί τη νέα οροθεσία δηλώνοντας ότι θα την βοηθούσαν για την απρόσκοπτη μεταβίβαση της κυριαρχίας στα νέα εδάφη. Αν όμως η προσφορά τους απορριπτόταν, η Ελλάς θα παρέμενε απομονωμένη και το μέλλον των γειτονικών επαρχιών αβέβαιο.
Τη στιγμή εκείνη, ενώ σύσσωμη η αντιπολίτευση ζητούσε τη βίαιη κατάληψη από τον ελληνικό στρατό της γραμμής της διασκέψεως του Βερολίνου, ο Κουμουνδούρος διατήρησε την ψυχραιμία του. Οι δυνατότητες εκλογής ήταν περιορισμένες. Από τη μια πλευρά οι Δυνάμεις παρουσίαζαν αρραγές μέτωπο και ζητούσαν, κατά τελεσιγραφικό τρόπο, την αποδοχή ή απόρριψη της λύσεως που είχαν συμφωνήσει με τους Τούρκους. Ακόμα και η Αγγλία, που δυσφορούσε για τις ανεπαρκείς, όπως τις χαρακτήριζε, παραχωρήσεις, δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να προκαλέσει αναθεώρηση της αποφάσεως των Δυνάμεων. Κατά συνέπεια, ήταν φανερό ότι αν ο Κουμουνδούρος υιοθετούσε τις ιδέες της αντιπολιτεύσεως για την αποστολή του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, θα ερχόταν αντιμέτωπος όχι μόνο με την οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και με όλες τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Από την άλλη μεριά, όπως του ανέφεραν οι διπλωματικοί του πράκτορες από τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη, οι Βούλγαροι προπαρασκευάζονταν για βίαιη προσάρτηση της ανατολικής Ρωμυλίας μόλις ξεσπούσε ελληνοτουρκικός πόλεμος. Παραμερίζοντας, λοιπόν, τη γενική κατακραυγή και τις βίαιες προσωπικές επιθέσεις, ακόμα και από πρόσωπα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, ο Κουμουνδούρος, με τη συναίνεση του Γεωργίου, έδωσε τελικά καταφατική απάντηση στο κοινό διάβημα των Δυνάμεων. Στην έκκλησή του να δοθούν ειδικές διασφαλίσεις στους Ηπειρώτες, που θα εγκαταλείπονταν στο έλεος της τουρκικής διοικήσεως, οι πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Αθήνα περιορίσθηκαν σε κοινή προφορική διαβεβαίωση ότι οι κυβερνήσεις τους θα επιδείκνυαν ενδιαφέρον για τους χριστιανικούς πληθυσμούς που θα παρέμεναν έξω από τη νέα ελληνοτουρκική μεθοριακή γραμμή.
Από το σημείο αυτό οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες. Μέσα στο Μάιο διεξήχθησαν σύντονες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Πύλη και στους πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, για την κατάρτιση συμβάσεως που θα παραχωρούσε τις νέες επαρχίες στο ελληνικό βασίλειο. Στην αρχή οι Τούρκοι πρόβαλαν ορισμένα άσχετα αιτήματα, αλλά οι Δυνάμεις τα απέρριψαν και στις 12/24 Μαΐου πέτυχαν την υπογραφή της συμφωνίας. Το κείμενο αυτό έγινε δεκτό από την ελληνική πλευρά, και στις 20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881 ο πρεσβευτής της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη Ανδρέας Κουντουριώτης και ο πρωθυπουργός Μαχμούτ Σερβέρ πασάς υπέγραψαν την ελληνοτουρκική συνθήκη με την οποία η Θεσσαλία και η επαρχία Άρτας παραχωρούνταν στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως αυτής η νέα οροθεσία άρχιζε τέσσερα χιλιόμετρα νοτίως του Πλαταμώνα και ακολουθούσε την κορυφογραμμή του κάτω Ολύμπου μέχρι το όρος Γοδαμάν, και ως το ύψος της Ελασσόνας. Στη συνέχεια, ακολουθώντας ελλειπτική γραμμή προς τα νοτιοδυτικά, αφαιρούσε ολόκληρη την επαρχία Ελασσόνας από τη νέα οροθεσία του ελληνικού κράτους, στο οποίο όμως περιέρχονταν ο Τύρναβος, η Λάρισα, τα Τρίκαλα και η Καλαμπάκα. Το νοτιότερο σημείο της μεθορίου συναντούσε την κορυφογραμμή του όρους Ζάρκου. Στη συνέχεια η νέα χάραξη ταυτιζόταν περίπου με τα σημερινά ανατολικά όρια της επαρχίας Τρικάλων ως ένα σημείο δεκαοκτώ χιλιόμετρα από τη Δημηνίτσα, όπου η γραμμή έπαιρνε δυτική κατεύθυνση, ως την κορυφή του όρους Κρατσόβου. Από εκεί στρεφόταν προς νότο, περνούσε από την κορυφογραμμή Ζυγού - Περιστερίου (σημ. όρος Λάκμος) και, αφού άφηνε στην Τουρκία το Μέτσοβο και τα Ιωάννινα, συναντούσε τα χωριά Καλαρρύτες και Μιχαλήτσι και στη συνέχεια τον Άραχθο, που τον ακολουθούσε μέχρι τις εκβολές του στον Αμβρακικό κόλπο. Η Άρτα, με ελάχιστη παράμετρο στα δυτικά της, περιερχόταν στην Ελλάδα, ενώ στην αντίπερα ακτή του Αμβρακικού οι Τούρκοι έχαναν και την Πούντα (Άκτιο) με την περιοχή της. Με άλλη διάταξη, όλες οι οχυρώσεις στην είσοδο του Αμβρακικού τόσο από την πλευρά της Πρέβεζας, όσο και της Πούντας καταργούνταν και η ναυσιπλοΐα στο διαφιλονικούμενο από την εποχή της Ανεξαρτησίας κόλπο θα ήταν πλέον ελεύθερη.
Σε αντάλλαγμα για τις εδαφικές αυτές παραχωρήσεις η Ελλάς αναλάμβανε την υποχρέωση να σέβεται τη ζωή, την τιμή και την περιουσία όλων των κατοίκων που παρέμεναν στις περιοχές που περιέρχονταν στο ελληνικό κράτος (άρθρο 3). Ιδιαίτερα διασφαλίζονταν τα δικαιώματα των μουσουλμάνων και συγκεκριμένα η αυτονομία και η οργάνωση των μουσουλμανικών κοινοτήτων, καθώς και η διοίκηση των περιουσιακών τους στοιχείων. Τα τοπικά θρησκευτικά δικαστήρια θα διατηρούσαν την αρμοδιότητά τους σε καθαρά θρησκευτικά θέματα (άρθρο 8).
Πιο σημαντικές, ιδιαίτερα για τη μελλοντική διάρθρωση της αγροτικής οικονομίας της Θεσσαλίας, υπήρξαν οι διατάξεις που αφορούσαν την ιδιοκτησία της γης. Με το άρθρο 4 αναγνωρίζονταν οι οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας και κατοχυρώνονταν τα δικαιώματα ιδιωτών και κοινοτήτων επί της ιδιοκτησίας τσιφλικιών, βοσκοτόπων, δασών κλπ. Με την ίδια διάταξη διασφαλίζονταν τα περιουσιακά στοιχεία των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (βακούφια), ενώ με το άρθρο 5, ο σουλτάνος μπορούσε να διαθέσει, κατά τη βούλησή του, τις «αυτοκρατορικές γαίες», των οποίων τα έσοδα καταβάλλονταν στο βασιλικό του ταμείο. Η πιο ουσιαστική όμως δέσμευση για το ελληνικό κράτος περιλαμβανόταν στο άρθρο 6, που δεν επέτρεπε την απαλλοτρίωση των μεγάλων τσιφλικιών της Θεσσαλίας, παρά μόνο με γενικό νόμο του κράτους που θα ίσχυε για ολόκληρη την επικράτεια. Ειδική παράγραφος που απαγόρευε τον εξαναγκασμό των μεγαλοκτηματιών να πωλούν ή να εκχωρούν κτήματά τους στους καλλιεργητές της γης ή σε τρίτους. Ακόμα απαγόρευε τη θέσπιση νέων διατάξεων που θα τροποποιούσαν το καθεστώς της θέσεως των κολλήγων στα τσιφλίκια.
Με μια σειρά άλλες διατάξεις η Ελλάς αναλάμβανε την υποχρέωση να επαναφέρει την ισχύ της συνθήκης του 1856 για την καταδίωξη της ληστείας (άρθρο 12)· να καλύψει ένα μέρος του δημόσιου οθωμανικού χρέους με βάση τις προσόδους των εκχωρουμένων νέων επαρχιών (άρθρο 10)· να μην προβεί στον αφοπλισμό μεμονωμένα των μουσουλμάνων κατοίκων (άρθρο 11) και να χορηγήσει γενική αμνηστία (όπως και η Τουρκία) για πράξεις που είχαν διαπραχθεί υπέρ ή κατά της εκχωρήσεως της Θεσσαλίας στην Ελλάδα (άρθρο 17). Τέλος ρυθμίζονταν θέματα ιθαγενείας (άρθρο 13), ενώ με ειδική προσθήκη στη συνθήκη καθοριζόταν η σταδιακή παράδοση των νέων επαρχιών στην Ελλάδα.
Η κατάληψη των νέων εδαφών, με εξαίρεση ορισμένα μικροεπεισόδια, διεξήχθη ομαλά. Στις 23 Ιουνίου/5 Ιουλίου 1881, πρώτη η Άρτα υποδέχθηκε με ξέφρενο ενθουσιασμό τον ελληνικό στρατό. Διαδοχικά η κατάληψη όλων των επαρχιών ολοκληρώθηκε και στις 21 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου υψωνόταν η ελληνική σημαία στο Βόλο, την τελευταία πόλη που, βάσει της συμφωνίας, είχαν εκκενώσει από την προηγούμενη τα τουρκικά στρατεύματα. Καθώς ο βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος άρχιζαν την περιοδεία θριάμβου στις απελευθερωμένες πόλεις και στα χωριά της Θεσσαλίας, οι λαϊκοί πανηγυρισμοί που τους συνόδευαν αποτελούσαν ξέσπασμα χαράς για την ελευθερία ύστερα από τις αγωνίες, τις περιπέτειες και τις εναλλασσόμενες μεταπτώσεις μιας ολόκληρης πενταετίας.
Για τον Κουμουνδούρο ήταν η στιγμή της δίκαιης αναγνωρίσεως της προσφοράς του. Η κρίσιμη για τον Ελληνισμό περίοδος 1875-1881 φέρει ουσιαστικά τη σφραγίδα του. Κατηγορήθηκε ως όργανο ξένων συμφερόντων, προπηλακίσθηκε, είδε το σπίτι του να λιθοβολείται, τον τύπο να τον αποκαλεί προδότη και να αμφισβητεί την εντιμότητά του. Και ήταν τυχερός που δεν μπορούσε να διαβάσει όσα του καταμαρτυρούσαν στις εμπιστευτικές τους εκθέσεις οι ξένοι πρεσβευτές. Παρόλα αυτά, ο Μεσσήνιος πολιτικός, που είχε ξεκινήσει την πολιτική του καριέρα ως επαναστάτης στην Κρήτη, δεν κάμφθηκε. Πίσω από μια καλοπροαίρετη αγαθότητα στους τρόπους, έκρυβε μια εκπληκτική ευστροφία — που οι αντίπαλοί του ξένοι διπλωμάτες την αποκαλούσαν πανουργία — και μια σταθερή προσήλωση στον αγώνα για την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων, χωρίς ανεδαφικούς ρομαντισμούς. Η ευστροφία του, εμπλουτισμένη με την πείρα της ηλικίας, του επέτρεψε να ελιχθεί με επιτυχία, ακόμα και στις πιο απελπιστικές για τη χώρα του καταστάσεις, ώσπου στο τέλος ριψοκινδυνεύοντας το πολιτικό του μέλλον πέτυχε να πείσει το Γεώργιο να αποδεχθεί τις τελικές αποφάσεις των Δυνάμεων, που οδήγησαν στην προσάρτηση της Θεσσαλίας.
Ένας μακρύς και αγχώδης διπλωματικός αγώνας που διεξήχθη με τεράστιες οικονομικές θυσίες του μικρού ελληνικού κράτους είχε αχθεί στο τέρμα του. Με την προσάρτηση των νέων επαρχιών, η έκταση του ελληνικού βασιλείου, 63.606 τ. χιλ., αυξανόταν κατά 13.395 τ. χιλ. Στον πληθυσμό των 1.679.470 (στατιστική 1879) προστέθηκαν 300.000 περίπου νέοι κάτοικοι, ώστε, μετά μία δεκαετία, η στατιστική του 1889 να εμφανίσει αύξηση μισού εκατομμυρίου περίπου κατοίκων (2.187.208).
Η σημασία όμως της προσαρτήσεως της Θεσσαλίας και της επαρχίας Άρτας στο ελληνικό βασίλειο δεν μπορεί να αποτιμηθεί με αριθμούς μόνο. Πιο πολύ και από την προσάρτηση των εύφορων πεδιάδων της Θεσσαλίας και την απελευθέρωση 300.000 περίπου υπόδουλων Ελλήνων βάραινε το γεγονός ότι, για πρώτη φορά από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας προσαρτούνταν στο ελεύθερο τμήμα του Ελληνισμού.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου