Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 15: Ορισμός της αρετής
Στο ερώτημα πώς ορίζεται η μετρημένη στάση, με ποιο κριτήριο θα αποφασίσει ο άνθρωπος τα όρια του ηθικού μέτρου και του δέοντος, ο Αριστοτέλης απάντησε ότι δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος. Η μεσότητα είναι προσωπική υπόθεση· άλλη είναι η μεσότητα-ανδρεία για εκείνον που εκ χαρακτήρος τείνει προς την έλλειψη-δειλία και άλλη για εκείνον που τείνει προς την υπερβολή-θράσος. Το υποκειμενικό μέσο δεν ισαπέχει από τα άκρα της υπερβολής και έλλειψης, οπότε η εύρεσή του παραμένει ζητούμενο σε κάθε περίσταση· ζητούμενο που απαιτεί σταθερή προσήλωση και διανοητική εγρήγορση. Η αρετή, λοιπόν, ταυτίζεται με τη μεσότητα, αλλά δεν πρέπει την εκλάβουμε ως κάτι ουδέτερο και μετριοπαθές, χλιαρό και άχρωμο. Μπορεί να πραγματώνει το μέτρο ανάμεσα στα άκρα της υπερβολής και έλλειψης, αλλά ως στάση ζωής η αρετή είναι ἀκρότης, δυσεπίτευκτη κορύφωση ενός αγώνα που κρατάει ολόκληρη ζωή.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικά Νικομάχεια, Β 6.10-13·16, 1106b18-28· 1106b36-1107a6
Παραδείγματος χάριν μπορεί κανείς να φοβηθεί ή να δείξει θάρρος, να επιθυμήσει, να οργισθεί ή να σπλαχνισθεί, γενικά να νιώσει ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, και σε μεγαλύτερο και σε μικρότερο βαθμό, και ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα δύο αυτά είναι καλό⸱ να τα αισθανθεί όμως όλα αυτά τη στιγμή που πρέπει, εν σχέσει με τα πράγματα που πρέπει, εν σχέσει με τους ανθρώπους που πρέπει, για τον λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, το μέσον και το άριστο -αυτό το δεύτερο έχει, βέβαια, άμεση σχέση με την αρετή. Όμοια και στις πράξεις υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και το μέσον -η αρετή αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις: σ’ αυτά η υπερβολή αποτελεί λάθος και ψέγεται, το ίδιο και η έλλειψη, ενώ το μέσον επαινείται και είναι το ορθό⸱ φυσικά, τα δύο αυτά, ο έπαινος και η επιτυχία του ορθού, πάνε μαζί μαζί με την αρετή. Ένα είδος μεσότητας είναι λοιπόν η αρετή, έτσι που έχει για στόχο της το μέσον. [...]
Όθεν η αρετή είναι έξις, αποκτωμένη διά της βουλήσεως⸱ έξις υφισταμένη ως προς ημάς κατά το μέτρον, το καθοριζόμενον υπό του λόγου, συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου. Ευρίσκεται εις το μέσον μεταξύ δύο κακών ακροτήτων, εκ των οποίων η μία είναι η υπερβολή και η άλλη η έλλειψις. Ωσαύτως, ενώ εις τα πάθη και τας πράξεις, η κακία εμφιλοχωρεί εις το να ευρίσκεται κανείς άλλοτε μεν εντεύθεν, άλλοτε δε εκείθεν του πρέποντος, η αρετή ευρίσκει και υιοθετεί ορθόν τι μέτρον.
Α. Τι λέει το κείμενο;
1. Με ποια κριτήρια αποδίδεται ηθικό πρόσημο στα πάθη, που καθ’ εαυτά είναι ηθικώς ουδέτερα; Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και με τις ανθρώπινες πράξεις;
1. Είναι ο κάθε άνθρωπος απόλυτα υποκειμενικός στις ηθικές του επιλογές ή οφείλει να λάβει υπόψη του και ορισμένα αντικειμενικά (ανεξάρτητα από τον ίδιο) δεδομένα;
1. Ποια έγκλιση είναι κυρίαρχη στο απόσπασμα; Γιατί πλέον ο Αριστοτέλης την προτιμά, ακόμα και για σκέψεις που σε προηγούμενες ενότητες είχε διατυπώσει με δυνητική ευκτική; Γιατί σε μία περίπτωση καταφεύγει και εδώ στη δυνητική ευκτική;
«πάθη»: Στο κείμενο δηλώνει τα συναισθήματα και τις ψυχικές καταστάσεις που υφίσταται ο άνθρωπος, όπως ο φόβος, η οργή, ο οίκτος, η ευχαρίστηση και η λύπη. Στη Νέα Ελληνική η λέξη «πάθος» διατηρεί και αυτή τη σημασία, συχνά όμως δηλώνει ειδικότερα ένα πολύ έντονο συναίσθημα, μια ισχυρή επιθυμία ή ακόμη και μια έξη που κυριαρχεί στο άτομο. Οι μεταφραστές αποδίδουν το νόημα κυρίως με τις λέξεις «συναισθήματα» ή «πάθη».
α) Η απόδοση των απαρεμφάτων που δηλώνουν τα πάθη
Ο Αριστοτέλης παραθέτει τα απαρέμφατα «φοβηθῆναι, θαρρῆσαι, ἐπιθυμῆσαι, ὀργισθῆναι, ἐλεῆσαι, ἡσθῆναι, λυπηθῆναι». Με αυτά δεν κατονομάζει αφηρημένα συναισθήματα, αλλά παρουσιάζει τα πάθη ως βιώματα και δυναμικές εκδηλώσεις του ανθρώπου: το να φοβηθεί, να δείξει θάρρος, να επιθυμήσει, να οργισθεί, να αισθανθεί οίκτο, ευχαρίστηση ή λύπη.
Ο Λεκατσάς, αντίθετα, μετατρέπει τα περισσότερα απαρέμφατα σε αφηρημένα ουσιαστικά: «τα συναισθήματα του φόβου, του θάρρους, του πόθου, της οργής, του οίκτου και εν γένει τα της ηδονής και της οδύνης». Επιπλέον, αποδίδει το «ἔστι» με την απρόσωπη διατύπωση «δυνατόν να μας θίγουν». Έτσι το βάρος μετατοπίζεται από την πράξη του υποκειμένου προς τα ίδια τα συναισθήματα, τα οποία παρουσιάζονται σαν δυνάμεις που επενεργούν επάνω μας. Η απόδοση είναι πιο ονοματική, αφηρημένη και λόγια· απομακρύνεται περισσότερο από τη γραμματική μορφή του πρωτοτύπου, αλλά δηλώνει καθαρά ότι πρόκειται για ψυχικά πάθη.
Επομένως, ως προς τα απαρέμφατα, ο Λυπουρλής είναι μορφοσυντακτικά πιστότερος και πιο ζωντανός, επειδή διατηρεί τη ρηματική εκφορά, ενώ ο Λεκατσάς είναι περισσότερο ερμηνευτικός και αφαιρετικός, επειδή ουσιαστικοποιεί τα πάθη.
β) Η απόδοση του ορισμού της αρετής
Ο αριστοτελικός ορισμός είναι: «Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετή ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν». Περιλαμβάνει διαδοχικά την έννοια γένους, «ἕξις», τον προαιρετικό χαρακτήρα της, τη μεσότητα «πρὸς ἡμᾶς», τον καθορισμό της από τον λόγο και το πρότυπο του φρόνιμου ανθρώπου.
Ο Λεκατσάς αποδίδει: «η αρετή είναι έξις, αποκτωμένη διά της βουλήσεως· έξις υφισταμένη ως προς ημάς κατά το μέτρον, το καθοριζόμενον υπό του λόγου, συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου». Διατηρεί αυτούσιο τον φιλοσοφικό όρο «έξις», αλλά μεταφράζει το «προαιρετική» ως «αποκτωμένη διά της βουλήσεως». Η απόδοση αυτή υπογραμμίζει τη βούληση, δεν αποδίδει όμως με απόλυτη ακρίβεια την αριστοτελική προαίρεση, η οποία δεν είναι απλή θέληση αλλά έλλογη και συνειδητή επιλογή. Τη «μεσότητα» την αποδίδει ως «κατά το μέτρον» και αργότερα ως «ορθόν τι μέτρον», επιλογή που καθιστά κατανοητό το νόημα, αλλά εξασθενεί κάπως τον ειδικό τεχνικό όρο «μεσότητα». Το «πρ
Ο Λεκατσάς αποδίδει: «η αρετή είναι έξις, αποκτωμένη διά της βουλήσεως· έξις υφισταμένη ως προς ημάς κατά το μέτρον, το καθοριζόμενον υπό του λόγου, συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου». Διατηρεί αυτούσιο τον φιλοσοφικό όρο «έξις», αλλά μεταφράζει το «προαιρετική» ως «αποκτωμένη διά της βουλήσεως». Η απόδοση αυτή υπογραμμίζει τη βούληση, δεν αποδίδει όμως με απόλυτη ακρίβεια την αριστοτελική προαίρεση, η οποία δεν είναι απλή θέληση αλλά έλλογη και συνειδητή επιλογή. Τη «μεσότητα» την αποδίδει ως «κατά το μέτρον» και αργότερα ως «ορθόν τι μέτρον», επιλογή που καθιστά κατανοητό το νόημα, αλλά εξασθενεί κάπως τον ειδικό τεχνικό όρο «μεσότητα». Το «πρὸς ἡμᾶς» διατηρείται ως «ως προς ημάς», ενώ το «λόγῳ» αποδίδεται πιστά με τον λόγιο όρο «υπό του λόγου». Αντί όμως να μεταφράσει τη δυνητική διατύπωση «ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν», γράφει «συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου». Έτσι μετατοπίζει το βάρος από την κρίση και τον καθορισμό του φρόνιμου προς τη συμπεριφορά του ως πρακτικού προτύπου.
1. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Ἠθικὰ Νικομάχεια, Β 3.1-2, 1104b3-13
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
Ο Αριστοτέλης, στο συγκεκριμένο απόσπασμα, διαχωρίζει τις ηδονές σε καλές και κακές. Αφού λάβετε υπόψη το Κείμενο Αναφοράς, προσπαθήστε να ορίσετε τις κακές και καλές ηδονές, όπως και τις καλές και τις κακές λύπες. Στο τέλος, να δοκιμάσετε να βρείτε δικά σας παραδείγματα για καθεμιά από τις παραπάνω περιπτώσεις.
1. Καλές ηδονές
Καλές είναι οι ηδονές που προέρχονται από ηθικά ορθές πράξεις και συμφωνούν με τον λόγο και τη μεσότητα. Τις αισθάνεται ο άνθρωπος που έχει διαμορφώσει ενάρετη έξη, επειδή χαίρεται όταν πράττει το καλό και όχι επειδή επιδιώκει απλώς μια άμεση ή σωματική απόλαυση. Η ευχαρίστηση αυτή αποτελεί ένδειξη ότι το αγαθό έχει γίνει σταθερή επιλογή και μέρος του χαρακτήρα του.
Παραδείγματα: ένας μαθητής μελετά συστηματικά και χαίρεται επειδή κατανόησε ένα δύσκολο θέμα και βελτιώθηκε· κάποιος βοηθά έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη και αισθάνεται ικανοποίηση επειδή ενήργησε δίκαια και γενναιόδωρα· ένας αθλητής αρνείται μια αθέμιτη νίκη και χαίρεται που διατήρησε την εντιμότητά του· κάποιος απολαμβάνει ένα γεύμα με μέτρο, χωρίς να οδηγείται σε ακραία κατανάλωση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η χαρά συνδέεται με την ορθή πράξη, τον σωστό σκοπό και το κατάλληλο μέτρο.
2. Κακές ηδονές
Κακές είναι οι ηδονές που γεννώνται από άδικες, ευτελείς ή υπερβολικές πράξεις και ωθούν τον άνθρωπο μακριά από το δέον. Ο άνθρωπος τις επιδιώκει χωρίς να υπολογίζει τον ορθό λόγο, τις συνέπειες ή το καλό των άλλων. Έτσι η ευχαρίστηση γίνεται κίνητρο της κακίας και φανερώνει ότι έχει παγιωθεί μια εσφαλμένη έξη.
Παραδείγματα: ένας μαθητής αντιγράφει σε διαγώνισμα και χαίρεται επειδή πέτυχε βαθμό χωρίς προσπάθεια· κάποιος διαδίδει ένα προσβλητικό σχόλιο και ικανοποιείται από την αμηχανία του άλλου· ένας άνθρωπος καταναλώνει πολύ περισσότερο φαγητό ή ποτό από όσο χρειάζεται μόνο για την απόλαυση· κάποιος χαίρεται επειδή εξαπάτησε έναν συναλλασσόμενο και κέρδισε σε βάρος του. Η ηδονή είναι κακή όχι επειδή κάθε απόλαυση είναι καταδικαστέα, αλλά επειδή εδώ προέρχεται από άδικη πράξη, υπερβολή ή επιλογή αντίθετη προς τον λόγο.
3. Καλές λύπες
Καλές είναι οι λύπες που αισθανόμαστε για τον σωστό λόγο και στον πρέποντα βαθμό: όταν αναγνωρίζουμε ένα πραγματικό κακό, μια αδικία, ένα δικό μας ηθικό σφάλμα ή τη δυστυχία ενός άλλου ανθρώπου. Αυτές οι λύπες δεν αποτελούν αδυναμία· φανερώνουν ηθική ευαισθησία και μπορούν να οδηγήσουν σε διόρθωση, αποκατάσταση ή βοήθεια.
Παραδείγματα: ένας μαθητής λυπάται επειδή αδίκησε έναν συμμαθητή του, ζητά συγγνώμη και επανορθώνει· ένας πολίτης στενοχωριέται βλέποντας μια άδικη μεταχείριση και παρεμβαίνει με νόμιμο και συνετό τρόπο· κάποιος δοκιμάζει λύπη για τη δυσκολία ενός φίλου και του προσφέρει έμπρακτη υποστήριξη· ένας αθλητής λυπάται επειδή δεν προπονήθηκε με συνέπεια και χρησιμοποιεί την αποτυχία ως αφορμή για βελτίωση. Η λύπη είναι καλή όταν είναι ανάλογη με την περίσταση, προέρχεται από ορθή κρίση και παρακινεί σε ενάρετη πράξη.
4. Κακές λύπες
Κακές είναι οι λύπες που προκαλούνται από κάτι καλό ή αναγκαίο, επειδή ο άνθρωπος έχει συνηθίσει να επιθυμεί το αντίθετο, καθώς και όσες είναι αδικαιολόγητες ή υπερβολικές σε σχέση με την περίσταση. Ιδίως κακή είναι η δυσαρέσκεια που αισθάνεται κάποιος όταν η ορθή πράξη απαιτεί αυτοέλεγχο, θάρρος, δικαιοσύνη ή κόπο.
Παραδείγματα: κάποιος λυπάται επειδή πρέπει να επιστρέψει κάτι που δεν του ανήκει· ένας μαθητής δυσανασχετεί επειδή χρειάζεται να μελετήσει αντί να επιλέξει μια εύκολη αλλά ανεύθυνη διασκέδαση· ένας άνθρωπος στενοχωριέται για την επιτυχία ενός άλλου από φθόνο· κάποιος απογοητεύεται επειδή δεν μπόρεσε να εκδικηθεί ή να προσβάλει εκείνον που τον ενόχλησε· ένας πολίτης δυσανασχετεί επειδή οφείλει να τηρήσει έναν δίκαιο κανόνα που περιορίζει το προσωπικό του συμφέρον. Στις περιπτώσεις αυτές η λύπη αποκαλύπτει ότι το άτομο δεν έχει ακόμη εναρμονίσει τις επιθυμίες του με το αγαθό.
(μετάφραση Β. Μπετσάκος)
Να προσπαθήσετε να αντιστοιχίσετε όσα διδάσκει θεωρητικά ο Αριστοτέλης για την ηθική στο Κείμενο Αναφοράς με όσα παραδειγματικά αναφέρονται για την οργή στα Ἠθικά Μεγάλα. Να αποτυπώσετε τα συμπεράσματά σας σε ένα διάγραμμα ή έναν πίνακα. Βρίσκετε διαφορές ανάμεσα στις δύο ηθικές πραγματείες;
|
Θεωρητική διδασκαλία στο
Κείμενο Αναφοράς |
Παραδειγματική εφαρμογή στην
οργή στα Ἠθικά Μεγάλα |
Συμπέρασμα |
|
Η ηθική αρετή αναφέρεται στα πάθη
και στις πράξεις. |
Η οργή παρουσιάζεται ως πάθος,
δηλαδή ως ψυχική κατάσταση που συνοδεύεται συνήθως από ευχαρίστηση ή
δυσαρέσκεια και εκδηλώνεται στη συμπεριφορά. |
Η οργή αποτελεί συγκεκριμένο
πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται και φανερώνεται η ηθική ποιότητα του ανθρώπου. |
|
Τα πάθη καθαυτά δεν είναι αρετές ή κακίες· η ηθική τους αξία εξαρτάται
από τον τρόπο με τον οποίο τα βιώνουμε και τα εκδηλώνουμε. |
Δεν
θεωρείται κακή κάθε οργή. Κακή είναι είτε η υπερβολική οργή είτε η πλήρης
απουσία της όταν υπάρχουν λόγοι για τους οποίους πρέπει να οργιστούμε. |
Η
οργή δεν απορρίπτεται απόλυτα· αξιολογείται ανάλογα με τις περιστάσεις, την
ένταση και το αντικείμενό της. |
|
Οι δυνάμεις είναι οι φυσικές
δυνατότητες με τις οποίες μπορούμε να αισθανόμαστε τα πάθη, ενώ οι έξεις είναι
οι σταθεροί τρόποι με τους οποίους είμαστε τοποθετημένοι απέναντί τους. |
Η δύναμη μάς καθιστά ικανούς
να οργιζόμαστε· η έξη καθορίζει αν οργιζόμαστε σωστά, υπερβολικά ή ανεπαρκώς. |
Η αρετή δεν ταυτίζεται με την
απλή φυσική ικανότητα της οργής, αλλά με την επίκτητη και σταθερή ορθή στάση
απέναντί της. |
|
Σε κάθε πάθος υπάρχουν τρεις δυνατότητες: υπερβολή, έλλειψη και μέσον. |
Στην
οργή, υπερβολή είναι να οργίζεται κανείς περισσότερο από όσο πρέπει· έλλειψη
είναι να μην οργίζεται καθόλου ακόμη και όταν πρέπει· μέσον είναι η κατάλληλη
εκδήλωση της οργής. |
Το
γενικό τριμερές σχήμα εφαρμόζεται με ακρίβεια σε ένα συγκεκριμένο πάθος. |
|
Η υπερβολή και η έλλειψη
αποτελούν κακίες, επειδή αποκλίνουν από το δέον. |
Η υπερβολική οργή αντιστοιχεί
στην οργιλότητα, ενώ η παντελής απουσία οργής σε περιστάσεις που την απαιτούν
αποτελεί επίσης λανθασμένη ηθική τοποθέτηση. |
Τα δύο αντίθετα άκρα είναι
ηθικά εσφαλμένα, παρότι το ένα εκφράζει περίσσεια και το άλλο ανεπάρκεια. |
|
Η αρετή είναι μεσότης και έχει ως στόχο να βρίσκει και να επιλέγει το
μέσον. |
Η
ορθή έξη απέναντι στην οργή είναι η πραότητα, η οποία βρίσκεται
ανάμεσα στην υπερβολική οργή και στην έλλειψή της. |
Η
πραότητα αποτελεί την ειδική μορφή που παίρνει η γενική αρχή της μεσότητας
στο πάθος της οργής. |
|
Το μέσον δεν είναι αριθμητικό,
αλλά το «πρὸς ἡμᾶς»: αυτό που αρμόζει στο συγκεκριμένο
πρόσωπο και στη συγκεκριμένη περίσταση. |
Η σωστή στάση δεν σημαίνει να
βρίσκεται κάποιος πάντοτε σε μια ίση απόσταση από τα άκρα, αλλά να οργίζεται
όσο απαιτεί η περίπτωση και για όσα πράγματι αξίζουν οργή. |
Η μεσότητα είναι ποιοτική και
περιστασιακή, όχι μηχανικός μέσος όρος. |
|
Το ορθό πάθος εκδηλώνεται όταν πρέπει, για όσα πρέπει, προς όσους πρέπει,
για τον σκοπό που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. |
Ο
πράος άνθρωπος οργίζεται στον κατάλληλο χρόνο, για πραγματικά άδικο ή
επιλήψιμο λόγο, απέναντι στο κατάλληλο πρόσωπο, με ορθό σκοπό και χωρίς
δυσανάλογη ένταση ή διάρκεια. |
Τα
πέντε κριτήρια του δέοντος καθιστούν συγκεκριμένο το περιεχόμενο της ορθής
οργής. |
|
Η αρετή είναι ἕξις προαιρετική: σταθερή έξη που προϋποθέτει
ελεύθερη, έλλογη και συνειδητή επιλογή. |
Η πραότητα δεν είναι μια
τυχαία ή στιγμιαία συγκράτηση, αλλά σταθερός τρόπος αντίδρασης, τον οποίο ο
άνθρωπος έχει καλλιεργήσει και επιλέγει συνειδητά. |
Η ηθική αξία δεν κρίνεται από
μία μεμονωμένη αντίδραση, αλλά από τον παγιωμένο χαρακτήρα και την προαίρεση. |
|
Η μεσότητα είναι ὡρισμένη
λόγῳ και προσδιορίζεται όπως θα
την όριζε ο φρόνιμος. |
Η
ορθή οργή απαιτεί κρίση: ο άνθρωπος πρέπει να σταθμίσει αν υπάρχει δίκαιη
αιτία, ποια ένταση αρμόζει και ποιος τρόπος αντίδρασης υπηρετεί πραγματικά το
καλό. |
Η
πραότητα δεν είναι παθητικότητα, αλλά έλλογος αυτοέλεγχος και συνετή επιλογή. |
|
Το ίδιο σχήμα υπερβολής,
έλλειψης και μεσότητας ισχύει γενικά για τα πάθη και τις πράξεις. |
Τα Ἠθικά Μεγάλα επεκτείνουν το παράδειγμα στην
καυχησιά και στην κρυψίνοια: η πρώτη παρουσιάζει περισσότερα από όσα
υπάρχουν, η δεύτερη λιγότερα, ενώ η αλήθεια είναι το μέσον. |
Το παράδειγμα της οργής δεν
είναι μεμονωμένο· επιβεβαιώνει έναν γενικό μηχανισμό συγκρότησης των ηθικών
αρετών. |
Σε επίπεδο βασικής ηθικής διδασκαλίας, οι δύο πραγματείες παρουσιάζουν ουσιαστική συμφωνία. Και στα Ἠθικά Νικομάχεια και στα Ἠθικά Μεγάλα η ηθική αρετή θεωρείται έξη σχετική με τα πάθη και τις πράξεις, ενώ η ορθή στάση τοποθετείται ανάμεσα στην υπερβολή και στην έλλειψη. Το Κείμενο Αναφοράς διατυπώνει τη θεωρία γενικά και αφηρημένα: για κάθε πάθος πρέπει να επιτυγχάνεται το πρέπον ως προς τον χρόνο, το αντικείμενο, τα πρόσωπα, τον σκοπό και τον τρόπο. Τα Ἠθικά Μεγάλα εφαρμόζουν παραδειγματικά αυτή την αρχή στην οργή: ούτε η υπερβολική οργή ούτε η παντελής απουσία της είναι ορθές· η πραότητα αποτελεί τη μεσότητα και, επομένως, την ενάρετη έξη. Παράλληλα, επιβεβαιώνουν την ίδια δομή και με το ζεύγος καυχησιάς–κρυψίνοιας, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται η αλήθεια.
Αυτός ο βίος θα είναι ανώτερος από τον βίο που αναλογεί στον άνθρωπο. γιατί θα ζήσει μ’ αυτόν τον τρόπο όχι ως άνθρωπος, αλλά ως το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα του. Και όσο διαφέρει αυτό το θεϊκό στοιχείο από τον σύνθετο ανθρώπινο οργανισμό, τόσο διαφέρει και η ενέργειά του από την υπόλοιπη ανθρώπινη αρετή. Αν λοιπόν ο νους είναι κάτι το θεϊκό σε σχέση με τον άνθρωπο, άλλο τόσο θεϊκός είναι και ο βίος του νου σε σχέση με τον ανθρώπινο βίο. Δεν πρέπει λοιπόν να ακολουθήσουμε όσους μας παρακινούν να «σκεφτόμαστε ανθρώπινα ως άνθρωποι και θνητά ως θνητοί», αλλά να τείνουμε κατά το δυνατόν προς την αθανασία και να κάνουμε τα πάντα ώστε να ζούμε σύμφωνα με το ανώτερο μέρος του εαυτού μας. Παρά το μικρό του μέγεθος, στην ισχύ και την αξία υπερέχει κατά πολύ όλων των άλλων. Σωστά λοιπόν πιστεύουμε ότι αυτό είναι τελικά ο καθένας μας, από τη στιγμή που είναι το κύριο και το καλύτερο.
Θα ήταν λοιπόν παράλογο, αν ο άνθρωπος δεν επέλεγε τον δικό του βίο, αλλά τον βίο κάποιου άλλου. Πράγματι, αυτό που αντιστοιχεί στη φύση του καθενός, αυτό είναι και το ανώτερο και απολαυστικότερο γι’ αυτόν. Στον άνθρωπο λοιπόν αντιστοιχεί ο σύμφωνος με τον νου βίος, εφόσον αυτό ακριβώς είναι τελικά ο άνθρωπος. Συνεπώς ο βίος αυτός θα είναι και ο πιο ευδαιμονικός. [...]
Όποιος ενεργεί σύμφωνα με τον νου και επιμελείται τον νου, φαίνεται ότι είναι και αυτός που φέρεται άριστα και είναι ο πιο θεοφιλής. Γιατί αν υπάρχει κάποια επιμέλεια των θεών για τα ανθρώπινα πράγματα -και όντως πιστεύουμε ότι υπάρχει-, είναι εύλογο οι θεοί να χαίρονται με ό,τι είναι άριστο και πιο συγγενές με αυτούς (και αυτό είναι ο νους), και να επιβραβεύουν όσους αγαπούν περισσότερο και τιμούν τον νου, σαν φίλοι που νοιάζονται γι’ αυτούς και κάνουν το σωστό και το καλό. Ότι όλα αυτά αναφέρονται κυρίως στον σοφό, είναι φανερό. Ο σοφός είναι λοιπόν ο πιο θεοφιλής, και ευλόγως και ο πιο ευδαίμων.
(μετάφραση Β. Κάλφας)
1. Στον ορισμό της ηθικής αρετής ο Αριστοτέλης καταλήγει, ύστερα από εκτεταμένη αναφορά, στο ἄλογον μέρος της ανθρώπινης ψυχής, ειδικότερα σε εκείνο το μέρος του που μετέχει λόγου. Εντάσσει, όμως, στον ορισμό και μια διπλή αναφορά στις αρετές του λόγου ἔχοντος μέρους της ψυχής, τις διανοητικές αρετές. Να εντοπίσετε και να σχολιάσετε το σχετικό τμήμα του ορισμού.
Ο ορισμός της ηθικής αρετής είναι: «Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετή ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρός ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καί ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν». Η ηθική αρετή αφορά πρωτίστως το επιθυμητικό μέρος της ψυχής, δηλαδή το άλογο μέρος που μπορεί να ακούει και να υπακούει στον λόγο. Γι’ αυτό σχετίζεται με τα πάθη, τις επιθυμίες και τις πράξεις. Ωστόσο, ο ορισμός δεν περιορίζεται σε αυτό το μέρος της ψυχής· περιλαμβάνει δύο σαφείς αναφορές στο λόγον ἔχον μέρος και, επομένως, στις διανοητικές αρετές.
Β. Η διανοητική αρετή στο Παράλληλο Κείμενο
Στο Παράλληλο Κείμενο η διανοητική αρετή παρουσιάζεται μέσα από τη λειτουργία του νου και τον θεωρητικό βίο. Τα βασικά στοιχεία που αναφέρονται είναι τα εξής:
- Η ευδαιμονία είναι ενέργεια σύμφωνη με την αρετή και η πλήρης ευδαιμονία πρέπει να ακολουθεί την ύψιστη αρετή, δηλαδή την αρετή του άριστου μέρους του ανθρώπου.
- Άριστο μέρος της ανθρώπινης ψυχής είναι ο νους, επειδή εκ φύσεως άρχει, ηγείται και γνωρίζει τα καλά και τα θεϊκά.
- Ο νους χαρακτηρίζεται θεϊκός ή, τουλάχιστον, ως το θεϊκότερο στοιχείο μέσα στον άνθρωπο.
- Η ενέργεια του νου σύμφωνα με τη δική του αρετή είναι θεωρητική· άρα η ανώτερη ανθρώπινη ζωή είναι ο θεωρητικός βίος.
- Ο βίος του νου υπερβαίνει τον συνηθισμένο ανθρώπινο βίο, επειδή ο άνθρωπος ζει τότε σύμφωνα με το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα του.
- Ο άνθρωπος οφείλει να τείνει, όσο είναι δυνατόν, προς την αθανασία και να ζει σύμφωνα με το ανώτερο μέρος του εαυτού του.
- Παρότι ο νους είναι μικρός ως προς το μέγεθος, υπερέχει όλων των άλλων στοιχείων ως προς τη δύναμη και την αξία· γι’ αυτό θεωρείται το κύριο και το καλύτερο μέρος του ανθρώπου, ακόμη και ο αληθινός εαυτός του.
- Ο σύμφωνος με τον νου βίος είναι ο πιο φυσικός, ο πιο ευχάριστος και ο πιο ευδαίμων για τον άνθρωπο.
- Όποιος ενεργεί σύμφωνα με τον νου και τον καλλιεργεί φέρεται άριστα, είναι ο πιο θεοφιλής και, επομένως, ο πιο ευδαίμων.
- Το πρόσωπο που ενσαρκώνει πληρέστερα αυτή τη ζωή είναι ο σοφός.
Από τις διανοητικές αρετές φρόνηση, σύνεση και σοφία, ο όρος που περιλαμβάνει όσα αναπτύσσονται στο Παράλληλο Κείμενο είναι αναμφίβολα η σοφία. Η φρόνηση αφορά κυρίως την πρακτική σκέψη και την ορθή απόφαση για όσα μπορούν να γίνουν διαφορετικά· γι’ αυτό στον ορισμό της ηθικής αρετής συνδέεται με τον φρόνιμο, ο οποίος καθορίζει το πρέπον στις ανθρώπινες πράξεις. Η σύνεση είναι η ικανότητα ορθής κατανόησης και κρίσης σχετικά με πρακτικά ζητήματα, χωρίς να ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την ολοκληρωμένη πρακτική αρετή. Αντίθετα, η σοφία αποτελεί την ανώτερη θεωρητική τελείωση του νου: στρέφεται προς τις πρώτες αρχές, τις ανώτατες αλήθειες και τα θεϊκά αντικείμενα της γνώσης.
Η επιλογή επιβεβαιώνεται και λεκτικά από το ίδιο το κείμενο, το οποίο καταλήγει ότι όλα τα γνωρίσματα του θεωρητικού βίου αναφέρονται κυρίως στον σοφό. Επομένως, η διανοητική αρετή που περιγράφεται δεν είναι η πρακτική φρόνηση του πολίτη, αλλά η σοφία του ανθρώπου που καλλιεργεί τον νου και αφοσιώνεται στη θεωρία. Η σοφία οδηγεί στην ανώτερη μορφή ευδαιμονίας, επειδή ενεργοποιεί το άριστο και θεϊκότερο μέρος του ανθρώπου. Συνολικά, ο ορισμός της ηθικής αρετής δείχνει την αναγκαία συμβολή της φρόνησης στην ορθή πράξη, ενώ το Παράλληλο Κείμενο εξυψώνει τη σοφία ως την τελειότερη διανοητική αρετή και τη θεωρητική της ενέργεια ως την πληρέστερη ανθρώπινη ευδαιμονία.
Ο Αριστοτέλης ξεκινά από την ήδη θεμελιωμένη θέση ότι η ευδαιμονία δεν είναι μια παθητική κατάσταση ή ένα πρόσκαιρο συναίσθημα, αλλά ενέργεια της ψυχής σύμφωνα με την αρετή. Αν, λοιπόν, υπάρχουν περισσότερες αρετές και περισσότερες αντίστοιχες ενέργειες, τότε η τελειότερη ευδαιμονία πρέπει να συνδέεται με την τελειότερη αρετή και με την ενέργεια του ανώτερου μέρους του ανθρώπου.
1. Η πλήρης ευδαιμονία ακολουθεί την ύψιστη αρετή. Αφού η ευδαιμονία είναι ενέργεια «κατ’ ἀρετήν», η ανώτερη μορφή της δεν μπορεί παρά να είναι ενέργεια σύμφωνα με την ανώτερη αρετή. Ο βαθμός της ευδαιμονίας εξαρτάται, επομένως, από την αξία της δύναμης της ψυχής που ενεργεί και από την τελειότητα της αρετής που την κατευθύνει.
2. Το άριστο μέρος του ανθρώπου είναι ο νους. Ο νους είναι το μέρος που «ἄρχει καὶ ἡγεῖται», δηλαδή κυβερνά και καθοδηγεί τα υπόλοιπα μέρη της ψυχής. Επιπλέον, έχει γνώση των ανώτερων, αγαθών και θεϊκών πραγμάτων. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης τον θεωρεί είτε θεϊκό καθαυτόν είτε, τουλάχιστον, το θεϊκότερο στοιχείο που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο. Η θεϊκή του καταγωγή και συγγένεια τού προσδίδουν υπεροχή σε δύναμη και αξία, παρότι αποτελεί μικρό μέρος της σύνθετης ανθρώπινης ύπαρξης.
3. Η ανώτερη ενέργεια είναι η ενέργεια του νου σύμφωνα με τη δική του αρετή. Εφόσον ο νους είναι το άριστο μέρος μας, η ενέργειά του είναι ανώτερη από τις ενέργειες των κατώτερων δυνάμεων. Η οικεία αρετή του νου είναι η σοφία και η χαρακτηριστική του ενέργεια είναι η θεωρία, δηλαδή η καθαρή γνώση και η θέαση των πρώτων αρχών, της αλήθειας και των ανώτερων όντων. Άρα, η πλήρης ευδαιμονία είναι στην ουσία της θεωρητική.
4. Ο θεωρητικός βίος είναι θεϊκότερος και ανώτερος από τον συνηθισμένο ανθρώπινο βίο. Όταν ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με τον νου, δεν ενεργεί απλώς ως σύνθετο ον με ανάγκες, πάθη και κοινωνικές υποχρεώσεις, αλλά σύμφωνα με το θεϊκό στοιχείο μέσα του. Ο βίος αυτός είναι «κρείττων» από τον βίο που αντιστοιχεί στην ανθρώπινη σύνθεση, επειδή μετέχει, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, στη σταθερότητα και στην ανωτερότητα της θεϊκής ζωής. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης καλεί τον άνθρωπο να μην περιορίζεται στο να σκέφτεται μόνο «ανθρώπινα» και «θνητά», αλλά να επιδιώκει κατά το δυνατόν την αθανασία, καλλιεργώντας το ανώτερο μέρος του εαυτού του.
5. Ο νους αποτελεί τον αληθινότερο εαυτό του ανθρώπου. Επειδή είναι το κύριο, το καλύτερο και το κυβερνητικό στοιχείο της ψυχής, ο νους εκφράζει κατεξοχήν την ουσία του ανθρώπου. Θα ήταν, επομένως, παράλογο να επιλέξει κανείς έναν βίο που υπηρετεί κυρίως κατώτερες λειτουργίες και όχι τον βίο που αντιστοιχεί στο άριστο μέρος του. Ο σύμφωνος με τον νου βίος είναι ο πιο οικείος προς την αληθινή φύση του ανθρώπου και, άρα, ο ανώτερος γι’ αυτόν.
6. Η φυσικότητα και η τελειότητα του θεωρητικού βίου τον καθιστούν και τον πιο ευχάριστο.
Κατά τον Αριστοτέλη, αυτό που ταιριάζει περισσότερο στην ιδιαίτερη φύση ενός όντος είναι συγχρόνως και το ανώτερο και το πιο απολαυστικό γι’ αυτό. Εφόσον στον άνθρωπο προσιδιάζει κυρίως ο νους, η αδιάλειπτη άσκησή του στη θεωρία αποτελεί την πιο οικεία και καθαρή ηδονή. Η ευδαιμονία του σοφού δεν στηρίζεται, λοιπόν, σε εξωτερικές απολαύσεις, αλλά στην τελειότερη πραγμάτωση της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.
7. Ο θεωρητικός βίος καθιστά τον σοφό θεοφιλή. Αν οι θεοί ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους, είναι εύλογο να αγαπούν εκείνο που τους είναι συγγενέστερο, δηλαδή τον νου, και να επιδοκιμάζουν όσους τον τιμούν και τον καλλιεργούν. Ο σοφός, επειδή ενεργεί σύμφωνα με τον νου, φέρεται άριστα, πράττει το σωστό και το καλό και γίνεται ο πιο θεοφιλής. Η θεϊκή εύνοια λειτουργεί ως πρόσθετη επιβεβαίωση ότι ο σοφός είναι και ο πιο ευδαίμων.
Σύγκριση με την πολιτική-ηθική ευδαιμονία
Η ευδαιμονία που προκύπτει από την πολιτική-ηθική αρετή είναι αληθινή και σημαντική, αλλά κατά τον Αριστοτέλη είναι δεύτερη σε σχέση με τη θεωρητική. Η ηθική αρετή αφορά το μέρος της ψυχής που έχει πάθη και επιθυμίες, αλλά μπορεί να υπακούει στον λόγο. Εκδηλώνεται μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και στις πράξεις της πόλης: στη δικαιοσύνη, στην ανδρεία, στη σωφροσύνη, στην πραότητα και γενικά στην επιλογή της μεσότητας. Για να ασκηθεί, χρειάζεται συγκεκριμένες περιστάσεις, άλλους ανθρώπους και αρκετά εξωτερικά αγαθά· άρα εξαρτάται περισσότερο από μεταβλητές συνθήκες.
Αντίθετα, η θεωρητική ενέργεια ανήκει στο ανώτερο και θεϊκότερο μέρος του ανθρώπου, έχει ως αντικείμενο τις υψηλότερες αλήθειες και είναι περισσότερο αυτάρκης, συνεχής και καθαρή. Ο σοφός χρειάζεται ασφαλώς τα αναγκαία μέσα της ζωής, όμως η ουσιώδης ενέργειά του μπορεί να ασκείται περισσότερο από κάθε άλλη χωρίς πλήθος εξωτερικών προϋποθέσεων. Επιπλέον, η θεωρία επιδιώκεται για τον εαυτό της και όχι ως μέσο για κάποιο διαφορετικό αποτέλεσμα, πράγμα που την καθιστά πληρέστερο τέλος.
Σχηματική απόδοση του συλλογισμού
Ευδαιμονία = ενέργεια σύμφωνα με την αρετή → η πλήρης ευδαιμονία ακολουθεί την ύψιστη αρετή → ύψιστο μέρος του ανθρώπου είναι ο νους → αρετή του νου είναι η σοφία και ενέργειά του η θεωρία → ο θεωρητικός βίος ενεργοποιεί το θεϊκότερο και αληθινότερο στοιχείο του ανθρώπου → είναι ο πιο οικείος, αυτάρκης, καθαρός, ευχάριστος και θεοφιλής βίος → άρα η θεωρητική ευδαιμονία του σοφού είναι η ανώτερη μορφή ανθρώπινης ευδαιμονίας.
Συμπέρασμα: Ο Αριστοτέλης δεν ακυρώνει την πολιτική και ηθική αρετή· τη θεωρεί αναγκαία για τον ολοκληρωμένο ανθρώπινο και κοινωνικό βίο. Την κατατάσσει, όμως, χαμηλότερα από τη θεωρητική ζωή, επειδή η πρώτη τελειοποιεί το ανθρώπινο μέρος που σχετίζεται με τα πάθη και τις κοινωνικές πράξεις, ενώ η δεύτερη ενεργοποιεί τον νου, δηλαδή το θεϊκότερο, κυριότερο και καλύτερο στοιχείο μας. Έτσι η ευδαιμονία του ενάρετου πολίτη είναι δευτερεύουσα, ενώ η ευδαιμονία του σοφού, που πραγματώνεται στη θεωρία, είναι η πληρέστερη και ανώτερη.
Η Ασκητική συμπυκνώνει με ποιητικό και προφητικό τόνο τη φιλοσοφία ζωής που πρόβαλε ο Καζαντζάκης σε όλα του τα έργα: το αστείρευτο πάθος για την αναζήτηση, την αλήθεια, τη ζωή, την αθανασία, τον άνθρωπο και τον Θεό.
- «Κάψε το σπίτι σου! » φωνάζει ο Θεός. «Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί. Κάψε τις Ιδέες σου σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει. Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται τη πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο. Εμένα! Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης. Ακλούθα! Περπάτα απάνω από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός! Σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψέ τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω! »
Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος.
Πόλεμο στους άπιστους! Άπιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι. Το μίσος μας είναι χωρίς συβιβασμό, γιατί κατέχει πως καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα. Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτεμένους.
Φωτιά, να καθαρίσει η γης! Ν’ ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε. Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα ’τανε γόνιμες αρετές. Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που παραμονεύουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες.
Ο Καζαντζάκης διακηρύσσει: «Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες». Ποια σημεία του αποσπάσματος μοιάζουν να αντιμάχονται τόσο την αριστοτελική ταύτιση της αρετής με τη μεσότητα όσο και το ηθικό πρότυπο του λογικού και φρόνιμου πολίτη;
Στο απόσπασμα της Ασκητικής κυριαρχεί ένα πρότυπο ζωής εκρηκτικό, ασυμβίβαστο και διαρκώς υπερβατικό, το οποίο φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αντιτίθεται τόσο στην αριστοτελική μεσότητα όσο και στο πρότυπο του έλλογου και φρόνιμου πολίτη. Η αντίθεση διακρίνεται ήδη στις προστακτικές διατυπώσεις «Κάψε το σπίτι σου», «Κάψε τις Ιδέες σου», «σύντριψε τους συλλογισμούς σου», «παράτα […] κι ακολούθα μου». Ο Καζαντζάκης δεν προβάλλει τη μετρημένη στάθμιση των περιστάσεων, αλλά τη ριζική αποδέσμευση από κάθε ασφάλεια, από κάθε παγιωμένη αλήθεια και ακόμη από τη λογική συστηματοποίηση. Ιδίως η εντολή «σύντριψε τους συλλογισμούς σου» μοιάζει να στρέφεται ευθέως εναντίον της αριστοτελικής απαίτησης η μεσότητα να είναι «ὡρισμένη λόγῳ», δηλαδή να καθορίζεται από τον ορθό λόγο και από την κρίση του φρόνιμου.
Το ίδιο πνεύμα εκφράζουν οι φράσεις «Φωτιά!», «Πόλεμο στους άπιστους!», «Το μίσος μας είναι χωρίς συμβιβασμό», «δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο». Το λεξιλόγιο της φωτιάς, του πολέμου, του μίσους, της σκληρότητας και του αδύνατου εξυμνεί την ένταση και την ακρότητα. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης ζητεί κάθε πάθος να εκδηλώνεται όταν, για όσα, προς όσους, για τον σκοπό και με τον τρόπο που πρέπει. Το αριστοτελικό μέτρο αποκλείει τόσο την υπερβολή όσο και την έλλειψη, ενώ ο καζαντζακικός λόγος προβάλλει συνειδητά την υπερβολή ως κινητήρια δύναμη δημιουργίας και αναγέννησης.
Ανάλογη απόσταση από το πρότυπο του φρόνιμου πολίτη δηλώνουν οι φράσεις «να πληθύνει η αδικία», «η εποχή μας δεν είναι στιγμή ισορρόπησης», «ο συμβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη» δεν είναι τώρα γόνιμες αρετές και «δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους». Ο φρόνιμος του Αριστοτέλη κρίνει τις περιστάσεις, αναζητεί το πρακτικά αγαθό και ενεργεί μέσα στην πόλη με γνώμονα τη δικαιοσύνη και το κοινό καλό. Αντίθετα, ο Καζαντζάκης περιγράφει μια οριακή ιστορική στιγμή κατά την οποία το άτομο καλείται να υπερβεί τις παλιές κοινωνικές ισορροπίες και να δεχθεί ακόμη και το χάος ως αναγκαία προϋπόθεση γέννησης ενός νέου κόσμου. Το πρότυπό του δεν είναι ο συνετός πολίτης που σταθεροποιεί την κοινότητα, αλλά ο ανήσυχος αγωνιστής που αρνείται τη βόλεψη και διακινδυνεύει τα πάντα.
2. Η αριστοτελική διευκρίνιση: η μεσότητα ως «ἀκρότης»
Η αντίθεση, ωστόσο, δεν είναι απόλυτη. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι η αρετή είναι μεσότητα «κατά τὴν οὐσίαν καὶ τὸν λόγον», επειδή ορίζεται ανάμεσα σε δύο κακίες, αλλά «κατά δέ τό ἄριστον καί τό εὖ ἀκρότης», επειδή αποτελεί το ύψιστο επίτευγμα του ορθού και του αγαθού. Η μεσότητα, επομένως, δεν είναι χλιαρότητα, μετριότητα, συμβιβασμός ή αδρανής «μέση κατάσταση». Δεν βρίσκεται απλώς στο αριθμητικό μέσο δύο άκρων· είναι το ακριβές και δύσκολα κατακτώμενο μέτρο που απαιτεί κάθε φορά η περίσταση. Από αξιολογική άποψη βρίσκεται στην κορυφή.
Άρα, η «ακρότητα» έχει διαφορετικό νόημα στους δύο στοχαστές. Στον Αριστοτέλη είναι αξιολογική τελειότητα: η άριστη επιλογή του κατάλληλου μέτρου. Στον Καζαντζάκη είναι κυρίως υπαρξιακή ένταση και υπέρβαση: η άρνηση κάθε τελικής ανάπαυσης, βεβαιότητας και σταθερού ορίου. Η πρώτη ελέγχεται από τον λόγο· η δεύτερη τροφοδοτείται από την «Κραυγή», την ανησυχία και το πάθος για το αδύνατο.
3. Η «εναλλαγή των άκρων» του Σεφέρη
Ο Σεφέρης δηλώνει ότι ο αληθινός ρυθμός της ζωής του είναι μια «εναλλαγή των άκρων» και ότι τον έβλαψαν οι «μέσες καταστάσεις», τις οποίες παρομοιάζει με τέλματα. Με αυτή τη διατύπωση πλησιάζει τον Καζαντζάκη: και οι δύο δυσπιστούν απέναντι στη βόλεψη, στην υποχώρηση, στη συγκατάβαση και στον συμβιβασμό, επειδή τα συνδέουν με τη στασιμότητα και την απώλεια της δημιουργικής δύναμης. Τα άκρα, αντίθετα, εκφράζουν ένταση, κίνηση, γονιμότητα και αυθεντική εμπλοκή με τη ζωή.
Ωστόσο, οι «μέσες καταστάσεις» του Σεφέρη δεν πρέπει να ταυτιστούν αυτομάτως με την αριστοτελική μεσότητα. Ο Σεφέρης απορρίπτει κυρίως την άτολμη υποχώρηση, την αυτάρεσκη συγκατάβαση και τη συναισθηματική ακινησία. Η αριστοτελική μεσότητα, αντίθετα, δεν είναι τέλμα ούτε συμβιβαστική λύση· μπορεί να απαιτεί εξαιρετικά έντονη δράση, αρκεί αυτή να είναι η πρέπουσα. Για παράδειγμα, απέναντι σε μια μεγάλη αδικία, η μεσότητα δεν θα ήταν μια χλιαρή αντίδραση, αλλά η ακριβώς ανάλογη, θαρραλέα και δίκαιη αντίσταση που θα όριζε ο φρόνιμος.
Παρά ταύτα, ο Σεφέρης διαφοροποιείται από τον Αριστοτέλη όταν παρουσιάζει την εναλλαγή των άκρων ως τον αυθεντικό ρυθμό της προσωπικής του δημιουργίας. Για τον Αριστοτέλη, τα άκρα της υπερβολής και της έλλειψης είναι κακίες, ενώ το ορθό βρίσκεται στη μεσότητα «πρὸς ἡμᾶς». Για τον Σεφέρη, αντιθέτως, η μετάβαση από το ένα άκρο στο άλλο μπορεί να είναι δημιουργική, επειδή τον προστατεύει από τη στασιμότητα. Η θέση του είναι περισσότερο βιωματική και ποιητική παρά συστηματικά ηθική· περιγράφει τον προσωπικό ρυθμό της ζωής του και όχι έναν καθολικό κανόνα συμπεριφοράς.
4. Συνολική αποτίμηση
Τα τρία κείμενα συμφωνούν στην απόρριψη της αδράνειας, της αυτάρεσκης ασφάλειας και της εύκολης προσαρμογής. Διαφέρουν, όμως, ως προς το κριτήριο της υπέρβασης. Ο Αριστοτέλης προτείνει μια δύσκολη κορύφωση που επιτυγχάνεται με προαίρεση, ορθό λόγο και φρόνηση: η αρετή είναι μεσότητα ως προς τη δομή της, αλλά ακρότητα ως προς την αξία της. Ο Καζαντζάκης προβάλλει την ασίγαστη εξέγερση εναντίον κάθε σταθερού σχήματος, ακόμη και εναντίον των παλιών αρετών, και μετατρέπει την υπέρβαση σε μόνιμο χρέος. Ο Σεφέρης, τέλος, υπερασπίζεται βιωματικά την κίνηση ανάμεσα στα άκρα, επειδή φοβάται περισσότερο το τέλμα της συμβιβαστικής μέσης κατάστασης.
Επομένως, η αρχική εντύπωση ότι Καζαντζάκης και Σεφέρης απορρίπτουν ολοκληρωτικά τον Αριστοτέλη χρειάζεται διόρθωση. Απορρίπτουν κυρίως μια παρερμηνεία της μεσότητας ως μετριότητας και συμβιβασμού. Παραμένει, βέβαια, ουσιαστική η διαφορά τους από την αριστοτελική ηθική: ο Αριστοτέλης αναζητεί το άριστο μέσα σε ένα έλλογο, κοινωνικό και ηθικά προσδιορισμένο μέτρο, ενώ ο Καζαντζάκης και, σε διαφορετικό βαθμό, ο Σεφέρης αναγνωρίζουν δημιουργική δύναμη στην αστάθεια, στη ρήξη και στα άκρα. Η σύγκριση δείχνει τελικά ότι το πραγματικό αντίθετο της αρετής δεν είναι κατ’ ανάγκην η ένταση, αλλά είτε η άλογη υπερβολή και έλλειψη είτε, από τη νεότερη υπαρξιακή σκοπιά, η ακινησία και η παραίτηση από τον αγώνα.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου