Η προσάρτηση των Ιόνιων νησιών στην Ελλάδα
Με απερίγραπτο ενθουσιασμό και συγκίνηση Βουλή και λαός χαιρέτισαν το γεγονός και γιορταστικές εκδηλώσεις οργανώθηκαν στην Κέρκυρα και στην Κεφαλλονιά. Κατά τη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου της 12ης Μαρτίου 1862 ο Ζερβός, εκθέτοντας τις απόψεις του πάνω στο σχέδιο της απαντήσεως στον εναρκτήριο λόγο του αρμοστή, υποστήριξε ότι τόσο οι ειρηνικές διαθέσεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, όσο και η «αξιοδάκρυτος» κατάσταση των ελληνικών πραγμάτων, έπρεπε να προβληματίσουν τους Επτανήσιους σχετικά με τις συνέπειες που θα είχε μια πρόωρη ενέργεια για το εθνικό τους ζήτημα. Οι φιλελληνικές εκδηλώσεις των Ευρωπαίων δεν έπρεπε να παρασύρουν τους Επτανήσιους, γιατί δεν αποκλειόταν εκτός από τους φίλους να υπήρχαν και εχθροί, που «γινώσκοντες το ευερέθιστον και ενθουσιώδες του Ελληνικού αισθήματος» να εξωθούσαν «εις βήματα άωρα και καταστρεπτικά». Ο ίδιος πίστευε ότι για την κατάσταση στην Ελλάδα ευθύνονταν οι ξένοι. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Ζερβός, που πρώτος είχε θέσει το ζήτημα της ενώσεως, συνιστούσε να αναβληθεί προσωρινά κάθε σχετική ενέργεια. Άλλωστε η διαβεβαίωση που είχε από ορισμένους βουλευτές, ότι ο ίδιος ο αρμοστής θα βοηθούσε τώρα τις προσπάθειες των Επτανησίων για την ένωση, του ενίσχυσε τους φόβους του για την ύπαρξη ξένων σχεδίων που απειλούσαν το Έθνος. Ο λόγος του Ζερβού προκάλεσε κατάπληξη στους βουλευτές, γιατί έβλεπαν ότι αναθεωρούσε τη γραμμή του Ριζοσπαστικού κόμματος και τις θέσεις που γι’ αυτές είχε αγωνιστεί και είχε υποστεί τόσους κατατρεγμούς.
Χαρακτηριστική υπήρξε η εντύπωση που σχημάτισε ο Λευκαδίτης ποιητής και βουλευτής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: «Ήμην προκατειλημμένος υπό της ιδέας ότι υπερφυσικόν τι και απίστευτον φαινόμενον ετελείτο προ των οφθαλμών μου... Επεθύμουν ν’ ακούσω εκ του στόματος αυτού άλλου κόσμου διηγήματα. Αλλ’ ούτε βρονταί ούτε κεραυνοί αντήχησαν εις τας ακοάς μου!...». Αντίθετα ο Κ. Λομβάρδος, περιγράφοντας με μελανά χρώματα την κατάσταση που επικρατούσε στα Ιόνια νησιά, πρότεινε να επαναλάβει το Κοινοβούλιο ότι ο επτανησιακός λαός είχε χάσει από την Προστασία κάθε ελπίδα για καλυτέρευση, ότι όσο έμενε χωρισμένος από την ελεύθερη Ελλάδα θα ατένιζε πάντα προς αυτή σε όποια κατάσταση και αν βρισκόταν και ότι το Κοινοβούλιο θα επιδίωκε με όλα τα θεμιτά και τα νόμιμα μέσα την εθνική αποκατάσταση των Επτανησίων με την πεποίθηση ότι και η χριστιανική Ευρώπη θα συνεργούσε για τον ίδιο σκοπό.
Η Βουλή υιοθέτησε τις απόψεις του Λομβάρδου και υπέβαλε την απάντησή της στον αρμοστή, που την αντέκρουσε και συνέστησε στο σώμα να ασχοληθεί με τα πραγματικά του καθήκοντα, φροντίζοντας να ψηφιστούν νομοθετήματα ευεργετικά για τον τόπο. Αλλά το Κοινοβούλιο δεν παρέλειψε κατά τις συνεδριάσεις του να συζητεί το εθνικό ζήτημα. Ακολουθώντας τις απόψεις των ενωτικών το Κοινοβούλιο καταδίκασε σαν αντεθνική κάθε προσπάθεια που απέβλεπε στη μεταρρύθμιση του Συντάγματος με την αιτιολογία ότι αποτελούσε εμπόδιο για την ένωση και συντελούσε στην παράταση της Προστασίας.
Επίσης το Κοινοβούλιο διαμαρτυρήθηκε για την κατεδάφιση φρουρίων της Κέρκυρας και την ανέγερση άλλων χωρίς την εξουσιοδότηση του σώματος – διαμαρτυρία που αρνήθηκε να δεχτεί ο αρμοστής –, εξέδωσε ψήφισμα ευγνωμοσύνης προς όσους υπερασπίστηκαν την εθνική υπόθεση των Επτανησίων και ψήφισε νόμο για την πολιτογράφηση των Ελλήνων που θα πήγαιναν να εγκατασταθούν στα Ιόνια νησιά από το ελεύθερο ελληνικό κράτος ή από τα υπόδουλα ελληνικά μέρη. Ακόμα, έπειτα από εισήγηση του Ζακυνθινού βουλευτή Ανδρέα Κοκκίνη, αποφάσισε να κάμει έκκληση προς την προστάτιδα βασίλισσα και τις δυνάμεις της Μεγάλης Βρετανίας, της Ρωσίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας, της Πρωσσίας και της Ιταλίας για να συνεργήσουν να πραγματοποιηθεί η θέληση του επτανησιακού λαού για ένωση με την ελεύθερη Ελλάδα, σύμφωνα με τη διακήρυξη του ΙΑ' Κοινοβουλίου (15 Ιανουαρίου 1859). Στο διάβημα αυτό αντιτάχθηκε ο Ιωσήφ Μομφερράτος, τονίζοντας ότι ο ίδιος υποστήριξε πάντα το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως της Επτανήσου με βάση τα κυριαρχικά και απαράγραπτα δικαιώματα του επτανησιακού λαού και όχι με αναφορές, ικεσίες ή άλλες παρόμοιες παραστάσεις. «...Επιμένων δε εις τας αρχάς και τας πεποιθήσεις μου, ως και εις την ανέκαθεν τηρηθείσαν πορείαν μου, και μόνον επί του κυριαρχικού δικαίου και της σταθεράς θελήσεως του επτανησιακού λαού εννοών στηριζόμενον το εθνικόν ζήτημα,... δεν δύναμαι ειμή, προς το συμφέρον αυτό του ζητήματος, να διαμαρτυρηθώ κατά πάσης διαπραγματεύσεως αυτού δι' αναφορών, ικετηρίων, ή άλλων τοιαύτης φύσεως παραστάσεων, ως είναι τα προτεινόμενα κατά την στιγμήν ταύτην έγγραφα, διότι θεωρώ τα τοιαύτα μέσα ως καταβιβάζοντα το εθνικόν ζήτημα και διαστρέφοντα αυτό».
Με ανάλογο πνεύμα αντιμετώπισε το ζήτημα και ο Ηλίας Ζερβός. Τελικά, ο αρμοστής αρνήθηκε να διαβιβάσει το σχετικό έγγραφο στη βασίλισσα και το επέστρεψε στο Κοινοβούλιο, που έπειτα από πρόταση του Στ. Πάδοβα αποφάσισε να καταγγείλει τον αρμοστή με δημοσίευμα στον ευρωπαϊκό τύπο και να διεθνοποιήσει με την ενέργεια αυτή το επτανησιακό ζήτημα. Πραγματικά ο ευρωπαϊκός και ιδιαίτερα ο γαλλικός τύπος ασχολήθηκε με τα επτανησιακά πράγματα και υπερασπίστηκε τα δίκαια του επτανησιακού λαού, ενώ οι κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας αντάλλαζαν απόψεις πάνω στο ζήτημα αυτό.
Η βρετανική πολιτική, προσηλωμένη στο δόγμα της ακεραιότητας της Τουρκίας από την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου, έβλεπε με ιδιαίτερη ανησυχία τις επεκτατικές διαθέσεις του ελληνικού βασιλείου που εξέφραζε ο μεγαλοϊδεατισμός του Όθωνος. Η αντίθεση της Αγγλίας προς την εξωτερική πολιτική του Όθωνος αποτελούσε ισχυρό εμπόδιο για την παραχώρηση της Επτανήσου στην Ελλάδα. Και δεν πρέπει να θεωρηθεί ξένο προς την αγγλική διπλωματία το σχέδιο που παρουσίασαν αγγλόφιλοι κύκλοι στα Επτάνησα για την ίδρυση Επτανησιακής Ηγεμονίας που θα περιλάμβανε τα Ιόνια νησιά, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία με ηγεμόνα τον δευτερότοκο γιο της βασίλισσας Βικτωρίας Αλφρέδο. Η ηγεμονία αυτή θα αποτελούσε το νέο εθνικό κέντρο που θα ένωνε τους υπόδουλους Έλληνες, έχοντας την υποστήριξη της Αγγλίας. Το σχέδιο ήταν παραλλαγή της Μεγάλης Ιδέας, όπως την υπαγόρευαν τα αγγλικά συμφέροντα, και απέβλεπε στον περιορισμό της ρωσικής επιρροής στη χερσόνησο του Αίμου. Αλλά η επανάσταση του Οκτωβρίου του 1862 και η έξωση του Όθωνος δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη μεταστροφή της αγγλικής πολιτικής απέναντι στο επτανησιακό ζήτημα.
Στις αρχές Νοεμβρίου του 1862 ο Βρετανός πρωθυπουργός λόρδος Palmerston δήλωσε στο Χαρίλαο Τρικούπη, επιτετραμμένο της Ελλάδος στο Λονδίνο, ότι η Αγγλία δε μπορούσε να παραχωρήσει τα Ιόνια νησιά στην Ελλάδα όσο βασίλευε ο Όθων, αλλά αφού έπαυσε να υπάρχει αυτό το εμπόδιο θα έδινε τη συγκατάθεσή της για την ένωση των νησιών με την Ελλάδα κρατώντας μόνο την Κέρκυρα. Ένα μήνα αργότερα, στις 10 Δεκεμβρίου, έπειτα από επίσημη ανακοίνωση του υπουργού των Εξωτερικών της Αγγλίας λόρδου Russell, ο Τρικούπης ειδοποίησε την ελληνική κυβέρνηση ότι η βασίλισσα της Αγγλίας δεχόταν να προτείνει στις Δυνάμεις, που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη του 1815, την ένωση των νησιών με την Ελλάδα, με τον όρο ότι το ελληνικό πολίτευμα θα ήταν σύμφωνο με τις αρχές που είχε διακηρύξει η Προσωρινή Κυβέρνηση και θα εκλεγόταν βασιλιάς αρεστός σ’ αυτή. Ήταν φανερή η πρόθεση της Μεγάλης Βρετανίας να εξασφαλίσει την επιρροή της στην Ελλάδα και μαζί να επιτύχει εγγυήσεις για την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτό άλλωστε το δήλωσε απερίφραστα ο λόρδος Russel προς τον πρεσβευτή της Αυστρίας.
Με το ίδιο πνεύμα είχε συνταχθεί και το υπόμνημα που υπέβαλε στην ελληνική κυβέρνηση ο έκτακτος απεσταλμένος της βρετανικής κυβερνήσεως στην Αθήνα σερ Ερρίκος Elliot (Δεκέμβριος 1862). Στο έγγραφο αυτό αναφερόταν ρητά, ότι η βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας για να ενισχύσει την ελληνική μοναρχία ήταν πρόθυμη να αναγγείλει στη Γερουσία και στη Βουλή της Επτανήσου ότι επιθυμούσε την ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Σε περίπτωση που εκδήλωνε την ίδια επιθυμία και το Ιόνιο Κοινοβούλιο θα ζητούσε από τις Δυνάμεις που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη του 1815 τη σχετική συγκατάθεση. Αλλά, αν εκλεγόταν ηγεμόνας που έδινε υπόνοιες ότι θα προκαλούσε επαναστάσεις ή θα ακολουθούσε επιθετική πολιτική απέναντι στην Τουρκία, θα εμποδιζόταν να παραιτηθεί από την Προστασία της Επτανήσου.
Βέβαια το ζήτημα της παραχωρήσεως των νησιών στην Ελλάδα προκάλεσε αντιδράσεις στη Βουλή των Λόρδων (Derby, Carnarvon) και στη Βουλή των Κοινοτήτων (Disraeli κ.ά.), αλλά η κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα Ιόνια νησιά δεν αποτελούσαν αγγλική χώρα, αλλά κράτος ανεξάρτητο που είχε τεθεί κάτω από την προστασία της Αγγλίας και αν επιθυμία των Επτανησίων ήταν η ένωση με την Ελλάδα, η Αγγλία έπρεπε να φροντίσει για την πραγματοποίησή της.
Την 1η Αυγούστου 1863 πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο συνδιάσκεψη του Βρετανού υπουργού των Εξωτερικών με τους πρεσβευτές Αυστρίας, Γαλλίας, Πρωσσίας και Ρωσίας. Με την υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου οι τέσσερις Δυνάμεις αναγνώριζαν στη Μεγάλη Βρετανία το δικαίωμα να παραιτηθεί από την προστασία των νησιών, δήλωναν ότι θα έδιναν τη συγκατάθεσή τους και θα συντελούσαν στην ένωσή τους με την Ελλάδα, εφόσον θα είχαν τη διαβεβαίωση ότι το Ιόνιο Κοινοβούλιο δεχόταν αυτό το σχέδιο, οπότε και θα ήταν έτοιμες να διαπραγματευθούν με τη Μεγάλη Βρετανία τους όρους της σχετικής συνθήκης.
Στις 25 Ιουλίου / 6 Αυγούστου 1863 ο αρμοστής Storks σύμφωνα με εντολή του στέμματος διέλυσε το ΙΒ΄ Ιόνιο Κοινοβούλιο με σκοπό τη διενέργεια εκλογών για τη συγκρότηση νέου, που θα εξέφραζε επίσημα τη θέληση του επτανησιακού λαού σχετικά με το ζήτημα της ενώσεως των νησιών με την Ελλάδα. Οι εκλογές ορίσθηκαν για τις 9/21 και 10/22 Σεπτεμβρίου. Στις εκλογές αυτές ο Ηλίας Ζερβός και ο Ιωσήφ Μομφερράτος δε δέχτηκαν να εκθέσουν υποψηφιότητα, επειδή η πρόθεση των Άγγλων να παραχωρήσουν τα Ιόνια νησιά στην Ελλάδα τους έβαζε σε σοβαρές υποψίες, όπως εξάλλου και άλλους ακραιφνείς Ριζοσπάστες, που είχαν οραματισθεί την ένωση των νησιών με μια Ελλάδα πραγματικά ανεξάρτητη και δημοκρατική. Με τον τρόπο όμως που πραγματοποιόταν η ένωση, δεν ήταν το επιστέγασμα των αγώνων του επτανησιακού λαού, αλλά έργο της ξένης διπλωματίας. Παραχωρώντας τώρα οι Άγγλοι τα Ιόνια νησιά παρέσυραν ολόκληρη την Ελλάδα στη σφαίρα της δικής τους επιρροής.
Η ΒΟΥΛΗ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ
Εκλεχθείσα συνεπεία προσκλήσεως της Προστάτιδος Δυνάμεως και συνελθούσα όπως οριστικώς αποφανθή περί της Εθνικής αποκαταστάσεως του Ιονίου λαού· πιστώς δε εκδηλούσα τον διάπυρον πόθον και την ανέκαθεν σταθεράν αυτού θέλησιν, και συμφώνως προς τας προηγηθείσας ευχάς και διακηρύξεις των ελευθέρων Ιονίων Βουλών
Αι Νήσοι Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Λευκάς, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί και τα εξαρτήματα αυτών ενούνται μετά του Βασιλείου της Ελλάδος, όπως εσαεί αποτελώσιν αναπόσπαστον αυτού μέρος εν μια και αδιαιρέτω πολιτεία υπό το Συνταγματικόν Σκήπτρον της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Α΄, και των διαδόχων Αυτού.
Εγένετο εν τω Βουλευτηρίω. Κερκύρα τη κγ΄ Σεπτεμβρίου του Σωτηρίου Έτους ,αωξγ΄.
Στις 14 Νοεμβρίου 1863 οι εκπρόσωποι των πέντε Δυνάμεων υπέγραψαν στο Λονδίνο συνθήκη με την οποία γινόταν αποδεκτή η παραίτηση της Μεγάλης Βρετανίας από την Προστασία του Ιόνιου κράτους και αναγνωριζόταν η ένωσή του με το ελληνικό βασίλειο, αλλά υπό καθεστώς ουδετερότητας· καμιά στρατιωτική ή ναυτική δύναμη δε θα είχε δικαίωμα να συγκεντρωθεί ή να σταθμεύσει στο έδαφος ή στα ύδατα τους, εκτός από εκείνη που ήταν απαραίτητη για την τήρηση της τάξεως. Για τον ίδιο λόγο θα κατεδαφίζονταν τα φρούρια της Κέρκυρας πριν από την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων. Η ένωση των νησιών με την Ελλάδα δε θα μετέβαλλε το ναυτιλιακό και το εμπορικό καθεστώς που είχε δημιουργηθεί με την υπογραφή συνθηκών και συμβάσεων ανάμεσα σε ξένες δυνάμεις και στην κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας ως προστάτιδας δυνάμεως των νησιών. Επίσης θα παρέμενε αμετάβλητο το θρησκευτικό καθεστώς που είχε αναγνωρισθεί από το Σύνταγμα του Ιόνιου κράτους. Οι υπήκοοι που ανήκαν στο δυτικό δόγμα θα είχαν την ίδια ελευθερία λατρείας με εκείνη που είχε αναγνωρισθεί στους ομοδόξους τους στην Ελλάδα με το πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830. Ακόμη θα εφαρμοζόταν στα Ιόνια νησιά η αρχή της αστικής και της πολιτικής ισότητας ανάμεσα σε υπηκόους διαφορετικών δογμάτων, που είχε καθιερωθεί στην Ελλάδα με το ίδιο πρωτόκολλο. Η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία ως εγγυήτριες δυνάμεις του ελληνικού βασιλείου επιφυλάσσονταν να συνομολογήσουν με την ελληνική κυβέρνηση συνθήκη για τις συμφωνίες που θα έκανε αναγκαίες η ένωση των νησιών. Οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα αποχωρούσαν από τα Ιόνια νησιά μέσα σε τρεις μήνες το αργότερο από την επικύρωση της συνθήκης. Οι τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις είχαν την υποχρέωση να κοινοποιήσουν στην Αυστρία και στην Πρωσσία τη συνθήκη που θα έκαναν με την ελληνική κυβέρνηση. Τέλος με την εφαρμογή της συνθήκης του 1863 έπαυαν να ισχύουν οι διατάξεις της συνθήκης του Παρισιού της 5ης Νοεμβρίου 1815, εκτός από τον όρο ότι η Αυστρία, η Πρωσσία και η Ρωσία δε θα είχαν αξιώσεις πάνω στα νησιά, όρος που ανανεωνόταν και επικυρωνόταν με τη νέα συνθήκη.
Το καθεστώς όμως της ουδετερότητας των νησιών περιόριζε τα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού κράτους και για το ζήτημα αυτό ο Χαρίλαος Τρικούπης ως πληρεξούσιος της ελληνικής κυβερνήσεως έκανε έντονα διαβήματα στο Λονδίνο. Τελικά χάρη και στη συμπαράσταση της γαλλικής κυβερνήσεως συνομολογήθηκε το πρωτόκολλο της 25ης Ιανουαρίου 1864, που καταργούσε τον περιορισμό του αριθμού των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων που μπορούσε να διατηρεί η Ελλάς στα νησιά και περιόριζε την ουδετερότητα στην Κέρκυρα και στους Παξούς. Στις 17 / 29 Μαρτίου 1864 η Ελλάς και οι εγγυήτριες Δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία υπέγραψαν στο Λονδίνο συνθήκη, που επικύρωνε τους όρους της συνθήκης της 14ης Νοεμβρίου 1863 όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο της 25ης Ιανουαρίου 1864, και ρύθμιζε άλλα ζητήματα που προέκυπταν από την ένωση. Συγκεκριμένα καθοριζόταν ότι τα Ιόνια νησιά θα συνέβαλλαν με το ετήσιο ποσό των 10.000 λιρών στερλινών στην αύξηση της χορηγίας του βασιλιά των Ελλήνων, εκτός αν το ποσό αυτό θα λαμβανόταν από τα εισοδήματα του βασιλείου. Επίσης οι τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις συμφωνούσαν να παραιτηθούν από το ποσό των 4.000 λιρών στερλινών, που κατά τη συμφωνία του 1860 ήταν υποχρεωμένο το ελληνικό δημόσιο να καταβάλλει σ’ αυτές κάθε χρόνο και το σύνολο των ποσών αυτών προσφερόταν προσωπικά στο βασιλιά των Ελλήνων. Ο τελευταίος αναδεχόταν όλες τις υποχρεώσεις και τις συμβάσεις που είχαν συναφθεί ανάμεσα στο Ιόνιο κράτος ή την προστάτιδα Δύναμη και ξένες κυβερνήσεις ή εταιρίες ή ιδιώτες, όπως το δημόσιο χρέος των Ιόνιων νησιών και τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στην Ιόνιο Τράπεζα, στη ναυτιλιακή εταιρία «Αυστριακό Λόυδ», σύμφωνα με την ταχυδρομική σύμβαση της 1ης Δεκεμβρίου 1853, και στην εταιρία αεριόφωτος Μάλτας και Μεσογείου. Τέλος ο βασιλιάς των Ελλήνων αναλάμβανε να καταβάλλει τις συντάξεις που χορηγούσε το Ιόνιο κράτος σε Βρετανούς υπηκόους, τις αποζημιώσεις που οφείλονταν σε πρόσωπα που είχαν διατελέσει υπάλληλοι στο Ιόνιο κράτος και που με την ένωση έχαναν αναγκαστικά τη θέση τους καθώς και τις συντάξεις που δίνονταν σε Ιόνιους υπηκόους για υπηρεσίες που είχαν προσφέρει προς το κράτος. Τα καθέκαστα ρυθμίζονταν με ειδική σύμβαση που συνομολογήθηκε την ίδια μέρα (29 Μαρτίου 1864) ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Μεγάλη Βρετανία.
Στις 21 Μαΐου / 2 Ιουνίου 1864 ο αρμοστής Ερρίκος Storks παρέδωσε, όπως αναφέρθηκε ήδη, τα Ιόνια νησιά στον έκτακτο απεσταλμένο της ελληνικής κυβερνήσεως Θρασύβουλο Ζαΐμη. Στα φρούριά τους υψώθηκε η ελληνική σημαία. Η περίοδος της βρετανικής προστασίας είχε λήξει. Όπως σημειώνει ανώνυμος Ζακυνθινός χρονογράφος «οί Άγγλοι εκάθισαν εις την Επτάνησον χρόνους 54, μήνες 8 και ημέρες μία». Ο Βρετανός αρμοστής από την Κέρκυρα κατευθύνθηκε στο Κατάκωλο, όπου συνάντησε το Γεώργιο Α' και του παρέδωσε τη μεγάλη σημαία του Ιόνιου κράτους. Στις 29 Ιουνίου ο βασιλιάς των Ελλήνων μαζί με τους πρεσβευτές των εγγυητριών Δυνάμεων αποβιβάσθηκε στην Κέρκυρα και έπειτα περιόδευσε στα άλλα νησιά.
Το ΙΓ΄ Ιόνιο Κοινοβούλιο είχε διαλυθεί με προκήρυξη της βασίλισσας Βικτωρίας της 7ης Απριλίου 1864 και σύμφωνα με το νόμο που ψήφισε η ελληνική Εθνοσυνέλευση (14 Απριλίου) εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα στις 24 Απριλίου 1864 για την εκλογή των Επτανησίων πληρεξουσίων που θα έπαιρναν μέρος στην ελληνική Εθνοσυνέλευση. Οι εκλογές διεξήχθησαν με καθολική και μυστική ψηφοφορία. Στις 14/ 26 Ιουλίου οι πληρεξούσιοι της Επτανήσου συγκεντρώθηκαν στη Ζάκυνθο, από όπου έπειτα από δύο ημέρες αναχώρησαν με επισημότητα για την Αθήνα. Στις 22 Ιουλίου / 3 Αυγούστου 1864 οι πληρεξούσιοι της Επτανήσου έγιναν δεκτοί σε πανηγυρική συνεδρίαση της Εθνοσυνελεύσεως και άρχισαν να παίρνουν μέρος στις εργασίες της.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου